ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 3ης Μαρτίου 2009

Υπόθεση F-63/07

Μαρία Πατσαρίκα

κατά

Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Τοποθέτηση σε νέα θέση – Δικαιώματα άμυνας – Απόλυση μετά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας – Ερήμην διαδικασία»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία η Μ. Πατσαρίκα ζητεί, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της αποφάσεως της διευθύντριας του CEDEFOP, της 20ής Σεπτεμβρίου 2006, περί καταγγελίας, κατά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, της συμβάσεώς της εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 27 Σεπτεμβρίου 2005 για διάρκεια δύο ετών, με ισχύ από 1ης Οκτωβρίου 2005.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα φέρει τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της. Το Cedefop φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και το ένα τέταρτο των εξόδων της προσφεύγουσας.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προθεσμίες – Έναρξη – Κοινοποίηση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 3)

2.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Δοκιμαστική υπηρεσία – Αντικείμενο

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 84)

3.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Δοκιμαστική υπηρεσία – Δυνατότητα παρατάσεως της διάρκειας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 84)

4.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Δοκιμαστική υπηρεσία – Απόφαση περί απολύσεως κατά τη λήξη της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας – Στοιχεία εκτιμήσεως

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 84)

5.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Δοκιμαστική υπηρεσία – Εκτίμηση των αποτελεσμάτων

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 84)

6.      Υπάλληλοι – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Απόφαση θίγουσα την υπηρεσιακή κατάσταση συμβασιούχου υπαλλήλου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 26· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 11, εδ. 1)

1.      Η κοινοποίηση αποφάσεως περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως σε γλώσσα διαφορετική είτε από τη μητρική γλώσσα του υπαλλήλου είτε από τη γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η ένσταση είναι προσήκουσα εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει πράγματι γνώση του περιεχομένου της. Εάν, αντιθέτως, ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής θεωρεί ότι δεν μπορεί να την κατανοήσει, σε αυτόν εναπόκειται να ζητήσει από το όργανο, με την απαιτούμενη επιμέλεια, να του χορηγήσει μετάφραση είτε στη γλώσσα της διοικητικής ένστασης είτε στη μητρική του γλώσσα. Όταν εκφράζεται αμελλητί τέτοιο αίτημα, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής άρχεται από την ημερομηνία κοινοποίησης της μετάφρασης αυτής στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, εκτός εάν το όργανο αποδείξει, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό, ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε πράγματι γνώση τόσο του διατακτικού όσο και του σκεπτικού της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεώς του στη γλώσσα της αρχικής κοινοποίησης.

(βλ. σκέψη 31)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 23 Μαρτίου 2000, T‑197/98, Rudolph κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑55 και II‑241, σκέψεις 43 έως 45· 7 Φεβρουαρίου 2001, T‑118/99, Bonaiti Brighina κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑25 και II‑97, σκέψεις 16 έως 19

2.      Μολονότι η περίοδος δοκιμασίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με περίοδο επιμόρφωσης, επιβάλλεται να δοθεί η ευχέρεια στον δόκιμο υπάλληλο κατά την περίοδο αυτή να αποδείξει τα προσόντα του. Η προϋπόθεση αυτή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνδέονται με την τήρηση των γενικών αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και του καθήκοντος αρωγής, το οποίο αντανακλά την ισορροπία των δικαιωμάτων και αμοιβαίων υποχρεώσεων που θεσπίζει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) στις σχέσεις της δημόσιας αρχής και των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα ότι όχι μόνο πρέπει να εξασφαλίζονται στον ενδιαφερόμενο οι ενδεδειγμένες πραγματικές συνθήκες εργασίας, αλλά επίσης να του δίδονται οι κατάλληλες οδηγίες και συμβουλές, ανάλογα με τη φύση των ασκουμένων καθηκόντων, για να είναι σε θέση να προσαρμοστεί στις ειδικές ανάγκες της θέσεως την οποία κατέχει.

(βλ. σκέψη 39)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 12 Δεκεμβρίου 1956, 10/55, Mirossevich κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 111 επ.· 15 Μαΐου 1985, 3/84, Πατρινός κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1985, σ. 1421, σκέψεις 20 και 21

ΠΕΚ: 1 Απριλίου 1992, T‑26/91, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1992, σ. II‑1615, σκέψη 44· 30 Νοεμβρίου 1994, T‑568/93, Correia κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑271 και II‑857, σκέψη 34· 5 Μαρτίου 1997, T‑96/95, Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑35 και II‑97, σκέψη 95· 27 Ιουνίου 2002, T‑373/00, T‑27/01, T‑56/01 και T‑69/01, Tralli κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑97 και II‑453, σκέψη 69

ΔΔΔ: 18 Οκτωβρίου 2007, F‑112/06, Krcova κατά Δικαστηρίου, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 48

3.      Από το γράμμα και μόνον του άρθρου 84, παράγραφοι 3 και 4, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού προκύπτει ότι το εν λόγω Καθεστώς ουδόλως εξαρτά τη δυνατότητα της αρχής η οποία είναι εξουσιοδοτημένη να συνάπτει τις συμβάσεις προσλήψεως να παρατείνει τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας και, ενδεχομένως, να τοποθετήσει τον οικείο υπάλληλο σε άλλη θέση από την προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος επέδειξε έκδηλη ανικανότητα κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Τούτο προβλέπεται μόνο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή αποφασίσει να απολύσει τον υπάλληλο πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας του. Εξάλλου, καίτοι το άρθρο 84, παράγραφος 3, του εν λόγω Καθεστώτος προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα της διοικήσεως, σε περίπτωση παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας, να τοποθετήσει τον υπάλληλο σε άλλη θέση, πρέπει πάντως ο ενδιαφερόμενος να μπορεί πάντα να αποδείξει τις ικανότητές του και να μην παρακωλύεται η διεξαγωγή της περιόδου δοκιμασίας, γεγονός που προϋποθέτει να τηρείται επίσης η ισοδυναμία των θέσεων.

(βλ. σκέψεις 44 και 45)

4.      Η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως έχει διαφορετική φύση από την κατά κυριολεξία «απόλυση» υπαλλήλου που έχει ήδη μονιμοποιηθεί. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, επιβάλλεται η λεπτομερής εξέταση των λόγων που δικαιολογούν την απόφαση περί λύσεως της υπάρχουσας σχέσεως εργασίας, στις αποφάσεις περί μονιμοποιήσεως δοκίμων υπαλλήλων, η εξέταση πρέπει να είναι σφαιρική και να αφορά την ύπαρξη ή όχι ενός συνόλου θετικών στοιχείων που διαπιστώθηκαν κατά την περίοδο δοκιμασίας και εκ των οποίων προκύπτει ότι η μονιμοποίηση του δοκίμου υπαλλήλου είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την περίοδο δοκιμασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων.

(βλ. σκέψεις 62 και 89)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 17 Νοεμβρίου 1983, 290/82, Tréfois κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1983, σ. 3751, σκέψεις 24 και 25· Πατρινός κατά ΟΚΕ, προαναφερθείσα, σκέψη 13

ΠΕΚ: Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 113

5.      Η διοίκηση έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την εκτίμηση των ικανοτήτων και των επιδόσεων δοκίμου υπαλλήλου, με γνώμονα το συμφέρον της υπηρεσίας. Επομένως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση της διοίκησης όσον αφορά το αποτέλεσμα της περιόδου δοκιμασίας και τη δυνατότητα υποψηφίου να μονιμοποιηθεί στην κοινοτική διοίκηση, δεδομένου ότι ο έλεγχός του περιορίζεται στη διακρίβωση της ελλείψεως προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας.

(βλ. σκέψη 63)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 25 Μαρτίου 1982, 98/81, Munk κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1155, σκέψη 16· Tréfois κατά Δικαστηρίου, προαναφερθείσα, σκέψη 29· 5 Απριλίου 1984, 347/82, Alvarez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 1847, σκέψη 16· Πατρινός κατά ΟΚΕ, προαναφερθείσα, σκέψη 25

ΠΕΚ: Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ, προαναφερθείσα, σκέψη 52· Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 112· Tralli κατά ΕΚΤ, προαναφερθείσα, σκέψη 76

6.      Το άρθρο 26 του ΚΥΚ, που εφαρμόζεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 11, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, σύμφωνα με το οποίο ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπηρεσιακή του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του, καθώς και τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τον υπάλληλο για τα έγγραφα αυτά, έχει ως σκοπό να διασφαλίζει το δικαίωμα άμυνας του υπαλλήλου αποφεύγοντας όπως οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και θίγουν την υπηρεσιακή του κατάσταση και τη σταδιοδρομία του στηρίζονται σε αφορώντα τη συμπεριφορά του στοιχεία τα οποία δεν μνημονεύονται στον ατομικό του φάκελο. Επομένως, απόφαση που στηρίζεται σε τέτοια στοιχεία αντίκειται στις εγγυήσεις του ΚΥΚ και πρέπει να ακυρωθεί ως ληφθείσα κατόπιν διαδικασίας στερουμένης νομιμότητας.

(βλ. σκέψη 84)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 3 Φεβρουαρίου 1971, 21/70, Rittweger κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 675, σκέψεις 29 έως 41

ΠΕΚ: 30 Νοεμβρίου 1993, T‑78/92, Περάκης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑1299, σκέψη 27· 9 Φεβρουαρίου 1994, T‑109/92, Lacruz Bassols κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑31 και II‑105, σκέψη 68· 6 Φεβρουαρίου 2003, T‑7/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑37 και II‑239, σκέψη 70