ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 4ης Σεπτεμβρίου 2008

Υπόθεση F-22/07

Paul Lafili

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Θέση σε ισχύ του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 723/2004 – Άρθρα 44 και 46 του ΚΥΚ – Άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ – Προαγωγή – Κατάταξη – Συντελεστής πολλαπλασιασμού»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο P. Lafili ζητεί: την ακύρωση της αποφάσεως της διοικήσεως, της 11ης Μαΐου 2006, με την οποία κατατάχθηκε στον βαθμό AD 13, κλιμάκιο 5, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε με τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Ιουνίου 2006 και των επόμενων μηνών και, κατά συνέπεια, την επαναφορά του, με ισχύ από την 1η Μαΐου 2006, στον βαθμό AD 13, κλιμάκιο 2, με διατήρηση του συντελεστή πολλαπλασιασμού 1,1172071, καθώς και την αποκατάσταση στο ακέραιο της σταδιοδρομίας του, με αναδρομική ισχύ από την 1η Μαΐου 2006 και μέχρι την ημερομηνία κατατάξεώς του στον κατ’ αυτόν τον τρόπο διορθωμένο βαθμό και κλιμάκιο (συμπεριλαμβανομένης της αξιολογήσεως της πείρας του στην τοιουτοτρόπως διορθωμένη κατάταξη, των δικαιωμάτων του προαγωγής και των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του), καθώς και την καταβολή τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο που είχε οριστεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως κατά την κρίσιμη περίοδο, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες, επί του συνόλου των ποσών που αναλογούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στην κατάταξή του και στην κατάταξη που θα δικαιούνταν μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θα ληφθεί η απόφαση περί ορθής κατατάξεώς του.

Απόφαση: Ακυρώνεται η από 11 Μαΐου 2006 απόφαση του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας A 6 «Διάρθρωση της σταδιοδρομίας, αξιολόγηση και προαγωγή» της Γενικής Διευθύνσεως «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής. Ο προσφεύγων φέρει το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Αμοιβή – Μεταβατικοί κανόνες εφαρμοστέοι μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα XIII, άρθρο 7 § 7)

3.      Υπάλληλοι – Αμοιβή – Μεταβατικοί κανόνες εφαρμοστέοι μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 66· παράρτημα XIII, άρθρα 2 § 1 και 7 §§ 6 και 7· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)

1.      Μόνον οι πράξεις οι έχουσες αναγκαστικές έννομες συνέπειες ικανές να επηρεάσουν άμεσα την έννομη κατάσταση των ενδιαφερομένων μπορούν να θεωρηθούν βλαπτικές και μπορούν να σηματοδοτήσουν την έναρξη των προθεσμιών διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ).

Αυτό τον χαρακτήρα έχει ανακοίνωση της διοικήσεως με την οποία ενημερώνεται υπάλληλος ότι η κατάταξή του σε κλιμάκιο και ο συντελεστής πολλαπλασιασμού που είναι εφαρμοστέος στην αμοιβή του προσδιορίστηκαν εσφαλμένα και πρόκειται να διορθωθούν στο μέλλον.

(βλ. σκέψεις 30 έως 32)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 8 Μαρτίου 2007, C‑237/06 P, Strack κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 62

ΠΕΚ: 19 Οκτωβρίου 1995, T‑562/93, Obst κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑247 και II‑737, σκέψη 23· 22 Μαρτίου 2006, T‑4/05, Strack κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑83 και II‑A‑2‑361, σκέψη 35

2.      Απόφαση με την οποία υπάλληλος κατατάσσεται σε κλιμάκιο και καθορίζεται ο συντελεστής πολλαπλασιασμού που είναι εφαρμοστέος στην αμοιβή του δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, η οποία φέρει την υπογραφή αρχής που δεν είναι εξουσιοδοτημένη για την έκδοσή της σύμφωνα με τις ισχύουσες στο οικείο όργανο διατάξεις περί της ασκήσεως των εξουσιών τις οποίες χορηγεί ο ΚΥΚ στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, πάσχει λόγω αναρμοδιότητας του εκδότη της, ελλείψει περαιτέρω εξουσιοδοτήσεως που να δικαιολογεί την παρέκκλιση από τα κριτήρια κατανομής αρμοδιοτήτων τα οποία περιέχουν οι εν λόγω διατάξεις και τα οποία αποσκοπούν ακριβώς να εξασφαλίσουν ότι η εκδοθησόμενη απόφαση θα εκδοθεί, κατ’ αρχήν, από την αρχή που είναι καλύτερα σε θέση να τη λάβει ενόψει των κανόνων της χρηστής διοικήσεως στον τομέα της διαχειρίσεως προσωπικού.

(βλ. σκέψεις 34, 38 και 39)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 30 Μαΐου 1973, 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1973, σ. 547, σκέψη 18

ΠΕΚ: 7 Φεβρουαρίου 2007, T‑118/04 και T-134/04, Caló κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 67 και 68

3.      Αν ο συντελεστής πολλαπλασιασμού που είναι εφαρμοστέος στην αμοιβή υπαλλήλου ο οποίος έχει προσληφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, είναι ανώτερος της μονάδας λόγω πρώτης προαγωγής που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να υποστεί τη μετατροπή την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ και να μετατραπεί σε αρχαιότητα στο κλιμάκιο. Συναφώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο συντελεστής πολλαπλασιασμού υπερβαίνει τη μονάδα λόγω προαγωγής κατά κλιμάκιο που επήλθε μετά την προαγωγή του υπαλλήλου, αλλά δεν οφείλεται στην προαγωγή καθεαυτή, έτσι ώστε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να πρέπει να εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 7, παράγραφος 6, του παραρτήματος XIII και να καθορίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού.

Πράγματι, η διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφοι 6 και 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ είναι αρκετά ασαφής ώστε να δικαιολογείται η αναζήτηση μιας, όχι στενά γραμματικής, ερμηνείας, σύμφωνης με την οικονομία και τον σκοπό των μεταβατικών αυτών διατάξεων. Συναφώς, η απορριφθείσα ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει στη διατήρηση της εφαρμογής των συντελεστών πολλαπλασιασμού για απεριόριστη διάρκεια, καθόλη τη σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου ή ακόμα και μετά τη συνταξιοδότησή του, ενώ η εφαρμογή του συντελεστή πολλαπλασιασμού, η οποία συνιστά μεταβατικό μέτρο, προορίζεται να εξασφαλίσει το επίπεδο των βασικών μηνιαίων αποδοχών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν προσληφθεί πριν από την 1η Μαΐου 2004, αποδοχών οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, δεν υφίστανται καμία μεταβολή λόγω της αλλαγής της ονομασίας των βαθμών σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου παραρτήματος. Αφής στιγμής ο συντελεστής πολλαπλασιασμού φθάσει τη μονάδα, το άρθρο 7, παράγραφος 7, τέταρτη περίοδος, του ίδιου παραρτήματος, όπως είναι διατυπωμένο, δεν μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή του νέου άρθρου 66 του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει τις βασικές αποδοχές των υπαλλήλων για κάθε βαθμό και κλιμάκιο, βάσει νέας δομής της σταδιοδρομίας. Το να αγνοηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η μισθολογική κλίμακα την οποία προβλέπει το εν λόγω άρθρο 66 θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της άμεσης εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων και δεν μπορεί να γίνει δεκτό, εφόσον ο νομοθέτης δεν έχει δώσει κάποια σαφή και απερίφραστη ένδειξη σχετικά.

Εξάλλου, η απορριφθείσα ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση, για το μέλλον, της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την αμοιβή των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 και των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Όμως τα μεταβατικά μέτρα, ως εκ της φύσεώς τους, πρέπει να έχουν ως αντικείμενο να διευκολύνουν τη μετάβαση από την παλαιά στη νέα ρύθμιση προστατεύοντας τα κεκτημένα δικαιώματα, χωρίς εντούτοις να διατηρούν, προς όφελος μιας κατηγορίας υπαλλήλων, τα αποτελέσματα της παλαιάς ρυθμίσεως σε καταστάσεις που θα δημιουργηθούν στο μέλλον, όπως για παράδειγμα η προαγωγή κατά κλιμάκιο στο πλαίσιο νέας δομής της σταδιοδρομίας.

(βλ. σκέψεις 73, 75, 78, 80, 81, 83, 86 και 88)