ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 30ής Νοεμβρίου 2009 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πειθαρχική διαδικασία – Αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων υπαλλήλου – Παρακρατήσεις επί των αποδοχών – Ισχυρισμός για βαρύ παράπτωμα – Δικαιώματα άμυνας – Αρμοδιότητα – Μη δημοσίευση εξουσιοδοτήσεως – Αναρμοδιότητα του εκδότη της προσβαλλομένης πράξεως»

Στην υπόθεση F‑80/08,

με αντικείμενο προσφυγή των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΑΕ,

Fritz Harald Wenig, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Woluwé-Saint-Pierre (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους G.-A. Dal, D. Voillemot, D. Bosquet και S. Woog, δικηγόρους,

προσφεύγων,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J. Currall και D. Martin,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, H. Kreppel (εισηγητή) και Χ. Ταγαρά, δικαστές,

γραμματέας: R. Schiano, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Ιουνίου 2009,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ) στις 13 Οκτωβρίου 2008 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (το πρωτότυπο κατατέθηκε την ίδια ημέρα), ο F. H. Wenig ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, με την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος ΙΧ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), προέβη στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του για αόριστο διάστημα και διέταξε παρακράτηση 1 000 ευρώ τον μήνα επί των αποδοχών του για μέγιστη περίοδο έξι μηνών.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Σύμφωνα με το άρθρο 86 του ΚΥΚ:

«1. Κάθε παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει υπάλληλος ή τέως υπάλληλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού η οποία γίνεται εκουσίως ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο πειθαρχικής κυρώσεως.

[…]

3. Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο Παράρτημα IX.»

3        Το άρθρο 23 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ είναι διατυπωμένο ως εξής:

«1. Σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που αποδίδεται στον υπάλληλο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, είτε πρόκειται για παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε για παράβαση δικαίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί αμέσως να προβαίνει στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου που κατηγορείται για το παράπτωμα αυτό για ορισμένο ή αόριστο διάστημα.

2. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει την απόφαση αυτή μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.»

4        Το άρθρο 24, παράγραφοι 1 και 2, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ έχει την ακόλουθη διατύπωση:

«1. Η απόφαση με την οποία απαγγέλλεται η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου καθορίζει εάν, κατά την περίοδο της αναστολής, ο ενδιαφερόμενος διατηρεί στο ακέραιο τις αποδοχές του ή εάν στις αποδοχές του επιβάλλεται παρακράτηση. Το ποσό που καταβάλλεται στον υπάλληλο δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VIII του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, προσαυξημένο, ενδεχομένως, με τα καταβλητέα οικογενειακά επιδόματα.

2. Η κατάσταση του υπαλλήλου, του οποίου έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων, πρέπει να ρυθμίζεται οριστικά εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η αναστολή των καθηκόντων του παράγει αποτελέσματα. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός έξι μηνών, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να λάβει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.»

5        Στις 30 Νοεμβρίου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2007) 5730 περί της ασκήσεως των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (στο εξής: ΚΛΠ) στην αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχή (στο εξής: ΑΑΣΣ). Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής, που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 57‑2007 της 6ης Δεκεμβρίου 2007, είχε την ακόλουθη διατύπωση:

«Οι εξουσίες που ανατίθενται από τον ΚΥΚ […] στην ΑΔΑ και από το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ όσον αφορά το προσωπικό της Επιτροπής που αμείβεται από τις πιστώσεις διοικητικής λειτουργίας και το προσωπικό που αμείβεται από τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, εκτός από το απασχολούμενο στο Κοινό Κέντρο Ερευνών προσωπικό, ασκούνται κατά περίπτωση και με την επιφύλαξη όσων ακολουθούν από την Επιτροπή, τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο, τον αρμόδιο για την ενοποιημένη εξωτερική υπηρεσία Επίτροπο, τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και τους λοιπούς Γενικούς Διευθυντές, συμπεριλαμβανομένων των προϊσταμένων και των διευθυντών [του Γραφείου “Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων”], του [Γραφείου “Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης” στις Βρυξέλλες] και του [Γραφείου “Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης” στο Λουξεμβούργο], υπό τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημα I.»

6        Κατά το σημείο 14 του τμήματος VI «Πειθαρχική εξουσία […]» του «πίνακα των ΑΔΑ για το προσωπικό της Επιτροπής που αμείβεται από τον προϋπολογισμό λειτουργίας και τον προϋπολογισμό έρευνας (πλην του [Κοινού Κέντρου Ερευνών]», στον οποίο παραπέμπει το παράρτημα Ι της αποφάσεως C(2007) 5730, προβλεπόταν ότι οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΑΔΑ για την αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων υπαλλήλου, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, ασκούνται, όσον αφορά τους υπαλλήλους των βαθμών AD 16 και AD 15 και τους ανώτερους υπαλλήλους βαθμού AD 14 (διευθυντές ή ισοδύναμους), από την Επιτροπή και, όσον αφορά τους λοιπούς υπαλλήλους, από τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού.

7        Με ανακοίνωση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, ενεγράφη στην ημερησία διάταξη της 1842ης συνεδριάσεως του σώματος των Επιτρόπων της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 ένα σχέδιο αποφάσεως C(2008) 5085 περί τροποποιήσεως της αποφάσεως C(2007) 5730. Αυτό το σχέδιο αποφάσεως προέβλεπε τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας για την αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων των υπαλλήλων των βαθμών AD 16 και AD 15 καθώς και των ανωτέρων υπαλλήλων βαθμού AD 14 (διευθυντών ή ισοδυνάμων) στον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο. Κατά τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, το σώμα των Επιτρόπων αποφάσισε να «τροποποιήσει την απόφαση C(2007) 5730 […] όπως αυτή παρατίθεται στο έγγραφο C(2008) 5085» και διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή «θα είχε άμεση ισχύ» (στο εξής: απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008). Η απόφαση αυτή δεν δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες.

8        Στις 29 Απριλίου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2009) 3074 «περί τροποποιήσεως της αποφάσεως C(2007) 5730», που προέβλεπε ότι οι εξουσίες που είχαν ανατεθεί στην ΑΔΑ για την αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων υπαλλήλου θα ασκούνταν στο εξής, όσον αφορά του υπαλλήλους των βαθμών AD 16 και AD 15 και τους ανώτερους υπαλλήλους βαθμού AD 14 (διευθυντές ή ισοδύναμους), από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 33‑2009 της 8ης Μαΐου 2009.

 Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς

9        Ο προσφεύγων ήταν, κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό AD 15 και ασκούσε τα καθήκοντα Διευθυντή της Διευθύνσεως G «Πρόσβαση στις αγορές και βιομηχανία», διευθύνσεως υπαγόμενης στη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Εμπόριο» της Επιτροπής και επιφορτισμένης, ειδικότερα, με την εφαρμογή της πολιτικής αντιντάμπινγκ.

10      Στις 7 Σεπτεμβρίου 2008, η βρετανική εβδομαδιαία εφημερίδα Sunday Times δημοσίευσε στην έντυπη εφημερίδα και στην ιστοσελίδα της στο Διαδίκτυο ένα άρθρο με τον τίτλο «Αποκαλύψεις: πώς ένας κοινοτικός αξιωματούχος διαδίδει εμπορικά μυστικά κατά τη διάρκεια πολυτελών δείπνων» («Revealed: how Eurocrat leaked trade secrets over lavish dinners»). Στο άρθρο αυτό γινόταν λόγος για τρία δείπνα στα οποία αναφερόταν ότι μετείχε ο προσφεύγων, μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Σεπτεμβρίου του 2008, σε εστιατόρια των Βρυξελλών (Βέλγιο), μαζί με δημοσιογράφους της εφημερίδας Sunday Times που του είχαν παρουσιαστεί ως ανταποκριτές ενός Κινέζου εξαγωγέα που ενδιαφερόταν για ορισμένες διαδικασίες αντιντάμπινγκ που επέσπευδε η Επιτροπή. Σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο αυτό, ο προσφεύγων μετέδωσε στους συνομιλητές του, κατά τη διάρκεια των εν λόγω δείπνων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, πληροφορίες σχετικά με τις εκκρεμείς ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίες, πληροφορίες που δεν του επιτρεπόταν να διαδώσει. Προτάθηκε επίσης στον ενδιαφερόμενο, ως αντάλλαγμα για τις πληροφορίες αυτές, να συνεργαστεί στις δραστηριότητες του φερομένου ως Κινέζου εξαγωγέα έναντι ετήσιας αμοιβής ύψους 600 000 ευρώ, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο, ο προσφεύγων εξέταζε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας συνεργασίας μόνο μετά τη συνταξιοδότησή του. Τέλος, στην πρόταση που του έγινε, κατά τη διάρκεια του δεύτερου δείπνου, να του καταβληθεί ένα ποσό 100 000 ευρώ, ο ενδιαφερόμενος απάντησε ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να του καταβληθεί σε δεσμευμένο λογαριασμό στον οποίο θα είχε πρόσβαση μετά τη συνταξιοδότησή του, διευκρινίζοντας όμως ότι η πραγματοποίηση της καταβολής θα έπρεπε να εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα που θα επιτύγχανε ο φερόμενος ως Κινέζος εξαγωγέας χάρη στην παροχή των πληροφοριών.

11      Στο πλαίσιο διοικητικής εξετάσεως που κίνησε η Επιτροπή, δύο υπάλληλοι της Υπηρεσίας διοικητικής έρευνας και πειθαρχικών μέτρων της Επιτροπής (IDOC) προέβησαν σε ακρόαση του προσφεύγοντος στις 10 Σεπτεμβρίου 2008. Κατά την ακρόαση αυτή, ο προσφεύγων, ο οποίος παραστάθηκε με τον δικηγόρο του, παραδέχθηκε ότι είχε προσκληθεί και παρευρεθεί στα τρία δείπνα που περιγράφονται στο άρθρο της εφημερίδας Sunday Times, χωρίς να ενημερώσει για αυτό τους προϊσταμένους του. Παραδέχθηκε επίσης ότι γνωστοποίησε στους συνομιλητές του πολλές πληροφορίες που αφορούσαν, ιδίως, το όνομα δύο κινεζικών εταιριών παραγωγής κεριών που μπορούσαν να αποκτήσουν, με την ολοκλήρωση εκκρεμούς κατά τον χρόνο εκείνο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, το καθεστώς εταιρίας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Εντούτοις, ο προσφεύγων τόνισε ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν ημι-δημόσιες και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν καμία εμπορική αξία. Τέλος, ο ενδιαφερόμενος δήλωσε στους υπαλλήλους της IDOC ότι, κατά τη διάρκεια του δεύτερου δείπνου, οι συνομιλητές του πρότειναν, ως αντάλλαγμα για την ανακοίνωση των πληροφοριών αυτών, να του καταβάλουν ένα χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό χώρας με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, αρνήθηκε όμως ότι αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και υπογράμμισε ότι εξέτασε μόνον, κατά τις επαφές αυτές, τη δυνατότητα να συνεργαστεί, μετά τη συνταξιοδότησή του, στη δραστηριότητα του Κινέζου εξαγωγέα.

12      Με επιστολή της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι σκόπευε να επιβάλει σε βάρος του, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, μέτρο αναστολής ασκήσεως καθηκόντων καθώς και παρακράτηση επί των αποδοχών του και τον κάλεσε σε ακρόαση που επρόκειτο να λάβει χώρα στις 12 Σεπτεμβρίου 2008.

13      Με επιστολή της 12ης Σεπτεμβρίου 2008, ο σύμβουλος του προσφεύγοντος ζήτησε από την Επιτροπή την αναβολή της ακροάσεως και προσέθεσε ότι ο ενδιαφερόμενος σκόπευε «να χρησιμοποιήσει τη γαλλική γλώσσα στο σύνολο της επισπευδομένης εναντίον του διαδικασίας».

14      Την ίδια ημέρα, ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι η ακρόαση θα λάβει χώρα στις 16 Σεπτεμβρίου 2008 και διευκρίνισε ότι ο ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα, κατά την ακρόαση αυτή, να χρησιμοποιήσει τη γαλλική γλώσσα.

15      Στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, έλαβε χώρα η ακρόαση του προσφεύγοντος από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο. Κατά τη διάρκεια της ακροάσεως αυτής, τα πρακτικά της οποίας συντάχθηκαν στην αγγλική γλώσσα, ο ενδιαφερόμενος επανέλαβε κατ’ ουσίαν τις δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί ενώπιον των υπαλλήλων της IDOC.

16      Την ίδια ημέρα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση με έγερση πολιτικής αγωγής, στρεφόμενος, ειδικότερα, κατά των συντακτών του άρθρου της εφημερίδας Sunday Times.

17      Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, στις αιτιολογικές σκέψεις της οποίας γινόταν μνεία της αποφάσεως της Επιτροπής C(2007) 5730, της 30ής Νοεμβρίου 2007, περί της ασκήσεως των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ, «η οποία τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση […] της 10ης Σεπτεμβρίου 2008», ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος προέβη στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του προσφεύγοντος για αόριστο διάστημα και διέταξε παρακράτηση 1 000 ευρώ τον μήνα επί των αποδοχών του για μέγιστη περίοδο έξι μηνών (στο εξής: επίδικη απόφαση).

18      Για να αιτιολογήσει την επίδικη απόφαση, ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος στηρίχθηκε στο γεγονός ότι –όπως αποκαλύφθηκε από τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν «σε διάφορα άρθρα στον Τύπο, ιδίως στην εφημερίδα Sunday Times», και κατά τις ακροάσεις του προσφεύγοντος ενώπιον των υπαλλήλων της IDOC και ενώπιον του ιδίου– ο ενδιαφερόμενος παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 17, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Πράγματι, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση, ο προσφεύγων διέδωσε εμπιστευτικές πληροφορίες σε πρόσωπα στα οποία αυτές δεν μπορούσαν να κοινοποιηθούν, έδειξε διατεθειμένος να προσληφθεί μεταγενεστέρως από τα πρόσωπα αυτά έναντι σημαντικού μισθού, ως αντάλλαγμα μιας συνεργασίας που άρχισε πριν ακόμη συνταξιοδοτηθεί, και ούτε ενημέρωσε τους προϊσταμένους του για το γεγονός ότι τον προσέγγισαν τέτοιου είδους συνομιλητές ούτε ζήτησε από τους προϊσταμένους του την άδεια να διατηρήσει αυτές τις επανειλημμένες επαφές. Τέλος, η επίδικη απόφαση υπογράμμιζε ότι τέτοιου είδους ενέργειες, εάν αποδειχθούν, συνιστούν «βαρύ επαγγελματικό παράπτωμα εκ μέρους του προσφεύγοντος», λαμβανομένης ιδίως υπόψη της «σημαντικής προσβολής της φήμης της Επιτροπής» που προκάλεσαν και της υψηλής θέσεως που κατείχε ο ενδιαφερόμενος στην Επιτροπή.

19      Στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση παροχής βοηθείας δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, με ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2008, ζητώντας να λάβει η Επιτροπή κάθε κατάλληλο μέτρο για να αποκαταστήσει την επαγγελματική του τιμή και, ιδίως, να επιδιώξει δικαστικώς να αναγνωριστεί ο παράνομος χαρακτήρας των ενεργειών των συντακτών του άρθρου της εφημερίδας Sunday Times.

20      Στις 3 Οκτωβρίου 2008, ο προσφεύγων άσκησε διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, για να επιτύχει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.

21      Με σημείωμα της 22ας Ιανουαρίου 2009, η Επιτροπή απάντησε στην αίτηση παροχής βοηθείας που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, δηλώνοντας ότι η έρευνα που άρχισε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) επείχε τη θέση των ερευνών που θα μπορούσε να διεξαγάγει η ΑΔΑ δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Η Επιτροπή προσέθετε ότι το σημείωμα αυτό δεν αποτελούσε απόρριψη της αιτήσεως παροχής βοηθείας.

22      Στις 29 Ιανουαρίου 2009, η OLAF περάτωσε την έρευνα και διαβίβασε τα πορίσματά της στις βελγικές δικαστικές αρχές στις 12 Φεβρουαρίου 2009.

23      Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2009, η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως.

24      Με απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2009, επετράπη στον προσφεύγοντα, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, να υποβάλει αίτηση συνταξιοδοτήσεως, με ισχύ από 1ης Μαΐου 2009.

 Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία

25      Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 13 Οκτωβρίου 2008, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή. Την ίδια ημέρα περιήλθε επίσης στο Δικαστήριο ΔΔ δικόγραφο με το οποίο ζητήθηκε αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.

26      Με επιστολές της Γραμματείας της 14ης Οκτωβρίου 2008, οι διάδικοι ενημερώθηκαν περί της αναστολής της διαδικασίας της κύριας δίκης, μέχρις ότου εκδοθεί ρητώς ή σιωπηρώς απόφαση απορρίψεως της ενστάσεως που άσκησε ο προσφεύγων στις 3 Οκτωβρίου 2008.

27      Με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2008, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ΔΔ απέρριψε την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επιδίκου αποφάσεως.

28      Κατόπιν της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, οι διάδικοι ενημερώθηκαν με επιστολές της Γραμματείας της 25ης Φεβρουαρίου 2009 ότι κινήθηκε εκ νέου η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ.

29      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να ακυρώσει την επίδικη απόφαση,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

30      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα να φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

31      Στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, το Δικαστήριο ΔΔ κάλεσε την Επιτροπή να επιβεβαιώσει την έκδοση της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 που αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης αποφάσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προσκομίσει αντίγραφο της αποφάσεως αυτής και να διευκρινίσει κατά πόσον αυτή είχε δημοσιευθεί. Απαντώντας στο μέτρο αυτό, η Επιτροπή προσκόμισε, με επιστολή της 3ης Ιουνίου 2009, αφενός, το αντίγραφο της ανακοινώσεως του Αντιπροέδρου της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, στην οποία περιλαμβανόταν το σχέδιο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 και, αφετέρου, τα πρακτικά της συνεδριάσεως του σώματος των Επιτρόπων της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια της οποίας υιοθετήθηκε το σχέδιο. Εξάλλου η Επιτροπή, ενώ παραδέχθηκε ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν είχε δημοσιευθεί στις Διοικητικές Πληροφορίες, υπογράμμισε ότι η ανακοίνωση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 αναρτήθηκε, παρ’ όλ’ αυτά, στο δίκτυο της Επιτροπής και προσδιόρισε τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο που καθιστούσε δυνατή την πρόσβαση σε αυτήν.

32      Με την προπαρασκευαστική έκθεση ακροατηρίου, το Δικαστήριο ΔΔ κάλεσε τους διαδίκους να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους στο ζήτημα του κατά πόσον ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος ήταν αρμόδιος για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού

33      Η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας ότι η επίδικη απόφαση είχε επιβάλει, αφενός, αναστολή ασκήσεως καθηκόντων στον προσφεύγοντα για αόριστο διάστημα και, αφετέρου, παρακράτηση 1 000 ευρώ τον μήνα επί των αποδοχών του για μέγιστη περίοδο έξι μηνών, υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε την 1η Μαΐου 2009, δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, τουλάχιστον στο μέτρο που με την απόφαση αυτή του επιβλήθηκε αναστολή ασκήσεως καθηκόντων.

34      Ως προς το ζήτημα αυτό, είναι αληθές ότι η επίδικη απόφαση, στο μέτρο που επέβαλε στον προσφεύγοντα αναστολή ασκήσεως καθηκόντων για αόριστο διάστημα, καταργήθηκε, σιωπηρώς αλλά αναγκαστικώς, όταν, την 1η Μαΐου 2009, ο ενδιαφερόμενος συνταξιοδοτήθηκε, δεδομένου ότι το μέτρο της αναστολής ασκήσεως καθηκόντων δεν μπορεί να αφορά παρά μόνον εν ενεργεία υπαλλήλους. Εξάλλου, πριν ακόμη ασκηθεί η υπό κρίση προσφυγή, η επίδικη απόφαση, στο μέτρο που επέβαλε παρακράτηση επί των αποδοχών του προσφεύγοντος, είχε καταστεί ανενεργός, εφόσον η εν λόγω παρακράτηση ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, περιορισμένη σε μια περίοδο έξι μηνών.

35      Εντούτοις, τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν δεν κατέστησαν την υπό κρίση προσφυγή άνευ αντικειμένου, ούτε στέρησαν από τον προσφεύγοντα το έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στο σύνολό της, εφόσον η απόφαση αυτή παρήγαγε αποτελέσματα όχι μόνο για την περιουσιακή του κατάσταση, αλλά και για την τιμή του (βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά το έννομο συμφέρον υπαλλήλου που συνταξιοδοτήθηκε λόγω ολικής αναπηρίας να ζητήσει την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεώς του, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑198/07 P, Gordon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. Ι-10701, σκέψεις 44 και 45).

36      Κατά συνέπεια, ο λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της ουσίας

37      Με την προσφυγή του, ο προσφεύγων προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως, που αντλούνται:

–        από την παράβαση του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ λόγω πλημμελούς αιτιολογίας,

–        από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας,

–        από την παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ),

–        από την ύπαρξη προδήλων σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των προταθέντων πραγματικών περιστατικών,

–        από την παράβαση του άρθρου 23 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, όσον αφορά το προβαλλόμενο βαρύ παράπτωμα,

–        από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας,

–        από τη μη τήρηση του καθήκοντος αρωγής.

38      Εξάλλου, ο προσφεύγων προέβαλε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, έναν όγδοο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως από αναρμόδιο όργανο.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ λόγω πλημμελούς αιτιολογίας

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

39      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση στερείται επαρκούς και εγκύρου αιτιολογίας, στο μέτρο που δεν εκτίθενται σε αυτή, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο, οι λόγοι για τους οποίους τα πραγματικά περιστατικά που προτείνονται σε βάρος του συνιστούν παράπτωμα και, μάλιστα, βαρύ παράπτωμα.

40      Αντικρούοντας τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού, υποστηρίζοντας ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

41      Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των βλαπτικών αποφάσεων έχει ως σκοπό να παράσχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως και στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίσει αν η απόφαση είναι θεμελιωμένη ή αν πάσχει ελάττωμα που επιτρέπει να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Η απαίτηση αυτή πληρούται όταν η πράξη που υπόκειται σε προσφυγή έχει εκδοθεί εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον υπάλληλο και που του επιτρέπει να αντιληφθεί το περιεχόμενο ενός μέτρου που τον αφορά προσωπικά (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 1993, T‑80/92, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1465, σκέψη 62, και της 27ης Νοεμβρίου 1997, T‑20/96, Pascall κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑361 και II‑977, σκέψη 44).

42      Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Επιτροπή, στην επίδικη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, περιέγραψε κατά τρόπο εμπεριστατωμένο τη φύση των ισχυρισμών περί βαρέος παραπτώματος που διατυπώθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος. Επεσήμανε, επίσης, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προήλθαν από πληροφορίες που αποκάλυψαν «διάφορα άρθρα στον Τύπο, ιδίως στην εφημερίδα Sunday Times» και υπογράμμισε ότι τέτοιου είδους ενέργειες, εάν αποδειχθούν, συνιστούν «βαρύ επαγγελματικό παράπτωμα εκ μέρους του προσφεύγοντος», λαμβανομένης ιδίως υπόψη της «σημαντικής προσβολής της φήμης της Επιτροπής» που προκάλεσαν και της υψηλής θέσεως που κατείχε ο ενδιαφερόμενος στην Επιτροπή.

43      Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί βασίμως να ισχυριστεί ότι η επίδικη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία.

44      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

45      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε, για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, σε πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν «σε διάφορα άρθρα στον Τύπο, ιδίως στην εφημερίδα Sunday Times της 7ης Σεπτεμβρίου 2008». Σύμφωνα, όμως, με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, του κοινοποιήθηκε μόνον το άρθρο της εφημερίδας Sunday Times και όχι τα υπόλοιπα άρθρα του Τύπου. Με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.

46      Αντικρούοντας τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι τήρησε την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας προβαίνοντας, πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση, σε ακρόαση του προσφεύγοντος.

47      Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σε κάθε περίπτωση, εάν ενδεχομένως στο μέλλον κινηθούν ποινικές και πειθαρχικές διαδικασίες, θα δοθεί εκ νέου στον προσφεύγοντα η ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

48      Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και εν απουσία ειδικής διατάξεως προβλεπομένης για τον σκοπό αυτόν από την κανονιστική ρύθμιση που αφορά την εν λόγω διαδικασία (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 1997, Τ-169/95, Quijano κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑91 και II‑273, σκέψη 44, και της 10ης Ιουλίου 1997, T‑36/96, Gaspari κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑201 και II‑595, σκέψη 32).

49      Η αρχή αυτή, η οποία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της χρηστής διοικήσεως, απαιτεί κάθε πρόσωπο, εναντίον του οποίου μπορεί να ληφθεί βλαπτική απόφαση, να μπορεί να καθιστά δεόντως γνωστή την άποψή του ως προς τα στοιχεία που έγιναν δεκτά σε βάρος του για τη θεμελίωση της επίδικης αποφάσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1994, T‑450/93, Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑1177, σκέψη 42, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑5373, σκέψη 21).

50      Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, που αποσκοπούν στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας στις διαδικασίες επιβολής αναστολής ασκήσεως καθηκόντων στους υπαλλήλους, προβλέπουν ότι η ΑΔΑ δεν μπορεί να λάβει απόφαση για την αναστολή ασκήσεως καθηκόντων σε βάρος υπαλλήλου παρά μόνο μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.

51      Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 23, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, έλαβε χώρα ακρόαση του προσφεύγοντος στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, δηλαδή πριν την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, ο οποίος τον ενημέρωσε για τους ισχυρισμούς περί βαρέος παραπτώματος που διατυπώθηκαν σε βάρος του και του έδωσε τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του επί των ισχυρισμών αυτών.

52      Εξάλλου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή του κοινοποίησε, πριν την ακρόαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, μόνον το άρθρο της εφημερίδας Sunday Times, ενώ η Επιτροπή, στην επίδικη απόφαση, είχε δηλώσει ότι στηρίχθηκε «σε διάφορα άρθρα στον Τύπο, ιδίως [στο άρθρο] της εφημερίδας Sunday Times», από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι τα άρθρα του Τύπου που κυκλοφόρησαν μετά τη δημοσίευση του άρθρου της εφημερίδας Sunday Times, στην πραγματικότητα, περιορίστηκαν, όπως παραδέχθηκε εξάλλου ο ενδιαφερόμενος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην επανάληψη του περιεχομένου των πληροφοριών που αποκάλυψαν οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας Sunday Times.

53      Δεν μπορεί, συνεπώς, ο προσφεύγων να υποστηρίξει βασίμως ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.

54      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

55      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά παραβίαση της αρχής της δικονομικής ισότητας που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον οι πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε η ΑΔΑ για την επιβολή της αναστολής ασκήσεως καθηκόντων συγκεντρώθηκαν εν αγνοία του, χάρη σε παγίδα που οργάνωσαν οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας Sunday Times.

56      Αντικρούοντας τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η κοινοτική νομολογία, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται στις πειθαρχικές διαδικασίες, επιβάλλεται να ισχύσει, κατά μείζονα λόγο, όταν πρόκειται για αναστολή ασκήσεως καθηκόντων.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

57      Κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει ο κοινοτικός δικαστής. Προς τούτο ο κοινοτικός δικαστής εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Η ΕΣΔΑ ενέχει συναφώς ιδιαίτερη σημασία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger, Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψη 71, της 27ης Ιουνίου 2006, C-540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 35, και της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, ΡΚΚ και ΚΝΚ κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 76).

58      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νομίμως, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.

59      Πρέπει, εντούτοις, να υπομνησθεί ότι η διαδικασία επιβολής αναστολής ασκήσεως καθηκόντων και παρακρατήσεως επί των αποδοχών δεν είναι δικαστική, αλλά διοικητική, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να μην μπορεί να χαραστηρισθεί «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1998, C‑252/97 P, Ν κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑4871, σκέψη 52· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 1991, Τ-26/89, de Compte κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. II‑781, σκέψη 94, και της 21ης Νοεμβρίου 2000, T‑23/00, Α κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑263 και II‑1211, σκέψη 24). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να αξιώνεται από την Επιτροπή να τηρεί τις υποχρεώσεις που το άρθρο αυτό επιβάλλει στο «δικαστήριο», όταν προβαίνει σε επιβολή αναστολής ασκήσεως καθηκόντων σε βάρος υπαλλήλου και σε παρακρατήσεις επί των αποδοχών του.

60      Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν δύναται να επικαλεστεί λυσιτελώς ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.

61      Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.

 Επί του τέταρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται, αντιστοίχως, από την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως όσον αφορά τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά και από την παράβαση του άρθρου 23 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, όσον αφορά το προβαλλόμενο βαρύ παράπτωμα

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

62      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί περί βαρέος παραπτώματος, που προβάλλει σε βάρος του η Επιτροπή, αναφερόμενη ιδίως στο γεγονός ότι φέρεται να παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, και του άρθρου 17, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, στερούνται προδήλως οιουδήποτε ερείσματος, διότι προέλευσή τους αποτελούν οι ψευδείς πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο της εφημερίδας Sunday Times.

63      Ο προσφεύγων υποστηρίζει, συναφώς, ότι παρέσχε μόνον «ημι-δημόσιες» και στερούμενες κάθε εμπορικής σημασίας πληροφορίες, που αφορούσαν τις διαδικασίες αντιντάμπινγκ και, συγκεκριμένα, την προβλεπόμενη διάρκεια των εν λόγω διαδικασιών, τα κριτήρια αποκτήσεως του καθεστώτος εταιρίας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς ή την ανάγκη προσφυγής σε δικηγόρο ή σε σύμβουλο στον τομέα αυτόν.

64      Εξάλλου, ο προσφεύγων παραδέχεται ότι δέχθηκε τρεις προσκλήσεις σε δείπνο με δημοσιογράφους της εφημερίδας Sunday Times που φέρονταν ως ανταποκριτές Κινέζου εξαγωγέα, υπογραμμίζει όμως ότι η συμμετοχή στα δείπνα αυτά, τρέχουσα πρακτική στην Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη στις επαγγελματικές υποχρεώσεις των υπαλλήλων και δεν απαιτεί τη λήψη της προηγούμενης άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

65      Τέλος, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και ουδέποτε εξάρτησε την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών από την απόκτηση, μετά τη συνταξιοδότησή του, θέσεως στην υπηρεσία του εν λόγω Κινέζου εξαγωγέα.

66      Στην αντίκρουσή της, η Επιτροπή υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι το ζήτημα του κατά πόσον ο προσφεύγων υπέπεσε πράγματι στα βαριά παραπτώματα που του προσάπτονται δεν μπορεί να εξεταστεί παρά μόνο στο πλαίσιο ενδεχόμενης πειθαρχικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε βάρος του προσφεύγοντος δεν στερούνται προδήλως οιουδήποτε ερείσματος, δεδομένου ότι το άρθρο της εφημερίδας Sunday Times, που απετέλεσε το έρεισμα των εν λόγω ισχυρισμών, είναι πολύ εμπεριστατωμένο και ο προσφεύγων παραδέχθηκε εν μέρει ότι είναι ακριβές.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

67      Πρέπει, προκαταρκτικώς, να υπογραμμισθεί ότι ο δικαστικός έλεγχος του βασίμου ενός μέτρου αναστολής ασκήσεως καθηκόντων δεν μπορεί παρά να είναι πολύ περιορισμένος, λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού χαρακτήρα ενός τέτοιου μέτρου. Ο δικαστής πρέπει, συνεπώς, να περιορίζεται στον έλεγχο του κατά πόσον οι ισχυρισμοί περί βαρέος παραπτώματος παρουσιάζουν επαρκή αληθοφάνεια και δεν στερούνται προδήλως οιουδήποτε ερείσματος (βλ. κατ’ αναλογία, στην περίπτωση διατάξεως περί απορρίψεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά μέτρου αναστολής ασκήσεως καθηκόντων, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 10ης Φεβρουαρίου 1999, T‑211/98 R, Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑15 και II‑57, σκέψη 30).

68      Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι το άρθρο της εφημερίδας Sunday Times, του οποίου οι πληροφορίες, μαζί με τις δηλώσεις του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια των ακροάσεων που έλαβαν χώρα, οδήγησαν στην επίδικη απόφαση, έχει συνταχθεί κατά τρόπο πολύ εμπεριστατωμένο και παραθέτει επανειλημμένα, εντός εισαγωγικών, τις απαντήσεις του ενδιαφερομένου στις ερωτήσεις που του υπέβαλαν οι δημοσιογράφοι.

69      Δεύτερον, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο προσφεύγων, κατά τη διάρκεια των ακροάσεων που έλαβαν χώρα ενώπιον των υπαλλήλων της IDOC και του αρμόδιου για θέματα προσωπικού Επιτρόπου, παραδέχθηκε, ενώ παρίστατο με τον δικηγόρο του, ένα μέρος των γεγονότων που αναφέρονται στο άρθρο της εφημερίδας Sunday Times. Παραδέχθηκε, έτσι, ότι κοινοποίησε στους συνομιλητές του, κατά τη διάρκεια δείπνων, στα οποία προσκλήθηκε, ή κατά τη διάρκεια τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ορισμένες πληροφορίες, ειδικότερα το όνομα δύο κινεζικών εταιριών παραγωγής κεριών που μπορούσαν να αποκτήσουν, με την ολοκλήρωση εκκρεμούς κατά τον χρόνο εκείνο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, το καθεστώς εταιρίας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ο προσφεύγων δεν μπορεί, συναφώς, να αμφισβητήσει σοβαρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών ή να υποστηρίξει ότι αυτές ήταν «ημι-δημόσιες», εφόσον οι πληροφορίες αυτές ήταν ικανές να παράσχουν βέβαιο πλεονέκτημα σε επιχειρηματία που επιθυμούσε, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία αντιντάμπινγκ, να συνάψει συμβάσεις με τις εταιρίες αυτές. Εξάλλου, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι εν λόγω δύο εταιρίες απέκτησαν πράγματι το καθεστώς εταιρίας που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς και δεν υποβλήθηκαν σε δασμό αντιντάμπινγκ από τον κανονισμό (ΕΚ) 1130/2008 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2008, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων κεριών, κηρωμένων φυτιλιών φωτισμού και παρόμοιων ειδών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 306, σ. 22).

70      Τρίτον, ενώ ο προσφεύγων δήλωσε στους υπαλλήλους της IDOC ότι, κατά τη διάρκεια του δεύτερου δείπνου, του προτάθηκε η καταβολή χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά του σε χώρα με προνομιακό φορολογικό καθεστώς ως αντάλλαγμα για την παροχή πληροφοριών, είναι βέβαιο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ενημέρωσε τους προϊσταμένους του για τα γεγονότα αυτά ούτε διέκοψε τις επαφές με τους συνομιλητές του, αλλά, αντιθέτως, δέχθηκε από αυτούς νέα πρόσκληση σε δείπνο.

71      Τέταρτον, είναι αλήθεια ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο άρθρο της εφημερίδας Sunday Times συγκεντρώθηκαν χάρη σε μια «παγίδα» που είχε σκοπό να προκαλέσει τον προσφεύγοντα να υποπέσει σε παράπτωμα, πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι η παγίδα αυτή δεν στήθηκε από την Επιτροπή, αλλά από τρίτους, εν προκειμένω από τους δημοσιογράφους της εφημερίδας Sunday Times, των οποίων οι χειρισμοί δεν αποδείχθηκε ούτε καν υποστηρίχθηκε ότι κατευθύνονταν από τη διοίκηση. Ο προσφεύγων δεν μπορεί, συνεπώς, να προβάλει αιτίαση κατά της Επιτροπής επειδή στηρίχθηκε στις πληροφορίες που αναφέρονταν στο άρθρο της εφημερίδας Sunday Times.

72      Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι η επίδικη απόφαση δεν περιορίστηκε στην επανάληψη των πληροφοριών που αναφέρονταν στην εφημερίδα Sunday Times, αλλά αναφέρθηκε επίσης ρητώς στις δηλώσεις στις οποίες προέβη ο προσφεύγων κατά τη διάρκεια των ακροάσεων που έλαβαν χώρα ενώπιον των υπαλλήλων της IDOC και του αρμόδιου για θέματα προσωπικού Αντιπροέδρου της Επιτροπής.

73      Κατά συνέπεια, και με βάση μόνον τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ο προσφεύγων δεν μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει ότι οι ισχυρισμοί περί βαρέος παραπτώματος που διατύπωσε η Επιτροπή στερούνται προδήλως οιουδήποτε ερείσματος.

74      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως.

 Επί του έκτου και έβδομου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και του καθήκοντος αρωγής

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

75      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, ευρισκόμενος σε άδεια όταν έλαβε χώρα η ακρόασή του από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, του είχε προτείνει να παρατείνει την άδεια αυτή για διάρκεια οκτώ εβδομάδων. Αντί όμως να υιοθετήσει τη λύση αυτή, που θα έδινε τη δυνατότητα να αποφευχθεί η δημόσια αμφισβήτησή του, προσφέροντας συγχρόνως στη διοίκηση επαρκή προθεσμία για να ερευνήσει την υπόθεση, η Επιτροπή προτίμησε να εκδώσει την επίδικη απόφαση. Με τον τρόπο αυτόν η Επιτροπή παραβίασε τόσο την αρχή της αναλογικότητας όσο και το καθήκον αρωγής.

76      Ο προσφεύγων προσθέτει ότι η Επιτροπή παραβίασε επίσης το καθήκον αρωγής επικοινωνώντας μαζί του στην αγγλική γλώσσα και συντάσσοντας στην ίδια γλώσσα την επίδικη απόφαση, παρά τα επανειλημμένα αιτήματά του να χρησιμοποιηθεί η γαλλική γλώσσα στη διαδικασία, με σκοπό, ιδίως, να καταστεί δυνατή η «πλήρης κατανόηση» της διαδικασίας αυτής από τους δικηγόρους του.

77      Στην αντίκρουσή της, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ή το καθήκον αρωγής, παρατηρώντας ότι το δικαίωμα λήψεως αδείας είναι τελείως διαφορετικό από την εξουσία της ΑΔΑ να επιβάλλει σε υπάλληλο αναστολή ασκήσεως καθηκόντων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ. Εξάλλου, ελήφθησαν υπόψη τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι η παρακράτηση επί των αποδοχών του περιορίστηκε σε 1 000 ευρώ μηνιαίως.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

78      Λαμβανομένων υπόψη, πρώτον, της σοβαρότητας των ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος, ανώτερου υπαλλήλου της ΓΔ «Εμπόριο» και υπεύθυνου της Διευθύνσεως G «Πρόσβαση στις αγορές και βιομηχανία», δεύτερον, της προσβολής που υπέστη η εικόνα της Επιτροπής λόγω της δημοσιότητας που δόθηκε στην υπόθεση αυτή, τρίτον, της υποχρεώσεως που είχε η Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η διοικητική έρευνα της OLAF θα διεξαχθεί εν ηρεμία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ΑΔΑ, εκδίδοντας, βάσει συνολικής και προσωρινής εκτιμήσεως που αφορούσε ειδικά τη συγκεκριμένη περίπτωση, την επίδικη απόφαση, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε το καθήκον αρωγής. Ως προς το ζήτημα αυτό, το γεγονός ότι ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση με έγερση πολιτικής αγωγής κατά των συντακτών του άρθρου της εφημερίδας Sunday Times δεν μπορεί να επηρεάσει το προαναφερθέν συμπέρασμα, διότι το γεγονός αυτό είναι άσχετο με το υποστατό ή τη βαρύτητα των παραπτωμάτων που προσάπτονται στον ενδιαφερόμενο.

79      Όσον αφορά το επιχείρημα κατά το οποίο το καθήκον αρωγής παραβιάστηκε λόγω του ότι η Επιτροπή επικοινώνησε με τον προσφεύγοντα στην αγγλική γλώσσα και συνέταξε στη γλώσσα αυτή την επίδικη απόφαση, αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, ενώ ο προσφεύγων είχε ζητήσει, μέσω επιστολής του δικηγόρου του με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 2008, να του επιτραπεί να «χρησιμοποιήσει τη γαλλική γλώσσα στο σύνολο της διαδικασίας που επισπεύδεται εναντίον του», είναι βέβαιο ότι ο ενδιαφερόμενος μπόρεσε να εκφράσει τις απόψεις του στη γαλλική γλώσσα κατά την ακρόαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2008. Εξάλλου, είναι αληθές ότι τα πρακτικά της ακροάσεως αυτής και η επίδικη απόφαση συντάχθηκαν στην αγγλική γλώσσα, ο προσφεύγων όμως δεν αποδεικνύει ούτε καν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ή οι δικηγόροι του δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τα έγγραφα αυτά. Αντιθέτως άλλωστε, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει σαφώς ότι ο ενδιαφερόμενος κατείχε εις βάθος την αγγλική γλώσσα (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 2000, Τ-197/98, Rudolph κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑55 και II‑241, σκέψη 46, και της 17ης Μαΐου 2006, Τ-95/04, Lavagnoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑121 και II‑A‑2‑569, σκέψη 48).

80      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ο έκτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως.

 Επί του ογδόου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την αναρμοδιότητα του συντάκτη της πράξεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

81      Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση προέρχεται από αναρμόδια αρχή. Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής C(2007) 5730, της 30ής Νοεμβρίου 2007, η απόφαση αυτή έπρεπε να εκδοθεί από το σώμα των Επιτρόπων και όχι, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι, εάν πράγματι η Επιτροπή εξέδωσε, στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, απόφαση περί μεταβιβάσεως στον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο της αρμοδιότητας επιβολής αναστολής ασκήσεως καθηκόντων στους υπαλλήλους του βαθμού AD 15, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να του αντιταχθεί, διότι δεν δημοσιεύτηκε ή κοινοποιήθηκε πριν την επίδικη απόφαση.

82      Με την αντίκρουσή της, η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως. Επισημαίνει ότι η δημοσίευση της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν ήταν υποχρεωτική και η έλλειψη δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως ουδόλως εμποδίζει τη θέση της σε ισχύ και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα αντιτάξεώς της. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή ήταν προσβάσιμη μέσω της βάσεως δεδομένων η οποία, στο δίκτυο της Επιτροπής, περιλαμβάνει τις ανακοινώσεις προς το σώμα των Επιτρόπων και τα πρακτικά των συνεδριάσεων του σώματος αυτού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

83      Προκαταρκτικώς, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την αναρμοδιότητα του συντάκτη της βλαπτικής πράξεως είναι λόγος δημοσίας τάξεως, τον οποίο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2000, C‑210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5843, σκέψη 56· απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2006, Τ-165/04, Βουνάκης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑155 και II‑A‑2‑735, σκέψη 30· αποφάσεις του Δικαστηρίου ΔΔ της 13ης Δεκεμβρίου 2006, F‑17/05, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑149 και II‑A‑1‑577, σκέψη 51, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2007, F‑10/07, Botos κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 78).

84      Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η επίδικη απόφαση αναφερόταν σε μια απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 περί τροποποιήσεως «της αποφάσεως περί της ασκήσεως των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ […] στην [ΑΔΑ] και το [ΚΛΠ] στην [ΑΑΣΣ] της 30ής Νοεμβρίου 2007» και η απόφαση αυτή της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν περιλαμβανόταν στη δικογραφία, εναπόκειτο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, στο Δικαστήριο ΔΔ να ζητήσει αυτεπαγγέλτως, μέσω των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να προσκομιστεί αντίγραφο της αποφάσεως αυτής καθώς και η ανακοίνωση κάθε πληροφορίας σχετικής με τη δημοσιότητα στην οποία υποβλήθηκε η απόφαση αυτή.

85      Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή προσκόμισε, ως απάντηση στο προαναφερθέν μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, αφενός, το αντίγραφο της ανακοινώσεως του Αντιπροέδρου της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, στην οποία περιλαμβανόταν το σχέδιο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 και, αφετέρου, τα πρακτικά της συνεδριάσεως του σώματος των Επιτρόπων της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια της οποίας υιοθετήθηκε το σχέδιο.

86      Ο προσφεύγων υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν μπορεί να του αντιταχθεί, διότι δεν είχε δημοσιευθεί πριν εκδοθεί η επίδικη απόφαση. Από αυτό ο προσφεύγων συνάγει ότι, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής C(2007) 5730, της 30ής Νοεμβρίου 2007, η επίδικη απόφαση έπρεπε να εκδοθεί από το σώμα των Επιτρόπων και όχι, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο.

87      Το Δικαστήριο ΔΔ εκτιμά ότι η επιχειρηματολογία αυτή του προσφεύγοντος, μολονότι προβλήθηκε το πρώτον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι παραδεκτή, πράγμα που δεν αμφισβήτησε, εξάλλου, η Επιτροπή. Πράγματι, αφενός, το ζήτημα του κατά πόσον ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένος να εκδώσει την επίδικη απόφαση προϋποθέτει ότι έχει επιλυθεί το ζήτημα της δυνατότητας αντιτάξεως της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008. Το τελευταίο αυτό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το προηγούμενο και αποτελεί, συνεπώς, όπως και αυτό, ζήτημα δημοσίας τάξεως το οποίο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο ΔΔ, σε κάθε στάση της δίκης (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1964, 73/63 και 74/63, Rotterdam και Putterskoek, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1019). Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ζήτημα της δυνατότητας αντιτάξεως της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 διακρίνεται από το ζήτημα της αρμοδιότητας, που είναι το μόνο που μπορεί το Δικαστήριο ΔΔ να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος θα πρέπει να αναλυθεί ως λόγος ακυρώσεως στηριζόμενος σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία, κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, επ’ ευκαιρία της αυτεπάγγελτης εξετάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου ΔΔ του ζητήματος της αρμοδιότητας του συντάκτη της επίδικης αποφάσεως. Εξάλλου, το Δικαστήριο ΔΔ υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε πριν την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μέσω του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Δικαστήριο ΔΔ, ότι η δημοσίευση της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 θα αποτελούσε αντικείμενο συζητήσεως. Με τον τρόπο αυτόν, δόθηκε στην Επιτροπή η δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά της στο ζήτημα αυτό, όπως αποδεικνύουν, εξάλλου, τόσο η έγγραφη απάντησή της στο εν λόγω μέτρο όσο και οι παρατηρήσεις του εκπροσώπου της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

88      Η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος που αντλείται από το γεγονός ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν μπορεί να του αντιταχθεί διότι δεν είχε δημοσιευθεί είναι επίσης βάσιμη.

89      Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι οι αποφάσεις περί καθορισμού της κατανομής των εξουσιών που ανατίθενται στην ΑΔΑ αποτελούν μέτρα εσωτερικής οργανώσεως του οργάνου (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1973, 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 547, σκέψη 18) και ότι, όπως επεσήμανε το Πρωτοδικείο με την απόφαση της 25ης Μαρτίου 1999, Τ-76/98, Hamptaux κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑59 και II‑303, σκέψη 23), ούτε οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ ούτε αυτές του ΚΥΚ, και ιδίως το άρθρο 2 αυτού, προβλέπουν ότι η δημοσίευση τέτοιων αποφάσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη θέση τους σε ισχύ και, συνεπώς, για τη δυνατότητα αντιτάξεώς τους.

90      Εντούτοις, πρώτον, η τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, που απαιτεί μια πράξη της δημόσιας αρχής να μην μπορεί να αντιτάσσεται στα υποκείμενα δικαίου πριν υπάρξει γι’ αυτά η δυνατότητα να λάβουν γνώση της εν λόγω πράξεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 15, 99/78, Weingut Decker, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81, σκέψη 3, και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑161/06, Skoma-Lux, Συλλογή 2007, σ. I‑10841, σκέψη 37), επιτάσσει, έστω και αν καμία γραπτή διάταξη δεν το προβλέπει ρητώς, οι αποφάσεις που αφορούν την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ να αποτελούν αντικείμενο κατάλληλου μέτρου δημοσιότητας, σύμφωνα με τους όρους και τους τύπους που εναπόκειται στη διοίκηση να καθορίσει.

91      Δεύτερον, είναι σημαντικό να διαπιστωθεί ότι η ίδια η Επιτροπή επιμένει, κατ’ αρχήν, να διασφαλίζει τη δημοσιότητα των αποφάσεων που αφορούν την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ, αφού οι αποφάσεις αυτές συνήθως δημοσιεύονται στις Διοικητικές Πληροφορίες. Ειδικότερα, η απόφαση C(2007) 5730, που τροποποιήθηκε με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, αποτέλεσε αντικείμενο δημοσιεύσεως στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 57‑2007 της 6ης Δεκεμβρίου 2007. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 5 αυτής της αποφάσεως C(2007) 5730, που αναγνωρίζει στους Γενικούς Διευθυντές τη δυνατότητα να εξουσιοδοτούν υφιστάμενες αρχές, όπως τους αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές, τους Διευθυντές, τους προϊσταμένους μονάδων ή τους προϊσταμένους τμήματος, προβλέπει μάλιστα ότι αυτές οι εξουσιοδοτήσεις «[θα] δημοσιεύονται κατάλληλα και θα γνωστοποιούνται στο προσωπικό».

92      Τρίτον, το Δικαστήριο είχε στο παρελθόν υπενθυμίσει την ανάγκη να εξασφαλιστεί κάποια δημοσιότητα στις αποφάσεις που αφορούν τον καθορισμό των αρμοδίων για τη διαχείριση του προσωπικού αρχών. Έτσι, σε μια περίπτωση στην οποία ο προσφεύγων αμφισβητούσε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί διορισμού, κατόπιν εσωτερικού διαγωνισμού, υπαλλήλου στη θέση προϊσταμένου τμήματος και ισχυριζόταν, για να υποστηρίξει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου είχε παρανόμως ορίσει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, ότι η σχετική εξουσιοδότηση του Γραφείου του οργάνου προς τον Γενικό Γραμματέα δεν είχε γνωστοποιηθεί στο προσωπικό, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η εξουσιοδότηση ήταν «νομικώς έγκυρη», διότι, εκτός του ότι περιελάμβανε γενικώς αποδεκτή κατανομή εσωτερικών αρμοδιοτήτων του οργάνου, είχε γνωστοποιηθεί στους Γενικούς Διευθυντές του οργάνου, στους προέδρους ομάδων, στη γραμματεία και στο ελεγκτικό γραφείο, καθώς και στην επιτροπή προσωπικού που θεσπίζει το άρθρο 9 του ΚΥΚ και η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, έχει, μεταξύ άλλων, ως καθήκον να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του προσωπικού στο όργανο και να διασφαλίζει τη διαρκή επικοινωνία μεταξύ του τελευταίου και του προσωπικού (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Νοεμβρίου 1976, 123/75, Küster κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1976, σ. 605, σκέψεις 6 έως 8).

93      Γενικότερα, έστω και αν η νομολογία αυτή δεν αφορούσε υποθέσεις σχετικές με την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η επιταγή της ασφαλείας δικαίου επιβάλλει όπως η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει, στο μέτρο που οι πολίτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, C‑158/06, ROM-projecten, Συλλογή 2007, σ. Ι-5103, σκέψη 25, και προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux, σκέψη 38). Έτσι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux (σκέψεις 33, 34, 36 και 38), το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση προσήκουσας δημοσιεύσεως κοινοτικού κανονισμού στην επίσημη γλώσσα του αποδέκτη είχε ως έρεισμα όχι μόνο γραπτές διατάξεις, όπως το άρθρο 254, παράγραφος 2, ΕΚ ή τα άρθρα 4, 5 και 8 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14), αλλά απέρρεε, εκτός αυτού, από την επιταγή της ασφάλειας δικαίου (βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2009, C‑345/06, Heinrich, Συλλογή 2009, σ. Ι-1659, σκέψη 44).

94      Τέταρτον, η ανάγκη διασφαλίσεως προσήκουσας δημοσιότητας των αποφάσεων που αφορούν τον καθορισμό της κατανομής των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ προκύπτει επίσης και από τους κανόνες χρηστής διοικήσεως στον τομέα της διαχειρίσεως προσωπικού, όπως ρητώς υπενθύμισε το Δικαστήριο ΔΔ με την απόφασή του της 9ης Ιουλίου 2008, F‑89/07, Kuchta κατά ΕΚΤ (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 62).

95      Στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο, αφενός, ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες και, αφετέρου, ότι δεν είχε αποτελέσει, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, αντικείμενο κανενός μέτρου δημοσιότητας. Η Επιτροπή υποστήριξε, απαντώντας στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας που διέταξε το Δικαστήριο ΔΔ, ότι η ανακοίνωση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, στην οποία περιλαμβανόταν το σχέδιο αποφάσεως για την τροποποίηση της αποφάσεως C(2007) 5730, είχε δημοσιοποιηθεί στο δίκτυο του οργάνου, δεν παρέχει όμως καμία διευκρίνιση όσον αφορά την ημερομηνία της δημοσιοποιήσεως αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ούτε ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια της οποίας υιοθετήθηκε αυτό το σχέδιο, απετέλεσαν, πριν την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, αντικείμενο δημοσιοποιήσεως στο δίκτυο της Επιτροπής. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία κατά την οποία η επίδικη απόφαση εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο, αυτός δεν ήταν σε θέση να λάβει λυσιτελώς γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008.

96      Πρέπει, ως εκ περισσού, να προστεθεί ότι η βαρύνουσα την Επιτροπή υποχρέωση διασφαλίσεως κατάλληλης δημοσιότητας για την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 ήταν επιβεβλημένη με ιδιαίτερη αυστηρότητα στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, ενώ η αρμοδιότητα επιβολής αναστολής ασκήσεως καθηκόντων σε υπάλληλο ανήκε, υπό το κράτος της αποφάσεως C(2007) 5730, στην ανώτερη εξουσία της Επιτροπής, εν προκειμένω στο σώμα των Επιτρόπων, είναι βέβαιο ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 μεταβίβασε την αρμοδιότητα αυτή σε ένα μόνον πρόσωπο, δηλαδή στον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο. Μέτρο όμως που λαμβάνεται από ένα μόνον πρόσωπο προσφέρει στον υπάλληλο που είναι ο αποδέκτης του μέτρου αυτού μικρότερο βαθμό προστασίας από αυτόν που διασφαλίζει μέτρο προερχόμενο από συλλογική αρχή, δεδομένου ότι μια συλλογική αρχή είναι σε θέση, χάρη στη διάσκεψη των μελών της, να λάβει υπόψη μεγαλύτερο αριθμό κρίσιμων πληροφοριών. Συνεπώς, εφόσον η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του επιπέδου της διασφαλιζόμενης στους υπαλλήλους προστασίας και έθιγε έτσι τα δικαιώματα των υπαλλήλων, έπρεπε, κατά μείζονα λόγο, να αποτελέσει αντικείμενο κατάλληλης δημοσιότητας.

97      Τέλος, η έλλειψη δημοσιεύσεως της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 προφανώς εμπόδισε επίσης την ίδια τη διοίκηση να λάβει προσηκόντως γνώση της ίδιας της αποφάσεώς της. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη συζήτηση στο ακροατήριο, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 29 Απριλίου 2009, νέα απόφαση σχετικά με την άσκηση των εξουσιών που αναθέτει ο ΚΥΚ στην ΑΔΑ και το ΚΛΠ στην ΑΑΣΣ, εν προκειμένω την απόφαση C(2009) 3074 «περί τροποποιήσεως της αποφάσεως C(2007) 5730». Με την απόφαση όμως αυτή, που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες της 8ης Μαΐου 2009, η Επιτροπή, ενεργώντας ως εάν ουδέποτε είχε εκδοθεί η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, αποφάσισε ότι οι εξουσίες που είχαν ανατεθεί στην ΑΔΑ για την αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων υπαλλήλου θα ασκούνταν στο εξής, όσον αφορά τους υπαλλήλους των βαθμών AD 16 και AD 15 και τους ανώτερους υπαλλήλους βαθμού AD 14 (διευθυντές ή ισοδύναμους), από τον αρμόδιο για θέματα προσωπικού Επίτροπο και όχι πλέον από το σώμα των Επιτρόπων.

98      Δεδομένου ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008 δεν μπορεί να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα, ο τελευταίος βασίμως υποστηρίζει ότι ο αρμόδιος για θέματα προσωπικού Επίτροπος δεν ήταν αρμόδιος για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως και ότι αυτή έπρεπε να είχε εκδοθεί από την αρχή που καθορίζεται με την απόφαση C(2007) 5730, εν προκειμένω από το σώμα των Επιτρόπων.

99      Δεδομένου ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την αναρμοδιότητα του αρμόδιου για θέματα προσωπικού Επιτρόπου είναι βάσιμος, πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

100    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί για τους ως άνω λόγους.

101    Από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή είναι ο ηττηθείς διάδικος. Εξάλλου, ο προσφεύγων, διατυπώνοντας τα αιτήματά του, ζήτησε ρητώς να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει, συνεπώς, να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της κύριας δίκης.

102    Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, είναι βέβαιο ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Εντούτοις, ελλείψει αιτήματος της Επιτροπής με αντικείμενο την καταδίκη του ενδιαφερομένου στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής, κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2008 με την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος ΙΧ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προέβη στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του F. H. Wenig για αόριστο διάστημα και διέταξε την παρακράτηση 1 000 ευρώ τον μήνα επί των αποδοχών του για μέγιστη περίοδο έξι μηνών.

2)      Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα της κύριας δίκης.

3)      Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.

Gervasoni

Kreppel

Ταγαράς

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Νοεμβρίου 2009.

Η Γραμματέας

 

       Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

       S. Gervasoni

Τα κείμενα της παρούσας αποφάσεως καθώς και των παρατιθέμενων σ’ αυτήν αποφάσεων των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή διατίθενται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου www.curia.europa.eu


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.