Language of document : ECLI:EU:C:2016:784

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

M. CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 19ης Οκτωβρίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑477/16 PPU

Openbaar Ministerie

κατά

Ruslanas Kovalkovas

[αίτηση του Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)]

«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Έννοιες της “δικαστικής αρχής” και της “δικαστικής αποφάσεως” – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδοθέν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κράτους μέλους για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής»





1.        Mε την υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) υποβάλλει τα ίδια ερωτήματα που υπέβαλε κατά το παρελθόν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο προηγούμενης υποθέσεως (2), ελαφρώς διαφοροποιημένα, καθώς το επίμαχο εν προκειμένω ΕΕΣ (3) εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Συγκεκριμένα, ενώ στην υπόθεση Poltorak το ΕΕΣ είχε εκδοθεί από τη Γενική Διεύθυνση της Εθνικής Αστυνομίας της Σουηδίας, εν προκειμένω πρέπει να αποσαφηνισθεί εάν το λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης εμπίπτει στην κατ’ άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (4) έννοια της «δικαστικής αρχής».

2.        Δεδομένης της ταυτότητας των ερωτημάτων, θα επαναλάβω εν προκειμένω σε μεγάλο βαθμό τη συλλογιστική που αναπτύσσω με τις προτάσεις μου της αυτής ημερομηνίας, στην υπόθεση Poltorak. Πέραν τούτου, οι λιθουανικές αρχές αναθεώρησαν το 2014 το εθνικό καθεστώς του ΕΕΣ, προκειμένου να το ευθυγραμμίσουν, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Συμβουλίου, στις επιταγές της αποφάσεως-πλαισίου, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι, γενικά, η παρούσα προδικαστική παραπομπή αποκτά χαρακτηριστική «ιστορική» σημασία, περιοριζόμενη στο συγκεκριμένο ΕΕΣ του οποίου την εκτέλεση αφορά.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Συνθήκη ΕΕ

3.        Κατά το άρθρο 6 ΣΕΕ:

«1.      Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων [στο εξής: Χάρτης] […], ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος.

Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.

Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων.

2.      Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)]. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

3.      Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την [ΕΣΔΑ] και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.»

2.      Ο Χάρτης

4.        Το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου», ορίζει τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.

[…]»

3.      Η απόφαση‑πλαίσιο

5.        Η αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως-πλαισίου έχει ως εξής:

«Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. […]»

6.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως-πλαισίου:

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.»

7.        Στην αιτιολογική σκέψη 8 της αποφάσεως-πλαισίου εκτίθενται τα εξής:

«Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.»

8.        Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως-πλαισίου:

«Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.»

9.        Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»

10.      Το άρθρο 6 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών», ορίζει:

«1.      Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

2.      Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

3.      Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.»

11.      Κατά το άρθρο 7 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο αφορά την κεντρική αρχή:

«1.      Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίσει μια κεντρική αρχή ή, εφόσον η έννομη τάξη του το προβλέπει, κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

2.      Ένα κράτος μέλος δύναται, εάν είναι αναγκαίο λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, να αναθέτει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και κάθε επίσημη αλληλογραφία που την ή τις αφορά.

[…]»

12.      Όσον αφορά τη σχέση της αποφάσεως-πλαισίου με άλλα νομοθετήματα, το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, αυτής ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αντικαθιστά, από την 1η Ιανουαρίου 2004, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών:

α)      ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, πρόσθετο πρωτόκολλο της 15ης Οκτωβρίου 1975, δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 και ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977, στο μέτρο που αφορά την έκδοση·

[…]».

 Το λιθουανικό δίκαιο

Europos arešto orderio išdavimo ir asmens perėmimo pagal Europos arešto orderi taisyklės (Κανόνες περί εκδόσεως ΕΕΣ και περί παραδόσεως προσώπων δυνάμει ΕΕΣ, εν ισχύι το 2013) (5)

13.      Κατά την παράγραφο IΙ, σημείο 4, των κανόνων ΕΕΣ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εκδίδει ΕΕΣ με σκοπό τη σύλληψη προσώπου καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή το οποίο διέφυγε προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση της ποινής, εφόσον η εναπομένουσα διάρκεια της επιβληθείσας ποινής είναι τουλάχιστον τέσσερις μήνες και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να εντοπισθεί σε κράτος μέλος.

14.      Σύμφωνα με την παράγραφο IΙ, σημείο 7, των κανόνων ΕΕΣ, σε περίπτωση εκδόσεως καταδικαστικής αποφάσεως ερήμην, το δικαστήριο διαβιβάζει αντίγραφο της καταδικαστικής αποφάσεως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, συνοδευόμενο από σχέδιο ΕΕΣ, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια για την έκδοση ΕΕΣ τα οποία προβλέπονται από τους κανόνες ΕΕΣ.

15.      Κατά την παράγραφο IΙ, σημείο 8, των κανόνων ΕΕΣ, σε περίπτωση φυγής του καταδικασθέντος, η αίτηση εκδόσεως ΕΕΣ διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από την αρχή εκτελέσεως της ποινής.

16.      Δυνάμει της παραγράφου III, σημείο 12, των κανόνων ΕΕΣ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εξετάζει τα έγγραφα που διαβιβάζει η δικαστική ή σωφρονιστική αρχή και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στους κανόνες ΕΕΣ, εκδίδει το ΕΕΣ λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και το είδος του αδικήματος καθώς και την προσωπικότητα του καταδικασθέντος. Εάν εκτιμά ότι δεν συντρέχουν λόγοι εκδόσεως του ΕΕΣ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναπέμπει την αίτηση στην αιτούσα αρχή.

17.      Σύμφωνα με την παράγραφο III, σημείο 16, εφόσον εκδοθεί, το ΕΕΣ υπογράφεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή από το εντεταλμένο από τον ίδιο πρόσωπο.

II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

18.      Στις 29 Ιουνίου 2016 ο εισαγγελέας του Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου Άμστερνταμ) ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο να εκδώσει ΕΕΣ, το οποίο εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2013, σε ημερομηνία η οποία δεν προσδιορίζεται, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, για τη σύλληψη και την παράδοση του R. Kovalkovas, Λιθουανού πολίτη, χωρίς κατοικία ή διαμονή στις Κάτω Χώρες, κρατούμενου στο κέντρο κρατήσεως του Zwaag (Κάτω Χώρες).

19.      Αντικείμενο του ΕΕΣ είναι η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής, διάρκειας τεσσάρων ετών και έξι μηνών, την οποία επέβαλε το Δικαστήριο Jonava (Λιθουανία) στις 13 Φεβρουαρίου 2012 στον R. Kovalkovas για την τέλεση διάφορων αδικημάτων σωματικής βλάβης.

20.      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το ΕΕΣ εκδόθηκε από «δικαστική αρχή», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου και, ως εκ τούτου, αν συνιστά «δικαστική απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

21.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνιστούν οι όροι “δικαστική αρχή” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […] και “δικαστική απόφαση” κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […] αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί να καθοριστεί αν μια αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως είναι τέτοια “δικαστική αρχή” και αν το εκδοθέν από αυτήν [ΕΕΣ] είναι ως εκ τούτου “δικαστική απόφαση”;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εμπίπτει το [Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας] στην έννοια “δικαστική αρχή” κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […] και το [ΕΕΣ] που εκδόθηκε από την εν λόγω αρχή είναι ως εκ τούτου “δικαστική απόφαση” κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […];

4)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης ο καθορισμός μιας αρχής, όπως είναι το [Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας], ως δικαστικής αρχής εκδόσεως;»

22.      Το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί την υποβολή των ως άνω προδικαστικών ερωτημάτων παραπέμποντας στους λόγους που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση Poltorak (C‑452/16 PPU), τους οποίους συμπληρώνει με σειρά παρατηρήσεων (6).

23.      Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πρόταση αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου, το σύστημα του ΕΕΣ έχει ουσιαστικά δικαστικό χαρακτήρα και καταργεί το πολιτικό στάδιο, χαρακτηριστικό της διαδικασίας εκδόσεως προσώπου.

24.      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των αιτιολογικών σκέψεων 5 και 6 της αποφάσεως-πλαισίου, με την απόφαση αυτή επιδιώκεται ο αποκλεισμός της παρεμβάσεως των πολιτικών υπευθύνων στις αποφάσεις που αφορούν την έκδοση και την εκτέλεση των ΕΕΣ.

25.      Τρίτον, το γεγονός ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν περιέχει ορισμό της έννοιας «δικαστική αρχή» δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι ένα υπουργείο δικαιοσύνης μπορεί να χαρακτηρισθεί δικαστική αρχή, είτε γίνει δεκτό ότι η εν λόγω έννοια συνιστά ιδιαίτερη κατηγορία των εθνικών δικαίων είτε ότι πρόκειται για αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης.

26.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι το ΕΕΣ εκπορεύεται από απόφαση δικαστηρίου μπορεί να ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το ΕΕΣ βασίζεται σε «δικαστική απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου και ότι, ως εκ τούτου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης το εξέδωσε κατ’ αίτηση λιθουανικού δικαστηρίου. Συναφώς, το Rechtbank Amsterdam, (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) παραπέμπει σε απόφαση του Supreme Court (Ανώτατου Δικαστηρίου, Ηνωμένο Βασίλειο), στην οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το ΕΕΣ που εκδίδει υπουργός μπορεί να θεωρηθεί εκδοθέν από δικαστική αρχή (7). Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση είναι προγενέστερη της εκδοθείσας από το Δικαστήριο στην υπόθεση Bob-Dogi (8), το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) εκτιμά ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι λυσιτελές, καθόσον με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το ΕΕΣ μπορεί να εκδοθεί μόνον από αρχή της οποίας ο κανονισμός λειτουργίας και οι αρμοδιότητες της επιτρέπουν να παρέχει επαρκή δικαστική προστασία.

III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίο

27.      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με αίτημα να εξετασθεί με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία (άρθρο 267, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ).

28.      Κατά τη σύσκεψη επί διοικητικών θεμάτων της 12ης Σεπτεμβρίου 2016, το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την υπόθεση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία και από κοινού με την υπόθεση Poltorak (C-452/16 PPU). Το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης να παραλείψει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, την έγγραφη διαδικασία και να καλέσει, βάσει του άρθρου 109 του εν λόγω Κανονισμού, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις επί του συστήματος ΕΕΣ που εφαρμόζει.

29.      Οι πληροφορίες που το Δικαστήριο ζήτησε από τη Δημοκρατία της Λιθουανίας διαβιβάσθηκαν στο Δικαστήριο με υπόμνημα της Λιθουανικής Κυβερνήσεως το οποίο πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2016.

30.      Στις 5 Οκτωβρίου 2016 διεξήχθη κοινή με την υπόθεση C‑452/16 επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία παρέστησαν ο εκπρόσωπος του K. M. Poltorak, η Ολλανδική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

IV – Ανάλυση

31.      Όπως επισήμανα στην αρχή των προτάσεων, τα ερωτήματα που υπέβαλε το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) είναι παρόμοια εκείνων που υποβλήθηκαν στην υπόθεση Poltorak. Στην πραγματικότητα, τα ερωτήματα είναι ταυτόσημα, καίτοι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η νέα προδικαστική παραπομπή έχει μια «ιδιαίτερη διάσταση», δεδομένου ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε «από έναν πολιτικό αξιωματούχο ως εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (9).

32.      Εντούτοις, εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη περίσταση δεν διαφέρει ποιοτικά από την αντίστοιχη στην υπόθεση Poltorak. Καμία από τις αρχές που εξέδωσε το ΕΕΣ στη μία και στην άλλη υπόθεση δεν είναι «δικαστική αρχή», κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι στην υπόθεση Poltorak πρόκειται για «αστυνομική» αρχή και εν προκειμένω για «πολιτική» αρχή. Εν κατακλείδι, καμία εκ των εν λόγω αρχών δεν μπορεί να εγγυηθεί τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ο οποίος αποτελεί τη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επί της οποίας εδράζεται το σύστημα της αποφάσεως-πλαισίου.

33.      Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 27 έως 30 των προτάσεών μου στην υπόθεση Poltorak, εκτιμώ ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και ότι, επομένως, οι όροι «δικαστική αρχή» και «δικαστική απόφαση», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, αντίστοιχα, της αποφάσεως-πλαισίου, συνιστούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να τυγχάνουν ομοιόμορφης ερμηνείας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

34.      Σύμφωνα με τη συλλογιστική που αναπτύσσεται στα σημεία 34 έως 54 των προτάσεών μου στην υπόθεση Poltorak, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι αρχή όπως το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί «δικαστική αρχή», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Η συλλογιστική που αναπτύσσεται σε σχέση με τη Γενική Διεύθυνση της Αστυνομίας της Σουηδίας ισχύει, mutatis mutandis, για το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, το οποίο «χαράσσει και […] υλοποιεί την κρατική πολιτική» στους τομείς της αρμοδιότητάς του (10).

35.      Κατά τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και οι οποίες προέρχονται από έκθεση αξιολογήσεως του Συμβουλίου του 2007 (11), η έκδοση ΕΕΣ από τη Δημοκρατία της Λιθουανίας προϋποθέτει εσωτερική διαταγή συλλήψεως ή τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο εκτελέσεως ή, σε περίπτωση φυγής μετά την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως, η σωφρονιστική αρχή μπορούν να ζητήσουν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης την έκδοση ΕΕΣ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εκδίδει το ΕΕΣ αφού εξετάσει τα σχετικά έγγραφα και βεβαιωθεί ότι συντρέχουν λόγοι εκδόσεώς του.

36.      Εκτιμώ ότι το εν λόγω σύστημα δεν συνάδει με την απόφαση-πλαίσιο (12). Όπως εξηγώ στο σημείο 60 των προτάσεών μου στην υπόθεση Poltorak, το υπό εξέταση σύστημα θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατό με την απόφαση-πλαίσιο μόνον αν το λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης «πληρούσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις, οι οποίες είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαίες για τη διατήρηση του επιπέδου δικαστικών εγγυήσεων στο οποίο βασίζεται το σύστημα των ΕΕΣ: α) ενεργούσε κατ’ εντολή και υπό την εποπτεία δικαστικής αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 6 της αποφάσεως-πλαισίου· και β) δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια ούτε περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την έκδοση του ΕΕΣ, υποχρεούμενο, ως εκ τούτου, να συμμορφώνεται προς την εντολή που λαμβάνει από τη δικαστική αρχή. Επιπλέον, σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς το ΕΕΣ, η δικαστική αρχή θα έπρεπε να υποχρεούται να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο περί της ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου».

37.      Η κίνηση της διαδικασίας εκδόσεως του ΕΕΣ από τη σωφρονιστική αρχή, χωρίς παρέμβαση της δικαστικής αρχής, ισοδυναμεί με μη πλήρωση της πρώτης εκ των ως άνω προϋποθέσεων.

38.      Εάν, αντιθέτως, η πρωτοβουλία προέρχεται από τη δικαστική αρχή, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την έκδοση ή μη του ΕΕΣ, ενώ δεν προκύπτει ότι η απόφασή του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής επανεξετάσεως.

39.      Απαντώντας στην αίτηση του Δικαστηρίου για παροχή πληροφοριών, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης μπορεί να αποφασίσει την έκδοση ΕΕΣ μόνον εφόσον το δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έκδοση αυτού είναι σύμφωνη με τις αρχές της αναλογικότητας ή της οικονομίας της δίκης (13). Εάν το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει αμφιβολίες συναφώς, μπορεί να ζητήσει από το δικαιοδοτικό όργανο να εξηγήσει λεπτομερέστερα τους λόγους επί των οποίων θεμελιώνει την τήρηση των εν λόγω αρχών στο πλαίσιο της αιτήσεως εκδόσεως του ΕΕΣ (14). Η Λιθουανική Κυβέρνηση εξηγεί εν συνεχεία, καίτοι όχι με απόλυτη σαφήνεια, ότι, εάν το Υπουργείο Δικαιοσύνης λάβει «από το δικαστήριο αρνητική απάντηση όσον αφορά τη συμβατότητα της εκδόσεως του [ΕΕΣ] με τις αρχές της αναλογικότητας και της οικονομίας της δίκης […]», το ΕΕΣ δεν εκδίδεται. Εάν, αντιθέτως, λάβει «απάντηση σύμφωνα με την οποία η έκδοση του [ΕΕΣ]» είναι σύμφωνη με τις ως άνω αρχές, το ΕΕΣ εκδίδεται (15).

40.      Φρονώ ότι η δήλωση της Λιθουανικής Κυβερνήσεως είναι ολίγον ασαφής, καθόσον από τις εξηγήσεις της θα μπορούσε να συναχθεί ότι η αξιολόγηση της αναλογικότητας απόκειται αποκλειστικά στο δικαιοδοτικό όργανο. Εντούτοις, το καθοριστικής σημασίας στοιχείο δεν είναι τόσο η «απάντηση» του δικαστηρίου όσο η αξιολόγηση αυτής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν εξηγείται διαφορετικά πώς το δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να δώσει «αρνητική απάντηση […] όσον αφορά τη συμβατότητα της εκδόσεως του [ΕΕΣ] με τις αρχές της αναλογικότητας και της οικονομίας της δίκης». Ο αρνητικός χαρακτήρας είναι μάλλον το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως της εν λόγω απαντήσεως από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο, όπως προκύπτει από τον Κανόνα ΕΕΣ υπ’ αριθ. 12, αποφασίζει τελικώς επί της σκοπιμότητας της εκδόσεως του ΕΕΣ.

41.      Υπό τις συνθήκες αυτές, η προϋπόθεση για την οποία γίνεται λόγος με το σημείο 66 των προτάσεών μου στην υπόθεση Poltorak, ήτοι ότι η αρχή εκδόσεως του ΕΕΣ πρέπει να ενεργεί «κατ’ εντολή και υπό τον έλεγχο πραγματικής δικαστικής αρχής που [την] εποπτεύει», δεν πληρούται (16).

42.      Τούτων λεχθέντων, πρέπει να επισημανθεί ένα στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Poltorak. Το εν λόγω στοιχείο δεν αφορά την «ιδιαίτερη [πολιτική] διάσταση» της αρχής εκδόσεως του ΕΕΣ, αλλά το γεγονός ότι, όπως επισήμανε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο (17) και επιβεβαίωσε η Λιθουανική Κυβέρνηση, στις 6 Φεβρουαρίου 2014 η Δημοκρατία της Λιθουανίας ενημέρωσε το Συμβούλιο ότι στο εξής το ΕΕΣ θα εκδίδεται μόνον από συγκεκριμένα δικαστήρια, κατ’ αποκλεισμό, επομένως, του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

43.      Το εν λόγω στοιχείο, καίτοι δεν σημαίνει αυτό καθ’ εαυτό ότι το προδικαστικό ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου (δεδομένου ότι το ΕΕΣ που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης εκδόθηκε σύμφωνα με το προϊσχύσαν σύστημα και δεν προκύπτει ότι οι λιθουανικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν άλλο σε αντικατάστασή του), είναι αναμφίβολα λυσιτελές, καθόσον: α) η νομοθετική τροποποίηση καθιστά περιττή οιαδήποτε παρέμβαση στο πεδίο της δικονομικής αυτοτέλειας του κράτους μέλους, εν αντιθέσει προς την αναπόφευκτη, κατά την άποψή μου, παρέμβαση στην υπόθεση Poltorak· και β) η ίδια η Δημοκρατία της Λιθουανίας αποφάσισε να ευθυγραμμίσει το σύστημά της με τις επιταγές της αποφάσεως-πλαισίου.

44.      Τέλος, όσον αφορά το αίτημα της Λιθουανικής Κυβερνήσεως (18), το οποίο υποστήριξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή, σχετικά με τον περιορισμό της χρονικής εμβέλειας της αποφάσεως του Δικαστηρίου, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφανθεί ότι το ΕΕΣ που εκδίδεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει χαρακτήρα δικαστικής αποφάσεως, παραπέμπω στα σημεία 68 έως 70 των προτάσεών μου στην υπόθεση Poltorak, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός παρέλκει.

V –    Πρόταση

45.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) τις ακόλουθες απαντήσεις:

«1)      Οι όροι “δικαστική απόφαση” και “δικαστική αρχή”, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, αντίστοιχα, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, συνιστούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να τυγχάνουν ομοιόμορφης ερμηνείας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2)      Αρχή με αρμοδιότητες όπως αυτές του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως “δικαστικής αρχής”, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, το δε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που αυτή εξέδωσε εν προκειμένω δεν έχει χαρακτήρα “δικαστικής αποφάσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.»


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2 –      Υπόθεση Poltorak, C-452/16 PPU, η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου.


3 –      Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.


4 –      Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24), στο εξής: απόφαση-πλαίσιο.


5 –      Διάταξη αριθ. 1R-195/I-114, της 26ης Αυγούστου 2004, στο εξής: κανόνες ΕΕΣ.


6 –      Σημείο 4.2 της διατάξεως περί παραπομπής.


7 –      Απόφαση του United Kingdom Supreme Court υπ’ αριθ. 71 της 20ής Νοεμβρίου 2013, Bucnys κατά Ministry of Justice, σημείο 66: «A European arrest warrant issued by a Ministry in respect of a convicted person with a view to his or her arrest and extradition can be regarded as issued by a judicial authority for the purposes of Council Framework Decision 2002/584/JHA and Part 1 of the Extradition Act 2003 if the Ministry only issues the warrant at the request of, and by way of endorsement of a decision that the issue of such a warrant is appropriate made by: a) the court responsible for the sentence.»


8 –      Απόφαση της 1ης Ιουνίου 2016 (C-241/15, EU:C:2016:385).


9 –      Σημείο 4.1, in fine, της διατάξεως περί παραπομπής.


10 –      Απάντηση της Λιθουανικής Κυβερνήσεως, σημείο 15.


11 –      Evaluation report on the fourth round of mutual evaluations «the practical application of the European Arrest Warrant and corresponding surrender procedures between Member States» (έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 12399/1/07 REV 1, στο εξής: έκθεση αξιολογήσεως).


12 –      Την ίδια εκτίμηση διατύπωσε και το Συμβούλιο στην έκθεση αξιολογήσεώς του, σ. 30, σημείο 7.2.1.1.


13 –      Απάντηση της Λιθουανικής Κυβερνήσεως, σημείο 38.


14 –      Όπ.π., σημείο 39. Η Λιθουανική Κυβέρνηση κάνει μνεία στο ενδεχόμενο αυτό ως «δικαίωμα» του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Εντούτοις, από το σημείο 12 των κανόνων ΕΕΣ συνάγεται ότι πρόκειται μάλλον περί υποχρεώσεως.


15 –      Όπ.π., σημείο 40.


16 –      Επιπλέον, εκτιμώ ότι αυτό είναι το πνεύμα της βρετανικής νομολογίας που επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, στην οποία παραπέμπω ανωτέρω, με την υποσημείωση 7 των προτάσεων.


17 –      Σημείο 4.1 της διατάξεως περί παραπομπής.


18 –      Παράγραφος 48 των απαντήσεων της Λιθουανικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.