ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 7ης Δεκεμβρίου 2017 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2003/109/ΕΚ – Άρθρο 12 – Έκδοση αποφάσεως περί απομακρύνσεως επί μακρόν διαμένοντος – Παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται – Εθνική νομοθεσία – Μη συνεκτίμηση των παραγόντων αυτών – Συμβατότητα»

Στην υπόθεση C‑636/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 1 Παμπλόνας, Ισπανία), με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Δεκεμβρίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

Wilber López Pastuzano

κατά

Delegación del Gobierno en Navarra,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Malenovský, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan και Μ. Βηλαρά (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Wilber López Pastuzano, εκπροσωπούμενος από τους E. Santos Huamán και J. L. Rodríguez Candela, abogados,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. García‑Valdecasas Dorrego,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις C. Cattabriga και S. Pardo Quintillán,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Wilber López Pastuzano και Delegación del Gobierno en Navarra (Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Ναβάρας, Ισπανία) σχετικά με απόφαση την οποία εξέδωσε η δεύτερη στις 29 Ιουνίου 2015, με την οποία διέτασσε την απομάκρυνση του W. López Pastuzano από την ισπανική επικράτεια (στο εξής: απόφαση της 29ης Ιουνίου 2015).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2003/109 έχει ως εξής:

«Οι επί μακρόν διαμένοντες θα πρέπει να απολαύουν ενισχυμένης προστασίας από την απέλαση. Η προστασία αυτή βασίζεται σε κριτήρια που καθόρισαν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία από την απέλαση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν την ύπαρξη πραγματικής δυνατότητας για άσκηση προσφυγής».

4        Το άρθρο 12, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 2003/109 έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν απόφαση να απελάσουν επί μακρόν διαμένοντα αποκλειστικά όταν αυτός συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας.

2.      Η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να βασίζεται σε οικονομικούς λόγους.

3.      Πριν να λάβουν απόφαση να απελάσουν επί μακρόν διαμένοντα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:

α)      τη διάρκεια της διαμονής στην επικράτειά τους·

β)      την ηλικία του ενδιαφερομένου προσώπου·

γ)      τις επιπτώσεις για [το] ενδιαφερόμενο πρόσωπο και τα μέλη της οικογένειάς του·

δ)      τους δεσμούς με τη χώρα διαμονής ή την απουσία δεσμών με τη χώρα καταγωγής του.

[…]»

 Το ισπανικό δίκαιο

5        Ο Ley Orgánica 4/2000 sobre derechos y libertades de los extranjeros en España y su integración social (οργανικός νόμος 4/2000 σχετικά με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των αλλοδαπών στην Ισπανία και την κοινωνική τους ενσωμάτωση), της 11ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 2000), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: οργανικός νόμος 4/2000), ρυθμίζει, στον τίτλο του III, «τις παραβάσεις του δικαίου αλλοδαπών και το σχετικό καθεστώς επιβολής κυρώσεων».

6        Το άρθρο 57 του ως άνω τίτλου III έχει ως εξής:

«1.      Όταν οι παραβάτες είναι αλλοδαποί και η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από τον νόμο ως “σοβαρότατη” ή “σοβαρή” παράβαση, κατά την έννοια του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχεία a, b, c, d και f, του παρόντος οργανικού νόμου, δύναται, αντί προστίμου, να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, η απομάκρυνση από την ισπανική επικράτεια, μετά την ολοκλήρωση της αντίστοιχης διοικητικής διαδικασίας και με αιτιολογημένη απόφαση η οποία αξιολογεί τις πράξεις που στοιχειοθετούν την παράβαση.

2.      Συνιστά έτερο λόγο απομακρύνσεως, μετά την ολοκλήρωση της αντίστοιχης διαδικασίας, η καταδίκη του αλλοδαπού, στην Ισπανία ή στην αλλοδαπή, για εκ προθέσεως πράξη η οποία συνιστά στην Ισπανία ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους, εκτός αν το περιεχόμενο του ποινικού μητρώου του έχει διαγραφεί.

3.      Οι κυρώσεις της απομακρύνσεως και του προστίμου δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επιβάλλονται σωρευτικώς.

4.      Η απομάκρυνση συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση την παύση ισχύος πάσης αδείας νόμιμης διαμονής στην Ισπανία, καθώς και την κατάργηση τυχόν εκκρεμούς διαδικασίας για την χορήγηση άδειας περί διαμονής ή εργασίας στην Ισπανία του απομακρυνόμενου αλλοδαπού. Η απόφαση περί απομακρύνσεως μπορεί πάντως να ανακληθεί στις περιπτώσεις που καθορίζονται με κανονιστική πράξη.

[…]

5.      Πλην της περιπτώσεως στην οποία η διαπραχθείσα παράβαση είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 1, στοιχείο a, και της περιπτώσεως υποτροπής λόγω τελέσεως, εντός ενός έτους, παραβάσεως της αυτής φύσεως επισύρουσας απομάκρυνση, η κύρωση της απομακρύνσεως δεν μπορεί να επιβληθεί στους αλλοδαπούς που τελούν στις ακόλουθες καταστάσεις:

[…]

b)      Επί μακρόν διαμένοντες. Πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί απομακρύνσεως επί μακρόν διαμένοντος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια της διαμονής του στην Ισπανία και οι δεσμοί τους οποίους έχει δημιουργήσει [με την Ισπανία], η ηλικία του, οι επιπτώσεις για τον ενδιαφερόμενο και τα μέλη της οικογένειάς του και οι δεσμοί με τη χώρα προς την οποία θα επαναπροωθηθεί.

[…]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

7        Βάσει των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, o W. López Pastuzano, Κολομβιανός υπήκοος, έλαβε στην Ισπανία στις 13 Οκτωβρίου 2013 άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος. Στις 29 Απριλίου 2014 καταδικάστηκε σε δύο ποινές φυλάκισης διάρκειας, αντιστοίχως, δώδεκα και τριών μηνών. Στις 27 Ιανουαρίου 2015 εγκλείστηκε στο Centro Penitenciario Pamplona I (σωφρονιστικό κατάστημα Παμπλόνας I, Ισπανία). Εν συνεχεία κινήθηκε εις βάρος του διοικητική διαδικασία απομακρύνσεως.

8        Κατόπιν ολοκληρώσεως της διαδικασίας αυτής, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ναβάρας εξέδωσε την από 29 Ιουνίου 2015 απόφασή της. Η απόφαση αυτή συνοδεύεται από απαγόρευση εισόδου στην Ισπανία επί πέντε έτη και από ανάκληση της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος. Έρεισμα της αποφάσεως αυτής αποτελεί η συνδρομή του λόγου απομακρύνσεως ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του οργανικού νόμου 4/2000.

9        Στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, o W. López Pastuzano προσέφυγε κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Juzgado de lo Contencioso‑Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικού πρωτοδικείου αριθ. 1 Παμπλόνας, Ισπανία).

10      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στην ισπανική έννομη τάξη υφίστανται δύο διαφορετικές νομικές οδοί για τη διοικητική απομάκρυνση αλλοδαπού, ήτοι, αφενός, η απομάκρυνση ως κύρωση για διάφορες διοικητικές παραβάσεις, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 57, παράγραφος 1, του οργανικού νόμου 4/2000, και, αφετέρου, η απομάκρυνση ως νόμιμη συνέπεια της καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους για εκ προθέσεως αδίκημα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 57, παράγραφος 2, του ως άνω οργανικού νόμου.

11      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 57, παράγραφος 5, του οργανικού νόμου 4/2000 μεταφέρει στο ισπανικό δίκαιο το άρθρο 12 της οδηγίας 2003/109 και εισάγει την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη, πριν από την έκδοση αποφάσεως περί απομακρύνσεως επί μακρόν διαμένοντος, οι προσωπικές περιστάσεις του, ήτοι η διάρκεια της διαμονής του στην Ισπανία και οι δεσμοί τους οποίους έχει δημιουργήσει με το κράτος μέλος αυτό, η ηλικία του, οι επιπτώσεις για τον ενδιαφερόμενο και τα μέλη της οικογένειάς του και οι δεσμοί με τη χώρα προς την οποία θα επαναπροωθηθεί.

12      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο όρος «κύρωση της απομακρύνσεως», ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 57, παράγραφος 5, του οργανικού νόμου 4/2000, έχει ερμηνευθεί από την κρατούσα νομολογία των Tribunales Superiores de Justicia (Ανωτέρων Δικαστηρίων των Αυτόνομων Κοινοτήτων, Ισπανία) υπό την έννοια ότι αναφέρεται μόνο στις αποφάσεις απομακρύνσεως οι οποίες εκδίδονται ως κύρωση για ορισμένες διοικητικές παραβάσεις και όχι στις αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται εις βάρος επί μακρόν διαμένοντος ο οποίος έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους.

13      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο W. López Pastuzano έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 2015 τονίζει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η απομάκρυνση δεν συνιστά κύρωση για την τέλεση διοικητικής παραβάσεως, με αποτέλεσμα το άρθρο 57, παράγραφος 5, του οργανικού νόμου 4/2000 να μην έχει εφαρμογή.

14      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά επομένως ότι, προκειμένου να δώσει λύση στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του, πρέπει να γνωρίζει την έκταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 12 της οδηγίας 2003/109 προστασίας των επί μακρόν διαμενόντων από την απομάκρυνση. Ειδικότερα, πρέπει να γνωρίζει αν ο όρος απόφαση απομακρύνσεως, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος σε κάθε διοικητική απόφαση απομακρύνσεως, ανεξάρτητα από τη φύση της και τους λεπτομερείς νομικούς κανόνες εκδόσεώς της και αν το εν λόγω άρθρο συμβιβάζεται με διάταξη όπως αυτή του άρθρου 57, παράγραφος 5, του οργανικού νόμου 4/2000, η οποία περιορίζει την προστασία των επί μακρόν διαμενόντων από την απομάκρυνση σε μια ειδική μορφή διοικητικής αποφάσεως περί απομακρύνσεως, κατ’ αποκλεισμό των λοιπών.

15      Στο πλαίσιο αυτό, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 1 Παμπλόνας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει το άρθρο 12 της οδηγίας 2003/109 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, και στην ερμηνεύουσα τη νομοθεσία αυτή νομολογία, οι οποίες δεν προβλέπουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων για την προστασία ενός επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτου [κράτους] από την απομάκρυνση ως προς κάθε διοικητική απόφαση απομακρύνσεως, ανεξάρτητα από τη φύση της ή τους διέποντες αυτήν λεπτομερείς νομικούς κανόνες, αλλά περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής των προϋποθέσεων αυτών σε μια συγκεκριμένη νομική περίπτωση απομακρύνσεως;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

16      Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η εθνική νομολογία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο αποτελεί τη μειοψηφούσα θέση και ότι η πλειοψηφία των Tribunales Superiores de Justicia (Ανωτέρων Δικαστηρίων των Αυτόνομων Κοινοτήτων) κρίνει ότι το μέτρο απομακρύνσεως το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του οργανικού νόμου 4/2000 σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιβάλλεται αυτομάτως στους αλλοδαπούς που είναι κάτοχοι άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, αλλά απαιτείται, πριν από τη λήψη του ως άνω μέτρου, η αξιολόγηση των κριτηρίων της παραγράφου 5, στοιχείο b, του άρθρου αυτού. Η ως άνω κυβέρνηση πρόσθεσε ότι από δύο πρόσφατες αποφάσεις του Tribunal Constitucional (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ισπανία) προκύπτει ότι η επιτασσόμενη από το ισπανικό Σύνταγμα προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου επιβάλλει τη συνεκτίμηση, πριν από τη λήψη μέτρου απομακρύνσεως εις βάρος ενός επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού, της προσωπικής και οικογενειακής του καταστάσεως.

17      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι στην πραγματικότητα το ερώτημα το οποίο θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορά την ερμηνεία όχι του δικαίου της Ένωσης αλλά του εθνικού δικαίου.

18      Διαπιστώνεται όμως συναφώς ότι το προδικαστικό ερώτημα, όπως έχει διατυπωθεί από το αιτούν δικαστήριο, δεν αφορά την ερμηνεία του ισπανικού δικαίου, για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, αλλά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

19      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2008, Commune de Mesquer, C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 21ης Μαΐου 2015, Verder LabTec, C‑657/13, EU:C:2015:331, σκέψη 29).

20      Εν προκειμένω, από τις επεξηγήσεις τις οποίες παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει, αφενός, ότι, προκειμένου να εκδώσει την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2015, η αρμόδια εθνική αρχή στηρίχθηκε σε ερμηνεία του άρθρου 57, παράγραφος 5, του οργανικού νόμου 4/2000 κατά την οποία η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως αυτή του W. López Pastuzano, και, αφετέρου, ότι την ως άνω ερμηνεία έχει υιοθετήσει τουλάχιστον ένα μέρος των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων.

21      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως. Συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

22      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, όπως ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του κράτους αυτού, δεν προβλέπει την εφαρμογή των προϋποθέσεων για την προστασία ενός επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτου κράτους από την απομάκρυνση ως προς κάθε διοικητική απόφαση απομακρύνσεως, ανεξάρτητα από τη φύση της ή τους διέποντες αυτήν λεπτομερείς νομικούς κανόνες.

23      Επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κύριος σκοπός της οδηγίας 2003/109 είναι η ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών που είναι επί μακρόν διαμένοντες στα κράτη μέλη (αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑508/10, EU:C:2012:243, σκέψη 66, και της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, CGIL και INCA, C‑309/14, EU:C:2015:523, σκέψη 21).

24      Προς τον σκοπό αυτό, όπως επισημαίνει η αιτιολογική σκέψη 16 της εν λόγω οδηγίας, ο νομοθέτης της Ένωσης εκτίμησε ότι οι επί μακρόν διαμένοντες έπρεπε να απολαύουν ενισχυμένης προστασίας από την απέλαση.

25      Συνεπώς, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν απόφαση να απομακρύνουν επί μακρόν διαμένοντα αποκλειστικά όταν αυτός συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας.

26      Εξάλλου, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας προβλέπει ότι, πριν λάβουν απόφαση να απομακρύνουν επί μακρόν διαμένοντα υπήκοο τρίτου κράτους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τη διάρκεια της διαμονής στην επικράτειά τους, την ηλικία του ενδιαφερομένου, τις επιπτώσεις για τον ενδιαφερόμενο και τα μέλη της οικογένειάς του και τους δεσμούς με τη χώρα διαμονής ή την απουσία δεσμών με τη χώρα καταγωγής του. Είναι συνεπώς αδιάφορο αν ένα τέτοιο μέτρο έχει επιβληθεί ως διοικητική κύρωση ή αν αποτελεί συνέπεια ποινικής καταδίκης.

27      Άλλωστε, στην απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Ziebell (C‑371/08, EU:C:2011:809, σκέψεις 82 και 83), το Δικαστήριο τόνισε ότι η λήψη ενός τέτοιου μέτρου δεν μπορεί να διατάσσεται αυτομάτως κατόπιν ποινικής καταδίκης, αλλά προϋποθέτει εκτίμηση της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως με βάση, μεταξύ άλλων, τους παράγοντες που μνημονεύονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.

28      Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως απομακρύνσεως εις βάρος επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτου κράτους απλώς και μόνο για τον λόγο ότι έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους.

29      Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 2003/109 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, όπως ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του κράτους αυτού, δεν προβλέπει την εφαρμογή των προϋποθέσεων για την προστασία ενός επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτου κράτους από την απομάκρυνση ως προς κάθε διοικητική απόφαση απομακρύνσεως, ανεξάρτητα από τη φύση της ή τους διέποντες αυτήν λεπτομερείς νομικούς κανόνες.

 Επί των δικαστικών εξόδων

30      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 12 της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, όπως ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του κράτους αυτού, δεν προβλέπει την εφαρμογή των προϋποθέσεων για την προστασία ενός επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου τρίτου κράτους από την απομάκρυνση ως προς κάθε διοικητική απόφαση απομακρύνσεως, ανεξάρτητα από τη φύση της ή τους διέποντες αυτήν λεπτομερείς νομικούς κανόνες.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.