Προσφυγή της 22ας Οκτωβρίου 2007 - Strack κατά Επιτροπής

(Υπόθεση F-119/07)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Προσφεύγων-ενάγων: Guido Strack (Κολωνία, Γερμανία) (Εκπρόσωπος: H. Tettenborn, δικηγόρος)

Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Αιτήματα του προσφεύγοντος-ενάγοντος

Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

Να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 2005, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, της 12ης Ιανουαρίου 2007 και της 20ής Ιουλίου 2007, καθόσον δεν αποδέχονται διαδικασία επιλύσεως όλων των διαφορών μεταξύ αυτού και της καθής μέσω ανεξάρτητου μεσολαβητή, καθώς και την άμεση παρέμβαση της καθής και τη λήψη μέτρων για την επίλυση των διαφορών·

να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2007 και της 20ής Ιουλίου 2007 καθόσον δεν αποδέχονται την καταβολή προκαταβολικής αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 4, της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει πρόσφορη αποζημίωση, τουλάχιστον ίση προς 15 000 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, μη υλικής ζημίας και βλάβης της υγείας του που του προκάλεσαν οι εν λόγω αποφάσεις·

να υποχρεώσει, επίσης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να του καταβάλει τόκους υπερημερίας με ετήσιο επιτόκιο υψηλότερο κατά δύο τουλάχιστον μονάδες από το κύριο προεξοφλητικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από της ασκήσεως της προσφυγής και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Ο προσφεύγων-ενάγων στηρίζει τα δύο πρώτα αιτήματά του στην παραβίαση του καθήκοντος αρωγής που υπέχει η καθής έναντι αυτού, στην αρχή της χρηστής διοικήσεως και στην απαγόρευση της καταχρήσεως εξουσίας, καθώς και στο γεγονός ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής βαρύνονται με πλάνη εκτιμήσεως. Ο προσφεύγων υποστηρίζει, επίσης, όσον αφορά τα δύο πρώτα αιτήματά του, ότι οι αποφάσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 25, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως), καθώς και ότι θίγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα σεβασμού της φυσικής ακεραιότητας και της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος που καθιερώνουν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 7 (όσον δε αφορά το δεύτερο αίτημα, επίσης τα άρθρα 41 και 47) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 8 (όσον δε αφορά το δεύτερο αίτημα, επίσης το άρθρο 13) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ο προσφεύγων υποστηρίζει, επίσης, προς στήριξη του δευτέρου αιτήματός του, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιβαίνουν προς το άρθρο 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων και προς τις διαδικαστικές διατάξεις της κοινής ρυθμίσεως για την κάλυψη του κινδύνου ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως προς τα άρθρα 15 επ. της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως.

Προς στήριξη του τρίτου αιτήματός του ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι λόγω του υπηρεσιακού πταίσματος στο οποίο, κατά την άποψή του, υπέπεσε η καθής, δικαιούται αποζημιώσεως προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, δυνάμει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ και των γενικών αρχών του δικαίου.

Με το τέταρτο αίτημά του ο προσφεύγων ζητεί να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα επειδή αυτή προκάλεσε την παρούσα προσφυγή με τα όσα ψευδή, κατά τον προσφεύγοντα, περιέλαβε στην απόφασή της περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως σχετικά με το προβαλλόμενο πόρισμα της ιατρικής επιτροπής.

____________