ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 5ης Ιουνίου 2008

Υπόθεση F-123/06

Marianne Timmer

κατά

Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Εκτίμηση – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Νέο περιστατικό – Απαράδεκτο»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία η M. Timmer ζητεί, αφενός, την ακύρωση των εκθέσεων βαθμολογίας της που συνέταξε ο X, προϊστάμενος του ολλανδικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για το διάστημα μεταξύ 1984 και 1997, καθώς και των συναφών και/ή μεταγενεστέρων αποφάσεων και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να της καταβάλει αποζημίωση για το σύνολο της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία των αποφάσεων αυτών.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αίτημα αποζημιώσεως συναρτώμενo προς το αίτημα ακυρώσεως – Απαράδεκτο του αιτήματος ακυρώσεως που συνεπάγεται το απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

3.      Διαδικασία – Δικόγραφο της προσφυγής – Απαιτήσεις ως προς τον τύπο

1.      Οι προθεσμίες για την υποβολή αιτήσεων, ενστάσεων και προσφυγών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων και του δικαστή, καθότι καθιερώθηκαν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των νομικών καταστάσεων. Οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις προθεσμίες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Μόνον η ύπαρξη νέων και ουσιωδών πραγματικών στοιχείων μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήματος για επανεξέταση αποφάσεως η οποία δεν αμφισβητήθηκε εμπρόθεσμα. Εξάλλου, ακόμη και η μεταγενέστερη ανακάλυψη προϋφισταμένου στοιχείου από τον αιτούντα ή προσφεύγοντα δεν μπορεί, κατά κανόνα, να εξομοιωθεί προς νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να δικαιολογήσει νέα έναρξη των προθεσμιών, αφού αυτή θα συνεπάγεται προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

(βλ. σκέψεις 34 έως 36)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 15 Μαΐου 1985, 127/84, Esly κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1437, σκέψη 10

ΠΕΚ: 21 Φεβρουαρίου 1995, T‑506/93, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑43 και II‑147, σκέψη 28· 11 Ιουλίου 1997, T‑16/97, Chauvin κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑237 και II‑681, σκέψεις 32 και 37· 28 Μαΐου 1998, T‑78/96 και T-170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑239 και II‑745, σκέψη 68

2.      Οσάκις αίτημα για αποζημίωση συνδέεται στενά με αίτημα για ακύρωση, που κρίθηκε απαράδεκτο, το αίτημα για αποζημίωση είναι και αυτό απαράδεκτο.

(βλ. σκέψη 49)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 16 Ιουλίου 1981, 33/80, Albini κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2141, σκέψη 18

ΠΕΚ: 24 Μαρτίου 1993, T‑72/92, Benzler κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑347, σκέψεις 21 και 22· 14 Φεβρουαρίου 2005, T‑406/03, Ravailhe κατά Επιτροπής των Περιφερειών, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑19 και II‑79, σκέψη 62

3.      Για να είναι παραδεκτό αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας, η σχετική αγωγή πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που θα επιτρέψουν να εντοπιστεί η παρανομία την οποία προσάπτει ο αιτών στο όργανο, οι λόγοι για τους οποίους εκτιμά ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και το είδος και η έκταση της εν λόγω ζημίας. Αντιθέτως, αίτημα για μια μη επακριβώς προσδιοριζόμενη αποζημίωση δεν έχει την απαιτούμενη σαφήνεια και πρέπει, κατά συνέπεια, να κριθεί απαράδεκτο.

(βλ. σκέψη 51)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 2 Δεκεμβρίου 1971, 5/71, Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1971, σ. 1025, σκέψη 9

ΠΕΚ: 29 Ιανουαρίου 1998, T‑157/96, Affatato κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑41 και II‑97, σκέψη 45