ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 29ης Σεπτεμβρίου 2009

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-20/08, F-34/08 και F-75/08

Jorge Aparicio κ.λπ. και Anne Simon

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διαδικασία επιλογής CAST 27/Relex – Μη εγγραφή στη βάση δεδομένων – Ακύρωση ερωτήσεων – Δοκιμασία ασκήσεων λογικής με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα – Ίση μεταχείριση»

Αντικείμενο: Προσφυγές, ασκηθείσες δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με τις οποίες ο J. Aparicio και 46 άλλοι συμβασιούχοι υπάλληλοι της Επιτροπής ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων της Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 25ης Οκτωβρίου 2007, περί μη εγγραφής των ονομάτων τους στον πίνακα επιτυχόντων και στη βάση δεδομένων της διαδικασίας προσλήψεως CAST 27/Relex.

Απόφαση: Οι προσφυγές F-20/08, F-34/08 και F-75/08 απορρίπτονται. Ο J. Aparicio και οι λοιποί προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα υπ’ αριθ. 1 έως 18, καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση F-20/08 και στα δεκαεννέα τεσσαρακοστά έκτα των εξόδων στην υπόθεση F-75/08. Η A. Simon, προσφεύγουσα στην υπόθεση F-34/08 και προσφεύγουσα μεταξύ άλλων στην υπόθεση F-75/08, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση F-34/08 και στο ένα τεσσαρακοστό έκτο των εξόδων στην υπόθεση F-75/08. Οι προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα υπ’ αριθ. 19 έως 40 και 42 έως 46, καταδικάζονται στα είκοσι έξι τεσσαρακοστά έκτα των εξόδων στην υπόθεση F-75/08.

Περίληψη

1.      Προσφυγή ακυρώσεως – Αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή – Αίτημα ακυρώσεως βλαπτικής ατομικής πράξεως – Αναρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα διατάξεως γενικής ισχύος με το διατακτικό των αποφάσεών του

(Άρθρο 230 ΕΚ)

2.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διοργάνωση των εξετάσεων – Τρόπος διεξαγωγής και περιεχόμενο των εξετάσεων

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 82 §§ 5 και 6)

3.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Εξετάσεις – Περιεχόμενο των εξετάσεων – Ληφθέντα μέτρα για τη διόρθωση σφαλμάτων ή παρατυπιών που παρεισέφρησαν κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων

4.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Εξετάσεις – Περιεχόμενο των εξετάσεων – Ακύρωση ερωτήσεων

1.      Μολονότι, στο πλαίσιο αιτήματος ακυρώσεως μιας βλαπτικής ατομικής πράξεως, ο κοινοτικός δικαστής είναι όντως αρμόδιος να διαπιστώνει παρεμπιπτόντως τον παράνομο χαρακτήρα μιας διατάξεως γενικής ισχύος επί της οποίας στηρίζεται η προσβαλλόμενη πράξη, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να περιλαμβάνει τέτοιου είδους διαπιστώσεις στο διατακτικό των αποφάσεών του.

(βλ. σκέψη 28)

Παραπομπή:

ΔΔΔ: 4 Ιουνίου 2009, F‑134/07 και F‑8/08, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 38

2.      Κατά το άρθρο 82, παράγραφοι 5 και 6, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού (στο εξής: ΚΛΠ), η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (στο εξής: EPSO) παρέχει υποστήριξη στα διάφορα όργανα προσδιορίζοντας και διοργανώνοντας τους διαγωνισμούς για την επιλογή συμβασιούχων υπαλλήλων σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που εκδίδουν τα εν λόγω όργανα. Επιπροσθέτως, από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και παράγραφος 2, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που διέπουν τις διαδικασίες προσλήψεως και απασχολήσεως συμβασιούχων υπαλλήλων στην Επιτροπή προκύπτει ότι η EPSO πρέπει να σέβεται τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής για τη σύναψη συμβάσεων (στο εξής: ΑΑΣΣ) όσον αφορά τις δεξιότητες και τα ειδικά προσόντα των υποψηφίων. Εντούτοις, από τις διατάξεις αυτές και από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2002/620, περί συστάσεως της EPSO προκύπτει ότι η EPSO διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια κατά τη διοργάνωση των δοκιμασιών επιλογής.

Κατά συνέπεια, από σημείωμα και επιστολή της Επιτροπής που περιέχουν ασάφειες όσον αφορά τον «μη προκριματικό» χαρακτήρα των δοκιμασιών επιλογής δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η EPSO υπερέβη τα όρια που έθεσε η Επιτροπή στα καθήκοντά της, επιβάλλοντας μια προκριματική δοκιμασία ασκήσεων με λεκτικά και αριθμητικά δεδομένα, δεδομένου ότι στα εν λόγω δύο έγγραφα μπορεί, υπό το πρίσμα του άρθρου 5 των ανωτέρω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, να αποδοθεί η έννοια ότι οι επίμαχες δοκιμασίες δεν ήταν προκριματικές όπως οι διαγωνισμοί, καθόσον δεν ήταν προκαθορισμένος ο αριθμός των επιτυχόντων, χωρίς, εντούτοις, να έχει αναφερθεί ότι οι δοκιμασίες αυτές δεν ήταν προκριματικές.

(βλ. σκέψεις 57 έως 62)

3.      Η νομολογία αναγνωρίζει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού, όταν επιλαμβάνεται παρατυπιών ή σφαλμάτων που παρεισέφρησαν κατά τη διεξαγωγή γενικού διαγωνισμού με πολλούς συμμετέχοντες, τα οποία δεν μπορούν, βάσει των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, να διορθωθούν με επανάληψη των εξετάσεων του διαγωνισμού. Μολονότι η EPSO δεν είναι εξεταστική επιτροπή και οι επίμαχες δοκιμασίες επιλογής δεν έλαβαν τη μορφή διαγωνισμού, η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθόσον η EPSO διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια στη διοργάνωση των εν λόγω δοκιμασιών.

(βλ. σκέψεις 77 και 78)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 2 Μαΐου 2001, T‑167/99 και T‑174/99, Giulietti κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑93 και II‑441, σκέψη 58

4.      Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Επιπροσθέτως, η προσβολή της αρχής της ισότητας προϋποθέτει ότι η επίμαχη μεταχείριση συνεπάγεται κάποιο μειονέκτημα για ορισμένα πρόσωπα σε σχέση με άλλα.

Εάν δεν έχει καθορισθεί εκ των προτέρων συγκεκριμένος αριθμός επιτυχόντων με την πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, οι δοκιμασίες επιλογής ουδόλως συνεπάγονται την άμεση σύγκριση των υποψηφίων, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, όπως στην περίπτωση διαγωνισμού.

Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ακόμη και στο πλαίσιο αυτό, ότι η χορήγηση μιας συμπληρωματικής μονάδας σε όλους τους υποψηφίους στους οποίους υποβλήθηκαν προβληματικές ερωτήσεις, με σκοπό την ακύρωσή τους, θα μπορούσε να ωφελήσει ορισμένους υποψηφίους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν ευκολότερα τις προβλεπόμενες βάσεις για τις εξετάσεις.

Από το γεγονός ότι οι ακυρωθείσες ερωτήσεις αποσυντόνισαν ορισμένους υποψηφίους περισσότερο από άλλους, σε βαθμό που να επηρεασθεί η ικανότητά τους να απαντήσουν στο σύνολο των ερωτήσεων της δοκιμασίας δεν μπορεί να συναχθεί προσβολή της αρχής της ισότητας, διότι η κατάσταση αυτή ήταν απόρροια της δικής τους συμπεριφοράς έναντι της εν λόγω δυσκολίας και υπογραμμίζει την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ αυτών και των λοιπών υποψηφίων.

(βλ. σκέψεις 82 έως 85)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 13 Ιουλίου 1962, 17/61 και 20/61, Klöckner-Werke και Hoesch κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 787· 11 Σεπτεμβρίου 2007, C‑227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑6767, σκέψη 63· 17 Ιουλίου 2008, C‑71/07 P, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑5887, σκέψη 50· 16 Δεκεμβρίου 2008, C‑127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψη 39

ΠΕΚ: 17 Ιανουαρίου 2001, T‑189/99, Γεροχρήστος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑11 και II‑53, σκέψη 26· 5 Απριλίου 2006, T‑351/02, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1047, σκέψη 137