Language of document : ECLI:EU:T:2021:410

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 7ης Ιουλίου 2021 (*)

«Εξωσυμβατική ευθύνη – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν – Κατάλογος των προσώπων και οντοτήτων σε βάρος των οποίων επιβάλλεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες»

Στην υπόθεση T‑692/15 RENV,

HTTS Hanseatic Trade Trust & Shipping GmbH, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Schlingmann, δικηγόρο,

ενάγουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους J.‑P. Hix και M. Bishop,

εναγομένου,

υποστηριζόμενου από

την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους R. Tricot, C. Hödlmayr, J. Roberti di Sarsina και M. Kellerbauer,

παρεμβαίνουσα,

με αντικείμενο αίτημα βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η ενάγουσα υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της καταχωρίσεως της επωνυμίας της, αφενός, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2010, L 195, σ. 25), στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1), και, αφετέρου, με τον κανονισμό (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1), στο παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, M. Jaeger και O. Porchia (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: B. Lefebvre, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Νοεμβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία προ της αναπομπής

1        Η ενάγουσα, HTTS Hanseatic Trade Trust & Shipping GmbH, η οποία συστάθηκε το 2009 από τον Naser Bateni, είναι εταιρία γερμανικού δικαίου που ασκεί δραστηριότητες ναυτικού πράκτορα και τεχνικού διαχειριστή σκαφών.

2        Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων τα οποία θεσπίστηκαν για την άσκηση πιέσεως στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, προκειμένου να παύσει τις δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως πυρηνικών όπλων και την ανάπτυξη συστημάτων εκτοξεύσεως τέτοιων όπλων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα μέτρα που ελήφθησαν σε βάρος μιας ναυτιλιακής εταιρίας, της Islamic Republic of Iran Shipping Lines (στο εξής: IRISL), καθώς και σε βάρος των φυσικών ή νομικών προσώπων που φέρονται να συνδέονται με την εταιρία αυτή, μεταξύ των οποίων καταλέγονται κυρίως, κατά το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η IRISL Europe, η ενάγουσα και δύο άλλες ναυτιλιακές εταιρίες, η Hafize Darya Shipping Lines (στο εξής: HDSL) και η Safiran Pyam Darya Shipping Lines (στο εξής: SAPID).

3        Με την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2010, L 195, σ. 39), το Συμβούλιο καταχώρισε την επωνυμία της ενάγουσας στον κατάλογο των οντοτήτων που συμβάλλουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων ο οποίος παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω αποφάσεως. Ως εκ τούτου, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2010, L 195, σ. 25), η επωνυμία της ενάγουσας καταχωρίσθηκε στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1). Η απόφαση 2010/413 και ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010, κατά το μέτρο που επέφεραν την πρώτη καταχώριση της επωνυμίας της ενάγουσας (στο εξής: πρώτη καταχώριση), στηρίχθηκαν στην αιτιολογία ότι η εν λόγω εταιρία «ενεργ[ούσε] για λογαριασμό της HDSL στην Ευρώπη». Κατά της καταχωρίσεως αυτής δεν ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως.

4        Στις 25 Οκτωβρίου 2010, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 961/2010 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1). Το παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010 περιλάμβανε τον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεσμεύονταν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Από τον εν λόγω κανονισμό, με τον οποίο πραγματοποιείται η καταχώριση της ενάγουσας στον κατάλογο αυτό (στο εξής: δεύτερη καταχώριση), προκύπτει ότι η αιτιολογία που έγινε δεκτή σε βάρος της εν λόγω εταιρίας ήταν ότι «[τελούσε] υπό τον έλεγχο [ή] ενήργησε εξ ονόματος της IRISL». Η ενάγουσα άσκησε προσφυγή κατά της δεύτερης καταχωρίσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

5        Με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τη δεύτερη καταχώριση, αλλά έκρινε ότι τα αποτελέσματα του κανονισμού 961/2010, κατά το μέτρο που αφορούσε την ενάγουσα, διατηρούνταν σε ισχύ έως τις 7 Φεβρουαρίου 2012.

6        Μετά την έκδοση της αποφάσεως της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η επωνυμία της ενάγουσας αποτέλεσε αντικείμενο περαιτέρω καταχωρίσεων εκ μέρους του Συμβουλίου, ήτοι, πρώτον, στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την απόφαση 2012/35/ΚΕΠΠΑ, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ 2012, L 19, σ. 22), με την ακόλουθη αιτιολογία: «Ελέγχεται από [την] IRISL [ή] δρα εξ ονόματός [της]. [Η ενάγουσα] είναι καταχωρισμένη στην ίδια διεύθυνση με την IRISL Europe GmbH στο Αμβούργο [(Γερμανία)] και ο διευθυντής της, Δρ Naser Bateni, εργαζόταν προηγουμένως [στην] IRISL». Ως εκ τούτου, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 54/2012 του Συμβουλίου, της 23ης Ιανουαρίου 2012, για την εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 961/2010 (ΕΕ 2013, L 19, σ. 1), η επωνυμία της ενάγουσας καταχωρίστηκε, με την ανωτέρω αιτιολογία, στον κατάλογο του παραρτήματος VIII του κανονισμού 961/2010.

7        Δεύτερον, η επωνυμία της ενάγουσας καταχωρίστηκε, στις 23 Μαρτίου 2012, στον κατάλογο του κανονισμού (ΕΕ) 267/2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού αριθ. 961/2010 (ΕΕ 2012, L 88, σ. 1). Η καταχώριση αυτή, την οποία η ενάγουσα προσέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ακυρώθηκε με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312).

8        Τέλος, τρίτον, η επωνυμία της ενάγουσας καταχωρίσθηκε εκ νέου, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την απόφαση 2013/661/ΚΕΠΠΑ, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ 2013, L 306, σ. 18), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1154/2013, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 267/2012 (ΕΕ 2013, L 306, σ. 3). Η καταχώριση αυτή, την οποία η ενάγουσα προσέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ακυρώθηκε με την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, HTTS και Bateni κατά Συμβουλίου (T‑45/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:650).

9        Στο μεταξύ, με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την καταχώριση της επωνυμίας της IRISL και άλλων ναυτιλιακών εταιριών, μεταξύ των οποίων η HDSL και η SAPID, στους καταλόγους που τις αφορούσαν, με το σκεπτικό ότι τα στοιχεία που είχε προβάλει το Συμβούλιο δεν δικαιολογούσαν την καταχώριση της επωνυμίας της IRISL στους καταλόγους και, κατά συνέπεια, ωσαύτως δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιβολή και διατήρηση σε ισχύ περιοριστικών μέτρων σε βάρος των άλλων ναυτιλιακών εταιριών που είχαν εγγραφεί στους καταλόγους λόγω των σχέσεών τους με την IRISL.

10      Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 2015, η ενάγουσα απηύθυνε στο Συμβούλιο αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που υποστήριζε ότι υπέστη λόγω της αρχικής και των μεταγενέστερων καταχωρίσεων της επωνυμίας της στους καταλόγους των προσώπων που σχετίζονται με τη δραστηριότητα της IRISL. Με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2015, το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα αυτό.

11      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 2015 η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή, ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να της καταβάλει ποσό 2 513 221,50 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της καταχωρίσεως της επωνυμίας της στους καταλόγους των προσώπων, των οντοτήτων και των οργανισμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V του κανονισμού 423/2007 και στο παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010 (στο εξής, από κοινού: επίμαχοι κατάλογοι)·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδοτήσεως προσαυξημένο κατά 2 μονάδες, από τις 17 Οκτωβρίου 2015·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

12      Η αγωγή αυτή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου με αριθμό υποθέσεως T‑692/15.

13      Το Συμβούλιο ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως εν μέρει απαράδεκτης και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμης καθώς και την καταδίκη της ενάγουσας στα δικαστικά έξοδα.

14      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Με απόφαση της 13ης Μαΐου 2016, ο πρόεδρος του εβδόμου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

15      Η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας κοινοποιήθηκε στους διαδίκους στις 30 Αυγούστου 2016. Οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα περί διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση αυτή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

16      Με απόφαση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2016, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε σε νέο εισηγητή δικαστή, μέλος του τρίτου τμήματος.

17      Με απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, η οποία επιδόθηκε στους διαδίκους την επόμενη ημέρα, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι είχε επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφάσισε, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους των διαδίκων, να αποφανθεί χωρίς τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

18      Εντούτοις, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Ιουνίου 2017, η ενάγουσα ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως., ιδίως λόγω της εκδόσεως της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402), και ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακούσει, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, τον μοναδικό εταίρο και Διευθυντή της, Ν. Bateni, όσον αφορά, ιδίως, το εύρος της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης την οποία αυτή υποστήριζε ότι υπέστη.

19      Με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, επιβεβαίωσε την απόφασή του της 8ης Ιουνίου 2017. Το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, έκρινε ότι το αίτημα της ενάγουσας περί διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως προβλήθηκε εκπροθέσμως και, αφετέρου, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν νέα στοιχεία τα οποία θα ήταν, ενδεχομένως, ικανά να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή τέτοιας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402), απλώς και μόνον επικύρωσε την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (T‑384/11, EU:T:2014:986), και, επομένως, δεν ήταν δυνατό να δικαιολογήσει την έναρξη της προφορικής διαδικασίας. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα να διαταχθεί μέτρο οργανώσεως διαδικασίας σχετικά με την ακρόαση του Ν. Bateni, κρίνοντας ότι είχε επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και από τη σχετική νομολογία όσον αφορά θέματα ζημίας η οποία προκύπτει από παράνομο περιοριστικό μέτρο.

20      Με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑692/15, στο εξής: αρχική απόφαση, EU:T:2017:890), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει η ενάγουσα και καταδίκασε την τελευταία στα δικαστικά έξοδα. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό της ενάγουσας, ήτοι, αντιστοίχως, τον ισχυρισμό περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχωρίσεως στους επίμαχους καταλόγους.

21      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 2018, η ενάγουσα άσκησε αναίρεση κατά της αρχικής αποφάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως C‑123/18 P. Με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου (C‑123/18 P, στο εξής: αναιρετική απόφαση, EU:C:2019:694), το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

22      Το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 51 και 56 έως 86 της αναιρετικής αποφάσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τις σκέψεις 49 και 50 της αρχικής αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο μπορούσε να προβάλει όλα τα κρίσιμα στοιχεία τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την καταχώριση της επωνυμίας της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους, και, ειδικότερα, καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 60 της αρχικής αποφάσεως, ότι από διάφορα στοιχεία, τα οποία παρατίθενται στη σκέψη 59 της αρχικής αυτής αποφάσεως, προέκυπτε ότι το Συμβούλιο δεν είχε διαπράξει κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτιμήσεως του περιεχομένου των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της ενάγουσας και της IRISL, στο μέτρο που, κατά την ημερομηνία καταχωρίσεως της επωνυμίας της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους, τα στοιχεία αυτά που αποδείκνυαν την ιδιότητα της ενάγουσας ως «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL δεν ήταν γνωστά στο Συμβούλιο.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων κατόπιν της αναπομπής

23      Η αναπεμφθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υπόθεση πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου με αριθμό υποθέσεως T‑692/15 RENV και ανατέθηκε, στις 19 Σεπτεμβρίου 2019, στο πρώτο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 216, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

24      Οι διάδικοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με το άρθρο 217, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην αναιρετική απόφαση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Οι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

25      Με τις παρατηρήσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 2019, η ενάγουσα έλαβε θέση επί των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν στην υπό κρίση υπόθεση από την αναιρετική απόφαση. Συναφώς, η ενάγουσα εμμένει στο αίτημα που υπέβαλε με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, με το οποίο ζητεί να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να της καταβάλει αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη.

26      Με τις παρατηρήσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2019, το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή ως εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις T‑692/15 και T‑692/15 RENV και στα έξοδα της αναιρετικής δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑123/18 P.

27      Με τις παρατηρήσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2019, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή·

–        να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.

28      Η ενάγουσα και το Συμβούλιο ζήτησαν, αντιστοίχως, στις 29 και στις 30 Ιανουαρίου 2020, τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

29      Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τα εν λόγω αιτήματα και προχώρησε στην προφορική διαδικασία.

30      Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 2020, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, τη συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με την υπόθεση T‑455/17, Bateni κατά Συμβουλίου, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

31      Μετά από διάφορες αναβολές της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως οφειλόμενες στην υγειονομική κρίση λόγω της νόσου COVID‑19, οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Νοεμβρίου 2020, η οποία διεξήχθη μέσω τηλεδιασκέψεως με τη συγκατάθεση της ενάγουσας.

 Σκεπτικό

 Επί της ενστάσεως απαραδέκτου λόγω παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας

32      Το Συμβούλιο, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, προβάλλει το εν μέρει απαράδεκτο της αγωγής, λόγω συμπλήρωσης της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

33      Το Συμβούλιο προβάλλει, συναφώς, ότι η αγωγή, η οποία ασκήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2015, στηρίζεται σε πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από πέντε και πλέον έτη, ήτοι στις 26 Ιουλίου 2010, όσον αφορά τον κανονισμό 668/2010, και στις 25 Οκτωβρίου 2010, όσον αφορά τον κανονισμό 961/2010.

34      Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η αγωγή είναι εν μέρει απαράδεκτη λόγω παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας όσον αφορά τις ζημίες τις οποίες αυτή φέρεται να υπέστη πριν από τις 25 Νοεμβρίου 2010, ήτοι πέντε έτη πριν από την άσκηση της αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2015.

35      Επιπλέον, το Συμβούλιο, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2019, εμμένει στο επιχείρημα αυτό, υποστηρίζοντας ότι «[η] απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019 ουδεμία επιρροή ασκεί στο επιχείρημά [του] ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι εν μέρει αναρμόδιο, δεδομένου ότι τα δικαιώματα των οποίων επίκληση γίνεται στο πλαίσιο της αγωγής έχουν εν μέρει παραγραφεί».

36      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ενάγουσα, κληθείσα να λάβει θέση επί του ανωτέρω επιχειρήματος, υπενθύμισε ότι είχε ζητήσει από το Συμβούλιο αποζημίωση πριν από την ένδικη διαδικασία, εντός της προθεσμίας των πέντε ετών.

37      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, προβλέπει ότι οι αξιώσεις κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να κατατίθεται εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, οι δε διατάξεις του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εφαρμόζονται, ανάλογα με την περίπτωση.

38      Εξάλλου, η προθεσμία των δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται σε περίπτωση που έχει κοινοποιηθεί στον αιτούντα απόφαση απορρίπτουσα την προηγούμενη αίτηση προς το αρμόδιο θεσμικό όργανο, ενώ η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ εφαρμόζεται σε περίπτωση που το οικείο θεσμικό όργανο δεν έλαβε θέση εντός δύο μηνών από της εν λόγω αιτήσεως [πρβλ. διάταξη της 4ης Μαΐου 2005, Holcim (France) κατά Επιτροπής, T‑86/03, EU:T:2005:157, σκέψη 38, και απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Nutria κατά Επιτροπής, T‑832/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:428, σκέψη 36].

39      Εν προκειμένω, η πρώτη καταχώριση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Ιουλίου 2010 και η ενάγουσα απηύθυνε στο Συμβούλιο αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας με τηλεομοιοτυπία στις 23 Ιουλίου 2015. Μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας, η οποία ισοδυναμούσε με σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως του εν λόγω αιτήματος, το Συμβούλιο ανακάλεσε την απόφαση αυτή, απορρίπτοντας το εν λόγω αίτημα με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2015 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2019, Frank κατά Επιτροπής, T‑478/16, EU:T:2019:399, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Με την άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως στις 25 Νοεμβρίου 2015, η ενάγουσα ενήργησε εντός δύο μηνών από την παραλαβή του απορριπτικού εγγράφου του Συμβουλίου (πρβλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 1997, Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑20/94, EU:T:1997:55, σκέψη 134).

40      Επομένως, εν προκειμένω, η προθεσμία παραγραφής μπορεί να θεωρηθεί ότι διακόπηκε στις 23 Ιουλίου 2015, ήτοι εντός διαστήματος μικρότερου των πέντε ετών μετά τις 27 Ιουλίου 2010, οπότε η υπό κρίση αγωγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

 Επί του ισχυρισμού με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

41      Η ενάγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι πρέπει να αναγνωριστεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για τον λόγο ότι η καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

42      Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 61, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναπομπής, το Γενικό Δικαστήριο δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.

43      Πράγματι, όπως υπογραμμίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, και όπως παραδέχθηκε η ενάγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αναιρετική απόφαση επικύρωσε το συμπέρασμα που περιέχεται στη σκέψη 88 της αρχικής αποφάσεως, κατά το οποίο η παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν μπορεί κατ’ αρχήν να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, το δε Δικαστήριο υπογράμμισε, κατά τα λοιπά, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία που καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010 λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, εντούτοις οι αιτιάσεις της δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ύπαρξης κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας (πρβλ. αναιρετική απόφαση σκέψεις 102 και 103).

44      Για τους ίδιους λόγους, ο ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του ισχυρισμού με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων εγγραφής στους επίμαχους καταλόγους

45      Προς στήριξη του υπό κρίση ισχυρισμού, η ενάγουσα προβάλλει δύο αιτιάσεις. Με την πρώτη αιτίαση, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε, βάσει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, ότι αυτή τελούσε υπό τον έλεγχο της IRISL. Με τη δεύτερη αιτίαση, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η αιτιολογία βάσει της οποίας η επωνυμία της καταχωρίστηκε στους επίμαχους καταλόγους, ήτοι η συμμετοχή της IRISL και της HDSL στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ήταν εσφαλμένη, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453).

46      Εξάλλου, η ενάγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010 είναι παράνομος. Κατά την ενάγουσα, μολονότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η ακύρωση του κανονισμού 961/2010, κατά το μέτρο που την αφορά, δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ακύρωση του εν λόγω εκτελεστικού κανονισμού, εντούτοις τα νομοθετήματα αυτά εκδόθηκαν επί ανεπαρκούς πραγματικής βάσεως και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρα. Η ενάγουσα φρονεί ότι, εάν κατά την ημερομηνία της δεύτερης καταχωρίσεως δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να καθιστούν δυνατή την καταχώριση της επωνυμίας της σε κατάλογο, τούτο ίσχυε κατά μείζονα λόγο σε σχέση με την πρώτη καταχώριση.

47      Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η πρώτη και η δεύτερη καταχώριση (στο εξής, από κοινού: επίμαχες καταχωρίσεις), οι οποίες στηρίχθηκαν αντιστοίχως στην αιτιολογία ότι «ενεργεί εξ ονόματος της HDSL στην Ευρώπη» και «τελεί υπό τον έλεγχο [ή] ενεργεί εξ ονόματος της IRISL», δεν είχαν καμία πραγματική βάση, στο μέτρο που το Συμβούλιο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5 Μαρτίου 2019, παραδέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την ημερομηνία πραγματοποιήσεως των εν λόγω καταχωρίσεων δεν είχε στη διάθεσή του τις πληροφορίες που μνημονεύονται στη σκέψη 59 της αρχικής αποφάσεως και ότι κατά το χρονικό σημείο εξέτασης του φακέλου δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες.

48      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η παράβαση στην οποία υπέπεσε το Συμβούλιο είναι ακόμη πιο σημαντική, στο μέτρο που η αιτιολογία για την καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους, ήτοι η συμμετοχή της IRISL και της HDSL στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ήταν ήδη εσφαλμένη, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453), οπότε οι επίμαχες καταχωρίσεις ενέχουν «διττό σφάλμα». Η ενάγουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι οι IRISL και HDSL δεν συμμετείχαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και, αφετέρου, ότι μεταξύ της ιδίας και των εν λόγω εταιριών δεν υφίστατο σχέση η οποία να καθιστά δυνατό σε αυτές να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις της.

49      Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν το σύνολο των αιτιάσεων που προβάλλει η ενάγουσα.

 Υπόμνηση της νομολογίας περί εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης

50      Υπενθυμίζεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως αποτελεί αυτοτελές ένδικο βοήθημα, το οποίο δεν αποβλέπει στην κατάργηση συγκεκριμένου μέτρου, αλλά στην αποκατάσταση της ζημίας την οποία προκάλεσε ένα θεσμικό όργανο (πρβλ. απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1971, Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου, 5/71, EU:C:1971:116, σκέψη 3) και ότι η προσφυγή ακυρώσεως δεν συνιστά προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

51      Επιπροσθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (πρβλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, Artegodan κατά Επιτροπής, C‑221/10 P, EU:C:2012:216, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και αναιρετική απόφαση, σκέψη 32).

52      Κατά πάγια νομολογία, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι σωρευτικές (πρβλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, Fahas κατά Συμβουλίου, T‑49/07, EU:T:2010:499, σκέψη 93, και διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2012, Dagher κατά Συμβουλίου, T‑218/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:82, σκέψη 34). Επομένως, εφόσον δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι λοιπές προϋποθέσεις (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, Lucaccioni κατά Επιτροπής, C‑257/98 P, EU:C:1999:402, σκέψη 14, και της 26ης Οκτωβρίου 2011, Dufour κατά ΕΚΤ, T‑436/09, EU:T:2011:634, σκέψη 193).

53      Κατά πάγια νομολογία, η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ενωσιακής νομικής πράξεως, για παράδειγμα στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, δεν αρκεί, όσο αποδοκιμαστέα και αν είναι η παρανομία αυτή, για να κριθεί ότι στοιχειοθετείται άνευ ετέρου η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, η οποία προϋποθέτει τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα θεσμικά όργανα. Συγκεκριμένα, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή, η νομολογία απαιτεί ο ενάγων να αποδείξει ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν διέπραξε απλή παρανομία, αλλά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Εξάλλου, η απόδειξη κατάφωρης παραβάσεως έχει ως σκοπό να αποφεύγεται, ιδίως στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, η παρακώλυση της αποστολής την οποία το θεσμικό όργανο καλείται να επιτελέσει προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης και των κρατών μελών της, λόγω του κινδύνου να κληθεί τελικώς το οικείο θεσμικό όργανο να φέρει τη ζημία που οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να υποστούν από τις πράξεις του, χωρίς, ωστόσο, να επιρρίπτεται στους ιδιώτες το βάρος των συνεπειών, συνισταμένων σε υλική ζημία ή ηθική βλάβη, για καταφανείς και ασύγγνωστες παραβάσεις που το οικείο θεσμικό όργανο έχει διαπράξει (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψη 49).

55      Πράγματι, ο ευρύτερος σκοπός της διατηρήσεως της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσεως της Ένωσης που εκτίθενται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, είναι ικανός να δικαιολογήσει τις αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, που απορρέουν, για ορισμένους επιχειρηματίες, από αποφάσεις περί εφαρμογής πράξεων που θεσπίζονται από την Ένωση προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο θεμελιώδης σκοπός (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψη 50).

 Υπόμνηση των αρχών που διατυπώθηκαν με την αναιρετική απόφαση

56      Με τη σκέψη 33 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες υφίσταται όταν η παράβαση αυτή συνεπάγεται πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια, τα δε στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνονται συναφώς υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, η πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα καθώς και το εύρος των περιθωρίων εκτίμησης που αφήνει ο παραβιασθείς κανόνας στο θεσμικό όργανο της Ένωσης.

57      Συναφώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε, πρώτον, με τη σκέψη 34 της αναιρετικής αποφάσεως, ότι η απαίτηση περί κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης απορρέει από την ανάγκη στάθμισης μεταξύ, αφενός, της προστασίας των ιδιωτών έναντι των παράνομων ενεργειών των θεσμικών οργάνων και, αφετέρου, της διακριτικής ευχέρειας που πρέπει να καταλείπεται στα εν λόγω θεσμικά όργανα προκειμένου να μην παραλύει η δράση τους. Η στάθμιση αυτή είναι ακόμη πιο σημαντική στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, όπου τα εμπόδια που αντιμετωπίζει το Συμβούλιο ως προς τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών καθιστούν συχνά ιδιαιτέρως δύσκολη την αξιολόγηση στην οποία αυτό οφείλει να προβαίνει.

58      Δεύτερον, με τη σκέψη 43 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι μόνον η διαπίστωση πλημμέλειας στην οποία δεν θα υπέπιπτε, υπό παρόμοιες συνθήκες, μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

59      Τρίτον, με τις σκέψεις 44 και 46 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παράμετροι που απαριθμούνται στη σκέψη 56 ανωτέρω και οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της ύπαρξης κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης αφορούν, στο σύνολό τους, την ημερομηνία κατά την οποία το οικείο θεσμικό όργανο έλαβε την απόφαση ή εξεδήλωσε τη συμπεριφορά και ότι εξ αυτού συνάγεται ότι η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου της Ένωσης πρέπει κατ’ ανάγκην να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις υπό τις οποίες το θεσμικό όργανο ενήργησε κατά τη συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία.

60      Τέταρτον, με τη σκέψη 41 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που η δεύτερη καταχώριση ακυρώθηκε με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η οποία είχε ισχύ δεδικασμένου, επληρούτο ήδη, ως προς τον κανονισμό 961/2010, το πρώτο σκέλος της πρώτης προϋπoθέσεως στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι η παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

61      Πέμπτον, με τις σκέψεις 99 και 100 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι από την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), με την οποία είχε διαπιστωθεί ότι υφίστατο πλημμελής αιτιολογία, δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010 έπρεπε επίσης να θεωρηθεί παράνομος λόγω της ίδιας πλημμέλειας και ότι εναπέκειτο στην ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πρώτης καταχωρίσεως μέσω προσφυγής ακυρώσεως, να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι υπέρ των πράξεων των οργάνων της Ένωσης υφίσταται, κατ’ αρχήν, τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας.

62      Έκτον, όσον αφορά ειδικότερα τα κριτήρια καταχωρίσεως των οποίων τη σοβαρή και πρόδηλη παράβαση προβάλλει εν προκειμένω η ενάγουσα, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 69 της αναιρετικής αποφάσεως, επισήμανε ότι η χρήση των όρων «ανήκει» ή «ελέγχεται», ήτοι τα κριτήρια καταχωρίσεως που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς 423/2007 και 961/2010 και βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες καταχωρίσεις, ανταποκρινόταν στην ανάγκη παροχής στο Συμβούλιο της δυνατότητας λήψεως αποτελεσματικών μέτρων έναντι όλων των προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που συνδέονται με εταιρίες εμπλεκόμενες στη διάδοση πυρηνικών όπλων. Επομένως, κατά το Δικαστήριο, εξ αυτού συνάγεται ότι η κατοχή ή ο έλεγχος μπορούν να έχουν άμεσο ή έμμεσο χαρακτήρα. Πράγματι, εάν ο δεσμός αυτός έπρεπε να αποδειχθεί μόνο βάσει της άμεσης κατοχής ή του άμεσου ελέγχου των εν λόγω προσώπων, τα μέτρα θα μπορούσαν να καταστρατηγηθούν μέσω πληθώρας συμβατικών ή πραγματικών δυνατοτήτων ελέγχου, οι οποίες θα παρείχαν σε μια εταιρία δυνατότητες άσκησης επιρροής επί άλλων οντοτήτων εξίσου ευρείες με την άμεση κατοχή ή τον άμεσο έλεγχο.

63      Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 70 της αναιρετικής αποφάσεως, διευκρίνισε ότι, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με την αρχική απόφαση, η έννοια της «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» δεν έχει, στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο το οποίο έχει γενικώς στο εταιρικό δίκαιο, προκειμένου να προσδιοριστεί η επιχειρηματική ευθύνη εταιρίας της οποίας οι αποφάσεις τελούν νομικώς υπό τον έλεγχο άλλης εμπορικής οντότητας.

64      Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 75 της αναιρετικής αποφάσεως, επικύρωσε ότι μια εταιρία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εταιρία που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» εφόσον η τελευταία βρίσκεται σε κατάσταση στην οποία είναι σε θέση να επηρεάσει τις επιλογές της εν λόγω εταιρίας, έστω και εν απουσία οποιουδήποτε νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ των δύο αυτών οικονομικών οντοτήτων.

65      Τέλος, με τις σκέψεις 77 έως 79 της αναιρετικής αποφάσεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για τους σκοπούς της λήψεως μέτρων, η δραστηριοποίηση υπό τον έλεγχο προσώπου ή οντότητας και η δραστηριοποίηση εξ ονόματος ενός τέτοιου προσώπου ή οντότητας πρέπει να εξομοιώνονται. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την ανάλυση του σκοπού του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 961/2020, ο οποίος είναι να παρασχεθεί στο Συμβούλιο η δυνατότητα λήψεως αποτελεσματικών μέτρων κατά των προσώπων που εμπλέκονται στη διάδοση πυρηνικών όπλων και να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των μέτρων αυτών. Περαιτέρω, το εν λόγω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η διάταξη αυτή.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

66      Υπό το πρίσμα των αρχών που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 50 έως 65 ανωτέρω πρέπει να εξακριβωθεί αν πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης και, ιδίως, η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

67      Κατ’ αρχάς, λαμβανομένων υπόψη των όσων υπομνήσθηκαν στη σκέψη 60 ανωτέρω όσον αφορά τη δεύτερη καταχώριση, κατά το μέτρο που αυτή ακυρώθηκε με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ως προς τον κανονισμό 961/2010, επληρούτο το πρώτο σκέλος της πρώτης προϋποθέσεως στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι η παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

68      Αντιθέτως, όσον αφορά την πρώτη καταχώριση, διαπιστώνεται ότι, όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 61 ανωτέρω, από την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), με την οποία έγινε δεκτό ότι υφίστατο πλημμελής αιτιολογία, δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010 έπρεπε επίσης να θεωρηθεί παράνομος λόγω της ίδιας πλημμέλειας και ότι εναπέκειτο στην ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πρώτης καταχωρίσεως μέσω προσφυγής ακυρώσεως, να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι υπέρ των πράξεων των οργάνων της Ένωσης υφίσταται, κατ’ αρχήν, τεκμήριο νομιμότητας.

69      Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η πρώτη καταχώριση είναι παράνομη, πρέπει να εξεταστεί, όσον αφορά την καταχώριση αυτή καθώς και τη δεύτερη καταχώριση, αν τα στοιχεία που επικαλέστηκε η ενάγουσα, όπως αυτά υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 47 και 48 ανωτέρω, είναι ικανά να αποδείξουν ότι οι εν λόγω καταχωρίσεις συνιστούν κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

–       Επί της πρώτης αιτιάσεως, η οποία αφορά το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν προέβαλε πραγματικά στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα τελούσε υπό τον έλεγχο της IRISL

70      Η ενάγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε σοβαρή και πρόδηλη παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχωρίσεως, καθόσον έκρινε ότι αυτή τελούσε υπό τον έλεγχο της IRISL ή ότι ενεργούσε για λογαριασμό της τελευταίας χωρίς να διαθέτει συναφώς αποδεικτικά στοιχεία.

71      Αφενός, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι, κατά τις επίμαχες καταχωρίσεις, το Συμβούλιο δεν διεξήγαγε έρευνες προκειμένου να αποδείξει τη φύση του ελέγχου που η IRISL ασκούσε επ’ αυτής, δεν είχε στη διάθεσή του κανένα αποδεικτικό στοιχείο και είχε ενεργήσει βάσει ενδείξεων που προέρχονταν από τα κράτη μέλη. Η προσέγγιση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), ως «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως». Εξάλλου, η ενάγουσα αμφισβητεί την προσέγγιση που υιοθέτησε το Συμβούλιο κατόπιν της ακυρώσεως της δεύτερης καταχωρίσεως, η οποία συνίστατο στην πραγματοποίηση νέας καταχωρίσεως με ελαφρώς τροποποιημένη αιτιολογία. Η ενάγουσα καταλήγει ότι το Συμβούλιο υπερέβη σημαντικά και προδήλως τα όρια που επιβάλλονται στην εξουσία του εκτιμήσεως και παρέβη κατάφωρα τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καταχωρίσεως.

72      Αφετέρου, η ενάγουσα, στηριζόμενη ιδίως στην απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (T‑384/11, EU:T:2014:986), υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την υποχρέωσή του να αποδείξει το βάσιμο των επίμαχων καταχωρίσεων και ότι, όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, υπέπεσε σε σοβαρή και πρόδηλη παράβαση, καθόσον προέβη στις καταχωρίσεις αυτές χωρίς να έχει στη διάθεσή του καμία πληροφορία ή αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο μιας τέτοιας συμπεριφοράς την πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση πραγματικών περιστατικών ούτε τις δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των κανόνων της Ένωσης στον τομέα αυτό, διότι, λαμβανομένου υπόψη του κατάφωρου χαρακτήρα της παραβάσεως, η εν λόγω πολυπλοκότητα και οι δυσχέρειες αυτές δεν ήταν δυνατό να συνιστούν την αιτία της παραβάσεως.

73      Συναφώς, πρέπει να εξακριβωθεί, υπό το πρίσμα της αναιρετικής αποφάσεως, αν κατά την ημερομηνία των επίμαχων καταχωρίσεων το Συμβούλιο, λαμβανομένων αποκλειστικώς υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε στη διάθεσή του κατά το χρονικό αυτό σημείο, διέπραξε κατάφωρη παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχωρίσεως.

74      Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας με το οποίο προβάλλεται ότι το Συμβούλιο προέβη στις επίμαχες καταχωρίσεις χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και βάσει ενδείξεων προερχόμενων από τα κράτη μέλη, επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο διευκρίνισε το περιεχόμενο της δηλώσεως στην οποία είχε προβεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Μαρτίου 2019 ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή κατά την ημερομηνία των καταχωρίσεων αυτών δεν είχε στη διάθεσή του τις πληροφορίες που μνημονεύονται στη σκέψη 59 της αρχικής αποφάσεως, αναφέροντας ότι δεν είχε στη διάθεσή του το σύνολο των πληροφοριών.

75      Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη καταχώριση, το Συμβούλιο επισήμανε ότι αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι η ενάγουσα είχε την έδρα της στο Αμβούργο (Γερμανία), επί της οδού Schottweg αριθ. 7, και ότι η IRISL Europe, ευρωπαϊκή θυγατρική της IRISL, είχε την έδρα της στο Αμβούργο, επί της οδού Schottweg αριθ. 5. Επισημαίνεται ότι, κατά την ημερομηνία της εν λόγω καταχωρίσεως, το Συμβούλιο, όπως υποστήριξε και το ίδιο, είχε πράγματι στη διάθεσή του το στοιχείο αυτό, που αφορούσε τη διεύθυνση της ενάγουσας καθώς και εκείνη της IRISL Europe, όπως προκύπτει από τα στοιχεία ταυτοποιήσεως των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το μέρος III, σημείο 1, στοιχεία δʹ και θʹ, του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010.

76      Επιπλέον, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι είχε στη διάθεσή του τα ψηφίσματα 1803 (2008) και 1929 (2010) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, της 3ης Μαρτίου 2008 και της 9ης Ιουνίου 2010, σχετικά με την IRISL, καθώς και την έκθεση της Επιτροπής Κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, με την οποία διαπιστώνονταν τρεις πρόδηλες παραβάσεις εκ μέρους της IRISL του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί με το ψήφισμα 1747 (2007) του Συμβουλίου Ασφαλείας, της 24ης Μαρτίου 2007. Αφενός, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά μνημονεύονται στην αιτιολογία σχετικά με την εγγραφή της IRISL στο μέρος III του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως 2010/413, καθώς και στο μέρος III του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010, συνιστά απόδειξη περί του ότι τα εν λόγω έγγραφα βρίσκονταν πράγματι στην κατοχή του.

77      Αφετέρου, το υποστατό των τριών παραβάσεων του εμπάργκο όπλων που διαπιστώθηκαν με την εν λόγω έκθεση της Eπιτροπής Kυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν αμφισβητήθηκε, όπως ούτε και το περιεχόμενο της εν λόγω εκθέσεως, κατά το μέτρο που από αυτή προκύπτει ότι η IRISL είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται προς την κατεύθυνση της καταστρατηγήσεως των επιβληθέντων μέτρων, διά της μεταφοράς των δραστηριοτήτων της σε άλλες επιχειρήσεις, και ότι η έδρα της στην Ευρώπη βρισκόταν πλησίον εκείνης της ενάγουσας. Όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το Συμβούλιο, τα ανωτέρω στοιχεία είχαν αποτελέσει ενδείξεις για την καταχώριση της επωνυμίας της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους, στο μέτρο που η καταχώριση αυτή αποτελούσε άμεση συνέπεια της καταχωρίσεως της IRISL, και εντέλει της HDSL, δεδομένου ότι η επωνυμία της τελευταίας, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε η ενάγουσα, είχε περιληφθεί μέρος III του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413, καθώς και στο μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010 ως ενεργούσας για λογαριασμό της IRISL.

78      Κατά τα λοιπά, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τη γεωγραφική εγγύτητα της έδρας της IRISL Europe και εκείνης της ενάγουσας. Η ενάγουσα παραδέχθηκε μάλιστα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όσον αφορά την εγγύτητα αυτή, ότι, κατά το χρονικό σημείο των επίμαχων καταχωρίσεων και, επομένως, και κατά τον χρόνο της πρώτης καταχωρίσεως, η ίδια ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες των εργαζομένων της IRISL Europe, η οποία της είχε διαθέσει μέρος του προσωπικού της.

79      Όσον αφορά τη δεύτερη καταχώριση, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι αυτή είχε επίσης στηριχθεί σε συγκεκριμένες και μη αμφισβητηθείσες περιστάσεις, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί από την ενάγουσα με δύο έγγραφα, της 10ης και της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, με τα οποία αυτή είχε ζητήσει από το Συμβούλιο να επανεξετάσει την απόφαση περί καταχωρίσεως της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους. Όπως ορθώς επισήμανε το Συμβούλιο, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι, κατά το χρονικό σημείο των επίμαχων καταχωρίσεων, η ενάγουσα δραστηριοποιούνταν ως ναυτικός πράκτορας για λογαριασμό της HDSL, η οποία θεωρούνταν στενά συνδεδεμένη με την IRISL, δεδομένου ότι η επωνυμία της είχε επίσης περιληφθεί, στις 26 Ιουλίου 2010, στους καταλόγους των οντοτήτων για τις οποίες υφίσταντο υπόνοιες ότι συνέβαλλαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων στο Ιράν, με την αιτιολογία ότι «ενεργ[ούσε] εξ ονόματος της IRISL, [καθόσον προέβαινε] σε πράξεις [μεταφοράς] με εμπορευματοκιβώτια χρησιμοποιώντας σκάφη που ανήκουν στην IRISL», και ότι ο N. Bateni είχε διατελέσει Διευθυντής της IRISL μέχρι το 2008, πριν εγκατασταθεί στην Ευρώπη και ιδρύσει την ενάγουσα.

80      Περαιτέρω, όσον αφορά τις επίμαχες καταχωρίσεις, επισημαίνεται ότι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία αυτές πραγματοποιήθηκαν, υπήρχαν δημόσιες πηγές πληροφοριών, όπως ορθώς τόνισε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και ιδίως ένα άρθρο της εφημερίδας New York Times της 7ης Ιουνίου 2010, με τίτλο «Companies Linked to IRISL», το οποίο περιείχε κατάλογο 66 επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων η ενάγουσα και η HDSL, οι οποίες είχαν σχέση με την IRISL και προς τις οποίες η τελευταία είχε μεταβιβάσει σκάφη.

81      Επιπλέον, όσον αφορά τη δεύτερη καταχώριση, επισημαίνεται ότι τα έγγραφα της 10ης και της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 79 ανωτέρω, είχαν ως αποδέκτη το ίδιο το Συμβούλιο, ενώ δεν αμφισβητείται ότι το Συμβούλιο τα είχε παραλάβει κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο προέβη στην καταχώριση αυτή. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά μνημονεύθηκαν στην απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), και, επομένως, ελήφθησαν υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.

82      Κατά τα λοιπά, υπογραμμίζεται ότι, μολονότι, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τη δεύτερη καταχώριση, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως αυτής μετατέθηκαν χρονικώς, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 41 έως 43 της εν λόγω αποφάσεως, διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατό να αποκλειστεί, επί της ουσίας, το ενδεχόμενο η επιβολή περιοριστικών μέτρων στην ενάγουσα να αποδειχθεί δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ακόμη και αν η δεύτερη καταχώριση θα έπρεπε να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, εντούτοις η ακύρωση του εν λόγω κανονισμού με άμεση ισχύ θα μπορούσε να θίξει σοβαρά και κατά τρόπο μη αναστρέψιμο την αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων που ο εν λόγω κανονισμός επιβάλλει σε βάρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, δεδομένου ότι ήταν πιθανό, βάσει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του το Συμβούλιο, η καταχώριση της επωνυμίας της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους να αποδειχθεί βάσιμη.

83      Όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), είχε χαρακτηρίσει την προσέγγιση που είχε υιοθετήσει το Συμβούλιο ως «πρόδηλη πλάνη εκτίμησης», επισημαίνονται τα ακόλουθα.

84      Αφενός, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως λόγος που προβάλλεται προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως πρέπει να διακρίνεται από την πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική ευχέρεια, της οποίας γίνεται επίκληση στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως προκειμένου να διαπιστωθεί κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

85      Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός το οποίο επικαλέσθηκε η ενάγουσα, ότι δηλαδή, με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν παράνομη λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και η καταχώριση της επωνυμίας της ενάγουσας στον κατάλογο του κανονισμού 267/2012 στις 23 Μαρτίου 2012, η οποία στηρίχθηκε στην ίδια αιτιολογία με εκείνη στην οποία στηριζόταν η δεύτερη καταχώριση, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει, αυτομάτως και όπως πρότεινε η ενάγουσα, στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση των εν λόγω προϋποθέσεων.

86      Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τη σκέψη 44 της αναιρετικής αποφάσεως, οι παράμετροι οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου της Ένωσης πρέπει, στο σύνολό τους, να αφορούν την ημερομηνία κατά την οποία το οικείο θεσμικό όργανο έλαβε την απόφαση ή εξεδήλωσε τη συμπεριφορά.

87      Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα της ενάγουσας σχετικά με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), όσον αφορά την καταχώριση της επωνυμίας της στον κατάλογο του κανονισμού 267/2012 στις 23 Μαρτίου 2012, ήτοι μετά τη δεύτερη καταχώριση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως στοιχεία διαθέσιμα κατά την ημερομηνία της τελευταίας αυτής καταχωρίσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη, ως προς την εν λόγω καταχώριση, σοβαρής και πρόδηλης παραβάσεως, εκ μέρους του Συμβουλίου, κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

88      Όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας με το οποίο προβάλλεται ότι η συμπεριφορά του Συμβουλίου στην υπό κρίση υπόθεση ήταν ίδια με εκείνη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (T‑384/11, EU:T:2014:986), πρέπει να διευκρινιστεί ότι μολονότι, με την εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο, παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια, είχε διαπράξει παρανομία, τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι, κατά το χρονικό σημείο λήψεως των επίμαχων μέτρων, το Συμβούλιο δεν είχε στη διάθεσή του πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν τους λόγους επιβολής των οικείων περιοριστικών μέτρων σε βάρος της προσφεύγουσας και, επομένως, είχε παραβεί υποχρέωση η οποία, κατά το χρονικό σημείο θεσπίσεως των επίμαχων ρυθμίσεων, απέρρεε ήδη από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και ως προς την οποία το Συμβούλιο δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια (βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

89      Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, η εκ μέρους του Συμβουλίου τήρηση της υποχρεώσεως παροχής αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξη των καταχωρίσεων της επωνυμίας της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους δεν αμφισβητείται. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, πρέπει να προσδιοριστεί αν το Συμβούλιο, προβαίνοντας στις επίμαχες καταχωρίσεις βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του κατά την ημερομηνία των εν λόγω καταχωρίσεων, και ιδίως βάσει των στοιχείων που μνημονεύονται στις σκέψεις 74 έως 81 ανωτέρω, διέπραξε κατάφωρη παράβαση ικανή να θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιθώριο που διέθετε το Συμβούλιο κατά την εκτίμηση των ενδείξεων τις οποίες έλαβε υπόψη για τη θεμελίωση των επίμαχων περιοριστικών μέτρων.

90      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι, μολονότι από την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τη δεύτερη καταχώριση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι προφανές ότι, κατά την ημερομηνία των επίμαχων καταχωρίσεων, η έννοια της εταιρίας «που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας», όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα, άφηνε ένα περιθώριο εκτιμήσεως στο Συμβούλιο.

91      Εξάλλου, μολονότι, με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο των όρων «τελεί υπό την κυριότητα» ή «υπό τον έλεγχο», επισημαίνεται ωστόσο ότι, με τη σκέψη 70 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο επικύρωσε αυτό το οποίο είχε υπενθυμίσει το Γενικό Δικαστήριο με την αρχική απόφαση, ήτοι ότι η έννοια της «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» δεν έχει, στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο το οποίο έχει γενικώς στο εταιρικό δίκαιο, προκειμένου να προσδιοριστεί η επιχειρηματική ευθύνη εταιρίας της οποίας οι αποφάσεις τελούν νομικώς υπό τον έλεγχο άλλης εμπορικής οντότητας. Το Δικαστήριο προέκρινε έναν αρκετά ευρύ ορισμό της έννοιας του «ελέγχου» στον τομέα των περιοριστικών μέτρων και δεν προέβη σε στενό ορισμό των όρων «υπό την κυριότητα» ή «υπό τον έλεγχο», όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τις σκέψεις 74 και 75 της αναιρετικής αποφάσεως.

92      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, κατά την ημερομηνία των επίμαχων καταχωρίσεων ήταν δυνατό να υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας της «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» και ότι, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο διέθετε ορισμένο περιθώριο κατά την εκτίμηση των στοιχείων βάσει των οποίων μπορούσε να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα τελούσε υπό την κυριότητα ή υπό τον έλεγχο εταιρίας συμμετέχουσας, συνδεόμενης άμεσα ή παρέχουσας στήριξη στις πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν.

93      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, το Συμβούλιο προέβαλε στοιχεία τα οποία θεωρούσε ότι ήταν ικανά να αποδείξουν, κατά την ημερομηνία τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης καταχωρίσεως, τη φύση της σχέσεως μεταξύ της ενάγουσας και της IRISL.

94      Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι, κατά τις επίμαχες καταχωρίσεις, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά το μέτρο που στηρίχθηκε στις περιστάσεις των οποίων γίνεται επίκληση, εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η πλάνη αυτή ήταν κατάφωρη και ασύγγνωστη και ότι μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια δεν θα είχε υποπέσει σε αυτήν υπό ανάλογες περιστάσεις (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψη 73).

95      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η πρώτη αιτίαση, με την οποία προβάλλεται ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε, επί τη βάσει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, ότι η ενάγουσα τελούσε υπό τον έλεγχο της IRISL, πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται ότι η εγγραφή της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους, με την αιτιολογία ότι η IRISL και η HDSL συμμετείχαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, είναι εσφαλμένη

96      Η ενάγουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι η παράβαση την οποία διέπραξε το Συμβούλιο είναι ακόμη πιο σημαντική καθόσον η αιτιολογία για την καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους, ήτοι η συμμετοχή της IRISL και της HDSL στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ήταν ήδη εσφαλμένη, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453). Αφετέρου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010 και ο κανονισμός 961/2010 ενέχουν «διττό σφάλμα», στο μέτρο που οι IRISL και HDSL δεν συμμετείχαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και στο μέτρο που μεταξύ της ίδιας και των εν λόγω εταιριών δεν υφίστατο σχέση η οποία να καθιστά δυνατό σε αυτές να επηρεάσουν τις οικονομικές της αποφάσεις.

97      Με το πρώτο επιχείρημα, η ενάγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, μετά την ακύρωση των καταχωρίσεων των επωνυμιών των IRISL, SAPID και HDSL με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453), οι επίμαχες εγγραφές είναι παράνομες, δεδομένου ότι από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι η IRISL και η HDSL δεν συμμετείχαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

98      Συναφώς επισημαίνεται, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 53 ανωτέρω, η ακύρωση της καταχωρίσεως της επωνυμίας της IRISL στους επίμαχους καταλόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί, αφ’ εαυτής, επαρκής προς απόδειξη του ότι οι επίμαχες καταχωρίσεις συνιστούσαν κατάφωρη παράβαση ικανή να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Ένωσης.

99      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση η νομιμότητα των προσβαλλομένων πράξεων πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίσταντο κατά την ημερομηνία εκδόσεως της πράξεως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 46 της αναιρετικής αποφάσεως, και ότι, κατά το χρονικό σημείο των επίμαχων καταχωρίσεων, οι καταχωρίσεις των επωνυμιών των IRISL, SAPID και HDSL στους καταλόγους των οντοτήτων οι οποίες κατηγορούνταν ότι συμβάλλουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων στο Ιράν δεν είχαν ακόμη ακυρωθεί. Σύμφωνα με όσα υπομνήσθηκαν στη σκέψη 61 ανωτέρω, ως προς τις καταχωρίσεις αυτές ίσχυε τεκμήριο νομιμότητας και ήταν σε πλήρη ισχύ.

100    Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με τη σκέψη 48 της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑225/17 P, EU:C:2019:82), το υποστατό των τριών παραβάσεων του εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε με το ψήφισμα 1747 (2007), δεν αμφισβητήθηκε με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453). Με τη σκέψη 66 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «[μπορούσε] να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι η IRISL [είχε εμπλακεί] σε τρία περιστατικά αφορώντα τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού κατά παράβαση της απαγορεύσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του ψηφίσματος 1747 (2007) [αύξανε] τον κίνδυνο να [έχει εμπλακεί] επίσης η εταιρία αυτή σε περιστατικά που αφορούν τη μεταφορά υλικού σχετιζόμενου με τη διάδοση των πυρηνικών όπλων».

101    Κατά συνέπεια, από την ακύρωση της καταχωρίσεως των επωνυμιών των IRISL, SAPID και HDSL, η οποία έλαβε χώρα μετά τις επίμαχες καταχωρίσεις, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχωρίσεως ικανή να θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης. Επομένως, το πρώτο επιχείρημα της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

102    Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, με το οποίο προβάλλεται ότι μεταξύ της IRISL και της HDSL, αφενός, και της ενάγουσας, αφετέρου, δεν υφίσταται σχέση η οποία να παρέχει στις IRISL και HDSL τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις της ενάγουσας, αυτό παραπέμπει στα επιχειρήματα τα οποία αναλύθηκαν ήδη στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως που προέβαλε η ενάγουσα και πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 70 έως 95 ανωτέρω.

103    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι, καθόσον στήριξε τις επίμαχες καταχωρίσεις της επωνυμίας της ενάγουσας στους δεσμούς που υπήρχαν μεταξύ αυτής και της IRISL, διέπραξε παρανομία η οποία δεν θα είχε διαπραχθεί υπό ανάλογες συνθήκες από διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια, στην οποία οι Συνθήκες απονέμουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όπως εκείνες που σχετίζονται με τη θέσπιση των περιοριστικών μέτρων τα οποία κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο της δράσεως της Ένωσης για τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2019, Bank Saderat κατά Συμβουλίου, T‑433/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:374, σκέψεις 73 και 74).

104    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη αιτίαση της ενάγουσας, με την οποία προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους με την αιτιολογία της συμμετοχής της IRISL και της HDSL στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

105    Δεδομένου ότι οι δύο αιτιάσεις που προέβαλε η ενάγουσα απορρίφθηκαν, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

106    Κατά το άρθρο 219 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται, με τις αποφάσεις που εκδίδει κατόπιν αναιρέσεως και αναπομπής, επί των δικαστικών εξόδων όσον αφορά, αφενός, τις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίες και, αφετέρου, την ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία. Στο μέτρο που, με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα, στο Γενικό Δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί, με την παρούσα απόφαση, επί του συνόλου των δικαστικών εξόδων που αφορούν τις ενώπιόν του διαδικασίες, καθώς και επί των εξόδων της αναιρετικής διαδικασίας στην υπόθεση C‑123/18 P.

107    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

108    Επιπλέον, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι, ενδεχομένως, δεν πρέπει να καταδικαστεί καν στα έξοδα αυτά.

109    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

110    Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου σχετικά με την παρούσα διαδικασία καθώς και με τη διαδικασία στην υπόθεση T-692/15, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά του.

111    Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και του Συμβουλίου που συνδέονται με την ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία, το Γενικό Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ενάγουσα, εκτιμά ότι είναι δίκαιο να υποχρεωθεί κάθε διάδικος να φέρει τα σχετικά με την εν λόγω διαδικασία δικαστικά έξοδά του.

112    Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή.

2)      Η HTTS Hanseatic Trade Trust & Shipping GmbH φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την παρούσα διαδικασία καθώς και με τη διαδικασία στην υπόθεση T692/15.

3)      Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σχετικά με τη διαδικασία C123/18 P.

4)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της σχετικά με την παρούσα διαδικασία, τη διαδικασία στην υπόθεση T692/15, καθώς και τη διαδικασία C123/18 P.

Kanninen

Jaeger

Porchia

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 7 Ιουλίου 2021.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα


Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία προ της αναπομπής

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων κατόπιν της αναπομπής

Σκεπτικό

Επί της ενστάσεως απαραδέκτου λόγω παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας

Επί του ισχυρισμού με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

Επί του ισχυρισμού με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων εγγραφής στους επίμαχους καταλόγους

Υπόμνηση της νομολογίας περί εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης

Υπόμνηση των αρχών που διατυπώθηκαν με την αναιρετική απόφαση

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

– Επί της πρώτης αιτιάσεως, η οποία αφορά το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν προέβαλε πραγματικά στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα τελούσε υπό τον έλεγχο της IRISL

– Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται ότι η εγγραφή της ενάγουσας στους επίμαχους καταλόγους, με την αιτιολογία ότι η IRISL και η HDSL συμμετείχαν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, είναι εσφαλμένη

Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική