ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)

της 9ης Μαρτίου 2010

Υπόθεση F-33/09

Aglika Tzvetanova

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Αποδοχές — Επίδομα αποδημίας — Προϋποθέσεις του άρθρου 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ — Συνήθης διαμονή πριν την ανάληψη καθηκόντων — Διαμονή ως φοιτητής στον τόπο υπηρεσίας κατά την περίοδο αναφοράς — Πρακτική άσκηση εκτός του τόπου υπηρεσίας κατά την περίοδο αναφοράς — Λαμβάνεται υπόψη η πραγματική κατοικία»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία η Α. Tzvetanova, το γένος Sabeva, ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην της χορηγηθεί το επίδομα αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ για τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η απόφαση αυτή προκύπτει από το έγγραφο περί καθορισμού των ατομικών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας, το οποίο καταρτίστηκε στις 10 Ιουλίου 2008 από το Γραφείο διαχείρισης και εκκαθάρισης των ατομικών δικαιωμάτων.

Απόφαση: Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2008, περί μη χορηγήσεως στην Α. Tzvetanova του επιδόματος αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ακυρώνεται. H Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

Υπάλληλοι — Αποδοχές — Επίδομα αποδημίας — Προϋποθέσεις χορηγήσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, παράρτημα VII, άρθρο 4 § 1, στοιχείο α΄)

Μολονότι στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ απαντούν αμφότεροι οι όροι «μόνιμη διαμονή» ή «άσκησε κατά συνήθη τρόπο […] την κυρία επαγγελματική δραστηριότητά του», εντούτοις η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι το κύριο κριτήριο, όσον αφορά τη χορήγηση επιδόματος αποδημίας, είναι η συνήθης διαμονή (και όχι η κατοικία ή η απλή διαμονή) του υπαλλήλου πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Η συνήθης διαμονή είναι ο τόπος τον οποίον ο ενδιαφερόμενος ορίζει, με τη βούληση να του προσδώσει σταθερό χαρακτήρα, ως μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του.

Η εγγραφή στο δημοτολόγιο αποτελεί καθαρά τυπικό στοιχείο το οποίο δεν πιστοποιεί την πραγματική διαμονή του ενδιαφερομένου σε συγκεκριμένο δήμο. Ομοίως, δεν έχουν αποδεικτική αξία τα έγγραφα που αποδεικνύουν τους δεσμούς του ενδιαφερομένου με συγκεκριμένη χώρα ή ακόμη αναφέρουν κάποια διεύθυνση στη χώρα αυτή, όπως, π.χ., οι βεβαιώσεις περί ασκήσεως πολιτικών δικαιωμάτων ή περί καταχωρίσεως αυτοκινήτου, οι σχετικές καταβολές φόρων και τελών, εφόσον οι αρχές ή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν καταρτίσει τα έγγραφα αυτά δεν έχουν ελέγξει ποια είναι η πραγματική διαμονή του ενδιαφερομένου.

Μολονότι η διαμονή σε μια χώρα, με κύριο σκοπό την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών και την πραγματοποίηση πρακτικής ασκήσεως επαγγελματικού χαρακτήρα, οι οποίες έχουν εξ ορισμού προσωρινό χαρακτήρα και αποτελούν μέρος της εκπαιδεύσεως του ενδιαφερομένου, δεν προδικάζει καταρχήν τη βούληση του προσώπου αυτού να μεταφέρει το κέντρο των συμφερόντων του στη συγκεκριμένη χώρα, εντούτοις δεν αποκλείεται η διαμονή αυτή να συνιστά συνήθη διαμονή στη χώρα αυτή, εφόσον, κατόπιν συνεκτιμήσεως και άλλων περιστάσεων, διαπιστωθεί ότι υπάρχουν διαρκείς κοινωνικοί και επαγγελματικοί δεσμοί με την εν λόγω χώρα. Στις περιστάσεις αυτές συγκαταλέγεται το γεγονός ότι ο σπουδαστής συνέχισε να διαμένει στη χώρα όπου πραγματοποίησε τις σπουδές του μετά την ολοκλήρωσή τους, ακόμη δε και μετά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, πλην όμως οι σπουδές αυτές καθαυτές αποτελούν ένδειξη μόνον του ενδεχομένου και όχι της βέβαιης βουλήσεως μεταφοράς του μονίμου κέντρου των συμφερόντων στη χώρα πραγματοποιήσεως των σπουδών.

Δεν χορηγείται επίδομα αποδημίας μόνον αν ο υπάλληλος είχε μόνιμη διαμονή ή άσκησε κατά συνήθη τρόπο την κυρία επαγγελματική δραστηριότητά του καθ’ όλο το κρίσιμο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του χρονικό διάστημα στο κράτος όπου βρίσκεται ο τόπος ασκήσεως των καθηκόντων του.

(βλ. σκέψεις 39, 43, 45, 46, 48 και 57)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 10 Οκτωβρίου 1989, 201/88, Atala-Palmerini κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3109, σκέψη 10

ΓΔΕΕ: 8 Απριλίου 1992, T‑18/91, Costacurta Gelabert κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑1655, σκέψη 42· 14 Δεκεμβρίου 1995, T‑72/94, Διαμαντάρας κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑285 και II‑865, σκέψη 48· 27 Σεπτεμβρίου 2000, T‑317/99, Lemaître κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑191 και II‑867, σκέψη 51· 3 Μαΐου 2001, T‑60/00, Λιάσκου κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑107 και II‑489, σκέψεις 52, 55 και 56· 4 Ιουνίου 2003, T‑124/01 και T‑320/01, Del Vaglio κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑157 και II‑767, σκέψη 85· 25 Οκτωβρίου 2005, T‑299/02, Dedeu i Fontcuberta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑303 και II‑1377, σκέψη 66· 27 Σεπτεμβρίου 2006, T‑416/04, Κοντούλη κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑181 και II‑A‑2‑897, σκέψεις 90, 105 και 106· 19 Ιουνίου 2007, T‑473/04, Asturias Cuerno κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. Ι‑Α‑2‑139 και ΙΙ‑Α‑2‑963, σκέψεις 73 και 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 8 Απριλίου 2008, F‑134/06, Bordini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. Ι‑Α‑1‑87 και ΙΙ‑Α‑1‑435, σκέψεις 74, 76 και 77