ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Κατάταξη σε βαθμό και κλιμάκιο – Αντικανονική κατάταξη – Ανάκληση παράνομης πράξεως – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Εύλογη προθεσμία – Δικαιώματα άμυνας –Δικαίωμα χρηστής διοικήσεως»

Στην υπόθεση F‑51/07,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή που ασκήθηκε δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA,

Philippe Bui Van, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Hettange-Grande (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τους S. Rodrigues και R. Albelice, δικηγόρους,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J. Currall και G. Berscheid,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Van Raepenbusch (εισηγητή), πρόεδρο, I. Boruta και H. Kanninen, δικαστές,

γραμματέας: R. Schiano, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουνίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ) στις 30 Μαΐου 2007 με τηλεομοιοτυπία (η κατάθεση του πρωτοτύπου έγινε στις 4 Ιουνίου 2007), ο P. Bui Van ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του γενικού διευθυντή του Κοινού Ερευνητικού Κέντρου (στο εξής: ΚΕΚ) της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 4ης Οκτωβρίου 2006, καθόσον τον ανακατατάσσει στον βαθμό AST 3, κλιμάκιο 2, ενώ αρχικά είχε καταταγεί στον βαθμό AST 4, κλιμάκιο 2, (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) και της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), της 5ης Μαρτίου 2007, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση, καθώς και την επιδίκαση, συμβολικώς, στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ενός ευρώ ως ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

 Νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα εξής:

«Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί.

Η αίτηση επιστροφής πρέπει να υποβάλλεται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατεβλήθη το ποσό. Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο ενδιαφερόμενος παραπλάνησε εσκεμμένα τη διοίκηση με σκοπό να επιτύχει την καταβολή του σχετικού ποσού, η προθεσμία αυτή δεν αντιτάσσεται κατά της εν λόγω αρχής.»

3        Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, με τίτλο «Μεταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων», που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο Λοιπό Προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 124, σ. 1), ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Μαΐου 2004, οι υπάλληλοι που έχουν περιληφθεί σε πίνακα επιτυχόντων πριν την 1η Μαΐου 2006 και προσλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή κατατάσσονται στον βαθμό AST 3, εφόσον πρόκειται για επιτυχόντες σε γενικό διαγωνισμό για τους βαθμούς B 5 και B 4.

4        Η προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού EPSO/B/23/04, που προκηρύχθηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις τεχνικών υπαλλήλων (B 5/B 4) στους τομείς της έρευνας και της τεχνολογίας (ΕΕ C 81 A, της 31ης Μαρτίου 2004, σ. 17, στο εξής: προκήρυξη διαγωνισμού), περιλαμβάνει υποσημείωση διατυπωθείσα ως εξής:

«Ο διαγωνισμός αυτός δημοσιεύεται για το επίπεδο B 5/B 4 σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει διαβιβάσει επισήμως στο Συμβούλιο πρόταση τροποποίησης του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, ένα νέο σύστημα σταδιοδρομίας. Κατά συνέπεια, στους επιτυχόντες υποψηφίους του παρόντος διαγωνισμού ενδεχομένως προταθεί πρόσληψη βάσει των διατάξεων του τροποποιημένου ΚΥΚ μετά την έγκρισή τους από το Συμβούλιο. Σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στο παράρτημα XIII, τμήμα 2, άρθρα 11 και 12 του τροποποιημένου Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, οι βαθμοί B 5 και B 4 αντικαθίστανται, κατά τη μεταβατική περίοδο από 1ης Μαΐου 2004 έως 30ής Απριλίου 2006, από τον βαθμό B*3 και μετά την ημερομηνία αυτή από τον βαθμό AST 3.»

 Ιστορικό της διαφοράς

5        Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) μετέσχε επιτυχώς στον διαγωνισμό EPSO/B/23/04.

6        Αφού περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων που συνέταξε τον Δεκέμβριο 2005 η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού EPSO/B/23/04, ο προσφεύγων προσελήφθη, με απόφαση της ΑΔΑ της 28ης Ιουνίου 2006, ως δόκιμος υπάλληλος με βαθμό AST 4, κλιμάκιο 2, με ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2006, και διορίστηκε στο ΚΕΚ, στο Ινστιτούτο Υπερουρανίων Στοιχείων, στην Καρλσρούη (Γερμανία). Στις 18 Ιουλίου 2006, ο προσφεύγων επιβεβαίωσε τη λήψη της αποφάσεως αυτής, της οποίας ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση ηλεκτρονικώς στις 6 Ιουλίου 2006.

7        Ο προσφεύγων δεν ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2006, αλλά την 1η Οκτωβρίου 2006.

8        Με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε εκείνη της 28ης Ιουνίου 2006, ο προσφεύγων κατατάχθηκε στον βαθμό AST 3, κλιμάκιο 2, από 1ης Οκτωβρίου 2006. Η πράξη αυτή του επιδόθηκε ιδιοχείρως στις 19 Οκτωβρίου 2006.

9        Με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 7ης Νοεμβρίου 2006, που καταχωρίστηκε αυθημερόν στη διοικητική μονάδα «Προσφυγές» της γενικής διευθύνσεως «Προσωπικό και διοίκηση», ο προσφεύγων άσκησε διοικητική ένσταση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τη διοικητική αυτή ένσταση, ο προσφεύγων ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η ανακατάταξή του, η οποία επήλθε τρεις ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον είχε θέσει «ενώπιον τετελεσμένου γεγονότος» και ότι είχε παραιτηθεί από την προηγούμενη θέση του για να διοριστεί στον βαθμό AST 4, κλιμάκιο 2.

10      Στις 15 Δεκεμβρίου 2006, τρεις άλλοι υπάλληλοι, ήτοι οι B., H. και L., οι οποίοι προσλήφθηκαν στο Ινστιτούτο Υπερουρανίων Στοιχείων και αποτέλεσαν ομοίως αντικείμενο μέτρου ανακατατάξεως από τον βαθμό AST 4 στον βαθμό AST 3, επίσης άσκησαν διοικητική ένσταση κατά των αποφάσεων περί ανακατατάξεως που τους αφορούσαν.

11      Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2007, η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος. Αντιθέτως, απάντησε ευνοϊκώς στις διοικητικές ενστάσεις των τριών άλλων υπαλλήλων που προαναφέρθηκαν.

 Αιτήματα των διαδίκων

12      O προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να κρίνει την προσφυγή-αγωγή παραδεκτή·

–        να ακυρώσει την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2007 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να υποδείξει στην ΑΔΑ τα αποτελέσματα που συνεπάγεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως, ως προς την ανακατάταξή του, την αναδρομικότητα του διορισμού από την ημερομηνία αναλήψεως των καθηκόντων του, τη μισθολογική διαφορά, τους τόκους υπερημερίας και την προαγωγή·

–        να του επιδικάσει, συμβολικώς, ένα ευρώ, ως ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

13      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή·

–        να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.

 Σκεπτικό

 Επί των αιτημάτων με τα οποία ζητείται, αφενός, η ακύρωση της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 2007 και, αφετέρου, να υποδείξει το Δικαστήριο ΔΔ τα αποτελέσματα που συνεπάγεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως

14      Μολονότι ο προσφεύγων επιδιώκει πρωτίστως με τα αιτήματά του την ακύρωση της αποφάσεως της ΑΔΑ της 5ης Μαρτίου 2007, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση που υποβλήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2006, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η παρούσα προσφυγή έχει ως αποτέλεσμα, κατά πάγια νομολογία, να επιληφθεί το Δικαστήριο ΔΔ της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση (βλ., μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτήν, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 23, σκέψη 8· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 14ης Νοεμβρίου 2006, F-100/05, Χατζηιωαννίδου κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 24). Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που ελήφθη στις 4 Οκτωβρίου 2006, περί νέας κατατάξεως του προσφεύγοντος στον βαθμό AST 3, κλιμάκιο 2, ενώ αυτός είχε αρχικά καταταγεί στον βαθμό AST 4, κλιμάκιο 2.

15      Συνεπώς, το αίτημα που αφορά τυπικώς την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι βάλλει επίσης κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και συμπίπτει με το κύριο ακυρωτικό αίτημα που βάλλει κατ’ αυτής.

16      Δεύτερον, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να υποδείξει τα αποτελέσματα που θα συνεπαγόταν η ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

17      Αρκεί να υπομνηστεί σχετικώς ότι το Δικαστήριο ΔΔ δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές σε κοινοτικό όργανο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 1991, T‑156/89, Valverde Mordt κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1991, σ. II‑407, σκέψη 150· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 13ης Δεκεμβρίου 2006, F‑17/05, De Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 134), ανεξαρτήτως της κατά το άρθρο 233 ΕΚ γενικής υποχρεώσεως του οργάνου, από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως περί ακυρώσεως.

18      Ακολούθως, το αίτημα για διαταγή που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο είναι απαράδεκτο και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.

1.               Επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως

 α)     Επιχειρήματα των διαδίκων

19      Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το κύριο επιχείρημα που προέβαλε ο προσφεύγων με τη διοικητική του ένσταση έγκειται στο ότι αυτός είχε δεχθεί την πρόταση διορισμού στον βαθμό AST 4. Η έκφραση «δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» δεν χρησιμοποιείται μεν εκεί, αλλά το όργανο αναγνωρίζει ότι η πρόθεση του προσφεύγοντος ήταν να την επικαλεστεί.

20      Ομοίως, στη διοικητική ένσταση δεν γινόταν λόγος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να προβάλει την πτυχή αυτή παρά μόνον αφού είχε λάβει απάντηση στη διοικητική του ένσταση και είχε μπορέσει να τη συγκρίνει με τις απαντήσεις που δόθηκαν στα τρία άλλα πρόσωπα που υπέβαλαν παρόμοιες διοικητικές ενστάσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο προσφεύγων μπορούσε ευλόγως να απαλλαγεί από την αυστηρή τήρηση του κανόνα της συμφωνίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής.

21      Κατά τον προσφεύγοντα, από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν σκοπεί στο να περιορίσει, κατά τρόπο άκαμπτο και οριστικό, την ενδεχόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου φάση, εφόσον η προσφυγή στο Δικαστήριο δεν μεταβάλλει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της ενστάσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1986, 52/85, Rihoux κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1555, σκέψη 12). Οι αμφισβητήσεις μπορούν έτσι να αναπτυχθούν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με την προβολή λόγων ακυρώσεως και ισχυρισμών που δεν περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκη στην ένσταση, αλλά που συνδέονται στενά με αυτήν (προπαρατεθείσα απόφαση Rihoux κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 13).

22      Ο προσφεύγων υπενθυμίζει επίσης ότι, με την απόφασή του της 14ης Μαρτίου 1989, 133/88, Del Amo Martinez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 689, σκέψη 11), το Δικαστήριο τόνισε ότι, δεδομένου ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικώς στο στάδιο αυτό χωρίς την επικουρία δικηγόρου, η διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να τις εξετάζει με ευρύ πνεύμα.

23      Πάντως, εν προκειμένω, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι άσκησε την ένστασή του χωρίς την επικουρία δικηγόρου και ότι προέβαλε, προς στήριξη αυτής, σφάλμα ανακατατάξεως καθόσον αυτός τέθηκε ενώπιον τετελεσμένου γεγονότος και δεν κατατάχθηκε στον βαθμό που είχε αποτελέσει το κίνητρο για την παραίτησή του από τα προηγούμενα καθήκοντά του. Οι προβληθέντες προς στήριξη της προσφυγής ισχυρισμοί πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτοί εφόσον συνδέονται στενά με την εν λόγω αιτίαση.

 β)     Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

24      Κατά πάγια νομολογία, τα αιτήματα των υπαλληλικών προσφυγών όχι μόνον πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με εκείνα που διατυπώθηκαν προηγουμένως με τη διοικητική ένσταση, αλλά πρέπει επίσης να περιέχουν αιτιάσεις που στηρίζονται στην ίδια αιτία με την αιτίαση που προβλήθηκε με τη διοικητική ένσταση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑193/96, Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑495 και II‑1495, σκέψη 47· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 21ης Φεβρουαρίου 2008, F‑31/07, Putterie-De-Beukelaer κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, ενώ αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπόθεση T‑160/08 P, σκέψη 43). Εντούτοις, οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτήν (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2002, C‑62/01 P, Campogrande κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑3793, σκέψη 34· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Μαρτίου 1993, T‑58/91, Booss και Fischer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑147, σκέψη 83, και της 8ης Ιουνίου 1995, T‑496/93, Allo κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑127 και II‑405, σκέψη 26· διάταξη του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑293/02, Vranckx κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑187 και II‑947, σκέψη 41· απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2006, T‑165/04, Βουνάκης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. II‑A‑2‑735, σκέψη 27).

25      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή έχουν ως αντικείμενο την απόφαση ανακατατάξεως του προσφεύγοντος, με αναδρομικό αποτέλεσμα, στον βαθμό AST 3, κλιμάκιο 2, ενώ, κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του, ο ενδιαφερόμενος είχε καταταγεί στον βαθμό AST 4, κλιμάκιο 2. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που περιέχει η προσφυγή βασίζονται στις ίδιες αιτίες με εκείνες επί των οποίων βασίζεται η ένσταση, ήτοι στο γεγονός ότι ο προσφεύγων στερήθηκε του βαθμού, για χάρη του οποίου όπως ισχυρίζεται παραιτήθηκε από την προηγούμενη θέση του, και ότι τέθηκε ενώπιον τετελεσμένου γεγονότος. Ο λόγος της προσφυγής που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συνδέεται, επομένως, στενά με τις εν λόγω αιτιάσεις.

26      Επιπλέον, όπως αναγνωρίζει η Επιτροπή, η απάντηση της ΑΔΑ στη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, σε σύγκριση με εκείνη που δόθηκε στις ενστάσεις των B., H. και L., οδήγησε ακριβώς τον ενδιαφερόμενο να προβάλει, με το δικόγραφό του, λόγο αντλούμενο από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

27      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή κατά του αιτήματος ακυρώσεως ή, τουλάχιστον, οι αμφιβολίες τις οποίες αυτή εξέφρασε σχετικώς πρέπει να απορριφθούν.

2.               Επί της βασιμότητας της προσφυγής ακυρώσεως

28      Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους αντλούμενους, αφενός, από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, από προφανές σφάλμα εκτιμήσεως καθώς και από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

29      Πρέπει πρώτα να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος.

 α)     Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από προφανές σφάλμα εκτιμήσεως καθώς και από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

30      Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου της προσφυγής του, ο προσφεύγων υπενθυμίζει προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάκληση παράνομης πράξεως επιτρέπεται αν επέρχεται εντός εύλογης προθεσμίας και αν το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται έλαβε επαρκώς υπόψη του το μέτρο κατά το οποίο ο αποδέκτης της πράξεως μπόρεσε ενδεχομένως να πιστέψει στη νομιμότητα της εν λόγω πράξεως. Αν δεν τηρηθούν αυτοί οι όροι, η ανάκληση προσβάλλει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και πρέπει να ακυρωθεί (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1005, σκέψεις 12 και 17).

31      Εν προκειμένω, η ΑΔΑ, αφενός, υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως δεχόμενη ως σημείο εκκινήσεως για τον υπολογισμό της εύλογης προθεσμίας την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πράξεως διορισμού, ήτοι την 6η Ιουλίου 2006, και όχι την ημερομηνία εκδόσεως της αρχικής πράξεως διορισμού, ήτοι την 28η Ιουνίου 2006.

32      Ο χρόνος που πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να κριθεί η γένεση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι μεν πράγματι ο χρόνος κατά τον οποίο η πράξη κοινοποιείται ή λαμβάνεται γνώση αυτής, πλην όμως δεν μπορεί να συμβαίνει το ίδιο, κατά τον προσφεύγοντα, οσάκις πρόκειται να εκτιμηθεί η προθεσμία την οποία διαθέτει η διοίκηση για να ανακαλέσει μια παράνομη πράξη. Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή προθεσμία είναι ανεξάρτητη από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της παράνομης πράξεως και τρέχει από της εκδόσεως της πράξεως αυτής έως την ανάκλησή της, ανεξαρτήτως της κοινοποιήσεώς της, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί τυπική διαδικασία έναντι του αποδέκτη της πράξεως.

33      Συνεπώς, η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της εύλογης προθεσμίας είναι, εν προκειμένω, αυτή που εκτείνεται μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως της αρχικής πράξεως διορισμού (ήτοι της 28ης Ιουνίου 2006) και της ημερομηνίας ανακλήσεως της εν λόγω πράξεως (ήτοι της 4ης Οκτωβρίου 2006), δηλαδή περίοδος τριών μηνών και επτά ημερών.

34      Αφετέρου, ο προσφεύγων προσάπτει στην ΑΔΑ ότι έκρινε ως εύλογη, κατά την έννοια της νομολογίας, την υπερβαίνουσα του τρεις μήνες προθεσμία εντός της οποίας επήλθε η ανάκληση της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2006.

35      Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ειδικότερα, με τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τη συμπεριφορά των διαδίκων (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 187· απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 2004, T‑144/02, Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3381, σκέψη 66).

36      Εν προκειμένω, πολύ πριν τον διορισμό του προσφεύγοντος στις 28 Ιουνίου 2006, η διοίκηση είχε εκδώσει τρεις πράξεις διορισμού έναντι των B., H. και L., αντιστοίχως, στις 7 Απριλίου, στις 2 Μαΐου και στις 12 Μαΐου 2006, οι οποίες περιείχαν το ίδιο σφάλμα κατατάξεως, οπότε προθεσμία υπερβαίνουσα τους τρεις μήνες μεταξύ της πράξεως διορισμού του προσφεύγοντος, της 28ης Ιουνίου 2006, και της ανακλήσεώς της, στις 4 Οκτωβρίου 2006, προδήλως δεν είναι εύλογη, λαμβανομένων υπόψη των οικείων περιστάσεων και, ειδικότερα, του διακυβευόμενου συμφέροντος του ενδιαφερομένου σε περίπτωση κατατάξεως σε κατώτερο βαθμό.

37      Ο προσφεύγων ζητεί επίσης από την Επιτροπή να εξηγήσει γιατί, ενώ είχε κρίνει ότι η εύλογη προθεσμία ανερχόταν εν προκειμένω στους τέσσερις μήνες, ανακάλεσε την απόφαση περί νέας κατατάξεως του L. Πράγματι, αν ακολουθηθεί η συλλογιστική της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η εύλογη προθεσμία για την ανάκληση παράνομης πράξεως εκτείνεται από την κοινοποίηση της πράξεως έως την ανάκλησή της, η ΑΔΑ ανακάλεσε την αρχική πράξη διορισμού του L. εντός της εύλογη προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, δεδομένου ότι είχαν παρέλθει 3 μήνες και 23 ημέρες μεταξύ της κοινοποιήσεως της εν λόγω πράξεως και της ανακλήσεώς της. Συνεπώς, η διοίκηση μεταχειρίστηκε διαφορετικά τον προσφεύγοντα απ’ ό,τι τον συνάδελφό του L.

38      Τέλος, ο προσφεύγων επικαλείται την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον, όταν έλαβε γνώση της αποφάσεως διορισμού της 28ης Ιουνίου 2006, μπορούσε θεμιτώς να παράσχει πίστη στην επίφαση νομιμότητας της πράξεως αυτής και να απαιτήσει τη διατήρησή της. Είναι μεν αληθές ότι η προκήρυξη διαγωνισμού ανέφερε, σε υποσημείωση, ότι υπήρχε «πρόταση [της Επιτροπής] τροποποίησης του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως» για να εισαχθεί «νέο σύστημα σταδιοδρομίας», πλην όμως οι χρησιμοποιηθέντες όροι (ήτοι «στους επιτυχόντες υποψηφίους του παρόντος διαγωνισμού ενδεχομένως μπορεί να προταθεί πρόσληψη βάσει των διατάξεων του τροποποιημένου ΚΥΚ […]») μπορούσαν, κατά τον προσφεύγοντα, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υπήρχε απλή ευχέρεια προσλήψεως βάσει των διατάξεων του τροποποιημένου ΚΥΚ.

39      Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού εφιστούσε την προσοχή των υποψηφίων του επίμαχου διαγωνισμού ειδικώς στο γεγονός ότι, σε περίπτωση διορισμού, θα κατατάσσονταν στον βαθμό B*3 ή, ενδεχομένως, στον βαθμό AST 3. Λόγω σφάλματος του Ινστιτούτου Υπερουρανίων Στοιχείων και μόνον, το οποίο αποκαλύφθηκε στο τέλος Σεπτεμβρίου 2006 από τη μονάδα ανθρώπινων πόρων του ΚΕΚ, αποφασίσθηκε αρχικά διορισμός στον βαθμό AST 4. Το σφάλμα αυτό υπήρξε πρόδηλο. Μόλις διαπιστώθηκε, ο γενικός διευθυντής του ΚΕΚ έλαβε ταχέως διορθωτική απόφαση, στις 4 Οκτωβρίου 2006, η οποία ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα στις 19 Οκτωβρίου 2006, κατά τη διάρκεια συζητήσεως κατά την οποία ο τελευταίος ενημερώθηκε για τις οικονομικές επιπτώσεις καθώς και τις δυνατότητες προσφυγής.

40      Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, οσάκις μια πράξη είναι παράνομη, το όργανο από το οποίο προέρχεται έχει το δικαίωμα να την ανακαλέσει εντός εύλογης προθεσμίας, με αναδρομικό αποτέλεσμα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 1982, 14/81, Alpha Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 749, σκέψη 10· Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα σκέψη 12· της 20ής Ιουνίου 1991, C‑248/89, Cargill κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑2987, σκέψη 20· απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 2000, T‑197/99, Gooch κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑271 και II‑1247, σκέψη 53).

41      Εν προκειμένω ο παράνομος χαρακτήρας, τον οποίο ο προσφεύγων δεν φαίνεται να αμφισβητεί, υπήρξε πρόδηλος εκ του γράμματος και μόνον του άρθρου 13 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ.

42      Ως προς την εύλογη προθεσμία, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία, ο καθοριστικός χρόνος για την εκτίμηση της δημιουργίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στον αποδέκτη διοικητικής πράξεως είναι η ημερομηνία της κοινοποιήσεως της πράξεως και όχι εκείνη της εκδόσεώς της (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Απριλίου 1997, C‑90/95 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1997, σ. I‑1999, σκέψη 35· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Νοεμβρίου 1997, T‑20/96, Pascall κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑361 και II‑977, σκέψη 79). Για τον λόγο αυτόν, αυτή η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υφίσταται αν ο ίδιος ο προσφεύγων αγνοεί την ύπαρξη της πράξεως στην οποία υποτίθεται ότι αυτή βασίζεται. Ομοίως, ο χρόνος κατά τον οποίο κλονίζεται η εμπιστοσύνη πρέπει να είναι ο της κοινοποιήσεως της δεύτερης πράξης με την οποία ανακαλείται η πρώτη.

43      Επίσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προθεσμία για την ανάκληση της αρχικής πράξεως διορισμού άρχισε, εν πάση περιπτώσει, να τρέχει από τις 18 Ιουλίου 2006, ημερομηνία βεβαιώσεως του προσφεύγοντος ότι παρέλαβε την πρώτη πράξη διορισμού (ή τις 6 Ιουλίου 2006, ημερομηνία διαβιβάσεως της πράξεως ηλεκτρονικώς). Η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούσε να συντελεστεί η ανάκληση έληξε στις 19 Οκτωβρίου 2006 με την κοινοποίηση της αποφάσεως περί ανακλήσεως της πρώτης αντικανονικής πράξεως.

44      Η άποψη αυτή συνάδει με τη διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του ΚΥΚ ως προς τον καθορισμό της ενάρξεως της προθεσμίας της ενστάσεως όσον αφορά τις ατομικές πράξεις, η οποία αρχίζει «από την ημέρα της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αποδέκτη, όχι όμως αργότερα από την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της αποφάσεως, αν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα».

45      Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι προθεσμία τριών μηνών και μιας ημέρας είναι εύλογη. Ισχυρίζεται ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ότι η προθεσμία για την άσκηση της ενστάσεως ή της προσφυγής στο πλαίσιο υπαλληλικών υποθέσεων μπορεί, συναφώς, να χρησιμεύσει εγκύρως ως αναφορά για την εκτίμηση του ευλόγου ή μη ευλόγου χαρακτήρα της προθεσμίας σε περίπτωση ανακλήσεως πράξεως που έχει δημιουργήσει δικαιώματα.

46      Το γεγονός ότι για ορισμένες αποφάσεις σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου ισχύει μάλλον προθεσμία της τάξεως των δύο μηνών, κατά την Επιτροπή, αυτό συμβαίνει διότι αυτοί εμπνέονται από τη δίμηνη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ. Η Επιτροπή συνάγει από τη νομολογία αυτή ότι η εύλογη προθεσμία για την ανάκληση πρέπει να είναι κατά τι μεγαλύτερη από την εκάστοτε ισχύουσα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.

47      Στον τομέα της δημόσιας διοίκησης υφίσταται άλλη προθεσμία, ακόμη πιο λυσιτελής, ήτοι αυτή που προβλέπεται για την απάντηση της ΑΔΑ σε διοικητική ένσταση, η οποία ορίζεται σε τέσσερις μήνες από το άρθρο 90, παράγραφος 2, στο τέλος, του ΚΥΚ. Η εν λόγω προθεσμία, μεγαλύτερη για την ΑΔΑ απ’ ό,τι για τον υπάλληλο, λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, αντίθετα προς κάθε υπάλληλο ατομικώς, το θεσμικό όργανο πρέπει να αντιμετωπίσει πολλαπλές περιπτώσεις που πρέπει να τις χειριστεί ταυτοχρόνως, απαιτώντας πολυάριθμες εσωτερικές διαβουλεύσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Alpha Steel κατά Επιτροπής, σκέψη 12).

48      Η Επιτροπή καταλήγει, κυρίως, ότι η προθεσμία που πρέπει να ληφθεί υπόψη εκτείνεται από τις 18 Ιουλίου 2006 (ή ακόμη και από τις 6 Ιουλίου 2006) έως τις 19 Οκτωβρίου 2006 και είναι εύλογη υπό το φως της νομολογίας. Προσθέτει ότι η προθεσμία που ίσχυσε στην περίπτωση του L. δεν ανέρχεται σε 3 μήνες και 23 ημέρες (από την ημερομηνία βεβαιώσεως της λήψεως της αρχικής πράξεως), αλλά σε 4 μήνες και 5 ημέρες (από την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της), και επομένως, είναι μεγαλύτερη της προθεσμίας των 4 μηνών που χρησιμεύει ως αναφορά. Κατά τον ίδιο τον προσφεύγοντα, η προθεσμία αυτή ανερχόταν, ως προς αυτόν, μόνο σε 3 μήνες και 13 ημέρες. Επομένως, το επιχείρημα στερείται πραγματικής βάσεως.

49      Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ακόμη και αν μια προθεσμία ελαφρώς μεγαλύτερη των τριών μηνών πρέπει να θεωρηθεί ως υπερβολική, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση διορισμού εκδίδεται συνήθως σε ορισμένη ημερομηνία, αλλά αρχίζει να ισχύει από άλλη ημερομηνία, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του ΚΥΚ.

50      Η Επιτροπή συνάγει από αυτό ότι, κατ’ εξαίρεση από τον αναφερθέντα γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία της κοινοποιήσεως της πράξεως, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δημιουργείται μόνον κατά τον χρόνο που η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα, δεδομένου ότι αυτή η εμπιστοσύνη μπορεί να υφίσταται μόνον αν ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται πράγματι στη δημιουργηθείσα με την απόφαση διορισμού κατάσταση. Η κατάσταση αυτή άρχισε να ισχύει, εν προκειμένω, μόνον από 1ης Οκτωβρίου 2006, πραγματική ημερομηνία της αναλήψεως των καθηκόντων του προσφεύγοντος. Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, η προθεσμία μεταξύ της δημιουργίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ημέρας της κοινοποιήσεως της ανακλήσεως ανέρχεται μόνο σε δύο εβδομάδες και πέντε ημέρες (από την 1η έως τις 19 Οκτωβρίου 2006). Αυτή η προθεσμία είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που θεωρείται εύλογη.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

51      Πρέπει να υπομνησθεί, εκ προοιμίου, ότι η αναδρομική ανάκληση ευμενούς διοικητικής πράξεως υπόκειται σε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 233, σκέψη 38, και De Compte κατά Κοινοβουλίου, προπαρατέθηκε, σκέψη 35). Έτσι, κατά παγία νομολογία, μολονότι πρέπει να αναγνωρίζεται σε κάθε κοινοτικό όργανο, το οποίο διαπιστώνει ότι η πράξη που μόλις εξέδωσε φέρει το στίγμα της παρανομίας, το δικαίωμα να ανακαλεί αναδρομικώς την πράξη αυτή εντός ευλόγου χρόνου, το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται από την ανάγκη σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του έλκοντος δικαίωμα από την πράξη ο οποίος έδωσε πίστη στη νομιμότητα της πράξεως αυτής (αποφάσεις Alpha Steel κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψεις 10 έως 12· Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψεις 12 έως 17· Cargill κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψη 20· του Δικαστηρίου της 20ής Ιουνίου 1991, C‑365/89, Cargill, Συλλογή 1991, σ. I‑3045, σκέψη 18, και De Compte κατά Κοινοβουλίου, προπαρατέθηκε, σκέψη 35· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑416/04, Κοντούλη κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. II‑A‑2‑897, σκέψη 161).

52      Για τη νομολογία αυτή επιβάλλονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις.

–       Επί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

53      Πρώτον, ως προς την τήρηση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της δημιουργίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του αποδέκτη διοικητικής πράξεως είναι η κοινοποίηση της πράξεως και όχι η ημερομηνία εκδόσεως ή ανακλήσεως της πράξεως αυτής (προπαρατεθείσα απόφαση De Compte κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 36· προπαρατεθείσα απόφαση Κοντούλη κατά Συμβουλίου, σκέψη 162).

54      Επιπλέον, ο ωφελούμενος δεν μπορεί να επικαλείται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όταν έχει προκαλέσει την έκδοση της πράξεως διά της παροχής εσφαλμένων ή ελλιπών στοιχείων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599· της 12ης Ιουλίου 1962, 14/61, Koninklijke Nederlandsche Hoogovens en Staalfabrieken κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599, και De Compte κατά Κοινοβουλίου, προπαρατέθηκε, σκέψη 37· προπαρατεθείσα απόφαση Κοντούλη κατά Συμβουλίου, σκέψη 163).

55      Ειδικώς, ως προς την αναδρομική ανάκληση πράξεως με την οποία παρασχέθηκαν σε υπάλληλο υποκειμενικά δικαιώματα ή παρόμοια πλεονεκτήματα, πρέπει να προστεθεί ότι η προϋπόθεση της υπάρξεως δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από μέρους του ωφελούμενου εκ της εν λόγω πράξεως πρέπει να θεωρείται ότι δεν πληρούται αν η αντικανονικότητα που δικαιολογεί την ανάκληση δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής υπαλλήλου επιδείξαντος τη συνήθη επιμέλεια, ο οποίος δεν μπορεί να απαλλαγεί της υποχρεώσεως να καταβάλει κάθε προσπάθεια να σκεφθεί και να επαληθεύσει, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητάς του να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους.

56      Συναφώς, βάση μπορεί να αποτελέσει η νομολογία που αφορά τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την ανάκτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος από τη διοίκηση, που διατυπώνονται στο άρθρο 85, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, ειδικότερα δε την προϋπόθεση του εμφανούς χαρακτήρα της αντικανονικότητας της καταβολής, όταν ο εμφανής χαρακτήρας είναι τέτοιος ώστε ο ωφελούμενος δεν ηδύνατο να την αγνοεί (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Φεβρουαρίου 1994, T‑38/93, Stahlschmidt κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑65 και II‑227, σκέψη 19· της 5ης Νοεμβρίου 2002, T‑205/01, Ronsse κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑211 και II‑1065, σκέψη 47· της 15ης Ιουλίου 2004, T‑180/02 και T‑113/03, Γκούβρας κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑225 και II‑987, σκέψη 110, και της 16ης Μαΐου 2007, T‑324/04, F. κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 142). Συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν ακριβώς έκφραση της ανάγκης σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ωφελουμένου από την πράξη, καθόσον αυτός έδωσε πίστη στη νομιμότητα της πράξεως αυτής.

57      Εν προκειμένω, η προκήρυξη του διαγωνισμού περιείχε την υποσημείωση που επαναλαμβάνεται στη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως.

58      Απλή ανάγνωση της υποσημειώσεως αυτής θα έπρεπε να οδηγήσει κάθε υπάλληλο επιδεικνύοντα τη συνήθη επιμέλεια και επιτυχόντα στον διαγωνισμό EPSO/B/23/04 να διερωτηθεί σχετικά με την κανονικότητα της κατατάξεώς του κατά την πρόσληψή του, αν η κατάταξη αυτή δεν αντιστοιχούσε στον βαθμό B*3 ή στον βαθμό AST 3. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο καθόσον το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ενέκρινε τον τροποποιημένο ΚΥΚ στις 22 Μαρτίου 2004, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Απριλίου 2004, ενώ η προκήρυξη του διαγωνισμού, δημοσιευθείσα στις 31 Μαρτίου 2004, προέβλεπε την κατάθεση των υποψηφιοτήτων το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 2004. Αυτό σημαίνει ότι κατ’ αυτήν την ημερομηνία δεν μπορούσε να υπάρχει καμία αβεβαιότητα ως προς την εφαρμογή του τροποποιημένου ΚΥΚ και ειδικότερα του παραρτήματός του XIII, κατά την πρόσληψη των επιτυχόντων στον εν λόγω διαγωνισμό.

59      Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια την έκταση του σφάλματος της διοικήσεως, ο προσφεύγων έπρεπε κανονικώς να έχει αμφιβολίες ως προς τη βασιμότητα της εν λόγω αποφάσεως, οπότε όφειλε, τουλάχιστον, να απευθυνθεί στη διοίκηση προκειμένου η τελευταία να προβεί στον απαιτούμενο έλεγχο (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Ιανουαρίου 2001, T‑14/99, Kraus κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑7 και II‑39, σκέψη 41, και F. κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψη 157).

60      Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η αντικανονικότητα διέφυγε της προσοχής της ίδιας της διοικήσεως τέσσερις φορές, εφόσον αυτή αφορούσε επίσης τους B., H. και L., πρέπει να τονιστεί ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για τη διαπίστωση αν η διοίκηση μπορούσε ή όχι να αντιληφθεί το σφάλμα, αλλά για την εξέταση του κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος μπορούσε ή δεν μπορούσε να δώσει πίστη στη νομιμότητα της αρχικής του κατατάξεως. Εξάλλου, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια διοίκηση επιφορτισμένη με χιλιάδες διοικητικές αποφάσεις κάθε είδους δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του υπαλλήλου ο οποίος έχει προσωπικό συμφέρον να εξετάσει την κατάταξή του σε βαθμό και κλιμάκιο κατά την πρόσληψή του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1979, 252/78, Broe κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 165, σκέψη 11).

61      Επομένως, στις 6 Ιουλίου 2006, όταν έλαβε γνώση της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2006, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να δώσει πίστη στην επίφαση νομιμότητας της πράξεως αυτής. Συνεπώς, για τον λόγο αυτόν και μόνο δεν μπορεί να διεκδικεί την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε μια τέτοια νομιμότητα.

–       Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων

62      Δεύτερον, ακόμη και αν υπάρχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ωφελουμένου από την παράνομη πράξη, από τη νομολογία προκύπτει ότι αναμφισβήτητο δημόσιο συμφέρον, όπως ειδικότερα αυτό της χρηστής διοικήσεως και της προστασίας των οικονομικών πόρων του οργάνου, μπορεί να υπερισχύει του συμφέροντος του ωφελουμένου προς διατήρηση καταστάσεως την οποία μπορούσε να θεωρεί σταθερή (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής, προπαρατέθηκε, σ. 599· Koninklijke Nederlandsche Hoogovens en Staalfabrieken κατά Ανωτάτης Αρχής, προπαρατέθηκε, σ. 779· De Compte κατά Κοινοβουλίου, προπαρατέθηκε, σκέψη 39, και του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1997, C‑183/95, Affish, Συλλογή 1997, σ. I‑4315, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση Κοντούλη κατά Συμβουλίου, προπαρατέθηκε, σκέψη 167). Η εν λόγω στάθμιση συμφερόντων πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ευλόγου χαρακτήρα της προθεσμίας ανακλήσεως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 67 της παρούσας αποφάσεως.

–       Επί της ευλόγου προθεσμίας

63      Τρίτον, κατά πάγια νομολογία, η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως πρέπει να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας (προπαρατεθείσα απόφαση De Compte κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 35· προπαρατεθείσες αποφάσεις Pascall κατά Επιτροπής, σκέψεις 72 και 77· Gooch κατά Επιτροπής, σκέψη 53, και Κοντούλη κατά Συμβουλίου, σκέψη 161).

64      Πρέπει να τονισθεί, εκ προοιμίου, ότι, κατόπιν της τροποποιήσεως του ΚΥΚ, το άρθρο 85, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει ότι «[η] αίτηση επιστροφής πρέπει να υποβάλλεται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατεβλήθη το ποσόν», εκτός εάν η διοίκηση είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη απάτης εκ μέρους του ενδιαφερομένου.

65      Το άρθρο 85, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ δεν μπορεί εντούτοις να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διοίκηση, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να ανακαλέσει οποιαδήποτε αντικανονική πράξη βάσει της οποίας έγινε αχρεωστήτως πληρωμή και της οποίας η έκδοση χρονολογείται πέραν της πενταετίας.

66      Συγκεκριμένα, το άρθρο 85 του ΚΥΚ αφορά μόνον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ανακτηθεί ποσό που η διοίκηση κατέβαλε αχρεωστήτως σε υπάλληλο, ανεξαρτήτως της αιτίας της αντικανονικής πληρωμής, αλλά δεν ρυθμίζει την ανάκληση αυτή καθεαυτή των παρανόμων πράξεων, που κατ’ ανάγκην προηγείται οποιασδήποτε ενδεχομένης ανακτήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.

67      Ως προς την ανάκληση μιας διοικητικής πράξεως, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ειδικότερα, με τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τη συμπεριφορά των διαδίκων (προπαρατεθείσα απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 187· προπαρατεθείσα απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 66). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη αν η οικεία πράξη δημιουργεί ή όχι υποκειμενικά δικαιώματα καθώς και η στάθμιση των συμφερόντων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής, σ. 599, και Koninklijke Nederlandsche Hoogovens en Staalfabrieken κατά Ανωτάτης Αρχής, σ. 799), εν προκειμένω του συμφέροντος του δικαιούχου προς διατήρηση μιας καταστάσεως την οποία μπορούσε να θεωρεί σταθερή και εκείνου της διοικήσεως να υπερισχύσει η νομιμότητα των ατομικών πράξεων καθώς και να προστατευθούν οι οικονομικοί πόροι του οργάνου.

68      Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, πρέπει να θεωρηθεί, εν γένει, ως εύλογη προθεσμία ανακλήσεως εκείνη η οποία αντιστοιχεί στην τρίμηνη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.

69      Ως προς τον τρόπο υπολογισμού της προθεσμίας ανακλήσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί ο εύλογος ή μη εύλογος χαρακτήρας της, εφόσον η προθεσμία αυτή δεσμεύει την ίδια τη διοίκηση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ως σημείο ενάρξεως η ημερομηνία εκδόσεως της πράξεως την οποία η τελευταία σκέφτεται να ανακαλέσει.

70      Εν προκειμένω, 3 μήνες και 21 ημέρες παρήλθαν μεταξύ της 28ης Ιουνίου 2006, ημερομηνίας εκδόσεως της αρχικής αποφάσεως κατατάξεως, και της 19ης Οκτωβρίου 2006, ημερομηνίας κατά την οποία ο προσφεύγων ενημερώθηκε ότι η διοίκηση έκρινε την εν λόγω απόφαση παράνομη. Πολλές περιστάσεις αξίζει να ληφθούν υπόψη:

–        πρώτον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 57 έως 61 της παρούσας αποφάσεως, ο προσφεύγων δεν επέδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια μη ζητώντας από τη διοίκηση να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους ως προς το περιεχόμενο της υποσημειώσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού·

–        δεύτερον, η απόφαση κατατάξεως συνιστά, κατά το στάδιο της πρόσληψης, ουσιώδη απόφαση για όλη την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη τηρήσεως της αρχής της νομιμότητας, σε σχέση με την αρχή της ασφάλειας δικαίου η οποία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπον απόλυτο·

–        τρίτον, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, στο οποίο βασίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ιδιαίτερα σαφές και μονοσήμαντο·

–        τέταρτον, η αρχική απόφαση κατατάξεως άρχισε, να ισχύει, στην πραγματικότητα, μόλις την 1η Οκτωβρίου 2006, οπότε παρήγαγε τα αποτελέσματά της μόνο για ένα πολύ σύντομο διάστημα 19 ημερών.

71      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή ενήργησε για την ανάκληση της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2006, υπολογιζόμενη από την έκδοση αυτής, πρέπει να θεωρηθεί εύλογη, παρ’ όλον ότι η εν λόγω προθεσμία είναι λίγο μεγαλύτερη από την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.

–       Επί των δικαιωμάτων άμυνας

72      Τέλος, κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξης, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να εξασφαλίζεται ακόμη και αν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 27· της 5ης Οκτωβρίου 2000, C‑288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑8237, σκέψη 99, και της 9ης Νοεμβρίου 2006 C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, Συλλογή 2006, σ. I‑10915, σκέψη 37· απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Μαρτίου 2005, T‑277/03, Βλαχάκη κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑57 και II‑243, σκέψη 64).

73      Η αρχή αυτή, η οποία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις χρηστής διοικήσεως, επιβάλλει να είναι σε θέση ο ενδιαφερόμενος να γνωστοποιήσει επωφελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που μπορεί να γίνουν δεκτά σε βάρος του με την επικείμενη πράξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Βέλγιο κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψη 27· του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑458/98 P, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑8147, σκέψη 99, και Επιτροπή κατά De Bry, προπαρατέθηκε, σκέψη 38· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Απριλίου 2002, T‑372/00, Campolargo κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑49 και II‑223, σκέψη 31, και Βλαχάκη κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψη 64).

74      Συναφώς, το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1), προβλέπει ότι το δικαίωμα για χρηστή διοίκηση «περιλαμβάνει ιδίως:

–        το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του·

[…]».

75      Όπως προκύπτει από το προοίμιο του εν λόγω χάρτη, ο κύριος σκοπός του είναι να επιβεβαιώσει «τα δικαιώματα που απορρέουν ιδίως από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών, τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κοινοτικές Συνθήκες, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τους Κοινωνικούς Χάρτες που έχουν υιοθετηθεί από την Κοινότητα και το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου [...] και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 38).

76      Επιπλέον, διακηρύσσοντας πανηγυρικώς τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θέλησαν αναγκαστικά να του αναγνωρίσουν ιδιαίτερη σημασία, η οποία πρέπει, εν προκειμένω, να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία των διατάξεων του ΚΥΚ και του εφαρμοστέου στους μη μόνιμους υπαλλήλους των Κοινοτήτων καθεστώτος [απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2006, F‑1/05, Landgren κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ETF), Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. II‑A‑1 459, σκέψη 72, που αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπόθεση T‑404/06 P].

77      Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας και, ειδικότερα, εκείνου της ακροάσεως ως προς τα στοιχεία που μπορούν να γίνουν δεκτά σε βάρος του υπαλλήλου προκειμένου να θεμελιωθεί βλαπτική γι’ αυτόν απόφαση συνιστά ουσιώδη τύπο του οποίου η παράβαση μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1991, C‑291/89, Interhotel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑2257, σκέψη 14, και της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 67· απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαΐου 2001, T‑186/97, T‑187/97, T‑190/97 έως T‑192/97, T‑210/97, T‑211/97, T‑216/97 έως T‑218/97, T‑279/97, T‑280/97, T‑293/97 και T‑147/99, Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1337, σκέψη 134· βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψη 487).

78      Το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί επομένως να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν, εν προκειμένω, η Επιτροπή σεβάστηκε τα δικαιώματα άμυνας του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

79      Επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι στον προσφεύγοντα δεν δόθηκε η ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και να παράσχει εξηγήσεις πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

80      Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας του προσφεύγοντος.

81      Πάντως από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι κάθε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της προσβαλλομένης πράξεως. Αυτό συμβαίνει αν η έλλειψη νομιμότητας δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., σχετικώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑307, σκέψη 31· της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψη 48· Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψη 101, και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατέθηκε, σκέψεις 318 και 324).

82      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι παρατηρήσεις που κατέθεσε ο προσφεύγων ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ δεν περιέχουν κανένα πληροφοριακό στοιχείο επιπλέον αυτών που η Επιτροπή διάθετε ήδη και που ο προσφεύγων γνώριζε. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν ικανό να επηρεάσει το περιεχόμενο αυτής, το οποίο εξάλλου, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό.

83      Συνεπώς, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος να τύχει ακροάσεως πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να δικαιολογήσει την ακύρωσή της.

84      Εντούτοις, η διοίκηση, για τον ίδιο αυτό λόγο, προέβη σε παράνομη ενέργεια η οποία συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα, δυνάμενο να δικαιολογήσει αποζημίωση. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στις σκέψεις 92 έως 94 της παρούσας αποφάσεως.

85      Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προεκτεθέντα, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.

 β)     Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων

86      Ο προσφεύγων παρατηρεί ότι η κατάστασή του και οι αντίστοιχες καταστάσεις των B., H. και L. δεν εμφανίζουν ουσιώδεις διαφορές:

–        όλοι έχουν συμμετάσχει επιτυχώς στους διαγωνισμούς EPSO/B/23/04 (όσον αφορά τον προσφεύγοντα και τους H. και L.) και EPSO/B/21/04 (όσον αφορά τον B.), που δημοσιεύθηκαν για τον βαθμό B 5/B 4·

–        όλοι κατατάχθηκαν εσφαλμένως στον νέο βαθμό AST 4 (όσον αφορά τον προσφεύγοντα και τον L.) ή στον ενδιάμεσο βαθμό B*4, που κατέστη AST 4 (όσον αφορά τους B. και H.) και έχουν διοριστεί στο Ινστιτούτο Υπερουρανίων Στοιχείων·

–        οι αντίστοιχες πράξεις διορισμού έχουν ακυρωθεί και αντικατασταθεί με απόφαση του γενικού διευθυντή του ΚΕΚ της 4ης Οκτωβρίου 2006, η οποία προβλέπει για τον καθένα κατάταξη στον βαθμό AST 3, κλιμάκιο 2.

87      Υπό τις συνθήκες αυτές, οι B., H., L. και ο προσφεύγων βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση. Όμως, ο τελευταίος αποτέλεσε αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση με τους τρεις άλλους υπαλλήλους, καθόσον η απόφαση περί ανακατατάξεώς του στον βαθμό AST 3 διατηρήθηκε, ενώ οι αποφάσεις περί ανακατατάξεως των B., H. και L. στον ίδιο βαθμό ανακλήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με τρεις αποφάσεις που τους κατέταξαν στον βαθμό AST 4. Η διαφορετική μεταχείριση είναι ιδιαίτερα κατάφωρη μεταξύ του προσφεύγοντος και του L., εφόσον, κατόπιν των παρατηρήσεων που ανέπτυξε η Επιτροπή σχετικά με τον δεύτερο λόγο, η ΑΔΑ έκρινε, απαντώντας στην ένσταση του L., ότι μια προθεσμία 3 μηνών και 23 ημερών μεταξύ της κοινοποιήσεως της αρχικής πράξεως κατατάξεως και της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ανακλήσεως υπερέβη τον εύλογο χρόνο.

88      Συναφώς, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ένας από τους υπαλλήλους που ανέφερε ο προσφεύγων βρέθηκε σε ουσιαστικά πανομοιότυπη κατάσταση με τη δική του και ότι η ΑΔΑ, μη ανακαλώντας την αρχική πράξη κατατάξεως όσον αφορά τον προσφεύγοντα, αγνόησε τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αναδρομική ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως, όπως αυτές απορρέουν από τη νομολογία, το γεγονός αυτό δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να δικαιολογήσει πανομοιότυπη μεταχείριση υπέρ του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί προς όφελός του παράνομη πρακτική υπέρ άλλου (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Μαρτίου 1994, T‑82/92, Cortes Jimenez κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑69 και II‑237, σκέψη 43· της 22ας Φεβρουαρίου 2000, T‑22/99, Rose κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑27 και II‑115, σκέψη 39, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑290/03, Παντούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑241 και II‑1123, σκέψη 56· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 28ης Ιουνίου 2006, F‑101/05, Grünheid κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑55 και II‑A‑1‑199, σκέψη 140).

89      Συνεπώς, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.

 Β –         Επί της αγωγής αποζημιώσεως

90      Ο προσφεύγων ζητεί την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της ανακατατάξεώς του στον βαθμό AST 3, αφού αρχικώς είχε καταταγεί στον βαθμό AST 4, και τούτο κατόπιν σφάλματος της διοικήσεως. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι αυτή η κατάταξη σε κατώτερο βαθμό διατηρήθηκε, ενώ οι αποφάσεις περί ανακατατάξεως των τριών άλλων συναδέλφων που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση ανακλήθηκαν.

91      Ο προσφεύγων εκτιμά την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης σε ένα συμβολικό ευρώ.

92      Συναφώς, από τη σκέψη 84 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε υπηρεσιακό πταίσμα, καθόσον ο προσφεύγων δεν έτυχε ακροάσεως πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώ το αίτημά του περί ακυρώσεως έχει απορριφθεί.

93      Δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω του συναισθήματος ότι τέθηκε προ τετελεσμένου γεγονότος, σύμφωνα με τη διατύπωση την οποία χρησιμοποίησε στη διοικητική του ένσταση της 7ης Νοεμβρίου 2006. Η διατύπωση αυτή εκφράζει ακριβώς τις συνέπειες της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως κάθε προσώπου προτού ληφθεί δυσμενές γι’ αυτό ατομικό μέτρο.

94      Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, το Δικαστήριο ΔΔ, εκτιμώντας ex aequo et bono τη ζημία που υπέστη ο προσφεύγων, θεωρεί ότι συνιστά εύλογη αποζημίωση η επιδίκαση στον προσφεύγοντα ποσού 1 500 ευρώ.

95      Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί αποκαταστάσεως που εκτιμάται σε ένα συμβολικό ευρώ, καθόσον αναφέρεται στις προβαλλόμενες παραβιάσεις του δικαίου που δεν έγιναν δεκτές με την παρούσα απόφαση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

96      Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ΔΔ, οι διατάξεις του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω κανονισμού σχετικά με τα έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες εφαρμόζονται μόνον επί των εισαγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ υποθέσεων και τούτο από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού, ήτοι από την 1η Νοεμβρίου 2007. Επί των εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ πριν από την ανωτέρω ημερομηνία υποθέσεων εξακολουθούν να εφαρμόζονται mutatis mutandis οι συναφείς επί του θέματος διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

97      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφοι 2 και 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο ΔΔ αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων. Το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 88 του ίδιου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους.

98      Επειδή ο προσφεύγων νίκησε μερικώς, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Υποχρεώνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να καταβάλει στον P. Bui Van το ποσό των 1 500 ευρώ ως αποζημίωση.

2)      Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

3)      Ο P. Bui Van φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών του εξόδων.

4)      Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτον των δικαστικών εξόδων του Bui Van.

Van Raepenbusch

Boruta

Kanninen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Σεπτεμβρίου 2008.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      S. Van Raepenbusch

Τo κείμενο της παρούσας αποφάσεως καθώς και των παρατιθέμενων σ’ αυτήν αποφάσεων των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων οι οποίες δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου των ΕΚ: www.curia.europa.eu


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.