Γλωσσικό καθεστώς

Το γλωσσικό καθεστώς του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Όσον αφορά τις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες, οι σχετικές με το γλωσσικό καθεστώς διατάξεις περιέχονται στα άρθρα 36 έως 42 του Κανονισμού Διαδικασίας του. Όσον αφορά τις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίες, οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονται στα άρθρα 44 έως 49 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

Οι κανονισμοί διαδικασίας των δύο δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν το σύστημα χρήσης γλωσσών του κανονισμού 1/58 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Όλοι οι λοιποί κανόνες χρήσης γλωσσών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις διαδικασίες ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.

Για κάθε διαδικασία που κινείται ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης καθορίζεται μία γλώσσα διαδικασίας. Η γλώσσα διαδικασίας είναι μία από τις είκοσι τέσσερις επίσημες γλώσσες. Στις διαδικασίες που αφορούν αίτηση προδικαστικής απόφασης, γλώσσα διαδικασίας είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί το εθνικό δικαστήριο το οποίο υποβάλλει την αίτηση στο Δικαστήριο. Στις προσφυγές ή αγωγές, ο προσφεύγων ή ενάγων έχει την ευχέρεια επιλογής της γλώσσας διαδικασίας. Συναφώς, δεν δεσμεύεται ούτε από την ιθαγένειά του ούτε από εκείνη του δικηγόρου του. Πάντως, όταν καθού είναι κράτος μέλος, γλώσσα διαδικασίας είναι η γλώσσα ή μία από τις γλώσσες του κράτους αυτού. Αφού καθορισθεί η γλώσσα διαδικασίας, πρέπει να χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, τόσο κατά την έγγραφη όσο και κατά την προφορική διαδικασία. Η επιλογή αυτή δεν δεσμεύει μόνον τους διαδίκους, αλλά και τους τρίτους που ενδέχεται να παρέμβουν στη διαδικασία.

Το Δικαστήριο χρειάζεται μια κοινή γλώσσα για τις διασκέψεις. Παραδοσιακά, η γλώσσα αυτή είναι η γαλλική. Συνεπώς, όλα τα έγγραφα που καταθέτουν οι διάδικοι στη γλώσσα διαδικασίας μεταφράζονται στη γαλλική και αποτελούν τον εσωτερικό φάκελο εργασίας. Εντούτοις, η ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των Γραμματειών του Δικαστηρίου και των διαδίκων γίνεται στη συνέχεια πάντοτε στη γλώσσα διαδικασίας. Η γλώσσα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο τέλος της διαδικασίας, διότι αυθεντικό είναι το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου μόνο στη γλώσσα διαδικασίας. Οι αποφάσεις τόσο του Δικαστηρίου όσο και του Γενικού Δικαστηρίου δημοσιεύονται στη Συλλογή της Νομολογίας, που κυκλοφορεί σε όλες τις γλώσσες.

Επομένως, η Γενική Διεύθυνση Πολυγλωσσίας έχει σημαντικό ρόλο στον διάλογο μεταξύ των διαδίκων και του δικαστή της Ένωσης καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Οι Διευθύνσεις Νομικής Μετάφρασης εξασφαλίζουν τη μετάφραση των εγγράφων που καταθέτουν οι διάδικοι από όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη γαλλική, κατόπιν τη μετάφραση των αποφάσεων του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου προς όλες τις γλώσσες, ιδίως προς τη γλώσσα διαδικασίας. Εντούτοις, ο γενικός εισαγγελέας χρησιμοποιεί κατά κανόνα τη μητρική του γλώσσα και οι προτάσεις του μεταφράζονται από το πρωτότυπο κείμενο προς τη γλώσσα διαδικασίας για τους διαδίκους και προς τις άλλες γλώσσες για δημοσίευση. Επειδή οι αιτήσεις των εθνικών δικαστηρίων για έκδοση προδικαστικής απόφασης κοινοποιούνται αμέσως μετά την παραλαβή τους σε όλα τα κράτη μέλη, πρέπει ομοίως να μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες.

Λόγω αυτού του σημαντικού ενδιάμεσου ρόλου, το Δικαστήριο χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο νομικούς ως μεταφραστές. Έτσι, οι Διευθύνσεις Νομικής Μετάφρασης -κοινές για τα δύο δικαιοδοτικά όργανα- απαρτίζονται από γλωσσομαθείς νομικούς, οι οποίοι είναι όλοι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου νομικών σπουδών. Το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει εξάλλου ότι η μεταφραστική υπηρεσία «συγκροτεί[ται] από ειδικούς που διαθέτουν κατάλληλη νομική κατάρτιση».

Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η Διεύθυνση Διερμηνείας είναι υπεύθυνη για την επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων και των δικαστών. Στις συνεδριάσεις των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης πραγματοποιείται ταυτόχρονη διερμηνεία σε όσες γλώσσες απαιτείται.

Σκοπός της διερμηνείας είναι η εξυπηρέτηση της προφορικής επικοινωνίας. Η ίδια η φύση της προφορικής συζήτησης συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να γίνεται κατά λέξη μετάφραση. Αποστολή του διερμηνέα είναι να αποδώσει πιστά και αμέσως σε μιαν άλλη γλώσσα τα λεγόμενα του αγορητή.

Πλην της άριστης γνώσης των γλωσσών εργασίας τους, οι διερμηνείς του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν αρκετές γνώσεις σχετικά με το ζήτημα που θα συζητηθεί κατά τη συνεδρίαση. Κατά συνέπεια, είναι πολύ σημαντική η προηγούμενη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Οι διερμηνείς -που έχουν υποχρέωση να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια σχετικά με κάθε στοιχείο που πληροφορούνται- έχουν δικαίωμα πλήρους πρόσβασης στις δικογραφίες των υποθέσεων, πράγμα το οποίο διασφαλίζει την εξοικείωσή τους με τα νομικά ζητήματα και την ορολογία της κάθε υπόθεσης.

Δεδομένου ότι η γαλλική είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στις διασκέψεις των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, ορισμένα έγγραφα δεν είναι διαθέσιμα σε άλλες γλώσσες, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι κάθε διερμηνέας που παρέχει τις υπηρεσίες του στο Δικαστήριο απαιτείται να έχει δυνατότητα άριστης κατανόησης γραπτών κειμένων που έχουν συνταχθεί στα γαλλικά.