ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 8ης Μαΐου 2008

Υπόθεση F-119/06

Petrus Kerstens

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Παραδεκτό – Οργανόγραμμα – Βλαπτική πράξη – Ανατοποθέτηση – Αλλαγή καθηκόντων – Συμφέρον της υπηρεσίας – Αντιστοιχία των θέσεων εργασίας – Συγκεκαλυμμένη κύρωση – Κατάχρηση εξουσίας»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο P. Kerstens ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2005 της Διευθύνουσας Επιτροπής του Γραφείου Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων (PMO), περί τροποποιήσεως του οργανογράμματός της και αφετέρου να καταδικαστεί η Επιτροπή σε καταβολή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων.

Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Αναδιοργάνωση των υπηρεσιών τροποποιούσα τα καθήκοντα του προσφέυγοντος – Εμπίπτει στην έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1· παράρτημα IX)

1.      Είναι παραδεκτή προσφυγή ασκηθείσα από προϊστάμενο μονάδας κατά αποφάσεως περί αναδιοργανώσεως η οποία τροποποιεί την αποστολή και τον τίτλο της μονάδας του, ενώ προβλέπει ταυτόχρονα την παραμονή του ως προϊσταμένου της μονάδας. Πράγματι, η αλλαγή των καθηκόντων, έστω και αν δεν θίγει τα υλικά συμφέροντα του υπαλλήλου και/ή τη σειρά του στην ιεραρχία, μπορεί, στον βαθμό που επηρεάζει τη φύση των καθηκόντων και τις συνθήκες ασκήσεώς τους, να θεωρηθεί βλαπτική πράξη αν θίγει τα ηθικά συμφέροντα ή τις μελλοντικές προοπτικές του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι ορισμένα καθήκοντα μπορούν, επί ομοίας κατατάξεως, να οδηγήσουν καλύτερα από άλλα σε προαγωγή, λόγω της φύσεως των αναλαμβανομένων ευθυνών που προϋποθέτουν. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί a priori ότι μια τέτοια αλλαγή δεν είναι ικανή να βλάψει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

(βλ. σκέψεις 45, 46 και 48)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 28 Μαΐου 1998, T‑78/96 και T-170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑239 και II‑745, σκέψη 47· 16 Απριλίου 2002, T‑51/01, Fronia κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑43 και II‑187, σκέψη 24

2.      Τα όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση των υπηρεσιών τους βάσει των αποστολών που τους έχουν ανατεθεί και την τοποθέτηση, βάσει αυτών των αποστολών, του προσωπικού το οποίο βρίσκεται στην διάθεσή τους υπό τον όρο, πάντως, ότι αυτή η τοποθέτηση, αφενός, γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, αφετέρου, σέβεται την αντιστοιχία των θέσεων εργασίας.

Σε ό,τι αφορά την πρώτη προϋπόθεση και δεδομένου του εύρους της εξουσίας εκτιμήσεως των οργάνων όσον αφορά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο έλεγχος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τήρησε εύλογα και μη αμφισβητήσιμα όρια και εάν δεν άσκησε την εξουσία εκτιμήσεώς της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.

Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, σε περίπτωση τροποποιήσεως των ανατεθέντων σε υπάλληλο καθηκόντων, ο κανόνας αντιστοιχίας του βαθμού υπαλλήλου με τη θέση εργασία, ο οποίος προβλέπεται ειδικώς στο άρθρο 7 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), προϋποθέτει τη σύγκριση όχι μεταξύ των παρόντων και των προγενεστέρων καθηκόντων του ενδιαφερομένου αλλά μεταξύ των παρόντων καθηκόντων του και του βαθμού του στην ιεραρχία. Συνεπώς, επιτρέπεται ασφαλώς μία απόφαση να επιφέρει την ανάθεση νέων καθηκόντων, τα οποία, αν και διαφέρουν από τα προηγουμένως ασκηθέντα καθήκοντα και θεωρούνται από τον ενδιαφερόμενο ότι συνεπάγονται περιορισμό των εξουσιών του, είναι σύμφωνα προς την αντιστοιχία βαθμού και θέσεως. Επομένως, ένας ουσιαστικός περιορισμός των εξουσιών του δεν είναι αντίθετη προς τον κανόνα αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσεως, εκτός εάν τα καθήκοντά του, στο σύνολό τους, είναι σαφώς κατώτερα από αυτά που αντιστοιχούν στο βαθμό και τη θέση του, δεδομένης της φύσεως, της σημασίας και της εκτάσεως τους.

Αφ’ ης στιγμής η απόφαση η οποία τροποποιεί τα ανατεθέντα σε υπάλληλο καθήκοντα δεν αντιβαίνει στο συμφέρον της υπηρεσίας ή στην αντιστοιχία των θέσεων εργασίας, δεν τίθεται θέμα συγκεκαλυμμένης διοικητικής κυρώσεως ή καταχρήσεως εξουσίας και ο υπάλληλος δεν δύναται να ψέξει τη διοίκηση για το ότι το ότι δεν κίνησε κατ’ αυτού πειθαρχική διαδικασία, η οποία θα του παρείχε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα IX του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 82, 84, 96, 97 και 103)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 23 Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1681, σκέψη 7· 7 Μαρτίου 1990, C‑116/88 και C‑149/88, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑599, σκέψη 11· 14 Δεκεμβρίου 2006, C‑12/05 P, Meister κατά ΓΕΕΑ, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 45 και 47

ΠΕΚ: 23 Οκτωβρίου 1990, T‑46/89, Pitrone κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑577, σκέψη 35· 19 Ιουνίου 1997, T‑73/96, Forcat Icardo κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑159 και II‑485, σκέψη 39· 22 Ιανουαρίου 1998, T‑98/96, Costacurta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑21 και II‑49, σκέψη 36· Fronia κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 53· 26 Νοεμβρίου 2002, T‑103/01, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑229 και II‑1137, σκέψη 30· 25 Ιουλίου 2006, T‑373/04, Fries Guggenheim κατά Cedefop, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑169 και II‑A‑2‑819, σκέψη 67· 7 Φεβρουαρίου 2007, T‑339/03, Clotuche κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 47, 62, 91 και 126· T‑118/04 και T-134/04, Caló κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 101