ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 10ης Σεπτεμβρίου 2009

Υπόθεση F-47/07

Joachim Behmer

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προαγωγή – Περίοδος προαγωγών 2005 – Νομιμότητα των οδηγιών που διέπουν τη διαδικασία προαγωγών – Διαβούλευση με την επιτροπή του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Διάκριση εις βάρος των εκπροσώπων του προσωπικού»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο J. Behmer ζητεί, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί μη προαγωγής του στον βαθμό A*13 από 1ης Ιανουαρίου 2005 κατά την περίοδο προαγωγών 2005.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – ΚΥΚ – Γενικές εκτελεστικές διατάξεις – Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 45 και 110)

2.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Μετάβαση σε νέο καθεστώς προαγωγών

3.      Υπάλληλοι – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Τροποποίηση του καθεστώτος προαγωγών

4.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Απόφαση περί καταρτίσεως του καταλόγου των προαγομένων υπαλλήλων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

5.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Κριτήρια – Προσόντα – Συνεκτίμηση της αρχαιότητας στον βαθμό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

6.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Ένσταση μη προαχθέντος υποψηφίου – Απορριπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Έκταση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, 45 και 90 § 2)

1.      Ο όρος «γενικές διατάξεις προς εκτέλεση» περιέχεται στο άρθρο 110 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) αναφέρεται, κατ’ αρχάς, στα μέτρα εφαρμογής που προβλέπονται ρητώς από ορισμένες ειδικές διατάξεις του ΚΥΚ, ελλείψει δε ρητής διατάξεως, υποχρέωση θεσπίσεως εκτελεστικών μέτρων πληρούντων τους τυπικούς όρους του εν λόγω άρθρου μπορεί να γίνει δεκτή μόνον κατ’ εξαίρεση, ήτοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διατάξεις του ΚΥΚ στερούνται σαφήνειας και ακρίβειας σε βαθμόν ώστε να επιδέχονται αυθαίρετη εφαρμογή.

Δεν αποτελούν «γενικές διατάξεις προς εκτέλεση» κατά την έννοια του άρθρου 110 του ΚΥΚ οι διέπουσες τη διαδικασία προαγωγών οδηγίες που εκδίδονται από κοινοτικό θεσμικό όργανο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 45 του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, αφενός, οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν προβλέπουν ρητώς την υποχρέωση εκδόσεως γενικών εκτελεστικών διατάξεων κατά την έννοια του άρθρου 110. Αφετέρου, οι εν λόγω διατάξεις είναι αρκούντως ακριβείς και, ως εκ τούτου, δεν επιδέχονται αυθαίρετη εφαρμογή, ακόμη και ελλείψει τυπικών εκτελεστικών διατάξεων.

(βλ. σκέψεις 47 και 48)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 31 Μαρτίου 1965, 16/64, Rauch κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 45· 8 Ιουλίου 1965, 19/63 και 65/63, Prakash κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 137

ΠΕΚ: 9 Ιουλίου 1997, T‑156/95, Echauz Brigaldi κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑171 και II‑509, σκέψη 53

2.      Η κανονιστική εξουσία έχει την ευχέρεια να επιφέρει οιαδήποτε στιγμή τις τροποποιήσεις που κρίνει σύμφωνες προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τούτο δε ακόμη και όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τους υπαλλήλους, υπό τον όρον, όμως, ότι διασφαλίζονται τα νομίμως κεκτημένα δικαιώματα των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων και ότι τα πρόσωπα που αφορά ειδικώς η νέα ρύθμιση αντιμετωπίζονται κατά τρόπο όμοιο.

Συνεπώς, ένας υπάλληλος δεν δύναται να προβάλει παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου στην περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση τροποποιεί το καθεστώς προαγωγών, όταν γνωρίζει, πρώτον, ότι η Διοίκηση θεμιτώς έκρινε ότι η τροποποίηση αυτή ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δεύτερον, ότι η τροποποίηση του εν λόγω καθεστώτος δεν μεταβάλλει τις κατευθυντήριες αρχές οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια, τη διαδικασία και τη διαφάνεια που διέπουν τη διαδικασία προαγωγών των υπαλλήλων εντός του οικείου οργάνου και, συνεπώς, δεν θίγει τα δικαιώματα που έχουν κτηθεί νομοτύπως σε σχέση με την προαγωγή και, τρίτον, ότι όλοι οι υπάλληλοι του ιδίου βαθμού έχουν τύχει όμοιας μεταχειρίσεως.

Επιπροσθέτως, εφόσον η μετάβαση από ένα καθεστώς προαγωγών σε άλλο είναι νόμιμη, δεν δύναται να προσαφθεί στη Διοίκηση παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την τροποποίηση του καθεστώτος προαγωγών για τον λόγο ότι οι επελθούσες τροποποιήσεις απέβησαν εις βάρος αρχαιότερων στον βαθμό υπαλλήλων.

(βλ. σκέψεις 52 έως 54)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 19 Μαρτίου 1975, 28/74, Gillet κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 149, σκέψεις 5 και 6

ΠΕΚ: 30 Σεπτεμβρίου 1998, T‑121/97, Ryan κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1998, σ. II‑3885, σκέψεις 98 και 104· 18 Σεπτεμβρίου 2008, T‑47/05, Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 107, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπόθεση C‑496/08 P

ΔΔΔ: 19 Οκτωβρίου 2006, F‑59/05, De Smedt κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑109 και II‑A‑1‑409, σκέψη 71· 24 Απριλίου 2008, F‑61/05, Dalmasso κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 78

3.      Δικαίωμα επικλήσεως της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν οι ιδιώτες που βρίσκονται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική Διοίκηση τους δημιούργησε βάσιμες ελπίδες. Αντιθέτως, ουδείς υπάλληλος δύναται να προβάλει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εάν δεν του έχουν παρασχεθεί σαφείς διαβεβαιώσεις εκ μέρους της Διοικήσεως.

Συνεπώς, ελλείψει δεσμεύσεως εκ μέρους της Διοικήσεως να διατηρήσει σε ισχύ το παλαιό καθεστώς προαγωγών, ένας υπάλληλος δεν δύναται να επικαλεσθεί την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να εναντιωθεί στην τροποποίηση του εν λόγω καθεστώτος.

(βλ. σκέψεις 55 και 56)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 19 Μαΐου 1983, 289/81, Μαυρίδης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1731, σκέψη 21

ΠΕΚ: 27 Μαρτίου 1990, T‑123/89, Chomel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑131, σκέψη 25· 30 Νοεμβρίου 1994, T‑498/93, Dornonville de la Cour κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑257 και II‑813, σκέψη 46· προπαρατεθείσα Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 21

4.      Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αναβάλει τη δημοσίευση του καταλόγου των προαγομένων υπαλλήλων για τον λόγο ότι η απόφαση περί απονομής των μορίων αξιολογήσεως ενός εκ των υποψηφίων δεν είναι ακόμη οριστική. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει τις αποφάσεις προαγωγής χωρίς να έχει στη διάθεσή της όλες τις αποφάσεις απονομής των μορίων αξιολογήσεως δεν συνιστά, αυτό καθαυτό, παρατυπία. Παρατυπία δύναται να διαπιστωθεί μόνον όταν η απουσία οριστικής αποφάσεως οφείλεται σε ουσιώδη καθυστέρηση για την οποία ευθύνεται αποκλειστικώς η Διοίκηση.

(βλ. σκέψη 76)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 27 Ιανουαρίου 1983, 263/81, List κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 103, σκέψη 27· 17 Δεκεμβρίου 1992, C‑68/91 P, Moritz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I‑6849, σκέψη 17

ΠΕΚ: 5 Οκτωβρίου 2000, T‑202/99, Rappe κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑201 και II‑911, σκέψη 39· 15 Νοεμβρίου 2001, T‑194/99, Sebastiani κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑215 και II‑991, σκέψεις 44 επ.

5.      Η αρχαιότητα στον βαθμό δεν καταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο 45 του ΚΥΚ κριτηρίων για την επιλογή των προακτέων υπαλλήλων, αλλά αποτελεί κριτήριο το οποίο λαμβάνεται υπόψη επικουρικώς. Συνεπώς, το γεγονός ότι ένας υπάλληλος δεν προήχθη μολονότι έλαβε τον ίδιο αριθμό μορίων αξιολογήσεως με νεότερους, από πλευράς αρχαιότητας στον βαθμό, υποψηφίους οι οποίοι προήχθησαν δεν δύναται να θεωρηθεί πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση είχε τη δυνατότητα να κρίνει ότι η εφαρμογή άλλων κριτηρίων δικαιολογούσε την προαγωγή των εν λόγω υπαλλήλων. Επιπροσθέτως, συνεκτίμηση του κριτηρίου αρχαιότητας στον βαθμό δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική επαγγελματική διαδρομή του υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 84 και 85)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 9 Απριλίου 2003, T‑134/02, Tejada Fernández κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑125 και II‑609, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔ: 10 Σεπτεμβρίου 2009, F‑124/07, Behmer κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 106 έως 110

6.      Μολονότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αιτιολογεί, έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, τις αποφάσεις προαγωγής που λαμβάνει, υποχρεούται να αιτιολογεί την απόφαση με την οποία απορρίπτει ένσταση υποβληθείσα δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ εκ μέρους μη προαχθέντος υποψηφίου· στην περίπτωση αυτή η αιτιολογία της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως θεωρείται ότι ταυτίζεται με την αιτιολογία της αποφάσεως κατά της οποίας υποβάλλεται η ένσταση. Η Διοίκηση δεν υποχρεούται, εντούτοις, να εξηγήσει τον τρόπο αξιολογήσεως εκάστου των κριτηρίων που την οδήγησαν στη λήψη αποφάσεως.

Απόφαση περί απορρίψεως ενστάσεως ανταποκρίνεται στην περί αιτιολογήσεως επιταγή οσάκις η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επισημαίνει ότι τα προσόντα του υποψηφίου δεν ήταν ικανά να δικαιολογήσουν την προαγωγή του, καθώς τα καθήκοντα που ασκούσαν οι προαχθέντες υπάλληλοι ήταν αδιαμφισβήτητα σημαντικότερα από πλευράς ευθύνης. Συγκεκριμένα, τα περιλαμβανόμενα στην απόφαση στοιχεία παρέχουν στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να συναγάγει τους λόγους της μη προαγωγής του και να ασκήσει κατά της οικείας αποφάσεως την αναγκαία για την προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων του προσφυγή. Τα στοιχεία αυτά καθιστούν, εξάλλου, εφικτό τον έλεγχο νομιμότητας επί της εν λόγω αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 94 έως 97)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 30 Οκτωβρίου 1974, 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1974, σ. 445, σκέψη 13· 27 Οκτωβρίου 1977, 121/76, Moli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 611, σκέψη 12· 26 Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22

ΠΕΚ: 8 Οκτωβρίου 2008, F‑44/07, Barbin κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35· 8 Οκτωβρίου 2008, F‑81/07, Barbin κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27