ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 29ης Σεπτεμβρίου 2009 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διαδικασία επιλογής CAST 27/Relex – Μη εγγραφή στη βάση δεδομένων – Ακύρωση ερωτήσεων – Δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα – Ίση μεταχείριση»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις F‑20/08, F‑34/08 και F‑75/08,

με αντικείμενο προσφυγές που ασκήθηκαν δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ,

Jorge Aparicio, κάτοικος Antiguo Cuscatlan (Ελ Σαλβαδόρ), και 18 άλλοι συμβασιούχοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα της παρούσας αποφάσεως υπ’ αριθ. 1 έως 18, εκπροσωπούμενοι από τους S. Orlandi, A. Coolen, J.-N. Louis και É. Marchal, δικηγόρους,

προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑20/08,

Anne Simon, συμβασιούχος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Nouakchott (Μαυριτανία), εκπροσωπούμενη από τους S. Orlandi, A. Coolen, J.-N. Louis και É. Marchal, δικηγόρους,

προσφεύγουσα στην υπόθεση F‑34/08,

Jorge Aparicio, κάτοικος Antiguo Cuscatlan (Ελ Σαλβαδόρ), και 46 άλλοι συμβασιούχοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα της παρούσας αποφάσεως, εκπροσωπούμενοι από τους S. Orlandi, A. Coolen, J.-N. Louis και É. Marchal, δικηγόρους,

προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑75/08,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Currall και την B. Eggers,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, I. Boruta και S. Van Raepenbusch (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: S. Cidéron, βοηθός,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Μαρτίου 2009,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφα που περιήλθαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ):

–        στις 19 Φεβρουαρίου 2008 ηλεκτρονικώς (το πρωτότυπο κατατέθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους) στην υπόθεση F‑20/08, Aparicio κ.λπ. κατά Επιτροπής,

–        στις 11 Μαρτίου 2008 ηλεκτρονικώς (το πρωτότυπο κατατέθηκε στις 12 Μαρτίου του ιδίου έτους) στην υπόθεση F‑34/08, Simon κατά Επιτροπής, και

–        την 1η Σεπτεμβρίου 2008 ηλεκτρονικώς (το πρωτότυπο κατατέθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους) στην υπόθεση F‑75/08, Aparicio κ.λπ. κατά Επιτροπής,

οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων της Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: EPSO), της 25ης Οκτωβρίου 2007, περί μη εγγραφής τους στον πίνακα επιτυχόντων και στη βάση δεδομένων της διαδικασίας προσλήψεως CAST 27/Relex.

2        Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑20/08 και η προσφεύγουσα στην υπόθεση F‑34/08 άσκησαν, επίσης, από κοινού την προσφυγή F‑75/08 μαζί με άλλους 26 προσφεύγοντες (στο εξής: λοιποί προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑75/08).

 Νομικό πλαίσιο

3        Το άρθρο 82 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ) ορίζει τα εξής:

«[...]

2.      Η πρόσληψη συμβασιούχου υπαλλήλου απαιτεί τουλάχιστον:

α)      στην ομάδα καθηκόντων I, επιτυχή ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης·

β)      στις ομάδες καθηκόντων II και III:

i)            μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, ή

ii)      δευτεροβάθμια εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, το οποίο δίνει δικαίωμα εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών ετών, ή

iii)      όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου·

γ)      στην ομάδα καθηκόντων IV:

i)      εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον τριών ετών πιστοποιούμενες με δίπλωμα, ή

ii)      όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου.

[...]

5.      Η [EPSO] παρέχει υποστήριξη στα διάφορα όργανα, κατόπιν αιτήματός τους, για την επιλογή συμβασιούχων υπαλλήλων, ιδίως προσδιορίζοντας το περιεχόμενο των δοκιμασιών και διοργανώνοντας τους διαγωνισμούς. Η [EPSO] εξασφαλίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής για τους συμβασιούχους υπάλληλους.

6.      Εφόσον χρειάζεται, κάθε όργανο εκδίδει γενικές διατάξεις σχετικά με την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως [των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων].»

4        Το άρθρο 5 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις διαδικασίες που διέπουν την πρόσληψη και απασχόληση συμβασιούχων υπαλλήλων στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 49‑2004, της 1ης Ιουνίου 2004, στο εξής: ΓΕΔ‑ΣΥ), προβλέπει τα εξής:

«1.      Η διαδικασία επιλογής των [συμβασιούχων υπαλλήλων του άρθρου 3α του ΚΛΠ] περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

α)      δημόσια πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, η οποία καθορίζει τα ελάχιστα κριτήρια επιλεξιμότητας όσον αφορά τις γενικές δεξιότητες και τα ουσιώδη προσόντα και διευκρινίζει ότι, αναλόγως του αριθμού των υποψηφίων, η επιτροπή επιλογής του άρθρου 1, στοιχείο ε΄ ενδέχεται να εφαρμόσει αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τα δημοσιευθέντα κριτήρια επιλογής·

β)      ηλεκτρονική εγγραφή των υποψηφίων στη βάση δεδομένων που θα δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό·

γ)      καθορισμό, από την [αρμόδια αρχή για τη σύναψη συμβάσεων], του είδους των συγκεκριμένων δεξιοτήτων και των απαιτούμενων ειδικών προσόντων, κατόπιν διαβουλεύσεως με τις οικείες υπηρεσίες ή τους οικείους οργανισμούς·

δ)      [ο]ι υποψήφιοι που διαθέτουν τα ανωτέρω υπό στοιχείο γ΄ προσόντα και δεξιότητες υποβάλλονται σε δοκιμασίες για τον έλεγχο των γενικών ικανοτήτων τους, ιδίως βάσει ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, καθώς και τον έλεγχο των γλωσσικών δεξιοτήτων τους. Οι επιτυχόντες υποψήφιοι εγγράφονται στη βάση δεδομένων και οι φάκελοι υποψηφιότητάς τους διατηρούνται στη βάση αυτή για χρονικό διάστημα δύο ετών·

[...]

2.      [...] Οι δοκιμασίες της παραγράφου 1, στοιχείο δ΄ διοργανώνονται από την EPSO ή υπ’ ευθύνη της.

3.      Οι υποψήφιοι ενημερώνονται για τα αποτελέσματα των διαδικασιών της παραγράφου 1, στοιχεία δ΄ έως θ΄.»

5        Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2002/620/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του Δικαστηρίου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών και του ευρωπαίου διαμεσολαβητή, της 25ης Ιουλίου 2002, για την ίδρυση της EPSO (EE L 197, σ. 53) ορίζει τα εξής:

«Η υπηρεσία δύναται να παρέχει τη συνδρομή της στα θεσμικά και άλλα όργανα, τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που έχουν ιδρυθεί από τις συνθήκες ή βάσει αυτών, όσον αφορά τη διοργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών και την επιλογή του λοιπού προσωπικού.»

 Ιστορικό της διαφοράς

6        Οι προσφεύγοντες είναι υπάλληλοι οι οποίοι τοποθετήθηκαν, βάσει διαφόρων καθεστώτων, σε αντιπροσωπείες της Επιτροπής σε τρίτες χώρες.

7        Με σημείωμα της 19ης Φεβρουαρίου 2007, ο διευθυντής της «εξωτερικής υπηρεσίας» της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Εξωτερικές σχέσεις» πληροφόρησε τους προϊσταμένους αντιπροσωπειών ότι η EPSO θα διοργάνωνε το 2007 δοκιμασίες για τους συμβασιούχους υπαλλήλους (στο εξής: σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας). Το σημείωμα διευκρίνιζε ότι μόνον όσοι υποβάλλονταν επιτυχώς στις δοκιμασίες αυτές θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη σταδιοδρομία τους ως συμβασιούχοι υπάλληλοι. Οι δοκιμασίες αυτές θα αποτελούνταν από τρία μέρη: το πρώτο θα περιελάμβανε ασκήσεις λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, το δεύτερο δοκιμασία με γνωστικό αντικείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση και το τρίτο δοκιμασία δεξιοτήτων. Το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας επεσήμανε τα εξής:

«Όλοι οι υποψήφιοι των αντιπροσωπειών [εξωτερικών σχέσεων]/[ε]ξωτερικής υπηρεσίας, που εμπίπτουν στις ομάδες καθηκόντων III και IV, θα υποβληθούν σε δοκιμασίες [...]: δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, δοκιμασία με γνωστικό αντικείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση και δοκιμασία δεξιοτήτων. Οι δοκιμασίες αυτές θα διοργανωθούν μόνο στην ισπανική, γερμανική, αγγλική και γαλλική γλώσσα χωρίς τη δυνατότητα επιλογής για τις εν λόγω δοκιμασίες της κύριας γλώσσας των υποψηφίων […]

[...]

Οι δοκιμασίες δεν είναι, ως εκ της φύσεώς τους, προκριματικές (όπως οι διαγωνισμοί για την πρόσληψη μονίμων υπαλλήλων). Πρέπει μάλλον να εκληφθούν ως δοκιμασία γνώσεων για τον έλεγχο των απαιτούμενων προσόντων, συμπεριλαμβανομένων: της ικανότητας εργασίας σε μια δεύτερη κοινοτική γλώσσα, της γνώσεως των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και του έργου τους, καθώς και των συγκεκριμένων δεξιοτήτων στον τομέα δράσεως των αντιπροσωπειών [εξωτερικών σχέσεων]/[ε]ξωτερικής υπηρεσίας.»

8        Στις 28 Μαρτίου 2007, η EPSO δημοσίευσε στον δικτυακό τόπο της την πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος EPSO/CAST/EU/27/07 (στο εξής: πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος), με σκοπό τη δημιουργία μιας βάσεως δεδομένων των υποψηφίων που θα μπορούσαν να προσληφθούν ως συμβασιούχοι υπάλληλοι. Αυτή η βάση δεδομένων προοριζόταν για τα θεσμικά όργανα και τις κοινοτικές υπηρεσίες καθώς και για τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής στις τρίτες χώρες. Η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος ετόνιζε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Οι υποψήφιοι που πληρούν τις προϋποθέσεις, οι οποίες καθορίζονται στην παρούσα πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, θα κληθούν να λάβουν μέρος, στο τέλος της άνοιξης/αρχές του καλοκαιριού του 2007, σε δοκιμασίες για την αξιολόγηση των γενικών δεξιοτήτων τους, και ειδικότερα της ικανότητάς τους να αναλύουν λογικά λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, καθώς και των γνώσεών τους σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υποψήφιοι θα εξετασθούν στη δεύτερη γλώσσα για να αποδείξουν τις γνώσεις τους στη γερμανική, στην αγγλική ή στη γαλλική γλώσσα.

[...]

Οι επιτυχόντες σε όλες τις δοκιμασίες υποψήφιοι θα εγγραφούν σε βάση δεδομένων, η οποία θα τεθεί στη διάθεση των θεσμικών οργάνων και υπηρεσιών για τις ανάγκες προσλήψεως αυτών.»

9        Στις 20 Απριλίου 2007, ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής και το αρμόδιο για τις εξωτερικές σχέσεις μέλος της Επιτροπής, απευθυνόμενοι στους εν ενεργεία συμβασιούχους υπαλλήλους των αντιπροσωπειών, επισήμαναν τα ακόλουθα:

«Οι δοκιμασίες δεν συνιστούν διαγωνισμό –δεν υπάρχει προκαθορισμένος αριθμός επιτυχόντων[–] υπό την έννοια ότι οι εν λόγω δοκιμασίες δεν είναι προκριματικές όπως στην περίπτωση διαγωνισμού.

Μεγαλύτερη βαρύτητα θα δοθεί στις δοκιμασίες δεξιοτήτων, διότι αυτή είναι η σημαντικότερη πτυχή της εργασίας σε αντιπροσωπεία. Εντούτοις, η Επιτροπή αναμένει, επίσης, από τους συμβασιούχους υπαλλήλους να αποδείξουν τις γνώσεις τους σχετικά με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και την ικανότητά τους να εργάζονται σε μια δεύτερη κοινοτική γλώσσα […] όπως επιβάλλουν οι διατάξεις περί προσωπικού (ΚΛΠ)· ως εκ τούτου, τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν επίσης μέρος των δοκιμασιών της EPSO.»

10      Στις 25 Μαΐου 2007, η EPSO δημοσίευσε στον δικτυακό τόπο της γενικές πληροφορίες σχετικά με τη δομή και την αξιολόγηση των ανωτέρω δοκιμασιών. Μεταξύ άλλων προβλέπονταν τα εξής:

«Για να περιληφθούν στην τελική βάση δεδομένων, όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να λάβουν μέρος σε διάφορες δοκιμασίες με αντικείμενο:

–        την ικανότητα λογικής αναλύσεως λεκτικών δεδομένων […] και λογικής αναλύσεως αριθμητικών δεδομένων […],

–        τις γνώσεις τους σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση […],

–        ειδικές γνώσεις (στον τομέα ενδιαφέροντος που θα επισημάνει ο υποψήφιος στο έντυπο υποψηφιότητας).»

11      Στις γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών σημειώνονταν επίσης τα εξής:

«Τα αποτελέσματα των δοκιμασιών θα είναι συγκεντρωτικά· η βαθμολογία κάθε δοκιμασίας θα προσμετράται στη συνολική βαθμολογία με το ακόλουθο ποσοστό:

i)      [λ]ογική ανάλυση λεκτικών και αριθμητικών δεδομένων      30 %·

ii)      [γ]νώσεις σχετικά με την ΕΕ            20 %·

iii)      [ε]ιδικές γνώσεις                  50 %.»

12      Τέλος, στις γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών διευκρινιζόταν ότι τα «κατ’ ελάχιστον απαιτούμενα ποσοστά επιτυχίας» (βάσεις) που παρείχαν το δικαίωμα εγγραφής στη βάση δεδομένων ήταν, για την ομάδα καθηκόντων IV:

–        στις δοκιμασίες ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα: 50 %·

–        στη δοκιμασία των ειδικών γνώσεων: 55 %·

–        στη συνολική βαθμολογία του συνόλου των δοκιμασιών: 60 %.

13      Όλοι οι προσφεύγοντες δήλωσαν συμμετοχή σ’ αυτή τη διαδικασία επιλογής για τον τομέα καθηκόντων «Εξωτερικές σχέσεις» (στο εξής: CAST 27/RELEX).

14      Οι δοκιμασίες που προέβλεπε η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος διεξήχθησαν στις 13 Ιουλίου 2007.

15      Όλοι οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν, στις 25 Οκτωβρίου 2007, ότι είχαν αποτύχει στη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα λόγω βαθμολογίας υπολειπόμενης της απαιτούμενης βάσεως (στο εξής: προσβαλλόμενες πράξεις).

16      Η EPSO αποφάσισε να ακυρώσει τις ερωτήσεις αριθ. 31 και 46 της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα. Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η απόφαση αυτή ουδόλως επηρέασε την τύχη των προσφευγόντων.

17      Οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08 ζήτησαν από την EPSO, μεταξύ 30ής Οκτωβρίου και 25ης Νοεμβρίου 2007, να επανεξετάσει τα αποτελέσματά τους με το αιτιολογικό ότι ήταν ακατάλληλες ορισμένες ερωτήσεις της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

18      Η EPSO απέρριψε, μεταξύ 9ης Νοεμβρίου 2007 και 22ας Ιανουαρίου 2008, τα αιτήματα των προσφευγόντων στις υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08.

19      Στις 25 Ιανουαρίου 2008, οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08 υπέβαλαν «συμπληρωματικές διοικητικές ενστάσεις», ενώ οι λοιποί προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑75/08 υπέβαλαν παρόμοιες διοικητικές ενστάσεις κατά των προσβαλλομένων πράξεων που τους αφορούσαν.

20      Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑20/08 άσκησαν προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Η προσφεύγουσα στην υπόθεση F‑34/08 άσκησε προσφυγή στις 11 Μαρτίου 2008.

21      Στις 20 Μαΐου 2008, η αρμόδια αρχή για τη σύναψη συμβάσεων (στο εξής: ΑΑΣΣ) απέρριψε όλες τις διοικητικές ενστάσεις και τις «συμπληρωματικές διοικητικές ενστάσεις» που είχαν υποβληθεί στις 25 Ιανουαρίου του ιδίου έτους. Την 1η Σεπτεμβρίου 2008, οι προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑20/08 και F‑34/08 άσκησαν κατά των προσβαλλομένων πράξεων δεύτερη προσφυγή, μαζί με τους λοιπούς προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑75/08, για τους οποίους η εν λόγω προσφυγή ήταν η πρώτη και μοναδική. Η υπόθεση αυτή καταχωρίστηκε με αριθμό F‑75/08.

 Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

22      Οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις F‑20/08, F‑34/08 και F‑75/08 ζητούν από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

23      Στην υπόθεση F‑75/08, οι προσφεύγοντες, με το πρώτο αίτημά τους, ζητούν επίσης από το Δικαστήριο ΔΔ να κρίνει παράνομο το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, των ΓΕΔ-ΣΥ.

24      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ στις υποθέσεις F-20/08 και F-34/08:

–        να απορρίψει τις προσφυγές ως απαράδεκτες και, επικουρικώς, ως αβάσιμες,

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

25       Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ στην υπόθεση F‑75/08:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

26      Με διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου ΔΔ, της 1ης Ιουλίου 2008, οι υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και την έκδοση κοινής αποφάσεως, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

27      Με διάταξη του προέδρου του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου ΔΔ, της 3ης Φεβρουαρίου 2009, αφενός οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08, και, αφετέρου, η υπόθεση F‑75/08 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και την έκδοση κοινής αποφάσεως, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

 Σκεπτικό

1.     Επί του πρώτου αιτήματος της προσφυγής στην υπόθεση F‑75/08

28      Με το πρώτο αίτημα της προσφυγής τους στην υπόθεση F‑75/08, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο ΔΔ να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, των ΓΕΔ-ΣΥ. Μολονότι, στο πλαίσιο αιτήματος ακυρώσεως μιας βλαπτικής ατομικής πράξεως, ο κοινοτικός δικαστής είναι όντως αρμόδιος να διαπιστώνει παρεμπιπτόντως τον παράνομο χαρακτήρα μιας διατάξεως γενικής ισχύος επί της οποίας στηρίζεται η προσβαλλόμενη πράξη, το Δικαστήριο ΔΔ δεν είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να περιλαμβάνει τέτοιου είδους διαπιστώσεις στο διατακτικό των αποφάσεών του (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 4ης Ιουνίου 2009, συνεκδικασθείσες υποθέσεις F‑134/07 και F‑8/08, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 38).

2.     Επί του παραδεκτού των προσφυγών

29      Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν, μεταξύ 30ής Οκτωβρίου και 25ης Νοεμβρίου 2007, οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08 είναι απλές αιτήσεις επανεξετάσεως. Επιπροσθέτως, οι φερόμενες ως «συμπληρωματικές διοικητικές ενστάσεις» της 25ης Ιανουαρίου 2008 πρέπει να θεωρηθούν ως οι πρώτες διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλαν οι εν λόγω προσφεύγοντες. Οι προσφεύγοντες αυτοί άσκησαν, αντιστοίχως, στις 19 Φεβρουαρίου και στις 11 Μαρτίου 2008, τις προσφυγές F‑20/08 και F‑34/08 ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ, χωρίς να περιμένουν την απόφαση της ΑΑΣΣ επί της ενστάσεώς τους, καθόσον αυτή εκδόθηκε μόλις στις 20 Μαΐου 2008. Οι προσφυγές αυτές είναι, ως εκ τούτου, πρόωρες και απαράδεκτες.

30      Η Επιτροπή φρονεί επίσης, με τα έγγραφα υπομνήματά της, ότι η προσφυγή στην υπόθεση F‑75/08 είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, καθόσον ασκήθηκε από τους προσφεύγοντες στις υποθέσεις F‑20/08 και F‑34/08, οι οποίοι ζητούσαν ήδη με τις εν λόγω προσφυγές την ακύρωση των ιδίων προσβαλλομένων πράξεων, στηριζόμενοι στους ίδιους λόγους. Η Επιτροπή παραιτήθηκε, εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από την ένσταση αυτή με το αιτιολογικό ότι το απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν η πρώτη προσφυγή είναι η ίδια απαράδεκτη.

31      Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, στην υπόθεση F‑75/08, 34 προσφεύγοντες έπαυσαν να έχουν έννομο συμφέρον διότι ενεγράφησαν στη βάση δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και υπηρεσιών για τις ανάγκες προσλήψεως αυτών, αφού επέτυχαν σε δοκιμασία επιλογής που διοργανώθηκε το 2008, ενώ εξακολουθούσαν να είναι συμβασιούχοι.

32      Εντούτοις, από τη νομολογία προκύπτει ότι στον κοινοτικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, είναι δικαιολογημένη, από απόψεως ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής χωρίς προηγούμενη απόφαση επί της ενστάσεως απαραδέκτου της καθής (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C-23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer, Συλλογή 2002, σ. I‑1873, σκέψεις 51 και 52· απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2006, T-367/03, Yedaş Tarim ve Otomotiv Sanayi ve Ticaret κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑873, σκέψη 30· αποφάσεις του Δικαστηρίου ΔΔ της 8ης Απριλίου 2008, F‑134/06, Bordini κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 56, και προπαρατεθείσα απόφαση Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37). Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο ΔΔ εκτιμά ότι πρέπει πρώτα να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως πριν αποφανθεί, ενδεχομένως, επί των ενστάσεων απαραδέκτου.

3.     Επί της ουσίας

33      Οι προσφεύγοντες προβάλλουν τα ίδια επιχειρήματα προς στήριξη των τριών προσφυγών τους. Υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσουν στα δικόγραφα των προσφυγών τους, πρέπει να εκτιμηθεί ότι στην πραγματικότητα επικαλούνται τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 82, παράγραφος 5, του ΚΛΠ, των ΓΕΔ-ΣΥ και της προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος και από προσβολή της αρχής κατά την οποία οι διαδικασίες επιλογής πρέπει να εξασφαλίζουν την πρόσληψη των ικανότερων υπαλλήλων. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από προσβολή της αρχής της ισότητας. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από το άρθρο 1δ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και από την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 82, παράγραφος 5, του ΚΛΠ, των ΓΕΔ-ΣΥ, και της προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος και από προσβολή της αρχής κατά την οποία οι διαδικασίες επιλογής πρέπει να εξασφαλίζουν την πρόσληψη των ικανότερων υπαλλήλων

 Επιχειρήματα των διαδίκων

34      Οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι, κατά το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας και την επιστολή του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμοδίου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής, σκοπός της διαδικασίας CAST 27/RELEX ήταν να ελεγχθούν οι γνώσεις των υποψηφίων σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ειδικές γνώσεις τους για την ανάληψη καθηκόντων σε αντιπροσωπεία και η ικανότητά τους να εργάζονται σε μια δεύτερη κοινοτική γλώσσα. Επιπλέον, το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας δεν έκανε λόγο για διοργάνωση προκριματικής δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

35      Οι προσφεύγοντες συνάγουν από τα ανωτέρω ότι η δοκιμασία αυτή ήταν ασύμβατη προς τους σκοπούς της επιλογής που επεδίωκε η Επιτροπή. Τούτο ίσχυε κατά μείζονα λόγο εξαιτίας του προκριματικού χαρακτήρα της.

36      Οι προσφεύγοντες φρονούν, εξάλλου, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, των ΓΕΔ-ΣΥ δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να υποβληθούν σε προκριματική δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα. Πάντως, εν προκειμένω, αυτός ο προκριματικός χαρακτήρας ήταν αυθαίρετος. Πρώτον, η δοκιμασία με γνωστικό αντικείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε προκριματικό χαρακτήρα. Δεύτερον, ήταν ανεξήγητος ο αποκλεισμός υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούσαν ήδη στην Επιτροπή και είχαν αποδείξει τις γενικές ικανότητές τους, βάσει δοκιμασίας που δεν παρείχε στοιχεία για τα προσόντα και τις δεξιότητές τους. Τρίτον, δεν λαμβανόταν υπόψη το γεγονός ότι οι υποψήφιοι, διαθέτοντας ήδη μεγάλη επαγγελματική πείρα, είναι λιγότερο εξοικειωμένοι από άλλους νεότερους με την πρακτική δοκιμασιών ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

37      Στην υπόθεση F‑75/08, οι προσφεύγοντες συνάγουν, τέλος, από «το άρθρο 27 του ΚΥΚ και [το άρθρο] 15 του ΚΛΠ» (το οποίο πρέπει να εννοηθεί, βάσει του περιεχομένου της διατάξεως, ως το άρθρο 12 του ΚΛΠ) την αρχή ότι οι διαδικασίες επιλογής πρέπει να επιδιώκουν την εξασφάλιση της προσλήψεως των ικανότερων υποψηφίων. Ισχυρίζονται ότι έχουν ήδη αποδείξει τις ικανότητές τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής υπό διάφορα καθεστώτα και υποστηρίζουν ότι οι ΓΕΔ-ΣΥ αντιβαίνουν στην αρχή αυτή, εάν τους δοθεί η ερμηνεία ότι επιβάλλουν τη διοργάνωση προκριματικών δοκιμασιών χωρίς να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στα προσόντα των υποψηφίων.

38      Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, των ΓΕΔ-ΣΥ επιβάλλει τη διεξαγωγή προκριματικής δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα. Υπογραμμίζει, επίσης, ότι η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος και οι γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών αποδεικνύουν, επίσης, ότι στη βάση δεδομένων θα μπορούσαν να εγγραφούν μόνον οι επιτυχόντες σε όλες τις δοκιμασίες υποψήφιοι.

39      Η δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα έχει ως σκοπό τον αποκλεισμό προσώπων που διαθέτουν μεν ευρύτατες γνώσεις και ιδιαίτερες δεξιότητες, αλλά στερούνται την ικανότητα επαρκούς λογικής αναλύσεως για τη χρησιμοποίηση αυτών των γνώσεων και δεξιοτήτων. Η δοκιμασία αυτή παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ότι οι υπάλληλοι που θα προσληφθούν μπορούν να τοποθετηθούν σε θέσεις διαφόρων ειδικοτήτων. Η απαίτηση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην περίπτωση των εργαζομένων σε αντιπροσωπεία, διότι το συμφέρον της υπηρεσίας επιβάλλει τη συχνή εναλλαγή καθηκόντων. Τέλος, η δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα συμβάλλει στην εξασφάλιση ίσων ευκαιριών μεταξύ των εξωτερικών υποψηφίων και εκείνων που υπηρετούν ήδη, οι οποίοι δεν πρέπει να τυγχάνουν προνομιακής μεταχειρίσεως λόγω της επιλογής ορισμένου είδους δοκιμασιών.

40      Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι από τις γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών προκύπτει ότι η βαθμολογία της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα προσμετρούνταν με ποσοστό μόνο 30 % στη βαθμολογία του συνόλου των δοκιμασιών και, ως εκ τούτου, η εν λόγω δοκιμασία είχε μικρότερη βαρύτητα από τη δοκιμασία των ειδικών γνώσεων, της οποίας η βαθμολογία προσμετρούνταν στη συνολική βαθμολογία με ποσοστό 50 %.

41      Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, του σημειώματος της εξωτερικής υπηρεσίας και της επιστολής του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμοδίου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής. Ειδικότερα, η επιστολή αυτή επεδίωκε μόνο να καταστήσει γνωστό ότι οι δοκιμασίες δεν συνεπάγονταν τον αποκλεισμό υποψηφίων βάσει συγκριτικής εξετάσεως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των διαγωνισμών όπου ο αριθμός των επιτυχόντων είναι προκαθορισμένος. Η εν λόγω επιστολή δεν ανέφερε ότι οι υποψήφιοι απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να επιτύχουν σε όλες τις δοκιμασίες. Εν πάση περιπτώσει, η επιστολή αυτή και το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας είχαν ως μοναδικό σκοπό να πληροφορήσουν τους εν ενεργεία υπαλλήλους και να τους ενθαρρύνουν να λάβουν μέρος στις δοκιμασίες. Δεν θα ήταν δυνατό να εξαιρεθούν οι οικείες υπηρεσίες από την υποχρέωση τηρήσεως του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ και της προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, ή να προβλεφθεί οποιοδήποτε δικαίωμα υπέρ των οικείων υπαλλήλων.

42      Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός ότι οι ΓΕΔ-ΣΥ αντιβαίνουν στο ΚΛΠ, καθόσον πρέπει να τους δοθεί η ερμηνεία ότι επιβάλλουν τη διοργάνωση προκριματικών δοκιμασιών χωρίς να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στα προσόντα των υποψηφίων. Το επιχείρημα αυτό δεν προβλήθηκε με τις διοικητικές ενστάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2008, καθόσον οι ενιστάμενοι είχαν υποστηρίξει με τις ενστάσεις αυτές μόνον ότι ο προκριματικός χαρακτήρας της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα δεν συνάδει προς τον συγκεκριμένο σκοπό της επίμαχης δοκιμασίας επιλογής. Επιπροσθέτως, το επιχείρημα στερείται ακριβείας. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 82, παράγραφος 6, του ΚΛΠ παρέχει στην ΑΑΣΣ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον καθορισμό των προϋποθέσεων προσλήψεως συμβασιούχων υπαλλήλων και ο προκριματικός χαρακτήρας της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

–       Προκαταρκτική παρατήρηση

43      Το άρθρο 82, παράγραφος 6, του ΚΛΠ παρέχει σε κάθε θεσμικό όργανο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την επιλογή του τρόπου διοργανώσεως της διαδικασίας επιλογής συμβασιούχων υπαλλήλων του άρθρου 3α του ΚΛΠ.

44      Η Επιτροπή έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας εκδίδοντας τις ΓΕΔ-ΣΥ. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, των διατάξεων αυτών προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο]ι υποψήφιοι […] υποβάλλονται σε δοκιμασίες για τον έλεγχο των γενικών ικανοτήτων τους, ιδίως βάσει ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά στοιχεία». Η ίδια διάταξη προσθέτει ότι οι υποψήφιοι εγγράφονται στη βάση δεδομένων που έχουν στη διάθεσή τους τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και υπηρεσίες, εφόσον επιτύχουν στις δοκιμασίες.

45      Χωρίς να είναι αναγκαίο να επιλυθεί το ζήτημα αν κάθε δοκιμασία πρέπει υποχρεωτικώς να έχει προκριματικό χαρακτήρα, από το γράμμα του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, ότι το άρθρο αυτό εξαρτά την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων από την προϋπόθεση ότι οι υποψήφιοι έχουν, τουλάχιστον, λάβει τη βάση που προβλέπεται για το σύνολο των δοκιμασιών επιλογής και ότι δεν αποκλείεται, ορισμένες από τις δοκιμασίες αυτές μεμονωμένα να είναι προκριματικές.

46      Η EPSO δημοσίευσε την πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος και τις γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ. Η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος διευκρίνιζε ότι οι υποψήφιοι «θα κληθούν να λάβουν μέρος [...] σε δοκιμασίες για την αξιολόγηση [...] ειδικότερα της ικανότητάς τους να αναλύουν λογικά λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα» και ότι μόνον οι «επιτυχόντες σε όλες τις δοκιμασίες υποψήφιοι θα εγγραφούν σ[τη] βάση δεδομένων» όπως σημειώνεται ανωτέρω στη σκέψη 44. Οι γενικές πληροφορίες για τη δομή και την αξιολόγηση των δοκιμασιών όριζαν, εξάλλου, σε ποσοστό 50 % τη βάση στη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

47      Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, εντούτοις, ότι, αν στο άρθρο 5 των ΓΕΔ-ΣΥ δοθεί η ερμηνεία ότι τούτο επιτρέπει τη διοργάνωση δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, η οποία είναι επιπλέον προκριματική, τότε προσβάλλεται η αρχή που συνάγεται από το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ, κατά την οποία οι διαδικασίες επιλογής πρέπει να επιδιώκουν την εξασφάλιση της προλήψεως των ικανότερων υποψηφίων.

–       Ως προς την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας η οποία βάλλει κατά του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ

48      Η προβληθείσα από τους προσφεύγοντες ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι απαράδεκτη και επικουρικώς αβάσιμη.

49      Πρώτον, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να προβάλουν παραδεκτώς την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών. Συγκεκριμένα, ο κανόνας της συμφωνίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και της ακόλουθης προσφυγής επιβάλλει την προβολή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ισχυρισμών που έχουν ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται της δίκης, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη, προκειμένου η ΑΑΣΣ να είναι σε θέση να γνωρίζει με ικανοποιητική ακρίβεια τις αιτιάσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο κανόνας αυτός δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο με τη διαδικασία που προηγείται της δίκης σκοπό να επιτραπεί η εξώδικη διευθέτηση των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων και της διοικήσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 1976, 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 419, σκέψη 32, και της 14ης Μαρτίου 1989, 133/88, Del Amo Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 689, σκέψη 9· απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 2006, T‑135/05, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I‑A‑2‑297, II‑A‑2‑1527, σκέψη 32· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 13ης Νοεμβρίου 2007, F‑76/06, Τσιριμώκος κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45). Η ΑΑΣΣ πρέπει, συνεπώς, να έχει σαφή γνώση των προβαλλομένων από τον ενιστάμενο αιτιάσεων προκειμένου να είναι σε θέση να του προτείνει ενδεχόμενη εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς (προπαρατεθείσα απόφαση Campoli κατά Επιτροπής, σκέψη 32· προπαρατεθείσα απόφαση Τσιριμώκος κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 45).

50      Πάντως, επιβάλλεται, εν προκειμένω, η διαπίστωση ότι οι αντιρρήσεις που προέβαλαν οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις F-20/08 και F-34/08, μεταξύ 30ής Οκτωβρίου και 25ης Νοεμβρίου 2007, και οι «συμπληρωματικές διοικητικές ενστάσεις» της 25ης Ιανουαρίου 2008, ακόμη κι αν ερμηνευθούν διασταλτικά, δεν βάλλουν κατά της νομιμότητας των ΓΕΔ-ΣΥ. Οι πρώτες περιορίζονταν, κατ’ ουσία, στο να επικρίνουν τη δυσκολία της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα και, ενίοτε, τον επιλεκτικό χαρακτήρα της χωρίς να συνδέουν τον χαρακτήρα αυτό με τις ΓΕΔ-ΣΥ. Παρά τη διευρυμένη επιχειρηματολογία τους, οι «συμπληρωματικές διοικητικές ενστάσεις» υποστήριζαν μόνον ότι η φύση των επίμαχων δοκιμασιών δεν ανταποκρινόταν στους σκοπούς της επιλογής «όπως αυτοί διευκρινίζονταν από την υπηρεσία που ζήτησε τη διοργάνωση των δοκιμασιών αυτών, [τον] αντιπρόεδρο [της Επιτροπής] και το αρμόδιο για τις εξωτερικές σχέσεις [μέλος της Επιτροπής]», χωρίς να αμφισβητείται η βάση της διαδικασίας επιλογής.

51      Δεύτερον, η προβληθείσα κατά του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.

52      Συγκεκριμένα, το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ, επί των οποίων στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους οι προσφεύγοντες, δεν εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους του άρθρου 3α του ΚΛΠ. Επιπροσθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το άρθρο 82 του ΚΛΠ στηρίζεται στην αρχή που επικαλούνται οι προσφεύγοντες ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να προσλαμβάνουν τους ικανότερους υπαλλήλους, το εν λόγω άρθρο παρέχει σε κάθε θεσμικό όργανο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον καθορισμό του τρόπου επιλογής των υποψηφίων υπό το πρίσμα του συμφέροντος της υπηρεσίας (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω).

53      Η Επιτροπή εκθέτει ότι η δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα έχει ως σκοπό τον αποκλεισμό υποψηφίων, οι οποίοι, ακόμη κι αν διαθέτουν ευρύτατες γνώσεις και ιδιαίτερες δεξιότητες για τη συγκεκριμένη θέση, στερούνται την ικανότητα επαρκούς λογικής αναλύσεως για τη χρησιμοποίηση αυτών των γνώσεων και δεξιοτήτων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η δοκιμασία αυτή της παρέχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ότι οι υπάλληλοι που θα προσληφθούν, ακόμη και με σύμβαση αορίστου χρόνου, θα μπορούν να τοποθετηθούν σε θέσεις διαφόρων ειδικοτήτων. Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι η απαίτηση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην περίπτωση των υπαλλήλων που καλούνται να εργαστούν σε αντιπροσωπεία, διότι το συμφέρον της υπηρεσίας επιβάλλει τη συχνή εναλλαγή καθηκόντων. Οι προσφεύγοντες δεν αντέκρουσαν με επαρκή νομικά επιχειρήματα τις εξηγήσεις αυτές. Επιπροσθέτως, οι δοκιμασίες αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν αναγκαίες. Συγκεκριμένα, δεν είναι παράλογη η εκτίμηση ότι η επιλογή των καλύτερων υποψηφίων συνεπάγεται, για τη διοίκηση, την αναζήτηση εκείνων που συνδυάζουν σημαντικές γνώσεις και τη διανοητική ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των γνώσεων αυτών σε ένα δυνητικώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο.

54      Ως εκ τούτου, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, των ΓΕΔ-ΣΥ δεν αντιβαίνει στην αρχή που απορρέει από το άρθρο 82 του ΚΛΠ, καθόσον το δεύτερο τουλάχιστον δεν απαγορεύει τη διοργάνωση προκριματικών δοκιμασιών ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

55      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που βάλλει κατά του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ.

–       Ως προς τον παράνομο χαρακτήρα της εν προκειμένω επιβληθείσας δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα

56      Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν ότι η EPSO είχε, εν προκειμένω, το δικαίωμα να τους επιβάλει προκριματική δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα. Επικαλούνται ειδικότερα, συναφώς, το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας και την επιστολή του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμοδίου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής, καθώς και την ιδιαιτερότητα της καταστάσεώς τους.

57      Κατά το άρθρο 82, παράγραφοι 5 και 6, του ΚΛΠ, η EPSO παρέχει υποστήριξη στα διάφορα όργανα προσδιορίζοντας και διοργανώνοντας τους διαγωνισμούς για την επιλογή συμβασιούχων υπαλλήλων σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που εκδίδουν τα εν λόγω όργανα. Επιπροσθέτως, από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και παράγραφος 2, των ΓΕΔ-ΣΥ προκύπτει ότι η EPSO πρέπει να σέβεται τις απαιτήσεις της ΑΑΣΣ όσον αφορά τις δεξιότητες και τα ειδικά προσόντα των υποψηφίων.

58      Εντούτοις, από τις διατάξεις αυτές και από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2002/620 προκύπτει ότι η EPSO διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια κατά τη διοργάνωση των δοκιμασιών επιλογής.

59      Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας και, σε μικρότερο βαθμό, η επιστολή του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμόδιου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής περιέχουν ασάφειες όσον αφορά τον «μη προκριματικό» χαρακτήρα των επίμαχων δοκιμασιών. Ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να μην καθιστά αλυσιτελείς τις δοκιμασίες επιλογής. Επιπροσθέτως, το εν λόγω σημείωμα και η ανωτέρω επιστολή πρέπει επίσης να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 5 των ΓΕΔ-ΣΥ, το οποίο εξαρτά την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων τουλάχιστον (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω) από τη συνολική επιτυχία στις δοκιμασίες. Συγκεκριμένα, οι διαβεβαιώσεις της εξωτερικής υπηρεσίας και οι μονομερείς δηλώσεις του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμόδιου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής δεν μπορούν εγκύρως να παρεκκλίνουν από τις ΓΕΔ-ΣΥ που εξέδωσε το σώμα των επιτρόπων.

60      Πάντως, η Επιτροπή υποστήριξε ορθώς ότι στο σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας και στην επιστολή του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμόδιου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής μπορεί να αποδοθεί η έννοια ότι οι επίμαχες δοκιμασίες δεν ήταν προκριματικές όπως οι διαγωνισμοί, καθόσον δεν ήταν προκαθορισμένος ο αριθμός των επιτυχόντων, χωρίς, εντούτοις, να έχει αναφερθεί ότι οι δοκιμασίες αυτές δεν ήταν προκριματικές.

61      Η ερμηνεία αυτή του σημειώματος της εξωτερικής υπηρεσίας και της επιστολής του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμόδιου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής συνάδει προς τον σκοπό των δοκιμασιών επιλογής και είναι σύμφωνη με το άρθρο 5 των ΓΕΔ-ΣΥ.

62      Ως εκ τούτου, από το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας και την εν λόγω επιστολή του αντιπροέδρου της Επιτροπής και του αρμόδιου για τις εξωτερικές σχέσεις μέλους της Επιτροπής δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η EPSO υπερέβη τα όρια που έθεσε η Επιτροπή στα καθήκοντά της επιβάλλοντας μια προκριματική δοκιμασία ασκήσεων με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

63      Δεύτερον, όσον αφορά την αναγκαιότητα επιλογής των καλύτερων υποψηφίων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος προέβλεπε, όπως επισήμαινε το σημείωμα της εξωτερικής υπηρεσίας, ότι οι δοκιμασίες θα διεξάγονταν στη δεύτερη γλώσσα κάθε υποψηφίου. Επιπροσθέτως, ακόμη κι αν ήταν προκριματική, η επίμαχη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα ήταν, εν γένει, λιγότερο σημαντική από τις δοκιμασίες γνώσεων. Η δοκιμασία αυτή προσμετρούνταν στη συνολική βαθμολογία με ποσοστό μόνο 30 %. Παρά τον προκριματικό χαρακτήρα της, είχε, συνεπώς, μικρότερη βαρύτητα από την επίσης προκριματική δοκιμασία ειδικών γνώσεων, της οποίας η βάση επιτυχίας είχε οριστεί στο 55 % και η οποία προσμετρούνταν στη συνολική βαθμολογία με ποσοστό 50 %. Η δοκιμασία «με γνωστικό αντικείμενο την ΕΕ» δεν μπορεί, εξάλλου, να αγνοηθεί. Μολονότι δεν συνεπαγόταν αυτή καθαυτή τον αποκλεισμό υποψηφίων, προσμετρούνταν, ωστόσο, στη συνολική βαθμολογία με ποσοστό 20 %. Επιπροσθέτως, η τυχόν χαμηλή βαθμολογία στη δοκιμασία αυτή μπορούσε να επηρεάσει τη συνολική βαθμολογία των υποψηφίων, λαμβανομένου υπόψη ότι η απαιτούμενη βάση για το σύνολο των δοκιμασιών είχε οριστεί στο 60 %.

64      Πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι από τη διοργάνωση ειδικής δοκιμασίας επιλογής για τον τομέα καθηκόντων «Εξωτερικές σχέσεις» και τον προκριματικό χαρακτήρα της δοκιμασίας ειδικών γνώσεων και της δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, καθώς και από το γεγονός ότι οι δοκιμασίες αυτές αντιπροσώπευαν το 80 % της συνολικής βαθμολογίας, ενώ η δοκιμασία γενικών γνώσεων δεν ήταν προκριματική και προσμετρούνταν στη συνολική βαθμολογία με ποσοστό μόνο 20 % προκύπτει ότι η EPSO επεδίωκε πρωτίστως την πρόσληψη υπαλλήλων, οι οποίοι, αφενός, διέθεταν ειδικές δεξιότητες στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων και, αφετέρου, ήταν προικισμένοι με την ικανότητα λογικής αναλύσεως που τους καθιστούσε ικανούς να χρησιμοποιούν τις δεξιότητες αυτές και να καλύπτουν, ενδεχομένως, άλλες ανάγκες.

65      Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, η Επιτροπή και η EPSO δεν υπερέβησαν, εν προκειμένω, τα όρια της ευρείας εξουσίας τους εκτιμήσεως, προβλέποντας τη διοργάνωση δοκιμασίας ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, προσδίδοντας στη δοκιμασία αυτή προκριματικό χαρακτήρα και επιβάλλοντάς την σε εν ενεργεία υπαλλήλους.

66      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από προσβολή της αρχής της ισότητας

 Επιχειρήματα των διαδίκων

67      Οι προσφεύγοντες παρατηρούν, πρώτον, ότι η δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα ήταν ελαττωματική, όπως αποδεικνύεται από την ακύρωση της ερωτήσεως αριθ. 46. Αυτή η ελαττωματικότητα επηρέασε σοβαρά τα αποτελέσματά τους, καθόσον αναγκάστηκαν να αφιερώσουν πολύ χρόνο σε ασαφείς ερωτήσεις, γεγονός το οποίο τους αποσυντόνισε κατά τη διάρκεια των ακόλουθων δοκιμασιών.

68      Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, δεύτερον, ότι η απόφαση να δοθεί μια συμπληρωματική μονάδα σε όλους τους υποψηφίους για κάθε ακυρωθείσα ερώτηση δεν ήταν ικανή να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση και την αντικειμενικότητα των δοκιμασιών.

69      Οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι η EPSO ακύρωσε 153 ερωτήσεις στις δοκιμασίες δεξιοτήτων που αφορούσαν διάφορους τομείς καθηκόντων. Παραθέτουν, ειδικότερα, τις δοκιμασίες για τους ακόλουθους τομείς καθηκόντων: «γεωργική ανάπτυξη, ασφάλεια τροφίμων και περιβάλλον», «οικονομική ανάπτυξη, ιδιωτικός και εμπορικός τομέας» και «χρηστή διακυβέρνηση και ασφάλεια». Η χορήγηση μιας μονάδας για καθεμία από τις ερωτήσεις αυτές είχε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη τροποποίηση της φύσεως των δοκιμασιών και τη διακύβευση της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Συγκεκριμένα, η πριμοδότηση αυτή ωφέλησε τους υποψηφίους που μετείχαν σε δοκιμασίες στις οποίες ακυρώθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με τους υποψηφίους που μετείχαν σε δοκιμασίες άλλων τομέων καθηκόντων, στις οποίες δεν ακυρώθηκε καμία ερώτηση. Επιπροσθέτως, δεδομένου του αριθμού των ερωτήσεων που ακυρώθηκαν, η δοκιμασία ειδικών γνώσεων απέκτησε μόνο δευτερεύουσα σημασία στους εν λόγω τομείς. Τέλος, η EPSO ακύρωσε ερωτήσεις σε ορισμένες μόνο γλώσσες. Η πρακτική αυτή έθεσε σε μειονεκτική θέση τους υποψηφίους που εξετάστηκαν στις άλλες γλώσσες, οι οποίοι όφειλαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις αυτές.

70      Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η EPSO, όπως οι εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Αυτή η διακριτική ευχέρεια επιβάλλεται, ιδίως, όταν επιλαμβάνεται παρατυπιών ή σφαλμάτων που παρεισέφρησαν κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών, οι οποίες, βάσει των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως και λόγω του μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων, δεν μπορούν να επαναληφθούν.

71      Κατά την Επιτροπή, η επανάληψη μεγάλου μέρους των δοκιμασιών θα ήταν, εν προκειμένω, δυσανάλογη, και, ως εκ τούτου, αρκούσε η απόφαση να ακυρωθούν οι ερωτήσεις αριθ. 31 και 46 της δοκιμασίας ασκήσεων με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα.

72      Η Επιτροπή αμφισβητεί, εν πάση περιπτώσει, ότι η ακύρωση ερωτήσεων μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος των προσφευγόντων.

73      Η Επιτροπή επισημαίνει, πρώτον, ότι στις επίμαχες δοκιμασίες δεν τίθεται το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, όπως στην περίπτωση διαγωνισμού, καθόσον ο αριθμός των επιτυχόντων δεν ήταν προκαθορισμένος και δεν υπήρξε συγκριτική αξιολόγηση.

74      Η Επιτροπή εμμένει, δεύτερον, στο γεγονός ότι η ακύρωση των προβληματικών ερωτήσεων ήταν σύμφωνη με την αρχή της ισότητας εντός κάθε ομάδας καθηκόντων και εντός κάθε τομέα.

75      Όσον αφορά τη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, η οποία διοργανώθηκε για τον τομέα καθηκόντων «Εξωτερικές σχέσεις», η Επιτροπή παρατηρεί, τρίτον, ότι η ερώτηση αριθ. 46 διατυπώθηκε εσφαλμένα μόνο στην αγγλική γλώσσα. Επιπροσθέτως, το πρόβλημα που φέρεται να αποσυντόνισε τους προσφεύγοντες θα μπορούσε, εξ ορισμού, να επηρεάσει μόνον τους συμβασιούχους υπαλλήλους που εξετάστηκαν στη γλώσσα αυτή. Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δυσμενής διάκριση δυνάμενη να επηρεάσει τη νομιμότητα μιας πράξεως δεν μπορεί να απορρέει από την ατομική συμπεριφορά των ιδίων των ενδιαφερομένων. Τέλος, υπογραμμίζει ότι, μολονότι η ερώτηση αριθ. 46 ακυρώθηκε, καταρχάς, μόνο στην αγγλική γλώσσα, ακολούθως ακυρώθηκε και στις άλλες γλώσσες, προκειμένου να διασφαλισθεί η ίση μεταχείριση των υποψηφίων. Η ερώτηση αριθ. 31 ακυρώθηκε επίσης με τον ίδιο τρόπο για όλους.

76      Όσον αφορά την ακύρωση ερωτήσεων που περιλαμβάνονταν στις δοκιμασίες ειδικών γνώσεων, η Επιτροπή επισημαίνει, τέταρτον, ότι όλοι οι προσφεύγοντες απέτυχαν στη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα και ότι το γεγονός αυτό τους διακρίνει από τους άλλους υποψηφίους. Δεν είχαν καν έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ακυρώσεως ερωτήσεων της δοκιμασίας ειδικών γνώσεων.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

77      Η νομολογία αναγνωρίζει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού, όταν επιλαμβάνεται παρατυπιών ή σφαλμάτων που παρεισέφρησαν κατά τη διεξαγωγή γενικού διαγωνισμού με πολλούς συμμετέχοντες, τα οποία δεν μπορούν, βάσει των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, να διορθωθούν με επανάληψη των δοκιμασιών του διαγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Μαΐου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑167/99 και T-174/99, Giulietti κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑93 και II‑441, σκέψη 58).

78      Μολονότι η EPSO δεν είναι εξεταστική επιτροπή και η επίμαχη δοκιμασία δεν έλαβε τη μορφή διαγωνισμού, η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθόσον η EPSO διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια στη διοργάνωση δοκιμασιών επιλογής (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω).

79      Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος προσέλκυσε, εν προκειμένω, μεγάλο αριθμό υποψηφίων.

80      Όντας αντιμέτωπη με τις εν λόγω προβληματικές ερωτήσεις, η EPSO δικαιούνταν να εκτιμήσει, στο πλαίσιο αυτό, ότι μπορούσε να ακυρώσει μόνον τις ερωτήσεις αυτές, διότι η λύση της επαναλήψεως όλων των δοκιμασιών θα ήταν δυσανάλογη και αντίθετη προς την αρχή της χρηστής διοικήσεως.

81      Εντούτοις, πρέπει να εξακριβωθεί αν η εφαρμοσθείσα μέθοδος ακυρώσεως διακύβευσε την ισότητα μεταξύ των υποψηφίων.

82      Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ισότητας επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑6767, σκέψη 63, και της 17ης Ιουλίου 2008, C‑71/07 P, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑5887, σκέψη 50). Επιπροσθέτως, η προσβολή της αρχής της ισότητας προϋποθέτει ότι η επίμαχη μεταχείριση συνεπάγεται κάποιο μειονέκτημα για ορισμένα πρόσωπα σε σχέση με άλλα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1962, 17/61 και 20/61, Klöckner-Werke και Hoesch κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 787, και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39· απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Απριλίου 2006, T‑351/02, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1047, σκέψη 137).

83      Εν προκειμένω, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι ούτε η Επιτροπή ούτε η EPSO καθόρισαν, εκ των προτέρων, συγκεκριμένο αριθμό επιτυχόντων με την πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, οι δοκιμασίες επιλογής ουδόλως συνεπάγονταν την άμεση σύγκριση των υποψηφίων. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δεν τίθεται, συνεπώς, ζήτημα ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, όπως στην περίπτωση διαγωνισμού.

84      Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ακόμη και στο πλαίσιο αυτό, ότι η χορήγηση μιας συμπληρωματικής μονάδας σε όλους τους υποψηφίους στους οποίους υποβλήθηκαν προβληματικές ερωτήσεις, με σκοπό την ακύρωσή τους, θα μπορούσε να ωφελήσει ορισμένους υποψηφίους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν ευκολότερα τις προβλεπόμενες βάσεις για τις δοκιμασίες.

85      Όσον αφορά τη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, δεν αμφισβητείται ότι ακυρώθηκαν μόνον οι ερωτήσεις αριθ. 31 και 46. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η ερώτηση αριθ. 46 ήταν, παρά ταύτα, τόσο προβληματική που αποσυντονίστηκαν στη συνέχεια των δοκιμασιών. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρίνισαν ότι ορισμένοι υποψήφιοι προσπέρασαν την ερώτηση αυτή ενώ άλλοι προσπάθησαν να απαντήσουν. Εντούτοις, ακόμη κι αν η ερώτηση αυτή είχε προβληματίσει ή απασχολήσει τους ενδιαφερομένους περισσότερο από άλλους υποψηφίους, σε βαθμό που να επηρεάσει την ικανότητά τους να απαντήσουν στο σύνολο των ερωτήσεων της δοκιμασίας, η κατάσταση αυτή ήταν απόρροια της δικής τους συμπεριφοράς έναντι της εν λόγω δυσκολίας. Οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων, χωρίς να αποδεικνύουν ότι η επιλεγείσα μέθοδος ακυρώσεως είχε ως αποτέλεσμα δυσμενή εις βάρος τους διάκριση, υπογραμμίζουν, αντιθέτως, την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ αυτών και των λοιπών υποψηφίων (βλ., συναφώς, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-189/99, Γεροχρήστος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑11 και II‑53, σκέψη 26). Επιπροσθέτως, οι δύο ανωτέρω ερωτήσεις ακυρώθηκαν σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις της δοκιμασίας προκειμένου, ακριβώς, να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των υποψηφίων.

86      Εξάλλου, οι αιτιάσεις που βάλλουν κατά της ακυρώσεως 153 ερωτήσεων στις δοκιμασίες ειδικών γνώσεων που αφορούσαν διάφορους τομείς καθηκόντων είναι αλυσιτελείς. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες απέτυχαν στη δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, της οποίας ο προκριματικός χαρακτήρας ήταν παραδεκτός, όπως προέκυψε από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

87      Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται ότι η λύση που επέλεξε η EPSO να ακυρώσει τις προβληματικές ερωτήσεις δεν θα μπορούσε να διακυβεύσει την ίση μεταχείριση των υποψηφίων εις βάρος των προσφευγόντων.

88      Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 1δ του ΚΥΚ και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

89      Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι απέδειξαν ορισμένες παρατυπίες από τις οποίες προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις προσβάλλουν την αρχή της ισότητας. Κατά τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Απριλίου 2001, T-159/98, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑83 και II‑395, σκέψεις 46 και 47), και της 5ης Μαρτίου 2003, T-24/01, Staelen κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑79 και II‑423, σκέψεις 47 έως 58), εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι παρατυπίες αυτές δεν επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα των δοκιμασιών. Η Επιτροπή όμως δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.

90      Οι προσφεύγοντες συνάγουν από τα ανωτέρω παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και του άρθρου 1δ, παράγραφος 5, του ΚΥΚ.

91      Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι δεν οφείλει να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, καθόσον αυτοί δεν παρέχουν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει οποιαδήποτε δυσμενή εις βάρος τους διάκριση.

92      Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει, με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση F‑75/08, ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι απαράδεκτος ελλείψει σχετικής αναπτύξεως του. Ο λόγος αυτός θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος, καθόσον οι προσφεύγοντες έλαβαν γνώση των λόγων που δικαιολογούν τις προσβαλλόμενες πράξεις από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στους υποψηφίους κατά τη διαδικασία επιλογής με τις απαντήσεις που δόθηκαν στις υποβληθείσες μεταξύ 30ής Οκτωβρίου και 25ης Νοεμβρίου 2007 «αιτήσεις επανεξετάσεως», καθώς και με τις απαντήσεις επί των διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν στις 25 Ιανουαρίου 2008.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

93      Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι οι προσφεύγοντες στηρίζουν τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1δ, παράγραφος 5, του ΚΥΚ, το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους.

94      Ακολούθως, ο λόγος αυτός συνδέεται μάλλον με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως. Επιπροσθέτως, καθόσον το Δικαστήριο ΔΔ αποφάνθηκε ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι με το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 43 επ. και στις σκέψεις 77 επ., παρέλκει να εξεταστεί αν οι προσφεύγοντες απέδειξαν την ύπαρξη παρατυπιών από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις προσβάλλουν την αρχή της ισότητας. Ο λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, καθόσον από την εξέταση των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως προκύπτει ότι δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί οποιαδήποτε παρατυπία κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να λάβει ως βάση τη διάπραξη των παρατυπιών αυτών και να αποδείξει, ακολούθως, ότι αυτές δεν επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα των εν λόγω δοκιμασιών και δεν αποτέλεσαν πηγή δυσμενούς διακρίσεως.

95      Τέλος, ο λόγος ακυρώσεως δεν στερείται αμφισημίας. Από το γράμμα του λόγου αυτού και ειδικότερα από την παραπομπή στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής και Staelen κατά Κοινοβουλίου προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες μάλλον επικρίνουν την Επιτροπή διότι δεν απέδειξε ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ ότι οι προβαλλόμενες παρατυπίες που προσάπτουν στη διαδικασία δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα των επίμαχων δοκιμασιών.

96      Αν όντως πρέπει να δοθεί στον λόγο αυτό η ανωτέρω ερμηνεία, επιβάλλεται, επίσης, η διαπίστωση ότι οι προσφεύγοντες συγχέουν, αφενός, την προβαλλόμενη υποχρέωση αιτιολογήσεως, η οποία συνιστά, δυνάμει του άρθρου 25 του ΚΥΚ και των άρθρων 11 και 81 του ΚΛΠ, διαδικαστική προϋπόθεση συνυφασμένη με την έκδοση βλαπτικών διοικητικών αποφάσεων, δυνάμενων να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ, και, αφετέρου, την κατ’ αντιμωλία συζήτηση καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, κατά την οποία δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις.

97      Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

98      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

99      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα δικαστικά έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί για τους ως άνω λόγους.

100    Από την παρούσα απόφαση προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες είναι οι ηττηθέντες διάδικοι. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς με τα αιτήματά της να καταδικαστούν οι προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα. Καθόσον οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν, εν προκειμένω, την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι προσφεύγοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

101    Επιβάλλεται, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑20/08 και η προσφεύγουσα στην υπόθεση F‑34/08 άσκησαν, αντιστοίχως, αφενός, τις εν λόγω προσφυγές και, αφετέρου, την προσφυγή F‑75/08, η οποία ασκήθηκε και από τους λοιπούς προσφεύγοντες στην υπόθεση F‑75/08.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει τις προσφυγές F‑20/08, F‑34/08 και F‑75/08.

2)      Καταδικάζει τον J. Aparicio και τους λοιπούς προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα υπ’ αριθ. 1 έως 18, στα δικαστικά έξοδα που αφορούν την υπόθεση F-20/08 και στα δεκαεννέα τεσσαρακοστά έκτα των εξόδων στην υπόθεση F-75/08. Καταδικάζει την A. Simon στα δικαστικά έξοδα που αφορούν την υπόθεση F-34/08 και σε ένα τεσσαρακοστό έκτο των εξόδων στην υπόθεση F-75/08. Καταδικάζει τους προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα υπ’ αριθ. 19 έως 40 και 42 έως 46, στα είκοσι έξι τεσσαρακοστά έκτα των εξόδων στην υπόθεση F-75/08.

Kanninen

Boruta

Van Raepenbusch

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      H. Kanninen

Τα κείμενα της παρούσας αποφάσεως καθώς και των παρατιθέμενων σ’ αυτή αποφάσεων των κοινοτικών δικαστηρίων που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή διατίθενται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου www.curia.europa.eu


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των προσφευγόντων στην/στις εν λόγω υπόθεση/υποθέσεις, τα ονόματά τους δεν περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα.


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.