ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 3ης Μαρτίου 2009 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Τοποθέτηση σε νέα θέση – Δικαιώματα άμυνας – Απόλυση μετά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας –Ερήμην διαδικασία»

Στην υπόθεση F‑63/07,

με αντικείμενο προσφυγή των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ,

Μαρία Πατσαρίκα, πρώην υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τους N. Κορογιαννάκη και Ν. Κεραμίδα, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), εκπροσωπούμενου από τον M. Fuchs, επικουρούμενο από τον Π. Ανέστη, δικηγόρο,

καθού-εναγομένου,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, H. Kreppel και S. Van Raepenbusch (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: R. Schiano, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Νοεμβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η Μ. Πατσαρίκα, με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ) στις 26 Ιουνίου 2007 μέσω τηλεομοιοτυπίας (το πρωτότυπο κατατέθηκε στις 29 Ιουνίου 2007), ζητεί, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της απόφασης της διευθύντριας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), της 20ής Σεπτεμβρίου 2006, με την οποία καταγγέλθηκε, μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει στις 27 Σεπτεμβρίου 2005 για δύο έτη, με ισχύ από 1ης Οκτωβρίου 2005 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).

 Αιτήματα της προσφεύγουσας και διαδικασία

2        Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,

–        να ακυρώσει την απόφαση της επιτροπής προσφυγών του Cedefop, της 16ης Μαρτίου 2007, με την οποία απορρίφθηκε η ένστασή της και η οποία περιλαμβάνει τους λόγους της απόφασης περί καταγγελίας της σύμβασης της ως συμβασιούχου υπαλλήλου,

–        να υποχρεώσει το Cedefop να της καταβάλει αποζημίωση ίση με το σύνολο του μισθού, των επιδομάτων και των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στην περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 2006 έως 30 Σεπτεμβρίου 2007, αφού αφαιρεθεί το ποσό που της καταβλήθηκε ως αποζημίωση απολύσεως,

–        να υποχρεώσει το Cedefop να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 20 000 ευρώ για ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβαλλόμενη απόφαση,

–        να καταδικάσει το Cedefop στα δικαστικά έξοδα.

3        Σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που έχει εφαρμογή mutatis mutandis στο Δικαστήριο ΔΔ, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004 για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 333, σ. 7), έως την έναρξη της ισχύος του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ΔΔ, ο καθού καταθέτει υπόμνημα αντικρούσεως εντός μηνός από την επίδοση του δικογράφου της προσφυγής.

4        Όπως προκύπτει από το αποδεικτικό παραλαβής του δικογράφου της προσφυγής, το δικόγραφο αυτό επιδόθηκε νομότυπα στο Cedefop στις 25 Ιουλίου 2007. Επομένως, το Cedefop κλητεύθηκε προσηκόντως κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

5        Μολονότι η προθεσμία των δύο μηνών για την κατάθεση υπομνήματος αντικρούσεως παρήλθε στις 5 Οκτωβρίου 2007, συμπεριλαμβανομένης της παρέκτασης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως, το Cedefop δεν κατέθεσε εμπροθέσμως το εν λόγω υπόμνημα ούτε ζήτησε παράταση της προθεσμίας.

6        Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, με έγγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Ιανουαρίου 2008 μέσω τηλεομοιοτυπίας (το πρωτότυπο κατατέθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2008), ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας που τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2007, να της επιδικασθούν τα αιτήματά της.

 Το νομικό πλαίσιο

7        Το άρθρο 26, πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 11 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού (στο εξής: ΚΛΠ), ορίζει τα εξής:

«Ο ατομικός φάκελλος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει:

α)      όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του·

β)      τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τον υπάλληλο για τα έγγραφα αυτά.

Κάθε έγγραφο πρέπει να καταχωρίζεται, να αριθμείται και να ταξινομείται, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια. Το όργανο δεν δύναται ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο, ούτε να επικαλεσθεί εναντίον του έγγραφα τα οποία αναφέρονται [στην περίπτωση] α΄, αν δεν του έχουν κοινοποιηθεί πριν από την ταξινόμησή τους.

Η κοινοποίηση κάθε εγγράφου επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή, ελλείψει υπογραφής, με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα από τον υπάλληλο διεύθυνση.»

8        Το άρθρο 84 του ΚΛΠ ορίζει τα εξής:

«1. Ο συμβασιούχος υπάλληλος, η σύμβαση του οποίου συνάπτεται για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, διανύει περίοδο δοκιμασίας κατά τους έξι πρώτους μήνες της υπηρεσίας του, εάν ανήκει στην ομάδα καθηκόντων I, και κατά τους εννέα πρώτους μήνες, εάν ανήκει σε μία από τις άλλες ομάδες καθηκόντων.

2. […]

3. Το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, συντάσσεται για τον συμβασιούχο υπάλληλο έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς και για την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Ο συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται. Εντούτοις, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για διάστημα το πολύ έξι μηνών, ενδεχομένως με τοποθέτηση του συμβασιούχου υπαλλήλου σε άλλη υπηρεσία.

4. Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του δόκιμου συμβασιούχου υπαλλήλου, είναι δυνατόν να συντάσσεται έκθεση σε οποιαδήποτε στιγμή της περιόδου δοκιμασίας. Η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Βάσει της έκθεσης αυτής, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον συμβασιούχο υπάλληλο πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός.

5. Ο δόκιμος συμβασιούχος υπάλληλος που απολύεται δικαιούται αποζημίωσης ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού για κάθε μήνα της περιόδου δοκιμασίας που έχει συμπληρώσει.»

 Ιστορικό της διαφοράς

9        Από το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής και τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα-ενάγουσα προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

10      Η Μ. Πατσαρίκα, αφού εργάσθηκε για το Cedefop δυνάμει πλειόνων συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης, προσλήφθηκε, από την 1η Οκτωβρίου 2005, για δύο έτη ως συμβασιούχος υπάλληλος στην ομάδα καθηκόντων ΙΙ, με βαθμό 5, κλιμάκιο 1. Αρχικά τοποθετήθηκε ως γραμματέας του προϊσταμένου του Νομικού και Διαχείρισης Συμβάσεων Τμήματος, L. Σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, ήταν υποχρεωμένη να διανύσει περίοδο δοκιμασίας κατά τους έξι πρώτους μήνες της υπηρεσίας της.

11      Μετά τη λήξη της σύμβασης του L., η προσφεύγουσα-ενάγουσα εργάστηκε για τον αναπληρωτή διευθυντή του Cedefop από 1ης Δεκεμβρίου 2005 έως 4 Απριλίου 2006. Στις 31 Μαΐου 2006, ο αναπληρωτής διευθυντής συνέταξε έκθεση αξιολόγησης για την περίοδο δοκιμασίας της προσφεύγουσας-ενάγουσας (στο εξής: πρώτη έκθεση αξιολόγησης) και έκρινε ότι έπρεπε να παραταθεί η εν λόγω περίοδος δοκιμασίας για τρεις μήνες, ήτοι έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006.

12      Στις 23 Αυγούστου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως περί παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας. Στις 16 Νοεμβρίου 2006, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από την επιτροπή προσφυγών του Cedefop.

13      Εν τω μεταξύ, με απόφαση της 4ης Απριλίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ανατοποθετήθηκε ως γραμματέας στην ομάδα του F. G., υπεύθυνου της Ευρωπαϊκής Επιθεώρησης Επαγγελματικής Κατάρτισης που εκδίδει το Cedefop. Ο F. G. υπέγραψε, στις 25 Αυγούστου 2006, τη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης για την περίοδο δοκιμασίας (στο εξής: δεύτερη έκθεση αξιολόγησης), από το σημείο 6.4 («Γενικά συμπεράσματα») της οποίας προκύπτουν τα εξής: «Η Μ. Πατσαρίκα είναι επιμελής γραμματέας, μολονότι δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της θέσης υπό το πρίσμα της επαγγελματικής της πείρας και των γλωσσικών ικανοτήτων της, γεγονός που αποτελεί μειονέκτημα για το [τμήμα]. Εργάσθηκε καλά και έκανε ό,τι μπορούσε στο πλαίσιο των δεξιοτήτων της. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων δεξιοτήτων της, δεν κατέστη δυνατό να απαιτηθεί εκ μέρους της ό,τι απαιτείται από μια γραμματέα του [τμήματος].» Ο αξιολογητής προσέθεσε τα εξής: «Το βασικό πρόβλημα στην περίπτωσή της είναι ηθικής φύσεως και αφορά την προηγούμενη και την τρέχουσα συμπεριφορά της εντός του Cedefop, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν διαθέτει τα απαιτούμενα ηθικά προσόντα για να ανήκει στην ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία εν γένει και ειδικότερα για να είναι υπάλληλος του Cedefop, αφού δεν μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη.»

14      Ειδικότερα, στο σημείο 6.2, με τίτλο «Προσόντα (αρμοδιότητες)», ο αξιολογητής εκτιμά ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα «απέδειξε ότι έχει τα προσόντα για μια απλή θέση γραμματέως αλλά όχι για τη θέση έμπειρης γραμματέως που χρειάζεται [το τμήμα]» και βάλλει κατά του ήθους της ενδιαφερομένης, επισημαίνοντας τη «συνένοχη» παθητικότητα που επέδειξε η προσφεύγουσα-ενάγουσα στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε την ανανέωση σύμβασης συναδέλφου στο Cedefop, αφού δεν αντέδρασε, ούτε κατήγγειλε τα γεγονότα που γνώριζε.

15      Ο F. G. αναφέρεται επίσης, στο σημείο 6.3 της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης με τίτλο «Συμπεριφορά στην υπηρεσία», στην κατάθεση της προσφεύγουσας-ενάγουσας ενώπιον συμβολαιογράφου, στην Ελλάδα, στο πλαίσιο προσφυγής του L. κατά της απόλυσής του, με την οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβητεί την εντιμότητα και την ακεραιότητα των προϊσταμένων της και μελών της Επιτροπής Προσωπικού: «Πάντως, πληροφορήθηκα ότι η Μ. Πατσαρίκα προέβη κατά την περίοδο αυτή σε μαρτυρική κατάθεση υπέρ του πρώην προϊσταμένου της, όσον αφορά ιδίως την υπόθεση [C.], με την οποία έθεσε σοβαρώς υπό αμφισβήτηση, κατά τρόπο δυσφημιστικό και χωρίς πραγματικές αποδείξεις, τις επαγγελματικές ικανότητες και την εντιμότητα ορισμένων συναδέλφων και προϊσταμένων της, καθώς και την εντιμότητα των μελών της Επιτροπής Προσωπικού της οποίας προήδρευα τότε, όπως και της Συνδικαλιστικής Ένωσης, στην εκτελεστική επιτροπή της οποίας μετείχα και εξακολουθώ να μετέχω.»

16      Η δεύτερη έκθεση αξιολόγησης που προσυπογράφεται από τον αναπληρωτή διευθυντή του Cedefop ως βαθμολογητή, στις 28 Αυγούστου 2006, συστήνει την καταγγελία της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας και της κοινοποιήθηκε για ενδεχόμενες παρατηρήσεις.

17      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, με έγγραφο της 4ης Σεπτεμβρίου 2006, το οποίο κοινοποίησε, μεταξύ άλλων, στην Α. Bulgarelli, διευθύντρια του Cedefop, αμφισβήτησε τις αξιολογήσεις που την αφορούσαν, ζητώντας να απαλειφθούν από τη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε περαιτέρω να επανέλθει στα καθήκοντά της, λαμβανομένης υπόψη της θετικής αξιολόγησης του F. G. ως αξιολογητή.

18      Στις 5 Σεπτεμβρίου 2006, η Α. Bulgarelli έλαβε από τον βαθμολογητή της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας επεξηγηματικό σχόλιο που επιβεβαίωνε τη σύσταση περί απολύσεως της ενδιαφερομένης. Στη συνέχεια, η διευθύντρια του Cedefop αποφάσισε να οργανώσει συνάντηση με την προσφεύγουσα-ενάγουσα, τον αξιολογητή της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, τον βαθμολογητή της εν λόγω εκθέσεως και τον M. T., προϊστάμενο. Η συνάντηση αυτή ορίστηκε για τις 13 Σεπτεμβρίου 2006, στις 17:00, με τη σύμφωνη γνώμη της προσφεύγουσας-ενάγουσας που ζήτησε, χωρίς άρνηση της διευθύντριας, να μαγνητοφωνηθεί η συνάντηση και να συνοδεύεται από πρόσωπο της εμπιστοσύνης της. Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα-ενάγουσα διευκρίνισε ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο M. S., που δεν ανήκε στο προσωπικό του Cedefop.

19      Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, η διευθύντρια του Cedefop ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι μπορούσε να συνοδεύεται από συνάδελφο, αλλά όχι από πρόσωπο που δεν ανήκει στο προσωπικό του Cedefop και διευκρίνισε ότι η συνάντηση δεν μπορούσε να μαγνητοφωνηθεί, αλλά ότι θα συντάσσονταν πρακτικά που θα υπογράφονταν από όλους τους συμμετέχοντες.

20      Το απόγευμα της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ενημέρωσε τη διευθύντρια του Cedefop, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι, λαμβανομένων υπόψη των τελευταίων εξελίξεων, αδυνατούσε να μετάσχει στη συνάντηση, σκόπευε να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί άλλη συνάντηση και θα επικοινωνούσε εκ νέου για το θέμα αυτό με εκείνη εντός της εβδομάδας.

21      Λίγο πριν τη συνάντηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, η διευθύντρια του Cedefop κάλεσε εκ νέου την προσφεύγουσα-ενάγουσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να συμμετάσχει στη συνέντευξη, διευκρινίζοντας ότι η μη μαγνητοφώνηση ουδόλως επηρεάζει το επίπεδο εγγυήσεων υπέρ της ενδιαφερομένης, αφού θα συντάσσονταν πρακτικά με την υπογραφή όλων των συμμετεχόντων και ότι, όσον αφορά το πρόσωπο εμπιστοσύνης που θα μπορούσε να συνοδεύει την προσφεύγουσα-ενάγουσα, ο ίδιος ο ΚΥΚ απαιτεί να είναι πρόσωπο που ανήκει στο προσωπικό του Cedefop.

22      Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε, στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, χωρίς την προσφεύγουσα-ενάγουσα. Το ίδιο βράδυ, η διευθύντρια του Cedefop, εκφράζοντας τη λύπη της για την απουσία της ενδιαφερομένης, την κάλεσε να της διαβιβάσει τα σχόλιά της για τη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας και να μετάσχει σε άλλη συνάντηση την επομένη, στις 12:00, άλλως θα αποφάσιζε αποκλειστικώς βάσει των εγγράφων που είχε στη διάθεσή της.

23      Στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα, μετά από απουσία για ιατρικούς λόγους, ενημέρωσε τη διευθύντρια του Cedefop, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι, ούτως ή άλλως, θα ήταν αδύνατη η συμμετοχή της στη συνάντηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, διότι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τα γραφεία του Cedefop για λόγους υγείας, αλλά ότι, όμως, είναι διατεθειμένη να μετάσχει σε άλλη συνάντηση υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα μαγνητοφωνηθεί.

24      Στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα διαβίβασε στη διευθύντρια του Cedefop ορισμένες παρατηρήσεις με τις οποίες αμφισβητούσε τις περιλαμβανόμενες στο υπόμνημα της 5ης Σεπτεμβρίου 2006 εκτιμήσεις του βαθμολογητή. Την ίδια μέρα, η διευθύντρια κοινοποίησε την προσβαλλόμενη απόφαση στην προσφεύγουσα-ενάγουσα.

25      Στις 20 Νοεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, ένσταση που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της επιτροπής προσφυγών του Cedefop της 14ης Μαρτίου 2007.

26      Στις 19 Δεκεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, στα ελληνικά, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με απόφαση της επιτροπής προσφυγών του Cedefop της 16ης Μαρτίου 2007, στα γαλλικά.

 Σκεπτικό

27      Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το παραδεκτό της προσφυγής-αγωγής και οι δικονομικοί τύποι έχουν τηρηθεί προσηκόντως, στο Δικαστήριο ΔΔ εναπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να εξετάσει αν τα αιτήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας είναι βάσιμα. Προς τούτο, το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε χρήσιμο να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Στην επ’ ακροατηρίου διαδικασία παρέστησαν εκπρόσωποι του Cedefop.

 Επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της απόφασης της επιτροπής προσφυγών της 16ης Μαρτίου 2007 με την οποία απορρίφθηκε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης

28      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί την ακύρωση της απόφασης της επιτροπής προσφυγών, της 16ης Μαρτίου 2007, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένστασή της. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η διοικητική ένσταση και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψή της από τη διοίκηση συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα σύνθετης διοικητικής ενέργειας. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η προσφυγή στο Δικαστήριο ΔΔ, έστω και αν στρέφεται ρητά κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, έχει ως αποτέλεσμα να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο ΔΔ της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 23, σκέψη 8, και της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C‑343/87, Culin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑225, σκέψη 7· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 16ης Οκτωβρίου 1996, T‑36/94, Capitanio κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑449 και II‑1279, σκέψη 33, και της 7ης Ιουνίου 2005, T‑375/02, Cavallaro κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑151 και II‑673, σκέψη 59).

 Επί της αιτήσεως περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης

29      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, προς στήριξη της αιτήσεώς της περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει, στην ουσία, τέσσερις λόγους που αντλούνται, πρώτον, από παράβαση του άρθρου 84 του ΚΛΠ, δεύτερον, από κατάχρηση εξουσίας και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, τρίτον, από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της αρχής της αντικειμενικότητας και, τέταρτον, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

30      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει, με την προσφυγή-αγωγή της, ότι η απάντηση στη διοικητική ένσταση της κοινοποιήθηκε όχι στα ελληνικά, αλλά στα γαλλικά, γλώσσα που ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί, όπως άλλωστε προκύπτει από τις εκτιμήσεις του αξιολογητή στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε προφορικώς από το Cedefop να της κοινοποιηθεί μετάφραση στη γλώσσα της διοικητικής ένστασης, αλλά ουδέποτε της κοινοποιήθηκε. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα συνάγει ότι η απόφαση της επιτροπής προσφυγών της 16ης Μαρτίου 2007 με την οποία απορρίφθηκε η ένστασή της ουδέποτε της κοινοποιήθηκε προσηκόντως.

31      Συναφώς, από τη νομολογία (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 2000, T‑197/98, Rudolph κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑55 και II‑241, σκέψεις 43 έως 45, και της 7ης Φεβρουαρίου 2001, T‑118/99, Bonaiti Brighina κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑25 και II‑97, σκέψεις 16 έως 19) προκύπτει ότι η κοινοποίηση αποφάσεως περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως σε γλώσσα διαφορετική είτε από τη μητρική γλώσσα του υπαλλήλου είτε από τη γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η ένσταση είναι προσήκουσα εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει πράγματι γνώση του περιεχομένου της. Αν ο αποδέκτης της απόφασης αυτής θεωρεί ότι δεν μπορεί να την κατανοήσει, σε αυτόν εναπόκειται να ζητήσει από το όργανο, με την απαιτούμενη επιμέλεια, να του χορηγήσει μετάφραση είτε στη γλώσσα της διοικητικής ένστασης είτε στη μητρική του γλώσσα. Όταν εκφράζεται αμελλητί τέτοιο αίτημα, η προθεσμία άσκησης της προσφυγής άρχεται από την ημερομηνία κοινοποίησης της μετάφρασης αυτής στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, εκτός εάν το όργανο αποδείξει, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό, ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε πράγματι γνώση τόσο του διατακτικού όσο και του σκεπτικού της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεώς του στη γλώσσα της αρχικής κοινοποίησης.

32      Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν μπορούσε να λάβει πράγματι γνώση, στα γαλλικά, του περιεχομένου της απόφασης περί απορρίψεως της ενστάσεώς της που εξέδωσε η επιτροπή προσφυγών στις 16 Μαρτίου 2007, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου της γνώσεως της γλώσσας αυτής. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε η προσφεύγουσα-ενάγουσα, δεν της κοινοποιήθηκε μετάφραση της εν λόγω αποφάσεως στη γλώσσα της διοικητικής ένστασης.

33      Αν υποτεθεί ότι, με τον τρόπο αυτό, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσάπτει στο Cedefop ότι δεν της κοινοποίησε προσηκόντως την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης, διαπιστώνεται ότι η απόφαση της 16ης Μαρτίου 2007 επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής από την προσφεύγουσα-ενάγουσα, στα γαλλικά, και επομένως αποτελεί τμήμα της δικογραφίας επί της οποίας το Δικαστήριο ΔΔ καλείται να αποφανθεί.

34      Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στην προσφυγή-αγωγή, ιδίως στο σημείο 19, η προσφεύγουσα-ενάγουσα τοποθετείται έναντι των ισχυρισμών της απορριπτικής της ένστασης απόφασης που εξέδωσε η επιτροπή προσφυγών στις 16 Μαρτίου 2007, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχε κατανοήσει το περιεχόμενό της. Κατά τα λοιπά, από τη δικογραφία και τις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις προκύπτει ότι ο δικηγόρος της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατανοεί τα γαλλικά.

35      Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η απάντηση που η επιτροπή προσφυγών έδωσε στη διοικητική ένσταση στις 16 Μαρτίου 2007 δεν συντάχθηκε σε γλώσσα άμεσα κατανοητή από την προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν καθιστά ελαττωματική την απόφαση κατά της οποίας υποβλήθηκε διοικητική ένσταση και, στη συνέχεια, προσφυγή-αγωγή.

36      Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη, προς επίλυση της διαφοράς, η απόφαση της επιτροπής προσφυγών της 16ης Μαρτίου 2007, αν όχι ως επίσημη απάντηση στη διοικητική ένσταση, τουλάχιστον ως ουσιώδες έγγραφο της δικογραφίας.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 84 του ΚΛΠ

–       Επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας

37      Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, η περίοδος δοκιμασίας εννέα μηνών που προβλέπει το άρθρο 5 της σύμβασής της και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του ΚΛΠ έπρεπε να ολοκληρωθεί στη θέση για την οποία προσλήφθηκε. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα επικαλείται τη νομολογία σύμφωνα με την οποία σκοπός της περιόδου δοκιμασίας είναι να παράσχει τη δυνατότητα στη διοίκηση να σχηματίσει συγκεκριμένη κρίση για τις ικανότητες του υποψηφίου να αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα, για το πνεύμα με το οποίο εκπληρώνει τα καθήκοντά του και για την υπηρεσιακή του απόδοση (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1983, 290/82, Tréfois κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1983, σ. 3751, σκέψη 24). Το Cedefop παρανόμως στέρησε από την προσφεύγουσα-ενάγουσα τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την περίοδο δοκιμασίας της υπό κανονικές συνθήκες.

38      Το Cedefop, αποφασίζοντας στις 4 Απριλίου 2006, ήτοι πριν το πέρας της περιόδου δοκιμασίας, να τοποθετήσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα σε άλλη θέση, παρά τη βούληση της ενδιαφερομένης, χωρίς να της παράσχει λεπτομερείς οδηγίες ως προς τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά και τα προσόντα της προσφεύγουσας-ενάγουσας δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ομάδας της Ευρωπαϊκής Επιθεώρησης Επαγγελματικής Κατάρτισης, παρέβη το άρθρο 84 του ΚΛΠ. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, εσωτερική μετάθεση μπορεί να γίνει μόνον κατ’ εξαίρεση κατά την περίοδο δοκιμασίας, αποκλειστικώς μετά από έκθεση αξιολογήσεως με την οποία διαπιστώνεται πρόδηλη ανεπάρκεια του υπαλλήλου και αφού ο υπάλληλος κληθεί να καταθέσει έγγραφες παρατηρήσεις.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

39      Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία, μολονότι η περίοδος δοκιμασίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με περίοδο επιμόρφωσης, επιβάλλεται να δοθεί η ευχέρεια στον δόκιμο υπάλληλο κατά την περίοδο αυτή να αποδείξει τα προσόντα του (απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Μαρτίου 1997, T‑96/95, Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑35 και II‑97, σκέψη 95). Η προϋπόθεση αυτή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνδέονται με την τήρηση των γενικών αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και του καθήκοντος αρωγής, το οποίο αντανακλά την ισορροπία των δικαιωμάτων και αμοιβαίων υποχρεώσεων που θεσπίζει ο ΚΥΚ στις σχέσεις της δημόσιας αρχής και των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα ότι όχι μόνο πρέπει να εξασφαλίζονται στον δόκιμο υπάλληλο οι ενδεδειγμένες πραγματικές συνθήκες εργασίας, αλλά επίσης να του δίδονται οι κατάλληλες οδηγίες και συμβουλές, ανάλογα με τη φύση των ασκουμένων καθηκόντων, για να είναι σε θέση να προσαρμοστεί στις ειδικές ανάγκες της θέσεως την οποία κατέχει (βλ., σχετικώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1956, 10/55, Mirossevich κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 111 επ., και της 15ης Μαΐου 1985, 3/84, Πατρινός κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1985, σ. 1421, σκέψεις 20 και 21· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 1ης Απριλίου 1992, T-26/91, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1992, σ. II‑1615, σκέψη 44· της 30ής Νοεμβρίου 1994, T‑568/93, Correia κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑271 και II‑857, σκέψη 34· προαναφερθείσα απόφαση Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, σκέψη 95, και της 27ης Ιουνίου 2002, T‑373/00, T‑27/01, T‑56/01 και T‑69/01, Tralli κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑97 και II‑453, σκέψη 69· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 18ης Οκτωβρίου 2007, F‑112/06, Krcova κατά Δικαστηρίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 48).

40      Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι, αν και δεν αμφισβητείται ότι η διοίκηση έχει συμφέρον να τοποθετεί τους υπαλλήλους αναλόγως των προσόντων και των προσωπικών προτιμήσεών τους, δεν μπορεί να τους αναγνωρισθεί δικαίωμα άσκησης ή διατήρησης συγκεκριμένων καθηκόντων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2001, T‑100/00, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑71 και II‑347, σκέψη 71). Επομένως, ακόμη και αν ο ΚΥΚ, ειδικότερα δε το άρθρο 7, δεν προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα «εσωτερικής μετάθεσης» υπαλλήλου, τα όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση των υπηρεσιών τους με γνώμονα την αποστολή που τους έχει ανατεθεί και κατά την τοποθέτηση του προσωπικού που έχουν στη διάθεσή τους, υπό τον όρο πάντως ότι η εν λόγω τοποθέτηση γίνεται, αφενός, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, αφετέρου, τηρείται η ισοδυναμία των θέσεων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1681, σκέψη 6, και της 7ης Μαρτίου 1990, C‑116/88 και C‑149/88, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑599, σκέψη 11· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 22ας Ιανουαρίου 1998, T‑98/96, Costacurta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑21 και II‑49, σκέψη 36, και της 26ης Νοεμβρίου 2002, T‑103/01, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑229 και II‑1137, σκέψη 30).

41      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 84 του ΚΛΠ απαγορεύει την εσωτερική μετάθεσή της κατά την περίοδο δοκιμασίας, αφού η εσωτερική μετάθεση είναι δυνατή μόνο κατ’ εξαίρεση, αποκλειστικώς κατόπιν εκθέσεως αξιολογήσεως με την οποία διαπιστώνεται έκδηλη ανεπάρκεια του υπαλλήλου και αφού ο υπάλληλος κληθεί να καταθέσει έγγραφες παρατηρήσεις. Προσθέτει ότι κλήθηκε, παρά τη βούλησή της, να ασκήσει καθήκοντα άσχετα προς τα καθήκοντα της θέσης για την οποία προσλήφθηκε και ότι η ενδεχόμενη ανεπάρκεια της εργασίας της οφείλεται σε ανεπαρκή πλαισίωσή της, την οποία πάντως απαιτούσε το ανώτερο επίπεδο των καθηκόντων που της ανατέθηκαν.

42      Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 84, παράγραφος 3, του ΚΛΠ προβλέπει τα εξής:

–        το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, συντάσσεται για τον συμβασιούχο υπάλληλο, έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του·

–        η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του·

–        ο συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται·

–        εντούτοις, η αρχή η οποία είναι εξουσιοδοτημένη να συνάπτει τις συμβάσεις προσλήψεως (στο εξής: AHCC) μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για διάστημα το πολύ έξι μηνών, ενδεχομένως με τοποθέτηση του συμβασιούχου υπαλλήλου σε άλλη υπηρεσία.

43      Περαιτέρω, το άρθρο 84, παράγραφος 4, του ΚΛΠ προβλέπει, σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του συμβασιούχου υπαλλήλου, τη δυνατότητα σύνταξης έκθεσης σε οποιαδήποτε στιγμή της περιόδου δοκιμασίας. Βάσει της εκθέσεως αυτής που κοινοποιείται στον υπάλληλο προκειμένου να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του, η AHCC μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον συμβασιούχο υπάλληλο ακόμη και πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός.

44      Επομένως, από το γράμμα και μόνον του άρθρου 84, παράγραφοι 3 και 4, του ΚΛΠ προκύπτει ότι ο ΚΛΠ ουδόλως εξαρτά τη δυνατότητα της AHCC να παρατείνει τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας και ενδεχομένως να τοποθετήσει τον ενδιαφερόμενο σε άλλη θέση από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος επέδειξε έκδηλη ανικανότητα κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Τούτο προβλέπεται μόνο στην περίπτωση που η ΑHCC αποφασίσει να απολύσει τον υπάλληλο πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας του.

45      Δεύτερον, καίτοι το άρθρο 84, παράγραφος 3, του ΚΛΠ προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα για τη διοίκηση, σε περίπτωση παράτασης της περιόδου δοκιμασίας, να τοποθετήσει τον υπάλληλο σε άλλη θέση, πρέπει πάντως ο ενδιαφερόμενος να μπορεί πάντα να αποδείξει τις ικανότητές του και να μην παρακωλύεται η διεξαγωγή της περιόδου δοκιμασίας, γεγονός που προϋποθέτει να τηρείται επίσης η ισοδυναμία των θέσεων.

46      Στην προκειμένη περίπτωση, από τη σύμβαση εργασίας της 27ης Σεπτεμβρίου 2005 προκύπτει ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσλήφθηκε για την εκπλήρωση γραμματειακών και διοικητικών καθηκόντων ή άλλων «ισοδύναμων καθηκόντων». Οι υπηρεσίες αυτές ανταποκρίνονται στις κατηγορίες καθηκόντων του άρθρου 80, παράγραφος 2, του ΚΛΠ σε σχέση με την ομάδα καθηκόντων ΙΙ, ήτοι σε «[ε]ργασίες γραφείου και γραμματείας, διεύθυνση γραφείου και άλλες ισοδύναμες εργασίες, εκτελούμενες υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων.»

47      Ωστόσο, οι εργασίες γραμματείας του F. G., υπεύθυνου της Ευρωπαϊκής Επιθεώρησης Επαγγελματικής Κατάρτισης, στο γραφείο του οποίου μετατέθηκε προσωρινά η προσφεύγουσα-ενάγουσα, με απόφαση του Cedefop της 4ης Απριλίου 2006, όπως περιγράφονται στο κεφάλαιο 5.1, με τίτλο «Επίτευξη στόχων», της πρώτης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, ανταποκρίνονται πλήρως στις εργασίες που αναφέρει το άρθρο 80, παράγραφος 2, του ΚΛΠ για την ομάδα καθηκόντων ΙΙ. Εξάλλου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι τα καθήκοντα που άσκησε εμπίπτουν, στην πραγματικότητα, σε άλλη ομάδα καθηκόντων. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η προσφεύγουσα-ενάγουσα δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την αντιστοιχία μεταξύ του βαθμού της και της θέσεως στην οποία μετατέθηκε εσωτερικά.

48      Ακόμη και αν η διαδικασία πρόσληψης της προσφεύγουσας-ενάγουσας είχε ως αντικείμενο την πλήρωση θέσεως γραμματέως στο Νομικό και Διαχείρισης Συμβάσεων Τμήμα, το γεγονός ότι ανατέθηκαν στην ενδιαφερομένη, κατά την περίοδο δοκιμασίας της, καθήκοντα άλλου τμήματος, όπως άλλωστε το επιτρέπει ρητώς το άρθρο 84, παράγραφος 3, του ΚΛΠ σε περίπτωση παράτασης της περιόδου δοκιμασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί περίσταση που την εμπόδισε να αποδείξει τις ικανότητές της και επομένως ικανή να επηρεάσει την κατά τον δέοντα τρόπο διεξαγωγή της δοκιμασίας.

49      Εξάλλου, από την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που εξέδωσε η επιτροπή προσφυγών στις 16 Μαρτίου 2007 και χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί λυσιτελώς ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ, προκύπτει ότι η εσωτερική αυτή μετάθεση ουδόλως επηρέασε τη συνολική αξιολόγηση της περιόδου δοκιμασίας της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

50      Τρίτον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να ακούσει προηγουμένως τον υπάλληλο που αφορά η εσωτερική μετάθεση, καθόσον η εσωτερική μετάθεση αποτελεί απλό μέτρο εσωτερικής οργάνωσης που δεν θίγει την υπηρεσιακή κατάσταση του ενδιαφερομένου ούτε παραβιάζει την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσεως (προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 1990, Hecq κατά Επιτροπής, σκέψη 14· διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑12/05 P, Meister κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑132*, σκέψη 104· απόφαση του Πρωτοδικείου της 28ης Οκτωβρίου 2004, T‑76/03, Meister κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑325 και II‑1477, σκέψη 178 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη εσωτερική μετάθεση αποφασίστηκε προκειμένου ακριβώς να επιτρέψει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα να αποδείξει τις ικανότητές της, παρά τις επιφυλάξεις ως προς την απόδοση, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία που περιλαμβάνονται στην πρώτη έκθεση αξιολόγησης και κατέληξαν στην παράταση της περιόδου δοκιμασίας για τρεις μήνες.

51      Συναφώς, προστίθεται επίσης ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως παρατηρήσεις ως προς τη διεξαγωγή της δοκιμασίας αφού, στις 31 Μαΐου 2006, ήτοι μετά την εσωτερική της μετάθεση, ο αναπληρωτής διευθυντής του Cedefop συνέταξε την πρώτη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας που αποφαινόταν υπέρ της παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας και για την οποία η προσφεύγουσα θα μπορούσε να εκφράσει την άποψή της μέσω του από 7 Ιουνίου 2006 εγγράφου που επισυναπτόταν στην εν λόγω έκθεση. Ωστόσο, στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της ουδόλως αμφισβήτησε την απόφαση περί εσωτερικής μεταθέσεως.

52      Τέταρτον και τέλος, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από ανεπαρκή πλαισίωση μετά την εσωτερική μετάθεση, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι ο F. G., κατά την ακρόασή του ενώπιον της επιτροπής προσφυγών, δήλωσε ότι ενημέρωσε την ενδιαφερομένη για τα καθήκοντα που είχε να επιτελέσει και τη βοήθησε στις πρώτες ενέργειές της εντός του υπεύθυνου για την Ευρωπαϊκή Επιθεώρηση Επαγγελματικής Κατάρτισης τμήματος με συμβουλές και εξηγήσεις. Ωστόσο, η προσφυγή-αγωγή δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο δυνάμενο να αμφισβητήσει επαρκώς κατά νόμο τη δήλωση αυτή.

53      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως

–       Επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας

54      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι απολύθηκε κατόπιν αδιαφανών και παράνομων ενεργειών του αναπληρωτή διευθυντή του Cedefop, καθώς και βάσει ψευδών ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στις δύο εκθέσεις αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας. Για τους λόγους αυτούς, η προσβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας.

55      Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, μολονότι η δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας περιλαμβάνει ιδιαίτερα θετικές εκτιμήσεις, η απόλυσή της αποφασίστηκε για τον μοναδικό λόγο ότι ο αξιολογητής είχε αμφιβολίες ως προς το ήθος της, αφού ο εν λόγω αξιολογητής την κατηγόρησε ότι δυσφήμισε συμβασιούχο υπάλληλο του Cedefop. Ωστόσο, κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της τοποθέτησής της στην ομάδα που είναι υπεύθυνη για την Ευρωπαϊκή Επιθεώρηση Επαγγελματικής Κατάρτισης, γεγονός που δεν καθιστά δυνατό το συσχετισμό μεταξύ διεξαγωγής της περιόδου δοκιμασίας, την οποία αφορά η δεύτερη έκθεση αξιολόγησης και πραγματικών περιστατικών που συνιστούν δυσφήμιση. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ψευδείς.

56      Στην πραγματικότητα, η απόλυση δεν οφείλεται στη μη ικανοποιητική επαγγελματική της απόδοση αλλά σε εκδικητικό πνεύμα και στη βούληση επιβολής τιμωρίας στην προσφεύγουσα λόγω της υποστηρίξεως, υπό μορφή ένορκης βεβαίωσης, που προσέφερε στον L., προηγούμενο προϊστάμενό της. Εξάλλου, ο αξιολογητής δεν έλαβε άμεσα γνώση του περιεχομένου της βεβαίωσης κατά τον χρόνο σύνταξης της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, αλλά στηρίχθηκε σε φήμες.

57      Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, τόσο ο αξιολογητής της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας όσο και η επιτροπή προσφυγών του Cedefop υποχρεώθηκαν να χαρακτηρίσουν τα λεγόμενά της συκοφαντικά και προσβλητικά για το όργανο, χωρίς να εξετάσουν τα αναμφισβήτητα πραγματικά στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές και τη βασιμότητα των ισχυρισμών και των κρίσεών της, γεγονός που συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Επομένως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα αδυνατεί να αντιληφθεί τη σχέση μεταξύ της βεβαίωσής της υπέρ του πρώην προϊσταμένου της και της αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας της.

58      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισημαίνει ειδικότερα το από 28 Αυγούστου 2006 υπόμνημα του βαθμολογητή, αναπληρωτή διευθυντή του Cedefop, το οποίο επισυνάπτεται στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας. Κατά την περίοδο που αφορά η εν λόγω έκθεση, από τις 5 Απριλίου 20006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006, ο αναπληρωτής διευθυντής δεν υπήρξε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα προϊστάμενος της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Ενώ δεν είχε ούτε την αρμοδιότητα ούτε την προσωπική γνώση προκειμένου να εκφράσει άποψη για την προσφεύγουσα-ενάγουσα, διατύπωσε γνώμη για την απόδοσή της και τη συμπεριφορά της στην υπηρεσία, επαναλαμβάνοντας άδικες και προκατειλημμένες κρίσεις που είχε διατυπώσει στην πρώτη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας.

59      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβήτησε όλους τους ισχυρισμούς του αναπληρωτή διευθυντή και απαίτησε αποδείξεις από το Cedefop. Η ενέργεια αυτή έμεινε χωρίς συνέχεια, όπως και η άποψη του M. T., ενός από τους συμμετέχοντες στη συνάντηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνάντησης αυτής, αμφισβήτησε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ώστε να τεκμηριωθούν οι αιτιάσεις σε βάρος της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

60      Επομένως, είναι σαφές για την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι το Cedefop υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να εξακριβώσει την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται εκείνη για να αποδείξει την αδικαιολόγητη αντιπάθεια ορισμένων υπαλλήλων του Cedefop για το πρόσωπό της και ειδικότερα της Επιτροπής Προσωπικού, της οποίας προεδρεύει ο F. G., για τον πρώην προϊστάμενό της.

–       Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

61      Όσον αφορά, πρώτον, την αιτίαση που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι σκοπός της περιόδου δοκιμασίας πριν τη μονιμοποίηση είναι να παράσχει τη δυνατότητα στη διοίκηση να σχηματίσει ορθή κρίση για την ικανότητα του δόκιμου υπαλλήλου να εκπληρώσει συγκεκριμένα καθήκοντα καθώς και για την υπηρεσιακή του απόδοση και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Tréfois κατά Δικαστηρίου, σκέψη 24).

62      Επομένως, η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως έχει διαφορετική φύση από την κατά κυριολεξία «απόλυση» υπαλλήλου που έχει ήδη μονιμοποιηθεί (προαναφερθείσα απόφαση Tréfois κατά Δικαστηρίου, σκέψη 24 και 25· βλ., επίσης, προαναφερθείσα απόφαση Πατρινός κατά ΕΚΕ, σκέψη 13· προαναφερθείσα απόφαση Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, σκέψη 113). Ενώ, στην περίπτωση απόλυσης, επιβάλλεται η λεπτομερής εξέταση των λόγων που δικαιολογούν την απόφαση περί λύσεως της υπάρχουσας σχέσης εργασίας, στις αποφάσεις περί μονιμοποιήσεως δοκίμων υπαλλήλων, η εξέταση πρέπει να είναι σφαιρική και να αφορά την ύπαρξη ή όχι ενός συνόλου θετικών στοιχείων που διαπιστώθηκαν κατά την περίοδο δοκιμασίας και εκ των οποίων προκύπτει ότι η μονιμοποίηση του δοκίμου υπαλλήλου είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο της περιόδου δοκιμασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων.

63      Εξάλλου, η διοίκηση έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την εκτίμηση των ικανοτήτων και των επιδόσεων δοκίμου υπαλλήλου με γνώμονα το συμφέρον της υπηρεσίας. Επομένως, το Δικαστήριο ΔΔ δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση της διοίκησης όσον αφορά το αποτέλεσμα της περιόδου δοκιμασίας και τη δυνατότητα υποψηφίου να μονιμοποιηθεί στην κοινοτική διοίκηση, δεδομένου ότι ο έλεγχός του περιορίζεται στη διακρίβωση έλλειψης προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1982, 98/81, Munk κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1155, σκέψη 16· προαναφερθείσα απόφαση Tréfois κατά Δικαστηρίου, σκέψη 29· απόφαση της 5ης Απριλίου 1984, 347/82, Alvarez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 1847, σκέψη 16· και προαναφερθείσες αποφάσεις Πατρινός κατά ΕΚΕ, σκέψη 25, Kupka-Floridi κατά ΕΚΕ, σκέψη 52, Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, σκέψη 112, και Tralli κατά ΕΚΤ, σκέψη 76).

64      Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει να εξετασθεί η αιτίαση που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

65      Συναφώς, από την πρώτη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας προκύπτει, ιδίως από το κεφάλαια που αφορούν την αποδοτικότητα, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία, ότι ο αξιολογητής εξέφρασε αμφιβολίες και επιφυλάξεις ως προς τις επαγγελματικές ικανότητες της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Στο σημείο 6.4, με τίτλο «Γενικά συμπεράσματα» αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα «παρά την επαγγελματική της πείρα δεν εκπλήρωσε ούτε τα καθήκοντά ούτε τις υποχρεώσεις της σε πλήρως ικανοποιητικό επίπεδο σύμφωνα με τους στόχους που είχαν ταχθεί στις αρχές Δεκεμβρίου του 2005». Κατά, συνέπεια, ο αξιολογητής συνέστησε παράταση της περιόδου δοκιμασίας για τρεις μήνες.

66      Επίσης, στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, ο αξιολογητής, αφού διατύπωσε θετικές κρίσεις ως προς την απόδοση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, επισήμανε ότι ορισμένες δυσκολίες ή αδυναμίες ως προς τις ικανότητες της ενδιαφερομένης οφείλονται μάλλον στο γεγονός ότι διέθετε προσόντα για θέσεις απλής γραμματέως αλλά όχι για να ανταποκριθεί στις ειδικές ανάγκες της ομάδας που είναι υπεύθυνη για την Ευρωπαϊκή Επιθεώρηση Επαγγελματικής Κατάρτισης. Ο αξιολογητής προσθέτει ότι δεν είναι ικανοποιημένος κυρίως από το ήθος της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Ειδικότερα, το κεφάλαιο 6.5 της εν λόγω εκθέσεως, με τίτλο «Δυναμικό», περιλαμβάνει την ακόλουθη κρίση:

«Η κ. Πατσαρίκα εκτελεί ικανοποιητικώς τις εντολές που της δίδονται, αλλά δεν έχει επαρκώς το ηθικό σθένος να αρνηθεί την εκτέλεση άδικων εντολών. Συναφώς, δεν διαθέτει το απαιτούμενο πνεύμα ανεξαρτησίας ώστε να αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται ένας κοινοτικός υπάλληλος.»

67      Επιπλέον, ο αξιολογητής της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας αναφέρθηκε σε κατάθεση στην οποία προέβη εκουσίως η προσφεύγουσα-ενάγουσα, στις 15 Ιουνίου 2006, υπέρ του πρώην προϊσταμένου της, στο πλαίσιο δίκης του ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ. Ωστόσο, ορισμένα εδάφια της εν λόγω καταθέσεως, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο ΔΔ με την απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, F-74/06, Λογγινίδης κατά Cedefop (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπόθεση T-283/08 P, σκέψη 95), περιλαμβάνουν απερίφραστες και σοβαρές κατηγορίες χωρίς να στηρίζονται σε κανένα πρόσφορο και συγκλίνον στοιχείο, σε βάρος των ιεραρχικώς ανωτέρων της και των συναδέλφων της, και ιδίως των θεσμικών οργάνων εκπροσώπησης του προσωπικού. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην κατάθεση αυτή ότι «[τ]α μέλη της Επιτροπής Προσωπικού καθώς και του Συνδικάτου μισούσαν και μισούν θανάσιμα τον κύριο L. [ ·] έφτασαν στο σημείο να του επιτίθενται ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο (κατασκευάζοντας εις βάρος του κατηγορίες) καθώς και να τον δυσφημούν με λιβελογραφήματα που δημοσιεύονταν στο εσωτερικό διαδίκτυο του Cedefop […] [ε]κπρόσωποι του Συνδικάτου καθώς και της Επιτροπής Προσωπικού με πλησίασαν προκειμένου να με πείσουν να καταθέσω κατά του κυρίου [L.] ψευδή γεγονότα για ψυχολογική βία […] Ο κύριος [L.] είναι θύμα των λόμπυ και της παρασκηνιακής δράσης καθώς και της πλεκτάνης που έστησαν […] ενόψει της αλλαγής διεύθυνσης στο Cedefop».

68      Παρόμοιες απερίφραστες και στερούμενες αποδεικτικών στοιχείων κατηγορίες εκ μέρους νεοπροσληφθέντος συμβασιούχου υπαλλήλου που διανύει την περίοδο δοκιμασίας του σε βάρος των συναδέλφων και της ιεραρχίας του μπορούν να χαρακτηρίσουν τη συμπεριφορά του και να θεμελιώσουν, μετά το πέρας της εν λόγω περιόδου, την κρίση των ιεραρχικά ανωτέρων του χωρίς η κρίση αυτή να μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική ή παράνομη.

69      Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας-ενάγουσας ότι ο αξιολογητής δεν είχε άμεση γνώση του περιεχομένου της κατάθεσης κατά τον χρόνο σύνταξης της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας δεν επηρεάζει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνονται οι κρίσεις του.

70      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, κρίνεται ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η AHCC διέπραξε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως αποφασίζοντας να ακολουθήσει τη σύσταση περί απολύσεως που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας και, ως εκ τούτου, η αιτίαση που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη.

71      Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας, από τη νομολογία προκύπτει ότι μια πράξη βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλο εκτός του υπ’ αυτής αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 24, και της 14ης Μαΐου 1998, C‑48/96 P, Windpark Groothusen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2873, σκέψη 52· απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Δεκεμβρίου 2005, T‑146/04, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II‑5989, σκέψη 145).

72      Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε τέτοιες ενδείξεις. Αντιθέτως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να στοιχειοθετηθεί πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, λόγω της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας-ενάγουσας και των αδυναμιών που διαπιστώθηκαν ως προς την ικανότητά εκπλήρωσης των καθηκόντων της.

73      Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας.

74      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της αρχής της αντικειμενικότητας

–       Επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας

75      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι αρνητικές κρίσεις ως προς το ήθος της, οι οποίες περιλαμβάνονται στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, θεμελιώνονται σε ενέργειές της, όπως ψευδή μαρτυρία ή απόπειρα ψευδούς μαρτυρίας, χωρίς να έχουν προσκομισθεί έγγραφα που να αποδεικνύουν τις ενέργειες αυτές και χωρίς να της έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να αμυνθεί.

76      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την κατάθεσή της υπέρ του πρώην προϊσταμένου της που αξιολογείται αρνητικά από τον F. G., στη δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, λόγω των υβριστικών χαρακτηρισμών που διατύπωσε σε βάρος ορισμένων μελών της Επιτροπής Προσωπικού, της οποίας προεδρεύει ο F. G. αυτοπροσώπως, ο F. G. πρότεινε την απόλυσή της ενεργώντας με εκδικητικό πνεύμα και μεροληψία.

77      Τέλος, η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισημαίνει ότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκαν τα συνοπτικά πρακτικά της συνάντησης της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, μολονότι προστέθηκαν στον ατομικό της φάκελο, γεγονός που συνιστά παράβαση του άρθρου 26 του ΚΥΚ.

–       Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

78      Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακρόασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο παντός είδους διαδικασίας κατά ορισμένου προσώπου που μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε κανονιστικής ρύθμισης σχετικά με την εν λόγω διαδικασία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 27· της 5ης Οκτωβρίου 2000, C‑288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑8237, σκέψη 99· της 9ης Νοεμβρίου 2006, C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, Συλλογή 2006, σ. I‑10915, σκέψη 37· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, F‑51/07, Bui Van κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 72, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπόθεση T‑491/08 P).

79      Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σημαίνει ότι στον ενδιαφερόμενο παρασχέθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βάρος του στην υπό έκδοση πράξη (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27· απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑458/98 P, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑8147, σκέψη 99, και προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά De Bry, σκέψη 38 και Bui Van, σκέψη 73).

80      Υπενθυμίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 3, του ΚΛΠ, η έκθεση αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του.

81      Στην προκειμένη περίπτωση, δόθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα η δυνατότητα να αμφισβητήσει τα σε βάρος της πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2006, μετά τη διαβίβαση της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας, η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισύναψε υπόμνημα με παρατηρήσεις. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, κατέθεσε επίσης ορισμένες παρατηρήσεις επί του υπομνήματος του βαθμολογητή της 5ης Σεπτεμβρίου 2006.

82      Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η διευθύντρια κάλεσε στη συνάντηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 την ενδιαφερόμενη και τους εμπλεκόμενους στην αξιολόγηση της περιόδου δοκιμασίας της, ιδίως τον αξιολογητή και τον βαθμολογητή της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας. Ωστόσο, στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα-ενάγουσα αρνήθηκε να συμμετάσχει τόσο στη συνάντηση αυτή, επικαλούμενη την έλλειψη της δυνατότητας να συνοδεύεται από πρόσωπο της επιλογής της που δεν ανήκε στο προσωπικό του Cedefop καθώς και τη μη μαγνητοφώνηση της εν λόγω συναντήσεως, όσο και σε οποιαδήποτε άλλη συνάντηση που δεν θα μαγνητοφωνούνταν, καίτοι η διευθύντρια της είχε παράσχει εχέγγυα ως προς τη διεξαγωγή της συνάντησης.

83      Επομένως, διαπιστώνεται ότι παρασχέθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

84      Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παράβαση του άρθρου 26 του ΚΥΚ, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό, που έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 11, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ, ορίζει ότι ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του καθώς και τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τον υπάλληλο για τα έγγραφα αυτά. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να διασφαλίζει τα δικαιώματα άμυνας του υπαλλήλου αποφεύγοντας όπως οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και θίγουν την υπηρεσιακή του κατάσταση και τη σταδιοδρομία του στηρίζονται σε αφορώντα τη συμπεριφορά του στοιχεία τα οποία δεν μνημονεύονται στον ατομικό του φάκελο. Επομένως, απόφαση που στηρίζεται σε τέτοια στοιχεία αντίκειται στις εγγυήσεις του ΚΥΚ και πρέπει να ακυρωθεί ως ληφθείσα κατόπιν διαδικασίας στερουμένης νομιμότητας (απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 1971, 21/70, Rittweger κατά Επιτροπής, 21/70, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 675, σκέψεις 29 έως 41· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1993, T‑78/92, Περάκης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑1299, σκέψη 27· της 9ης Φεβρουαρίου 1994, T‑109/92, Lacruz Bassols κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ 1994, σ. I‑A‑31 και II‑105, σκέψη 68, και της 6ης Φεβρουαρίου 2003, T‑7/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ 2003, σ. I‑A‑37 και II‑239, σκέψη 70).

85      Στην προκειμένη περίπτωση πάντως, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η AHCC δεν επικαλέστηκε, προκειμένου να αιτιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, τα συνοπτικά πρακτικά της συνάντησης της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 εκτός από τις κρίσεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αξιολόγησης της περιόδου δοκιμασίας και στα υπομνήματα του αναπληρωτή διευθυντή του Cedefop της 28ης Αυγούστου και της 5ης Σεπτεμβρίου 2006, τα οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν αμφισβητεί ότι παρέλαβε και έναντι των οποίων άλλωστε τοποθετήθηκε με τα υπομνήματα της 4ης και της 20ής Σεπτεμβρίου 2006. Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλείται από μη διαβίβαση των συνοπτικών πρακτικών της συνάντησης της 13ης Σεπτεμβρίου 2006.

86      Επομένως, διαπιστώνεται ότι παρασχέθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα η δυνατότητα, πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, να διατυπώσει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις της επί των αρνητικών αξιολογήσεων που την αφορούσαν. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των συνοπτικών πρακτικών της συνάντησης της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες η προσφεύγουσα-ενάγουσα μπόρεσε να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας θα ήταν ουσιωδώς διαφορετικές εάν το εν λόγω υπόμνημα της είχε διαβιβασθεί κατά τον χρόνο που προστέθηκε στον ατομικό της φάκελο.

87      Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίνεται ότι τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας έγιναν σεβαστά και διασφαλίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατάρτισης των εκθέσεων αξιολογήσεως της περιόδου δοκιμασίας, καθώς και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από προσβολή της αρχής της αναλογικότητας

88      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι το περιεχόμενο της κατάθεσής της υπέρ του πρώην προϊσταμένου της συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα ικανό να επισύρει την πειθαρχική της ευθύνη ή παράβαση της επαγγελματικής δεοντολογίας, γεγονός που αμφισβητεί η προσφεύγουσα-ενάγουσα, η ποινή της απόλυσης είναι προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τη βαρύτητα του διαπραχθέντος πταίσματος.

89      Συναφώς, παρατηρείται ότι η απόφαση περί απολύσεως που λαμβάνεται μετά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας συνιστά αφ’ εαυτής τον κανονικό, κατά το άρθρο 84 του ΚΛΠ, λόγο για τον οποίο η διοίκηση μπορεί να απολύσει τον δόκιμο υπάλληλο ο οποίος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προέκυψαν κατά την περίοδο της δοκιμασίας του, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα για τα οποία προσλήφθηκε. Είναι πρόδηλο ότι η απόφαση αυτή προϋποθέτει σφαιρική εκτίμηση των προσόντων και της συμπεριφοράς του δοκίμου (προαναφερθείσα απόφαση Tréfois κατά Δικαστηρίου, σκέψη 24).

90      Στην προκειμένη περίπτωση, η κρίση της AHCC ως προς τα προσόντα της προσφεύγουσας-ενάγουσας ήταν, στο σύνολό της, αρνητική. Υπό το πρίσμα των σκέψεων που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της απάντησης στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε άλλωστε μετά την παράταση της περιόδου δοκιμασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσανάλογο μέτρο.

91      Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ουδέν ουσιώδες στοιχείο προσκόμισε προς απόδειξη της προσβολής της αρχής της αναλογικότητας, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί της αγωγής αποζημιώσεως

92      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του και, προκειμένου να προσδώσει πρακτική αποτελεσματικότητα στην απόφαση, να υποχρεώσει το Cedefop να της καταβάλει, αφενός, αποζημίωση για υλική ζημία, ίση με το σύνολο των μισθών, των επιδομάτων και των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στην περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 2006 έως 30 Σεπτεμβρίου 2007, αφού αφαιρεθεί το ποσό που της καταβλήθηκε ως αποζημίωση απολύσεως, και, αφετέρου, χρηματική ικανοποίηση ύψους 20 000 ευρώ για ηθική βλάβη.

93      Κατά πάγια νομολογία, τα αιτήματα για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για υλική ζημία και ηθική βλάβη πρέπει να απορρίπτονται όταν συνδέονται στενά με αιτήματα ακυρώσεως που έχουν απορριφθεί ως αβάσιμα (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 2003, T‑72/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ 2003, σ. I‑A‑169 και II‑861, σκέψη 85· της 10ης Ιουνίου 2004, T‑330/03, Λιάκουρα κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ 2004, σ. I‑A‑191 και II‑859, σκέψη 69, και της 13ης Ιουλίου 2005, T‑5/04, Scano κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ 2005, σ. I‑A‑205 και II‑931, σκέψη 77).

94      Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των αιτημάτων για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για υλική ζημία και ηθική βλάβη και των αιτημάτων ακυρώσεως, αφού η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί αποζημίωση λόγω της βλάβης που υπέστη από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεδομένου ότι οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη των αιτημάτων ακυρώσεως δεν στοιχειοθετούν παράβαση νόμου και, ως εκ τούτου, υπαιτιότητα του Cedefop ικανή να επισύρει την ευθύνη του, τα αιτήματα για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για υλική ζημία και ηθική βλάβη πρέπει επίσης να απορριφθούν.

95      Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

96      Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, οι διατάξεις του ογδόου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του εν λόγω κανονισμού σχετικά με τα έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες εφαρμόζονται μόνον επί των εισαγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ υποθέσεων και τούτο από την ημερομηνία ενάρξεως του παρόντος κανονισμού διαδικασίας, ήτοι από 1ης Νοεμβρίου 2007. Επί των εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ πριν από την ανωτέρω ημερομηνία υποθέσεων εξακολουθούν να εφαρμόζονται mutatis mutandis οι συναφείς επί του θέματος διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

97      Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Cedefop, που κλητεύθηκε προσηκόντως, δεν απάντησε στο δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής, είναι σαφές ότι δεν υπέβαλε αίτημα ως προς τα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, τελευταίο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού διαδικασίας, εν απουσία αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.

98      Ωστόσο, κατά το άρθρο 87 παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, να κατανείμει τα έξοδα.

99      Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η μη απόδοση της απόφασης της επιτροπής προσφυγών της 16ης Μαρτίου 2007 στη γλώσσα της διοικητικής ένστασης προκάλεσε για την προσφεύγουσα-ενάγουσα επιπρόσθετα έξοδα στο πλαίσιο της προετοιμασίας της προσφυγής-αγωγής της.

100    Επομένως, πρέπει, προς δίκαιη κατανομή των εξόδων, το Cedefop να φέρει, εκτός από τα δικαστικά του έξοδα, το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η M. Πατσαρίκα φέρει τα τρία τέταρτα των δικαστικών της εξόδων.

3)      Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης φέρει τα δικαστικά του έξοδα και το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων της Μ. Πατσαρίκα.

Kanninen

Kreppel

Van Raepenbusch

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 3 Μαρτίου 2009.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

       H. Kanninen

Τα κείμενα της παρούσας αποφάσεως καθώς και των παρατιθέμενων σ’ αυτή αποφάσεων των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων οι οποίες δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου ΕΚ www.curia.europa.eu


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.