Language of document :

Αναίρεση που άσκησε στις 25 Μαΐου 2016 η Dextro Energy GmbH & Co. KG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 16 Μαρτίου 2016 στην υπόθεση T-100/15, Dextro Energy GmbH & Co. KG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(Υπόθεση C-296/16 P)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Dextro Energy GmbH & Co. KG (εκπρόσωποι: M. Hagenmeyer και T. Teufer, δικηγόροι)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Μαρτίου 2016, υπόθεση T-100/15.

Εάν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί ως βάσιμη, ζητεί να γίνουν δεκτά τα αιτήματα που προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, δηλαδή:

να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/81 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 2015, σχετικά με την άρνηση έγκρισης ορισμένων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών·

να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Κατ’ αρχάς η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εφάρμοσε ορθό κριτήριο:

Tο Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της καθής υπόκειται μόνο σε έλεγχο καταχρηστικότητας σε περιπτώσεις «ιδιαιτέρως περίπλοκων πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως», αποκλείοντας έτσι εκ προοιμίου σημαντικό τμήμα του ελέγχου αυτής της διακριτικής ευχέρειας, τον οποίον οφείλει να διενεργεί το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο. Το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο δεν περιορίζονται σε απλό έλεγχο καταχρηστικής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας της καθής. Αντιθέτως, μπορεί και πρέπει να ελέγχεται δικαστικά εάν η καθής ερμήνευσε δεόντως τις επιταγές του νομοθέτη τις Ένωσης στο άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 και το αν άσκησε ορθώς, στο πλαίσιο αυτό, τη διακριτική της ευχέρεια. Ο δικαιοδοτικός έλεγχος πρέπει να καλύπτει και κάθε μορφής κατάχρηση της διακριτικής ευχέρειας. Τούτο δεν συνέβη λόγω της εσφαλμένης σταθμίσεως και εκτιμήσεως των «άλλων θεμιτών παραγόντων που αφορούσαν το υπό εξέταση θέμα.

Επιπλέον, η αναιρεσείουσα κάνει λόγο για παράβαση του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, προβάλλοντας, συναφώς, τρεις λόγους αναιρέσεως:

Πρώτον, η άρνηση εγκρίσεως των επίδικων ισχυρισμών υγείας οφείλεται σε σφάλματα εκτιμήσεως της καθής. Τούτο προκύπτει κατ’ αρχάς από την προβλεπόμενη στο άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 ιεράρχηση των θεμιτών παραγόντων που αφορούν το εξεταζόμενο θέμα. Κάθε συνεκτίμηση θεμιτού παράγοντα που αφορά το εξεταζόμενο θέμα δεν δύναται να δικαιολογήσει την άρνηση εγκρίσεως αντικειμενικώς ορθών και, από επιστημονικής απόψεως, επαρκώς τεκμηριωμένων ισχυρισμών υγείας. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι βάσει της αιτιολογικής σκέψεως 17 του κανονισμού, οι εκτιμήσεις αυτές δεν συνιστούν τον «κύριο παράγοντα» για την απόφαση εγκρίσεως. Ως «κύριος παράγοντας», όσον αφορά τους ισχυρισμούς υγείας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η «επιστημονική τεκμηρίωση». Η στάθμιση αυτή βρίσκει έρεισμα και στο άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006. Στην εν λόγω διάταξη αναφέρεται πρώτη η γνώμη της Αρχής.

Δεύτερον, η καθής άσκησε επίσης κατά τρόπο εσφαλμένο τη διακριτική της ευχέρεια σε σχέση με το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, καθόσον εκτίμησε ότι οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «αντικρουόμενα μηνύματα και σύγχυση για τους καταναλωτές». Η επισήμανση αποδεδειγμένων αποτελεσμάτων της γλυκόζης δεν σημαίνει ότι ενθαρρύνεται η κατανάλωση ή η αυξημένη κατανάλωση σακχάρων ούτε ότι δεν υφίστανται συστάσεις τρίτων για μείωση της καταναλώσεως σακχάρων. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα αντιφάσεως –ιδίως όσον αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες που αναφέρονται συγκεκριμένα στις αιτήσεις και είναι υγιείς, ασκούνται και προπονούνται για να έχουν αυξημένη αντοχή.

Τρίτον, η καθής υπέπεσε, στο πλαίσιο του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, σε ένα ακόμη σφάλμα εκτιμήσεως, καθώς θεώρησε δεδομένο ότι οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας είναι διφορούμενοι και παραπλανητικοί. Προκειμένου οι ισχυρισμοί υγείας της προσφεύγουσας να παραπλανήσουν τον μέσο συνετό καταναλωτή θα έπρεπε να είναι πρόσφοροι για τον σκοπό αυτόν. Τούτο όμως δεν συμβαίνει.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα κάνει λόγο για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας:

Η άρνηση της καθής να εγκρίνει τους ισχυρισμούς υγείας της προσφεύγουσας αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Η καθής, ως όργανο της Ένωσης, δεσμεύεται ως προς την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας από την αρχή της αναλογικότητας κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ. Εάν οι γενικώς αποδεκτές αρχές της διατροφής και της υγείας αποτελούν τον μοναδικό λόγο για την άρνηση εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας της προσφεύγουσας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη δεόντως οι συγκεκριμένες περιστάσεις της μεμονωμένης περιπτώσεως, υφίσταται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Πράγματι, οι γενικές αρχές δεν θα καθιστούσαν αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την απόρριψη των αιτήσεων της προσφεύγουσας, αλλά θα επέβαλλαν το πολύ, ως ηπιότερο μέτρο, ειδικούς όρους χρήσεως και κανόνες επισημάνσεως. Εξάλλου, ακόμη και υπό το πρίσμα εκτιμήσεων που άπτονται της διατροφής και της υγείας, η απεριόριστη πλήρης απαγόρευση των αντικειμενικώς ορθών και από επιστημονικής απόψεως επαρκώς τεκμηριωμένων ισχυρισμών υγείας, διά της αρνήσεως της εγκρίσεώς τους, δεν συνιστά κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών.

Τέλος, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως:

Η άρνηση εγκρίσεως των αιτούμενων ισχυρισμών υγείας παραβιάζει, επίσης, προδήλως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Η καθής μεταχειρίζεται κατά τρόπο διαφορετικό παρόμοιες περιπτώσεις που αφορούν εγκρίσεις, μολονότι δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος διαφορετικής μεταχειρίσεως.

____________

1 ΕΕ L 3, σ. 6.