ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 10ης Μαρτίου 2009

Υπόθεση F-100/07

Κυριάκος Τσιριμιάγκος

κατά

Επιτροπής των Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Αποδοχές – Μεταφορά μέρους των αποδοχών εκτός της χώρας τοποθετήσεως – Άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του παραρτήματος VII του προϊσχύσαντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Λογαριασμός στεγαστικού ταμιευτηρίου – Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων – Προϋποθέσεις – Παράτυπες μεταφορές – Πρόδηλος χαρακτήρας της παρατυπίας»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο Κ. Τσιριμιάγκος ζητεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής των Περιφερειών της 21ης Νοεμβρίου 2006, με την οποία του ζητήθηκε να επιστρέψει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, τα ποσά που του καταβλήθηκαν κατ’ εφαρμογήν του διορθωτικού συντελεστή επί του μέρους των αποδοχών του το οποίο μετέφερε στη Γαλλία μεταξύ Απριλίου 2004 και Μαΐου 2005, ύψους 2 120,16 ευρώ, και, αφετέρου, να ακυρωθεί, κατά το μέτρο του αναγκαίου, η απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση, καθόσον η απόφαση αυτή επικυρώνει την αναζήτηση ποσού ύψους 2 038,61 ευρώ, και, τέλος, να υποχρεωθεί η Επιτροπή των Περιφερειών να του επιστρέψει το ποσό των 2 038,61 ευρώ που κρατήθηκε από τον μισθό του.

Απόφαση: Η απόφαση της Επιτροπής των Περιφερειών της 21ης Νοεμβρίου 2006, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, ακυρώνεται κατά το μέτρο που διατάσσει την επιστροφή των ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή επί των μεταφορών που πραγματοποίησε ο Κ. Τσιριμιάγκος σε πίστωση του λογαριασμού του στεγαστικού ταμιευτηρίου από τον Απρίλιο του 2004 έως τον Μάιο του 2005, ύψους 15 300 ευρώ. Υποχρεώνει την Επιτροπή των Περιφερειών να επιστρέψει στον προσφεύγοντα‑ενάγοντα το ποσό των 15 300 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, που κρατήθηκε από τον μισθό του και προκύπτει από την εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή επί των μεταφορών που πραγματοποίησε σε πίστωση του λογαριασμού του στεγαστικού ταμιευτηρίου, από τον Απρίλιο του 2004 έως τον Μάιο του 2005· οι τόκοι αυτοί υπολογίζονται από την ημερομηνία της αναζητήσεως και έως την ημερομηνία της πραγματικής επιστροφής του ποσού, βάσει του σταθερού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ίσχυε κατά την επίμαχη περίοδο για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως αυξημένου κατά δύο μονάδες. Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή των Περιφερειών καταδικάζεται να φέρει, εκτός από τα δικαστικά της έξοδα, το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος-ενάγοντος. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει το ήμισυ των δικαστικών του εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Σημείωμα της διοικήσεως που ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για την πρόθεσή της να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα λόγω μη παροχής από αυτόν ικανοποιητικής εξηγήσεως ή μη προσκομίσεως συμπληρωματικών δικαιολογητικών εγγράφων – Δεν εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων – Προϋποθέσεις – Προδήλως παράτυπη καταβολή – Γνώση του ενδιαφερομένου – Μεταφορά μέρους των αποδοχών του υπαλλήλου εκτός της χώρας τοποθετήσεως για την πίστωση λογαριασμού στεγαστικού ταμιευτηρίου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 85· παράρτημα VII, άρθρο 17 § 2)

3.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Πλήρης δικαιοδοσία – Αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη υπάλληλος λόγω της παράνομης αναζητήσεως ποσού – Επιστροφή των αναζητηθέντων – Επιδίκαση τόκων υπερημερίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)

1.      Σημείωμα της διοικήσεως που ενημερώνει υπάλληλο για την πρόθεσή της να αναζητήσει αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, λόγω του ότι ο υπάλληλος δεν παρέσχε, όπως θα μπορούσε, ικανοποιητική εξήγηση ή δεν προσκόμισε συμπληρωματικό δικαιολογητικό έγγραφο, και το οποίο δεν αναφέρει ούτε το ποσό της ενδεχόμενης αναζητήσεως ούτε τον τρόπο της ανακτήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική για τον υπάλληλο πράξη, καθόσον δεν θίγει ευθέως και αμέσως τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, ούτε αποτελεί οριστική θέση της διοικήσεως. Πέραν τούτου, ένα τέτοιο σημείωμα ουδόλως επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να εκτιμήσει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του σημειώματος αυτού, με την υποβολή διοικητικής ενστάσεως, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.

(βλ. σκέψεις 41 και 42)

2.      Από το άρθρο 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως προκύπτει ότι η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων υπόκειται σε δύο σωρευτικώς συντρέχουσες προϋποθέσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη συνίσταται στην παράτυπη καταβολή του ποσού το οποίο αναζητεί η διοίκηση, η δε δεύτερη στη γνώση της παρατυπίας αυτής από τον ενδιαφερόμενο ή στη διαπίστωση ότι η εν λόγω παρατυπία ήταν τόσο πρόδηλη ώστε ο υπάλληλος δεν μπορούσε παρά να τελεί εν γνώσει της.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, όπως είχε πριν αρχίσει να ισχύει ο κανονισμός 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, που επιτρέπει στον υπάλληλο να μεταφέρει μέρος των αποδοχών του εκτός της χώρας τοποθετήσεώς του, προκειμένου να καλύπτει έξοδα που απορρέουν ιδίως από τακτικές και αποδεδειγμένες υποχρεώσεις, τις οποίες έχει αναλάβει εκτός της χώρας όπου εδρεύει το όργανο στο οποίο υπηρετεί ή όπου ασκεί τα καθήκοντά του, δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση που η μεταφορά προορίζεται για την πίστωση λογαριασμού στεγαστικού ταμιευτηρίου που αναγνωρίζεται ως τέτοιος από τη νομοθεσία κράτους μέλους, ο παράτυπος χαρακτήρας μιας τέτοιας καταβολής δεν είναι τόσο πρόδηλος ώστε ο εν λόγω υπάλληλος να μη μπορεί να τον αγνοεί, ιδίως όταν η διατύπωση των εφαρμοστέων νομικών κειμένων δεν επιτρέπει να δοθεί σαφής και αδιαμφισβήτητη απάντηση ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε μια τέτοια μεταφορά και όταν η συμπεριφορά των αρμοδίων υπηρεσιών έχει δημιουργήσει στον ενδιαφερόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι διέκειντο ευνοϊκά προς την εφαρμογή αυτή.

Αντιθέτως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η μεταφορά σε λογαριασμό στεγαστικού ταμιευτηρίου εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, όπως είχε ως ανωτέρω, μία τέτοια μεταφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον μέχρι το ύψος του ανωτάτου ορίου του λογαριασμού αυτού, όπως αυτό καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η μεταφορά μέρους των αποδοχών ενός υπαλλήλου προς πίστωση λογαριασμού στεγαστικού ταμιευτηρίου πέραν του εν λόγω ανώτατου ορίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί νομότυπη. Μία τέτοια παρατυπία πρέπει να θεωρηθεί πρόδηλη για έναν υπάλληλο με πείρα στον τομέα του κοινοτικού υπαλληλικού δικαίου.

(βλ. σκέψεις 55, 60, 61, 64, 66, 70, 74 και 75)

3.      Ο αρμόδιος για τις υπαλληλικές υποθέσεις κοινοτικός δικαστής, ως διαθέτων πλήρη δικαιοδοσία σε χρηματικά ζητήματα, έχει αρμοδιότητα να διατάξει, προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας, την επιστροφή στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ποσού αχρεωστήτως αναζητηθέντος από τη διοίκηση, προσαυξημένου με τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία της αναζητήσεως έως την ημερομηνία της πραγματικής επιστροφής του.

(βλ. σκέψεις 79 και 80)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 18 Σεπτεμβρίου 2002, T‑29/01, Puente Martín κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑157 και II‑833, σκέψη 88· 9 Ιουλίου 2003, T‑22/01, Ευθυμίου κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑177 και II‑891, σκέψη 45

ΔΔΔ: 16 Ιανουαρίου 2007, F‑126/05, Borbély κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 73