ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 29ης Ιουνίου 2010

Υπόθεση F-35/09

Maria Teresa Visser-Fornt Raya

κατά

Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της Ευρωπόλ — Μη ανανέωση συμβάσεως — Σύμβαση αορίστου χρόνου — Άρθρο 6 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ — Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, της συμβάσεως για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ), που συνήφθη δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και του άρθρου 93, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ, με την οποία η Μ. Τ. Visser-Fornt Raya ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Ευρωπόλ, της 12ης Ιουνίου 2008, περί μη συνάψεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, και της αποφάσεως της Ευρωπόλ, της 7ης Ιανουαρίου 2009, περί απορρίψεως της ενστάσεώς της κατά της αποφάσεως της 12ης Ιουνίου 2008.

Απόφαση: Η απόφαση της 12ης Ιουνίου 2008, με την οποία η Ευρωπόλ αρνήθηκε να συνάψει με την προσφεύγουσα σύμβαση αορίστου χρόνου, ακυρώνεται. Η Ευρωπόλ καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Δίκαιο της Ένωσης — Αρχές — Δικαιώματα άμυνας

2.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπόλ — Απόφαση επηρεάζουσα την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου — Συνεκτίμηση στοιχείων που δεν περιέχονται στον ατομικό του φάκελο — Έλλειψη νομιμότητας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ, άρθρα 6 και 23)

3.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπόλ — Απόφαση επηρεάζουσα την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου — Συνεκτίμηση στοιχείων που δεν περιέχονται στον ατομικό του φάκελο — Αποφασιστική επιρροή — Ακύρωση — Προϋποθέσεις

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ, άρθρο 23)

1.      Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως. Συνιστά επίσης, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται κατά ορισμένου προσώπου και ενδέχεται να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη, θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και όταν δεν υφίσταται καμία ρύθμιση που να διέπει την οικεία διαδικασία. Η αρχή αυτή επιτάσσει να δίνεται σε κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου ενδέχεται να εκδοθεί βλαπτική απόφαση η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του όσον αφορά τα στοιχεία που ενδέχεται να του καταλογιστούν στην πράξη που πρόκειται να εκδοθεί. Το δικαίωμα πρόσβασης, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όλα τα έγγραφα στα οποία ενδέχεται να στηρίξει την απόφασή της.

(βλ. σκέψεις 56 και 57)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 7 Μαΐου 1991, C‑291/89, Interhotel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑2257, σκέψη 14· 7 Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψεις 68 και 71· 9 Νοεμβρίου 2006, C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, Συλλογή 2006, σ. I‑10915, σκέψεις 37 και 38· 6 Δεκεμβρίου 2007, C‑59/06 P, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 46

ΓΔΕΕ: 15 Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψη 487

ΔΔΔΕΕ: 11 Σεπτεμβρίου 2008, F‑51/07, Bui Van κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I‑A‑1‑289 και II‑A‑1‑1533, σκέψη 77, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑491/08 P

2.      Tο άρθρο 23 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας των υπαλλήλων της Ευρωπόλ και επιδιώκει, προς τούτο, να εξασφαλίσει ότι οι λαμβανόμενες από τη Διοίκηση αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την κατάσταση ενός υπαλλήλου και τη σταδιοδρομία του δεν θα στηρίζονται σε πραγματικά στοιχεία αφορώντα τις ικανότητές του, την απόδοσή του ή τη συμπεριφορά του τα οποία δεν περιέχονται στον ατομικό του φάκελο. Κατά συνέπεια, απόφαση στηριζόμενη σε τέτοια πραγματικά στοιχεία αντίκειται στις εγγυήσεις που παρέχει ο εν λόγω Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως και πρέπει να ακυρωθεί ως εκδοθείσα κατόπιν μη νόμιμης διαδικασίας.

Απόφαση εκδοθείσα κατόπιν της ειδικής διαδικασίας για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου που προβλέπεται στο άρθρο 6 του ίδιου Κανονισμού και στο άρθρο 7 της αποφάσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 6 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ, μπορεί να επηρεάσει την διοικητική κατάσταση ενός υπαλλήλου της Ευρωπόλ και συνιστά, ως εκ τούτου, βλαπτική απόφαση. Συνεπώς, μια τέτοια απόφαση πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.

(βλ. σκέψεις 58 και 60)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Ιουνίου 1972, 88/71, Brasseur κατά Κοινοβουλίου, Rec. 1972, σ. 499, σκέψη 11· 12 Φεβρουαρίου 1987, 233/85, Bonino κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 739, σκέψη 11

ΓΔΕΕ: 6 Φεβρουαρίου 2003, T‑7/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑37 και II‑239, σκέψεις 70 και 72· 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψη 50

ΔΔΔΕΕ: 28 Ιουνίου 2007, F‑38/06, Bianchi κατά ETF, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I‑A‑1‑183 και II‑A‑1‑1009, σκέψη 48

3.      Η παράβαση του άρθρου 23 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως της Ευρωπόλ και της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται την ακύρωση μιας πράξεως, παρά μόνον αν αποδεικνύεται ότι έγγραφα τα οποία δεν κοινοποιήθηκαν στον υπάλληλο επηρέασαν αποφασιστικά το περιεχόμενο της αποφάσεως που τον αφορά.

Με γνώμονα τον κανόνα αυτό, ένα έντυπο αξιολόγησης, το οποίο δεν παραθέτει απλώς πληροφορίες που περιέχονται ήδη στην έκθεση αξιολόγησης του ενδιαφερομένου, αλλά περιλαμβάνει στοιχεία αφορώντα τις ικανότητές του, την απόδοσή του ή τη συμπεριφορά του, καθώς και αξιολόγηση των συνεπειών της μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του στην εύρυθμη λειτουργία της Ευρωπόλ, μπορεί όντως να επηρεάσει αποφασιστικά την εν λόγω απόφαση.

(βλ. σκέψεις 64 έως 68)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 12 Νοεμβρίου 1996, C‑294/95 P, Ojha κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I‑5863, σκέψη 67

ΓΔΕΕ: 6 Φεβρουαρίου 2007, T‑246/04 και T‑71/05, Wunenburger κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I‑A‑2‑21 και II‑A‑2‑131, σκέψη 149