ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JÁN MAZÁK

της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑186/11 και C‑209/11

Stanleybet International Ltd (C‑186/11),

William Hill Organization Ltd,

William Hill Plc,

και

Sportingbet Plc (C‑209/11)

κατά

Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών,

Υπουργού Πολιτισμού,

Παρεμβαίνουσα εταιρία: Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ (ΟΠΑΠ),

[αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ – Παροχή αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας των τυχερών παιγνίων σε μία μόνον επιχείρηση, έχουσα τη νομική μορφή εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας – Ανάπτυξη της προσφοράς – Δικαιολόγηση – Σκοποί της μειώσεως των προσφερομένων παιγνίων και της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας με την άσκηση ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον επίμαχο τομέα και με τη διασφάλιση της ασκήσεως των σχετικών με τα τυχερά παίγνια δραστηριοτήτων μόνον εντός των ελεγχόμενων αυτών κυκλωμάτων – Αρχή της αναλογικότητας – Επιβάλλεται οι καθοριζόμενοι σκοποί να επιδιώκονται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό – Επιτρεπτό και ενδεχόμενες προϋποθέσεις μιας μεταβατικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας η επίμαχη εθνική νομοθεσία, αν κριθεί ασύμβατη προς το δίκαιο της ΕΕ, μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ»





I –    Εισαγωγή

1.        Με δύο χωριστές διατάξεις της 21ης Ιανουαρίου 2011, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) υπέβαλε ερωτήματα στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ σε σχέση με εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας των τυχερών παιγνίων σε μία μόνον επιχείρηση, έχουσα τη νομική μορφή εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας.

2.        Τα ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δικών μεταξύ, πρώτον, ως προς την υπόθεση C‑186/11, της Stanleybet International Ltd (στο εξής: Standleybet), της William Hill Organisation Ltd και της William Hill plc (στο εξής, από κοινού: William Hill) και δεύτερον, ως προς την υπόθεση C‑209/11, της Sportingbet plc (στο εξής: Sportingbet), αφενός, και του Υπουργού Πολιτισμού, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και της εταιρίας Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ (στο εξής: ΟΠΑΠ), αφετέρου, που αφορούσαν την εκ μέρους των ελληνικών αρχών σιωπηρή απόρριψη των αιτήσεων που υπέβαλαν οι προαναφερθείσες εταιρίες και αιτούσες της κύριας δίκης, με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών διεξαγωγής, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα.

II – Εθνικό νομικό πλαίσιο

 Α       Νόμος 2433/1996 (ΦΕΚ A΄ 180)

3.        Από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 2433/1996, ο οποίος καθιέρωσε το κρατικό μονοπώλιο στον επίμαχο στην κύρια δίκη τομέα, προκύπτει ότι κύριος σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η πάταξη των παράνομων στοιχημάτων, τα οποία «έχουν λάβει τη μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας», δευτερεύων δε σκοπός είναι η ανάγκη αυξήσεως των εσόδων για τον αθλητισμό. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση επισημαίνεται ότι «κρίνεται αναγκαίο να καθιερωθεί δελτίο για όλες τις μορφές παιχνιδιών [...] ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματική η πάταξη των παράνομων παιχνιδιών στη χώρα μας, τα οποία, εκτός των άλλων, έχουν σαν άμεση συνέπεια την εξαγωγή συναλλάγματος, αφού οι εταιρίες που διεξάγουν σήμερα παράνομα παιχνίδια στην Ελλάδα συνεργάζονται με ξένες εταιρίες και δέχονται και τέτοια στοιχήματα για λογαριασμό τους».

4.        Τα άρθρα 2 και 3 του νόμου αυτού έχουν ως εξής:

«Άρθρο 2

1. Με προεδρικό διάταγμα [...] επιτρέπεται η έκδοση δελτίου στοιχημάτων “προκαθορισμένης ή μη απόδοσης” στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και σε γεγονότα η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος. [...] Διαχειριστής του σχετικού δελτίου ορίζεται ο [ΟΠΑΠ] [...].

2. Όποιος χωρίς δικαίωμα διεξάγει [...] στοίχημα, […] τιμωρείται με ποινή φυλάκισης [...]

Άρθρο 3

1. Η ετήσια δαπάνη διαφήμισης των παιχνιδιών [...] που διοργανώνει ο ΟΠΑΠ ή όσων πρόκειται να διοργανώσει στο μέλλον επιμερίζεται αναλογικά μεταξύ του ΟΠΑΠ και των άλλων φορέων που συμμετέχουν στα δικαιώματα από κάθε παιχνίδι του ΟΠΑΠ […]

5. O [ΟΠΑΠ] μπορεί να χρησιμοποιεί έως και 10 % των χώρων των εθνικών, δημοτικών και κοινοτικών σταδίων και γυμναστηρίων που είναι προορισμένοι για διαφήμιση, προκειμένου να αναρτά πινακίδες για τη διαφήμιση των προϊόντων του, χωρίς υποχρέωση καταβολής αμοιβής [...]».

 Β       Προεδρικό διάταγμα 228/1999

5.        Το προεδρικό διάταγμα 228/1999 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου 2414/1996. Στα άρθρα του 1 και 2 ορίζει ότι συνιστάται ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ» (ΟΠΑΠ ΑΕ), ότι η εταιρία αυτή λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και ότι σκοπός της είναι η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή, από την εταιρία ή σε συνεργασία με τρίτους, των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ (προγνωστικών ποδοσφαίρου), καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιγνίου που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ. ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου. Η διαχείριση των ανωτέρω παιγνίων, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ’ αποκλειστικότητα από την εταιρία ΟΠΑΠ ΑΕ για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.

6.        Για την επίτευξη των σκοπών της, η ΟΠΑΠ ΑΕ προβαίνει στη σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παίγνια της εταιρίας κατ’ αποκλειστικότητα και στη χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για ένα ή περισσότερα από τα παίγνιά της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που κάθε φορά θέτει το Δ.Σ. εταιρίας.

 Γ       Νόμος 2843/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2912/2001 και καταστατικό της ΟΠΑΠ

7.        Το άρθρο 27 του νόμου 2843/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41, παράγραφος 2, του νόμου 2912/2001, ορίζει τα εξής:

«1. Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως σαράντα εννέα τοις εκατό (49 %) του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ” (ΟΠΑΠ).

2.α. Με σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιο για θέματα αθλητισμού [...] και του ΟΠΑΠ, παραχωρείται για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας από τον ΟΠΑΠ των παιγνιδιών που διεξάγονται σήμερα από αυτόν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και των παιγνιδιών “ΜΠΙΝΓΚΟ ΛΟΤΤΟ”, “ΚΙΝΟ” [...]

β. Με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΠΑΠ που εγκρίνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, εκδίδεται Κανονισμός Διεξαγωγής για κάθε παιγνίδι του ΟΠΑΠ, με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα σχετικά με το αντικείμενο των παιγνιδιών, την εν γένει οργάνωση και λειτουργία τους, τους οικονομικούς όρους διεξαγωγής των παιγνιδιών και, ιδίως, τα ποσοστά που αποδίδονται ως κέρδος στους παίκτες, τα ποσοστά κερδών κατά κατηγορία νικητών, την τιμή της στήλης και τα ποσοστά προμήθειας των πρακτόρων [...]

γ. Στη σύμβαση της παραγράφου 2α ορίζονται οι όροι άσκησης από τον ΟΠΑΠ και της τυχόν ανανέωσης του δικαιώματος που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, το αντάλλαγμα για την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, ο τρόπος καταβολής του, οι ειδικότερες υποχρεώσεις του ΟΠΑΠ και, ιδιαίτερα, οι σχετικές με τις αρχές της διαφάνειας των ακολουθούμενων διαδικασιών διεξαγωγής των παιγνιδιών και της προστασίας της κοινωνικής τάξεως και των παικτών [...]

5.α. […]

β. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αθλητισμού [...] συγκροτείται Επιτροπή Ελέγχου, Ανακήρυξης Νικητών και Εκδίκασης Ενστάσεων [...] Ως μέλη της Επιτροπής ορίζονται κρατικοί λειτουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι.[...]

[…]

9.α. Σε περίπτωση που επιτραπεί από τον νόμο η διεξαγωγή οποιουδήποτε νέου παιγνιδιού, εκτός από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2α, συγκροτείται [...] ειδική Επιτροπή, με έργο τη διαμόρφωση των όρων και προϋποθέσεων και του καθορισμού του ανταλλάγματος για την παραχώρηση διεξαγωγής του παιγνιδιού στον ΟΠΑΠ [...] Εάν ο ΟΠΑΠ αρνηθεί να αναλάβει τη διεξαγωγή του παιγνιδιού [...], το Δημόσιο μπορεί να αναλάβει το ίδιο τη διεξαγωγή του. Εάν η διεξαγωγή του συγκεκριμένου παιγνιδιού επιτραπεί να ανατεθεί σε τρίτο, το αντάλλαγμα δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που προτάθηκε στον ΟΠΑΠ. Ειδικά για κάθε μελλοντικό παιγνίδι που αφορά αθλητικά γεγονότα, η διεξαγωγή τους μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο από τον ΟΠΑΠ.

[…]»

8.        Δυνάμει του άρθρου αυτού υπεγράφη η από 15 Δεκεμβρίου 2000 σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με τον ΟΠΑΠ, με την οποία του παραχωρήθηκε, έναντι καταβολής ανταλλάγματος, το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας παιγνίων για χρονικό διάστημα 20 ετών.

9.        Στο καταστατικό του ΟΠΑΠ ορίζεται ότι η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ότι τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, και ότι σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, η οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή διαφόρων παιχνιδιών, η διαφήμιση των παιχνιδιών αυτών και η διεξαγωγή τους και σε χώρες του εξωτερικού, καθώς και η ίδρυση πρακτορείων. Εξάλλου, με βάση τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις, έχουν εγκριθεί τόσον ο «γενικός κανονισμός λειτουργίας παιχνιδιών στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης της ΟΠΑΠ ΑΕ» όσο και επιμέρους κανονισμοί διεξαγωγής των παιχνιδιών, η λειτουργία των οποίων εμπίπτει στις διατάξεις του γενικού κανονισμού.

 Δ       Νόμος 3336/2005

10.      Με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου 3336/2005, το άρθρο 27, παράγραφος 1, του νόμου 2843/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής:

«Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών ποσοστό έως εξήντα έξι τοις εκατό (66 %) του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ” (ΟΠΑΠ). Το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο του ΟΠΑΠ δεν δύναται να είναι κατώτερο του τριάντα τέσσερα τοις εκατό (34 %).»

11.      Το άρθρο 14 του νόμου 3336/2005 ορίζει, περαιτέρω, ότι το Δημόσιο διορίζει το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ΟΠΑΠ για το χρονικό διάστημα παραχωρήσεως από το Ελληνικό Δημόσιο του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας των παιχνιδιών που προβλέπονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2000 σύμβαση αποκλειστικότητας ή στις τυχόν ανανεώσεις της, κατά τους όρους της συμβάσεως αυτής και ότι ο κατά τα άνω διορισμός γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού.

 Ε – Νόμος 3429/2005 (ΦΕΚ A΄ 314)

12.      Όπως συνάγεται από το άρθρο 20 του μεταγενέστερου νόμου 3429/2005 (ΦΕΚ A΄ 314), το δικαίωμα του Δημοσίου να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου καταργήθηκε, καθόσον αντέβαινε στο άρθρο 34, παράγραφος 1, περίπτωση β΄, του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών (ΦΕΚ Α΄ 37), κατά το οποίο τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανωνύμων εταιριών εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση και μόνον.

III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και τα υποβληθέντα ερωτήματα

13.      Οι εταιρίες Stanleybet, William Hill και Sportingbet είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τους έχει χορηγηθεί, βάσει της σχετικής αγγλικής νομοθεσίας, άδεια διεξαγωγής και οργανώσεως τυχερών παιγνίων.

14.      Προκειμένου να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους στην Ελλάδα, η Stanleybet, με αίτηση της 30ής Ιουνίου 2004, η William Hill, με αίτηση της 12ης Απριλίου 2007, και η Sportingbet, με αίτηση της 4ης Οκτωβρίου 2006, ζήτησαν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως και περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να τους επιτραπεί η άσκηση δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων στην Ελλάδα ή να αναγνωρισθεί η νομιμότητα της ενάρξεως της δραστηριότητας αυτής: πρόκειται για υπηρεσίες όπως η διεξαγωγή, διαχείριση, οργάνωση και λειτουργία στοιχημάτων σταθερής ή μη αποδόσεως επί γεγονότων αθλητικού ή μη χαρακτήρα, μέσω δικτύου πρακτόρων και μέσω Διαδικτύου.

15.      Δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές απέρριψαν σιωπηρώς τις αιτήσεις αυτές, καθόσον η τρίμηνη προθεσμία παρήλθε χωρίς να απαντήσουν σε έκαστη από αυτές, η Stanleybet, η William Hill και η Sportingbet άσκησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αιτήσεις ακυρώσεως κατά αυτών των σιωπηρών απορριπτικών αποφάσεων.

16.      Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, οι αιτήσεις αυτές προς τις ελληνικές αρχές απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι, κατά τους νόμους 2433/1996 και 2843/2000 και κατά τη σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 2000 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του ΟΠΑΠ, όπως εκτίθεται ανωτέρω, έχει χορηγηθεί στον ΟΠΑΠ μέχρι το 2020 αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα.

17.      O ΟΠΑΠ, παρεμβαίνων της κύριας δίκης, άρχισε την εμπορική του δραστηριότητα το 1999, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν το Δημόσιο. Στη συνέχεια, εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών βάσει του άρθρου 27 του νόμου 2843/2000, αλλά το Δημόσιο διατήρησε την απόλυτη πλειοψηφία (51 %) των μετοχών του.

18.      Με την έναρξη ισχύος του νόμου 3336/2005 το 2005, το Δημόσιο κατέστη κατά μειοψηφία μέτοχος (34 %), αλλά εξακολουθούσε να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ΟΠΑΠ. Το δικαίωμα αυτό διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου καταργήθηκε με το άρθρο 20 του νόμου 3429/2005.

19.      Εξακολουθεί, όμως, το Δημόσιο να ασκεί εποπτεία επί του ΟΠΑΠ, ιδίως με την έγκριση των σχετικών με τις δραστηριότητές του κανονισμών και την παρακολούθηση της διαδικασίας διεξαγωγής των παιχνιδιών.

20.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο ΟΠΑΠ έχει επεκτείνει τις δραστηριότητες του στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται στην αιτιολογημένη γνώμη της 28ης Φεβρουαρίου 2008, την οποία απηύθυνε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς την Ελληνική Δημοκρατία, ο ΟΠΑΠ είχε ήδη εγκαταστήσει 206 πρακτορεία στην Κύπρο στις 31 Μαρτίου 2005, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Ο ΟΠΑΠ συνέστησε εταιρία με την επωνυμία ΟΠΑΠ Κύπρου Ltd το 2003 και μια εταιρία με την επωνυμία ΟΠΑΠ International Ltd το 2004, κατέχει το 90 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ΟΠΑΠ Glory Ltd και το 20 % της εταιρίας Glory Technology Ltd από το 2003, συνέστησε δε εταιρία με την επωνυμία ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών AE στην Ελλάδα το 2004.

21.      Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο είναι της γνώμης ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υπάρχουν δύο σκοποί της ακολουθούμενης από κράτος μέλος πολιτικής οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν τα εθνικά μέτρα που θεσπίζουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των παιγνίων, και συγκεκριμένα i) η μείωση της προσφοράς τυχερών παιγνίων ή ii) η καταπολέμηση της συναφούς εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου επί των δραστηριοποιούμενων στον τομέα αυτόν επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται μόνο εντός των ελεγχομένων κυκλωμάτων.

22.      Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό, κρίνει ότι η χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος οργανώσεως τυχερών παιγνίων σε ανώνυμη εταιρία όπως ο ΟΠΑΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορο μέτρο για τη μείωση της προσφοράς τυχερών παιγνίων κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο.

23.      Ο ΟΠΑΠ είναι μεν δημόσια επιχείρηση και τα έσοδά του –μετά την αφαίρεση των λειτουργικών του εξόδων και των κατανεμομένων κερδών– περιέρχονται στο Δημόσιο, λειτουργεί όμως, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαύει απαλλαγών για τη διαφήμιση των στοιχημάτων του από την τηλεόραση, μπορεί να χρησιμοποιεί, χωρίς αμοιβή, το 10 % των διαφημιστικών χώρων των κρατικών και δημοτικών σταδίων και έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθόσον προβλέπεται ότι το 66 % του εταιρικού του κεφαλαίου μπορεί να διατεθεί σε επενδυτές. Εξάλλου, η συμμετοχή στα στοιχήματά του είναι ελεύθερη καθόσον προβλέπεται όριο μόνον ανά δελτίο συμμετοχής και όχι ανά παίκτη.

24.      Υπό το πρίσμα αυτό, η πλειοψηφία των μελών του αιτούντος δικαστηρίου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πραγματική μείωση της προσφοράς και ο περιορισμός των συναφών δραστηριοτήτων δεν επιδιώκονται κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο και ότι, ως εκ τούτου, η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

25.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η μειοψηφία των μελών του διατύπωσε την άποψη (μολονότι τούτο δεν επηρεάζει την άποψη της πλειοψηφίας) ότι ο περιορισμός των συναφών δραστηριοτήτων δεν αποτελεί σκοπό επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση. Η νομιμότητά της με βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να κριθεί μάλλον λαμβανομένου υπόψη του μόνου επιδιωκομένου με αυτήν σκοπού που είναι ο έλεγχος των εγκληματικών δραστηριοτήτων βάσει μιας πολιτικής ελεγχόμενης αναπτύξεως των υπηρεσιών τυχερών παιγνίων.

26.      Όσον αφορά τον σκοπό της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο είναι της γνώμης ότι, εφόσον η παροχή αποκλειστικού δικαιώματος δεν καταλήγει στη μείωση της προσφοράς τυχερών παιγνίων, αλλά, αντιθέτως, στην αύξησή της, η αύξηση αυτή δεν πρέπει να βαίνει πέραν του μέτρου που απαιτείται για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού. Επισημαίνει ότι η πλειοψηφία των μελών του έκρινε ότι η χορήγηση τέτοιου αποκλειστικού δικαιώματος σε οργανισμό με τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του ΟΠΑΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη ανάπτυξη, ενώ η άποψη της μειοψηφίας ήταν ότι οι δραστηριότητες του ΟΠΑΠ είναι, ιδίως βάσει του Κανονισμού Διεξαγωγής, ελεγχόμενες με σκοπό την πάταξη των παρανόμων στοιχημάτων.

27.      Πάντως, το αιτούν δικαστήριο ομοφώνως εκτιμά ότι αν, κατ’ αντίθεση προς την άποψη της πλειοψηφίας του, γινόταν δεκτό ότι η παραχώρηση του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος στον ΟΠΑΠ πρέπει να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη ανάπτυξη, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η παραχώρηση αυτή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας μέτρου.

28.      Το τρίτο υποβληθέν ερώτημα σκοπεί στην επίλυση του ζητήματος του κενού δικαίου το οποίο θα προκύψει σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση αντιβαίνει στη νομοθεσία της ΕΕ.

29.      Στο πλαίσιο αυτό και διατηρώντας εύλογες αμφιβολίες ως προς το συμβατό της επίμαχης ελληνικής νομοθεσίας προς τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα, πανομοιότυπα και στις δύο υποθέσεις, ερωτήματα στο Δικαστήριο προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

«1) Είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ] εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του περιορισμού της προσφοράς τυχερών παιχνιδιών, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, η οποία έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρίας και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, όταν, μάλιστα, επιπλέον, η επιχείρηση αυτή διαφημίζει τα τυχερά παιχνίδια που οργανώνει, επεκτείνεται σε χώρες του εξωτερικού, οι παίκτες συμμετέχουν ελεύθερα και το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ορίζεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη;

2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση η οποία, επιδιώκοντας, αυτοτελώς, την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται μόνον εντός ελεγχομένων κυκλωμάτων, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, ακόμη και όταν η παραχώρηση αυτή έχει ως παράλληλο αποτέλεσμα την χωρίς περιορισμό ανάπτυξη της σχετικής προσφοράς; Ή θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, και προκειμένου ο εν λόγω περιορισμός να θεωρηθεί πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας, η ανάπτυξη της προσφοράς να είναι, πάντως, ελεγχόμενη, δηλαδή τόση και μόνον όση απαιτείται για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού; Σε περίπτωση δε που η ανάπτυξη αυτή πρέπει, οπωσδήποτε, να είναι ελεγχόμενη, μπορεί να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη, από της απόψεως αυτής, η ανάπτυξη, αν η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος στον εν λόγω τομέα γίνεται σε έναν οργανισμό με τα χαρακτηριστικά που εκτέθηκαν στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα; Τέλος, σε περίπτωση κατά την οποία η παραχώρηση του εν λόγω αποκλειστικού δικαιώματος θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ελεγχόμενη ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιχνιδιών, η εν λόγω παραχώρηση σε μία και μόνη επιχείρηση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, υπό την έννοια ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί να εξυπηρετηθεί, λυσιτελώς, και με την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις;

3) Αν, κατόπιν των ανωτέρω δύο προδικαστικών ερωτημάτων, κριθεί ότι η παραχώρηση, με τις κρίσιμες εν προκειμένω εθνικές διατάξεις, αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών δεν είναι συμβατή με τα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ: α) Είναι ανεκτό, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών της Συνθήκης, να μην εξετάζουν οι εθνικές αρχές, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, αναγκαίας για να θεσπισθούν συμβατές με τη Συνθήκη ΕΚ ρυθμίσεις, αιτήσεις αναλήψεως σχετικών δραστηριοτήτων υποβαλλόμενες από πρόσωπα εγκατεστημένα νομίμως σε άλλα κράτη μέλη; β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, βάσει ποίων κριτηρίων καθορίζεται η διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου; γ) Αν δεν συγχωρείται μεταβατική περίοδος, βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να κρίνονται από τις εθνικές αρχές οι σχετικές αιτήσεις;»

IV – Συνεκδίκαση των υποθέσεων

30.      Λαμβανομένης υπόψη της στενής σχέσεως μεταξύ της υποθέσεως C-186/11 και της υποθέσεως C-209/11, οι υποθέσεις αυτές ενώθηκαν με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2011, προς διευκόλυνση της προφορικής και της έγγραφης διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

V –    Νομική εκτίμηση

 Α – Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος, τα οποία αφορούν το ζήτημα αν το παραχωρηθέν στον ΟΠΑΠ μονοπώλιο είναι σύμφωνο με τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ

31.      Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτά εθνική νομοθεσία η οποία χορηγεί αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων σε μία μόνον επιχείρηση όπως ο ΟΠΑΠ, η οποία έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο και διαφημίζει και επεκτείνει τα τυχερά παίγνια τα οποία οργανώνει. Ειδικότερα, ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον οι επιβαλλόμενοι από το μονοπώλιο αυτό περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως είναι δυνατό να δικαιολογούνται από τον σκοπό του περιορισμού της προσφοράς τυχερών παιγνίων (όπως εκτίθεται στο πρώτο ερώτημα) ή από τον σκοπό της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας (όπως εκτίθεται στο δεύτερο ερώτημα).

1.      Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων

32.      Όσον αφορά τις υπό κρίση αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο ΟΠΑΠ, η Stanleybet, η William Hill, η Ελληνική, η Βελγική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Εκτός από αυτούς τους διαδίκους, η Sportingbet και η Πορτογαλική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Ιουνίου 2012.

33.      Η Stanleybet, η William Hill, η Sportingbet και η Επιτροπή φρονούν κατ’ ουσίαν ότι ένα μονοπώλιο όπως το παραχωρηθέν στον ΟΠΑΠ στην Ελλάδα και με τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται από το αιτούν δικαστήριο αντιβαίνει στα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ.

34.      Αντιθέτως, κατά τον ΟΠΑΠ και τη Βελγική, την Ελληνική και την Πορτογαλική Κυβέρνηση, νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μπορεί να κριθεί ως σύμφωνη προς τα άρθρα αυτά. Κατά την άποψή τους, οι περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως την οποία μπορεί να συνεπάγεται η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων στον ΟΠΑΠ στον τομέα των τυχερών παιγνίων δικαιολογείται υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου για τα τυχερά παίγνια.

2.      Ανάλυση

35.      Ως προκριματική παρατήρηση, υπενθυμίζεται ότι, βάσει της σαφούς διακρίσεως των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, στο εθνικό δικαστήριο και μόνον εναπόκειται να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και, εν τέλει, να εφαρμόσει τους κανόνες του δικαίου της ΕΕ, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, στη συγκεκριμένη περίπτωση (2). Συνεπώς, κατά το μέτρο που το αιτούν δικαστήριο προφανώς αμφιβάλλει ως προς το ποιους σκοπούς επιδιώκει στην πραγματικότητα η επίμαχη εθνική νομοθεσία ή ποιος είναι ο βαθμός ελέγχου τον οποίο ασκεί το Δημόσιο επί των δραστηριοτήτων του ΟΠΑΠ και επί της αναπτύξεώς τους, το Δικαστήριο δεν μπορεί, παρά την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων επί των ζητημάτων αυτών μεταξύ των μελών του αιτούντος δικαστηρίου, να υποκαταστήσει το αιτούν δικαστήριο στην κρίση του επί των ζητημάτων αυτών (3).

36.      Πάντως, υπάρχει πλέον πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου για τα τυχερά παίγνια, από την οποία προκύπτουν τα κριτήρια υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να εξετασθούν τα υποβληθέντα στις υπό κρίση υποθέσεις ερωτήματα.

37.      Κατ’ αρχάς, δεν αμφισβητείται συναφώς στις υπό κρίση υποθέσεις ότι η χορήγηση στον ΟΠΑΠ, βάσει της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχειρίσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων επιβάλλει περιορισμούς τόσο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών όσο και στην ελευθερία εγκαταστάσεως, τις οποίες διασφαλίζουν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ αντιστοίχως, καθόσον απαγορεύει σε εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη παρέχοντες υπηρεσίες, όπως η Stanleybet, η William Hill και η Sportingbet, να προσφέρουν τυχερά παίγνια εντός της ελληνικής επικράτειας και να ιδρύουν πρακτορεία, υποκαταστήματα ή θυγατρικές προς τούτο.

38.      Συνεπώς, είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί αν οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, βάσει των παρεκκλίσεων που προβλέπει ρητώς η ΣΛΕΕ ή από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος (4).

39.      Όσον αφορά τους πιθανούς δικαιολογητικούς λόγους, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, συνολικώς θεωρούμενοι, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκουν οι θεσπιζόμενες στον τομέα των παιγνίων και των στοιχημάτων εθνικές νομοθεσίες συνδέονται συνήθως με την προστασία των αποδεκτών των συγκεκριμένων υπηρεσιών και, γενικότερα, των καταναλωτών, καθώς και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως. Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι σκοποί αυτοί περιλαμβάνονται στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που δύνανται να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (5).

40.      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι οι ηθικής, θρησκευτικής ή πολιτιστικής φύσεως ιδιαιτερότητες, καθώς και οι ηθικώς και οικονομικώς επιζήμιες, για το άτομο και την κοινωνία, συνέπειες των παιγνίων και των στοιχημάτων μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση υπέρ των εθνικών αρχών επαρκούς εξουσίας εκτιμήσεως προκειμένου να καθορίζουν, σύμφωνα με τη δική τους κλίμακα αξιών, τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως (6).

41.      Συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον τομέα των στοιχημάτων και των τυχερών παιγνίων και, αν συντρέχει λόγος, να προσδιορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας (7).

42.      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στις αποφάσεις του ότι ένα κράτος μέλος μπορεί θεμιτώς να υποστηρίζει ότι μόνο με την καθιέρωση μονοπωλίου μπορεί να επιδιώξει αποτελεσματικώς τον σκοπό της προστασίας από τους συναφείς με τον τομέα των τυχερών παιγνίων κινδύνους τους οποίους μπορεί να έχει καθορίσει κατά τα άνω (8).

43.      Όσον αφορά τους σκοπούς οι οποίοι ενδέχεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, να δικαιολογούν τους επίμαχους περιορισμούς –ειδικότερα την παραχώρηση στον ΟΠΑΠ μονοπωλίου για την παροχή υπηρεσιών τυχερών παιγνίων– στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αληθές ότι οι σκοποί αυτοί οι οποίοι αποβλέπουν, αφενός, στη μείωση των προσφερομένων παιγνίων και, αφετέρου, στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας με την άσκηση ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον επίμαχο τομέα και με τη διασφάλιση της ασκήσεως των σχετικών με τα τυχερά παίγνια δραστηριοτήτων μόνον εντός των ελεγχόμενων αυτών κυκλωμάτων, συγκαταλέγονται μεταξύ των λόγων που κατά τη νομολογία είναι ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες στον τομέα των τυχερών παιγνίων (9).

44.      Επειδή στην απόφαση περί παραπομπής διατυπώνονται δύο απόψεις επί του ζητήματος αυτού, επισημαίνεται ότι το ζήτημα ποιον από τους σκοπούς αυτούς επιδιώκει στην πραγματικότητα η επίμαχη ελληνική νομοθεσία πρέπει να επιλυθεί από το αιτούν δικαστήριο (10).

45.      Εν πάση περιπτώσει, παρά την προαναφερθείσα διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη στον τομέα των τυχερών παιγνίων, οι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλουν πρέπει εντούτοις να πληρούν τις απορρέουσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις περί της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, πράγμα το οποίο επίσης αποτελεί ζήτημα η επίλυση του οποίου εν τέλει εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο (11).

46.      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο επίμαχος περιορισμός είναι κατάλληλος για την επίτευξη του σκοπού ή των σκοπών που επιδιώκει η οικεία νομοθεσία στο επίπεδο προστασίας στο οποίο αποσκοπεί και μήπως βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρου (12).

47.      Συναφώς, υπενθυμίζεται, ειδικότερα, ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί να κριθεί ως κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μόνον αν σκοπεί στην επίτευξή του κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο (13).

48.      Ως εκ τούτου, πρώτον, όσον αφορά τον σκοπό της μειώσεως των προσφερομένων παιγνίων, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί, με γνώμονα μεταξύ άλλων τους ισχύοντες κανόνες για την εφαρμογή της οικείας περιοριστικής νομοθεσίας, ότι η νομοθεσία πράγματι εξυπηρετεί τον σκοπό της μειώσεως των προσφερομένων παιγνίων και του περιορισμού των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτόν κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (14).

49.      Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε, ωστόσο, ότι η πλειοψηφία των μελών του φρονεί ότι το μονοπώλιο που έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα υπέρ του ΟΠΑΠ και ο τρόπος κατά τον οποίο λειτουργεί στην πράξη δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι σκοπούν στην επίτευξη του ανωτέρω σκοπού.

50.      Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το δεύτερο ερώτημα και από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΟΠΑΠ προφανώς ακολουθεί πολιτική εμπορικής επεκτάσεως και το αποκλειστικό δικαίωμα που του έχει χορηγηθεί καταλήγει σε αύξηση της προσφοράς των τυχερών παιγνίων.

51.      Οι περιστάσεις αυτές, τις οποίες οφείλει να ελέγξει το εθνικό δικαστήριο είναι κατά τη γνώμη μου προδήλως ασύμβατες με τον προβληθέντα σκοπό της μειώσεως των προσφερομένων παιγνίων στην Ελλάδα.

52.      Συναφώς, όσον αφορά τα διάφορα στοιχεία τα οποία παραθέτει το αιτούν δικαστήριο και τα οποία χαρακτηρίζουν το κανονιστικό πλαίσιο του ΟΠΑΠ και τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη –δηλαδή ότι έχει τη μορφή εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας, ότι έχει ορισμένα δικαιώματα και προνόμια όσον αφορά τη διαφήμιση των παιγνίων του, ότι επεκτείνεται στο εξωτερικό και ότι το ανώτατο ποσό στοιχηματισμού και κερδών καθορίζεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη–, μολονότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι κανένα από αυτά τα κατ’ ιδίαν στοιχεία δεν είναι ικανό να αποκλείσει αυτομάτως τη διαπίστωση ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία επιδιώκει, με την καθιέρωση μονοπωλίου, να μειώσει τα προσφερόμενα παίγνια και να περιορίσει τις δραστηριότητες στον τομέα αυτόν, τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξετασθούν και να εκτιμηθούν από κοινού προκειμένου να κριθεί αν η περιοριστική νομοθεσία πράγματι συνάδει προς τον προαναφερθέντα σκοπό.

53.      Κατά την άποψή μου, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, το αιτούν δικαστήριο μπορεί θεμιτώς να συμπεράνει ότι η επίμαχη ελληνική νομοθεσία δεν σκοπεί πράγματι στην επίτευξη του σκοπού της μειώσεως των προσφερομένων παιγνίων ή του περιορισμού των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο.

54.      Δεύτερον, όσον αφορά τον σκοπό της αποτροπής της εκμεταλλεύσεως των σχετικών με τυχερά παιχνίδια δραστηριοτήτων για εγκληματικούς σκοπούς ή για απάτες, με τον περιορισμό της ασκήσεώς τους εντός ελεγχομένων κυκλωμάτων, το Δικαστήριο έχει πράγματι κρίνει σε πλείονες αποφάσεις ότι, υπό το πρίσμα αυτό, μια πολιτική ελεγχόμενης αναπτύξεως των σχετικών με τυχερά παιχνίδια δραστηριοτήτων μπορεί να συνάδει προς τον σκοπό περιορισμού της ασκήσεώς τους εντός ελεγχόμενων κυκλωμάτων διά της προσελκύσεως όσων επιδίδονται παράνομα σε απαγορευμένα παίγνια και στοιχήματα προς δραστηριότητες ασκούμενες κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων (15).

55.      Προς επίτευξη του ως άνω σκοπού του περιορισμού των σχετικών δραστηριοτήτων εντός ελεγχόμενων κυκλωμάτων, οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες κατόπιν αδείας ή, κατά περίπτωση, οι κάτοχοι μονοπωλίου πρέπει να προσφέρουν μια αξιόπιστη και, ταυτοχρόνως, ελκυστική εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τις μη διεπόμενες από τον νόμο δραστηριότητες, τούτο δε συνεπάγεται την προσφορά ευρέος φάσματος παιχνιδιών, την εκτεταμένη προβολή των δραστηριοτήτων τους μέσω της διαφημίσεως και τη χρησιμοποίηση σύγχρονων μεθόδων διανομής (16).

56.      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται ωσαύτως στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, αν η δυναμική ή επεκτατική πολιτική του κατόχου του μονοπωλίου μπορεί να θεωρηθεί –συνεκτιμώντας, ειδικότερα, την έκταση της διαφημίσεως που πραγματοποιείται και λαμβάνοντας υπόψη τη δημιουργία νέων παιγνίων– ως μέρος μιας πολιτικής ελεγχόμενης αναπτύξεως στον τομέα των τυχερών παιγνίων, η οποία έχει στην πραγματικότητα ως σκοπό να κατευθύνει τα άτομα που έχουν την τάση να επιδίδονται σε τυχερά παίγνια προς ελεγχόμενες δραστηριότητες (17).

57.      Όσον αφορά τις αμφιβολίες που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό, σημειωτέον, πρώτον, ότι μια πολιτική αναπτύξεως των τυχερών παιγνίων μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπής μόνο στο μέτρο που πράγματι υφίσταται πρόβλημα εγκληματικών δραστηριοτήτων και απατών σε ευρεία κλίμακα, συνδεομένων με τα τυχερά παίγνια στην Ελλάδα, το οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί με την επέκταση των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων (18).

58.      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι η καθιέρωση ενός τόσο περιοριστικού μέτρου όσο ένα μονοπώλιο όπως αυτό που παραχωρήθηκε στον ΟΠΑΠ πρέπει να συνοδεύεται από τη δημιουργία ενός κανονιστικού πλαισίου ικανού να εγγυηθεί ότι ο φορέας του εν λόγω μονοπωλίου θα είναι πράγματι σε θέση να επιδιώξει, κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο, τον καθορισθέντα κατά τα ως άνω σκοπό, μέσω μιας προσφοράς υπολογιζόμενης ποσοτικώς και διαμορφούμενης ποιοτικώς σε συνάρτηση με τον εν λόγω σκοπό, καθώς και υποκείμενης σε αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών (19).

59.      Από τις αυστηρές προδιαγραφές που αφορούν την αναλογικότητα του υπό εξέταση μονοπωλίου προκύπτει σαφώς ότι η πολιτική αναπτύξεως την οποία ασκεί ο κάτοχος μονοπωλίου, χαρακτηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από την ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιγνίων και από τη διαφήμιση των παιγνίων αυτών, πρέπει, πρώτον, να παραμένει συγκρατημένη και αυστηρώς περιορισμένη στο μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς το ελεγχόμενα δίκτυα τυχερών παιγνίων και, δεύτερον, η προσφορά παιγνίων πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο.

60.      Κατά την άποψή μου, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων προκύπτει σαφώς ότι, ανεξαρτήτως της τελικής εκτιμήσεως του αιτούντος δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, οι δραστηριότητες του ΟΠΑΠ δεν υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο από τις δημόσιες αρχές ούτε περιορίζονται αποτελεσματικά από το εφαρμοστέο ως προς αυτόν νομοθετικό πλαίσιο.

61.      Ειδικότερα, στο μέτρο που η χορήγηση προς τον ΟΠΑΠ των αποκλειστικών δικαιωμάτων στον τομέα των τυχερών παιγνίων συνεπάγεται την αύξηση της προσφοράς παιγνίων πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας με τη διοχέτευση της ζητήσεως ή ακόμη καταλήγει σε απεριόριστη ανάπτυξη της προσφοράς αυτής, το αιτούν δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τη γνώμη της πλειοψηφίας που διατυπώθηκε στην απόφαση περί παραπομπής, να συμπεράνει θεμιτώς ότι το επίμαχο μονοπώλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει την ελεγχόμενη ανάπτυξη, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου όπως περιγράφηκε ανωτέρω.

62.      Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, προτείνω στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων σε μία και μόνη επιχείρηση η οποία έχει τη μορφή εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας μπορεί να είναι δικαιολογημένη στο μέτρο που η νομοθεσία αυτή πράγματι επιδιώκει τον σκοπό του περιορισμού της προσφοράς των τυχερών παιγνίων ή τον σκοπό της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, κατευθύνοντας τους παίκτες σε ελεγχόμενα κυκλώματα και στο μέτρο που σκοπεί στην επίτευξη των σκοπών αυτών κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει ποιον από τους σκοπούς αυτούς επιδιώκει στην πραγματικότητα η επίμαχη εθνική νομοθεσία και αν η νομοθεσία αυτή όντως εξυπηρετεί τον σκοπό αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο. Ειδικότερα, στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι ο ουσιώδης σκοπός της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας είναι ο περιορισμός της προσφοράς τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η εν λόγω νομοθεσία πράγματι επιδιώκει τον σκοπό αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο αν διαπιστώσει ότι ο κάτοχος του μονοπωλίου στην πραγματικότητα ασκεί επεκτατική πολιτική και ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που του έχει χορηγηθεί καταλήγει σε αύξηση και όχι σε μείωση της προσφοράς παιγνίων. Αντιθέτως, στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο χαρακτηρίζει την καταπολέμηση της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, διά της διοχετεύσεως των παικτών σε κυκλώματα που λειτουργούν κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων, ως τον μοναδικό σκοπό που επιδιώκει η επίμαχη εθνική νομοθεσία, μια πολιτική αναπτύξεως εκ μέρους του κατόχου του μονοπωλίου, χαρακτηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από την ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιγνίων και από τη διαφήμιση των παιγνίων αυτών, μπορεί να θεωρηθεί συνεπής μόνο στο μέτρο που πράγματι υφίσταται πρόβλημα εγκληματικών δραστηριοτήτων και απατών σε ευρεία κλίμακα, συνδεομένων με τα τυχερά παίγνια στην Ελλάδα, το οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί με την επέκταση των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων. Επιπλέον, η ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιγνίων και η διαφήμιση των παιγνίων αυτών πρέπει, πρώτον, να παραμένει συγκρατημένη και αυστηρώς περιορισμένη στο μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς τα ελεγχόμενα δίκτυα τυχερών παιγνίων και, δεύτερον, η προσφορά παιγνίων πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών.

 Β – Επί του τρίτου ερωτήματος, το οποίο αφορά τις συνέπειες που πρέπει να αντλήσουν οι δημόσιες αρχές από τη διαπίστωση ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις είναι ασύμβατες προς τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ

63.      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί ποιες είναι οι συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από τη διαπίστωση ότι η επίμαχη ελληνική νομοθεσία είναι ασύμβατη προς τις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελευθερία εγκαταστάσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα αν, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, οι εθνικές αρχές μπορούν να μην αποφαίνονται επί αιτήσεων για τη χορήγηση αδειών στον τομέα των τυχερών παιγνίων.

1.      Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων

64.      Μολονότι υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες των απαντήσεών τους στο τρίτο ερώτημα, ο ΟΠΑΠ, η Ελληνική, η Πολωνική και η Βελγική Κυβέρνηση συμφωνούν, κατ’ ουσίαν, ότι, αν η επίμαχη ελληνική νομοθεσία είναι ασύμβατη προς το δίκαιο της ΕΕ, πρέπει να χορηγηθεί ένα επιπλέον διάστημα για τη θέσπιση νέας νομοθεσίας σύμφωνης με τις επιταγές της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Σύμφωνα με τους διαδίκους αυτούς, αν δεν θεσπισθεί προσήκουσα νέα νομοθεσία, δεν υπάρχει επαρκής νομική βάση στο δίκαιο της ΕΕ ή στο εθνικό δίκαιο προκειμένου να κριθούν οι επίμαχες αιτήσεις.

65.      Αντιθέτως, η Stanleybet, η William Hill, η Sportingbet και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι υπό το πρίσμα του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής των διατάξεων περί των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Winner Wetten (20), δεν συντρέχει λόγος χορηγήσεως μεταβατικής περιόδου όπως αυτή την οποία αφορά το τρίτο ερώτημα, κατά τη διάρκεια της οποίας θα εξακολουθήσει να ισχύει η εν λόγω εθνική νομοθεσία. Οι διάδικοι αυτοί υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να εξετάσουν τις αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως δραστηριοτήτων στον τομέα των τυχερών παιγνίων κατά περίπτωση και/ή υπό το πρίσμα των επιταγών που απορρέουν άμεσα από το δίκαιο της ΕΕ ή, κατ’ αναλογίαν, με βάση το εναπομένον εθνικό κανονιστικό πλαίσιο.

2.      Νομική εκτίμηση

66.      Υπενθυμίζεται ότι το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου, στην απόφαση Winner Wetten (21), στηριζόμενο σε μια ανάλυση της νομολογίας του περί της υπεροχής και της άμεσης εφαρμογής το δικαίου της Ένωσης (22) (ιδίως στις αποφάσεις Simmenthal (23) και Factortame κ.λπ. (24)), έκρινε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται για μεταβατική περίοδο εθνική νομοθεσία περί κρατικού μονοπωλίου επί των στοιχημάτων επί των αθλητικών αναμετρήσεων η οποία, κατά τις διαπιστώσεις εθνικού δικαστηρίου, συνεπάγεται περιορισμούς ασύμβατους προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διότι αυτοί δεν συμβάλλουν στον περιορισμό των σχετικών με τα στοιχήματα δραστηριοτήτων κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (25).

67.      Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η νομολογία του περί της διατηρήσεως σε ισχύ ενός μέτρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο ακυρώθηκε ή κηρύχθηκε ανίσχυρο, σκοπός της οποίας είναι να μη δημιουργηθεί κενό δικαίου, δύναται να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία και να συνεπάγεται, κατ’ εξαίρεση, την προσωρινή αναστολή του αποτελέσματος του εξοβελισμού που έχει ο άμεσα εφαρμοστέος κανόνας δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου που αντιβαίνει σε αυτόν. Εντούτοις, απέκλεισε το ενδεχόμενο τέτοιας αναστολής σε εκείνη την υπόθεση ελλείψει επιτακτικών λόγων ασφάλειας δικαίου ικανών να δικαιολογήσουν την αναστολή υπό την έννοια της νομολογίας αυτής (26).

68.      Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο της υποθέσεως εκείνης, η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη περιοριστική νομοθεσία δεν συνέβαλλε πράγματι κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό στον περιορισμό των σχετικών με τα στοιχήματα δραστηριοτήτων, οπότε από την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου προέκυπτε ότι η νομοθεσία αυτή αντιβαίνει στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ (νυν άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ).

69.      Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως προφανώς δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις περιστάσεις της υποθέσεως Winner Wetten, δεν συντρέχει λόγος να καταλήξει το Δικαστήριο ότι, εφόσον το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη περιοριστική νομοθεσία αντιβαίνει στα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τα κριτήρια που παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τη συστηματική και συνεπή φύση του περιοριστικού μέτρου, η υπό κρίση εθνική νομοθεσία εξακολουθεί να εφαρμόζεται για μια μεταβατική περίοδο.

70.      Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από την πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (27). Στην υπόθεση εκείνη, η οποία αφορούσε διάταγμα εκδοθέν κατά παράβαση της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων την οποία επιβάλλει η οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (28), το Δικαστήριο έκρινε ότι το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι συνδεόμενοι με την προστασία του περιβάλλοντος, μπορεί κατ’ εξαίρεση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις να κάνει χρήση εθνικής διατάξεως που του παρέχει την εξουσία να διατηρήσει ορισμένα έννομα αποτελέσματα ακυρωθείσας εθνικής πράξεως (29).

71.      Εντούτοις, από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση εκείνη προκύπτει σαφώς ότι η διατήρηση σε ισχύ του μέτρου που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση και υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις που διατυπώνονται στην απόφαση εκείνη, οι οποίες προδήλως δεν συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση (30).

72.      Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne στηρίζεται πρωταρχικώς στην ύπαρξη επιτακτικών λόγων αφορώντων την προστασία του περιβάλλοντος (31). Στην υπό κρίση υπόθεση προφανώς δεν υφίσταται επιτακτικός λόγος παρόμοιος προς αυτούς τους λόγους και ικανός να δικαιολογήσει την αναστολή.

73.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο μέτρο που, κατά τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου, η επίμαχη εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων είναι ασύμβατη προς τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, διότι δεν συμβάλλει στον περιορισμό των σχετικών με τα στοιχήματα δραστηριοτήτων, η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου.

VI – Πρόταση

74.      Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) οι εξής απαντήσεις:

–        Τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων σε μία και μόνη επιχείρηση η οποία έχει τη μορφή εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας μπορεί να είναι δικαιολογημένη στο μέτρο που η νομοθεσία αυτή πράγματι επιδιώκει τον σκοπό του περιορισμού της προσφοράς των τυχερών παιγνίων ή τον σκοπό της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, κατευθύνοντας τους παίκτες σε ελεγχόμενα κυκλώματα και στο μέτρο που σκοπεί στην επίτευξη των σκοπών αυτών κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει ποιον από τους σκοπούς αυτούς επιδιώκει στην πραγματικότητα η επίμαχη εθνική νομοθεσία και αν η νομοθεσία αυτή όντως εξυπηρετεί τον σκοπό αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο. Ειδικότερα, στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι ο ουσιώδης σκοπός της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας είναι ο περιορισμός της προσφοράς τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η εν λόγω νομοθεσία πράγματι επιδιώκει τον σκοπό αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο αν διαπιστώσει ότι ο κάτοχος του μονοπωλίου στην πραγματικότητα ασκεί επεκτατική πολιτική και ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που του έχει χορηγηθεί καταλήγει σε αύξηση και όχι σε μείωση της προσφοράς παιγνίων. Αντιθέτως, στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο χαρακτηρίζει την καταπολέμηση της συναφούς προς τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, διά της διοχετεύσεως των παικτών σε κυκλώματα που λειτουργούν κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων, ως τον μοναδικό σκοπό που επιδιώκει η επίμαχη εθνική νομοθεσία, μια πολιτική αναπτύξεως εκ μέρους του κατόχου του μονοπωλίου, χαρακτηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από την ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιγνίων και από τη διαφήμιση των παιγνίων αυτών, μπορεί να θεωρηθεί συνεπής μόνο στο μέτρο που πράγματι υφίσταται πρόβλημα εγκληματικών δραστηριοτήτων και απατών σε ευρεία κλίμακα, συνδεομένων με τα τυχερά παίγνια στην Ελλάδα, το οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί με την επέκταση των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων. Επιπλέον, η ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιγνίων και η διαφήμιση των παιγνίων αυτών πρέπει, πρώτον, να παραμένει συγκρατημένη και αυστηρώς περιορισμένη στο μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς τα ελεγχόμενα δίκτυα τυχερών παιγνίων και, δεύτερον, η προσφορά παιγνίων πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών.

–        Στο μέτρο που, κατά τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου, η επίμαχη εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχειρίσεως, οργανώσεως και λειτουργίας τυχερών παιγνίων είναι ασύμβατη προς τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, διότι δεν συμβάλλει στον περιορισμό των σχετικών με τα στοιχήματα δραστηριοτήτων, η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2–      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑409/06, Winner Wetten (Συλλογή 2010, σ. I-8015, σκέψη 49), της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, IKA (Συλλογή 2003, σ. I‑1703, σκέψη 27), της 15ης Νοεμβρίου 2007, C-162/06, International Mail Spain (Συλλογή 2007, σ. I‑9911, σκέψη 24) και της 7ης Ιουνίου 2007, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-222/05 έως C‑225/05, van der Weerd κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑4233, σκέψεις 22 και 23).


3 –      Βλ., συναφώς, επί παραδείγματι, αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑347/09, Dickinger και Ömer (Συλλογή 2011, σ. I‑8185, σκέψεις 50 και 51), και της 3ης Ιουνίου 2010, C‑203/08, Sporting Exchange (Συλλογή 2010, σ. I‑4695, σκέψη 29).


4 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑42/07 Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (Συλλογή 2009, σ. I‑7633, σκέψη 55).


5 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07, Stoß κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I‑8069, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


6 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 και Stoß κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 76).


7 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση LigaPortuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 59).


8–      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 2011, C‑212/08, Zeturf (Συλλογή 2011, σ. I‑5633, σκέψη 41), και Stoß κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 81 και 83).


9 –      Βλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2012, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑72/10 και C‑77/10, Costa (σκέψη 61) και της 6ης Μαρτίου 2007, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, Placanica κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1891, σκέψεις 46 και 52).


10–      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 51) και Sporting Exchange (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 29).


11 –      Βλ. αποφάσεις Zeturf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 43) και Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 59 και 60).


12 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, επί παραδείγματι, απόφαση Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 60).


13 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, ιδίως, αποφάσεις Costa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 63) και Placanica κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 48 και 53).


14–      Βλ., ιδίως, αποφάσεις, Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 56) και Stoß κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 98).


15–      Βλ. αποφάσεις Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 63), Stoß κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 101 και 102) και Placanica κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 55).


16–      Βλ. αποφάσεις Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 64) και Placanica κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 55).


17 –      Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις Zeturf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 69) και της 3ης Ιουνίου 2010, C-258/08, Ladbrokes Betting & Gaming και Ladbrokes International (Συλλογή 2010, σ I-4757, σκέψη 37).


18 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Dickinger και Ömer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 66 και 67) και Ladbrokes Betting & Gaming and Ladbrokes International (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 29 και 30).


19–      Βλ. αποφάσεις Zeturf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 58) και Stoß κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 83).


20–      Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2.


21–      Όπ.π.


22–      Βλ. απόφαση Winner Wetten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, ιδίως σκέψεις 53 έως 61).


23–      Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1978, 106/77 (Συλλογή τόμος 1978. σ. 239).


24–      Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, C‑213/89 (Συλλογή 1990, σ I‑2433).


25 –      Βλ. απόφαση Winner Wetten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 69, και διατακτικό).


26–      Βλ. απόφαση Winner Wetten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 66 και 67).


27–      Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2012, C-41/11.


28–      ΕΕ L 197, σ. 30.


29 –      Βλ. απόφαση Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 57 έως 62).


30 –      Βλ. απόφαση Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, ιδίως σκέψη 63).


31 –      Βλ. απόφαση Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27,σκέψεις 57 και 58).