Language of document : ECLI:EU:C:2021:135

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 25ης Φεβρουαρίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων – Οδηγία 2005/36/ΕΚ – Άρθρο 4στ, παράγραφος 6 – Εθνική ρύθμιση – Αποδοχή της δυνατότητας μερικής πρόσβασης σε κάποιο από τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον μηχανισμό αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων»

Στην υπόθεση C‑940/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Δεκεμβρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Les chirurgiens-dentistes de France, πρώην confédération nationale des syndicats dentaires,

Confédération des syndicats médicaux français,

Fédération des syndicats pharmaceutiques de France,

Syndicat des biologistes,

Syndicat des laboratoires de biologie clinique,

Syndicat des médecins libéraux,

Union dentaire,

Conseil national de l’ordre des chirurgiens-dentistes,

Conseil national de l’ordre des masseurs-kinésithérapeutes,

Conseil national de l’ordre des infirmiers,

κατά

Ministre des Solidarités et de la Santé,

Ministre de l’Enseignement supérieur, de la Recherche et de l’Innovation,

Premier ministre,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen (εισηγητή), C. Toader, M. Safjan και N. Jääskinen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι chirurgiens-dentistes de France, η confédération des syndicats médicaux français, η fédération des syndicats pharmaceutiques de France, το syndicat des biologistes, το syndicat des laboratoires de biologie clinique, το syndicat des médecins libéraux και η union dentaire, εκπροσωπούμενοι από τη V. Pellegrain, avocate,

–        το conseil national de l’ordre des chirurgiens-dentistes, εκπροσωπούμενο από τον F. Thiriez, avocat,

–        το conseil national de l’ordre des infirmiers, εκπροσωπούμενο από τον O. Smallwood, avocat,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A.‑L. Desjonquères, N. Vincent και A. Daniel,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil καθώς και από την I. Gavrilová,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και την J. Schmoll,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Armati και τον H. Støvlbæk καθώς και από την C. Vrignon,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4στ, παράγραφος 6, της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ 2005, L 255, σ. 22), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 354, σ. 132) (στο εξής: τροποποιημένη οδηγία 2005/36).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των chirurgiens-dentistes de France (χειρουργών-οδοντιάτρων Γαλλίας) –πρώην confédération nationale des syndicats dentaires (εθνική συνομοσπονδία των σωματείων οδοντιάτρων)–, της confédération des syndicats médicaux français (συνομοσπονδίας των γαλλικών ιατρικών σωματείων), της fédération des syndicats pharmaceutiques de France (ομοσπονδίας των φαρμακευτικών σωματείων Γαλλίας), του syndicat des biologistes (σωματείου των βιολόγων), του syndicat des laboratoires de biologie clinique (σωματείου των εργαστηρίων κλινικής βιολογίας), του syndicat des médecins libéraux (σωματείου των ιδιωτών ιατρών) και της union dentaire (ένωσης οδοντιάτρων), καθώς και του conseil national de l’ordre des chirurgiens-dentistes (εθνικού συμβουλίου του συλλόγου χειρουργών-οδοντιάτρων), του conseil national de l’ordre des masseurs-kinésithérapeutes (εθνικού συμβουλίου του συλλόγου φυσικοθεραπευτών) και του conseil national de l’ordre des infirmiers (εθνικού συμβουλίου του συλλόγου νοσοκόμων) (στο εξής, από κοινού: chirurgiens-dentistes de France κ.λπ.) και, αφετέρου, της ministre des Solidarités et de la Santé (Υπουργού Αλληλεγγύης και Υγείας), της ministre de l’Enseignement supérieur, de la Recherche et de l’Innovation (Υπουργού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας), καθώς και του Premier ministre (Πρωθυπουργού), σχετικά με αίτηση για την ακύρωση κανονιστικών πράξεων που αφορούν ορισμένες πτυχές της μερικής πρόσβασης στα επαγγέλματα του ιατρικού κλάδου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2013/55

3        Κατά την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2013/55, η οδηγία 2005/36, όπως ίσχυε αρχικώς, προέβλεπε την αυτόματη αναγνώριση περιορισμένου αριθμού επαγγελμάτων βάσει εναρμονισμένων ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης.

4        Η αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2013/55 έχει ως εξής:

«Η οδηγία 2005/36/ΕΚ εφαρμόζεται μόνο σε επαγγελματίες που επιθυμούν να ασκήσουν το ίδιο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, στο κράτος μέλος υποδοχής, οι σχετικές δραστηριότητες εμπίπτουν σε ένα επάγγελμα με μεγαλύτερο πεδίο δραστηριοτήτων από ό,τι στο κράτος μέλος καταγωγής. Εάν οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τόσο μεγάλες ώστε ο επαγγελματίας να πρέπει να ακολουθήσει ένα πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις του και εάν το ζητήσει ο ίδιος ο επαγγελματίας, υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις ένα κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να χορηγήσει μερική πρόσβαση. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη νομολογία του σχετικά με τα άρθρα 49 και 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και η οποία ενδέχεται να εξακολουθήσει να εξελίσσεται, ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση μερικής πρόσβασης. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση επαγγελμάτων του ιατρικού κλάδου που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή στην ασφάλεια των ασθενών. Η χορήγηση μερικής πρόσβασης δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να οργανώνονται.»

 Η τροποποιημένη οδηγία 2005/36

5        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 19 της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 έχουν ως εξής:

«(1)      Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της συνθήκης, η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών συνιστά έναν από τους στόχους της Κοινότητας. Για τους υπηκόους των κρατών μελών αυτό περιλαμβάνει, ειδικότερα, το δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα, ως αυτοαπασχολούμενοι ή μισθωτοί, σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησαν τα επαγγελματικά προσόντα τους. Επιπλέον, το άρθρο 47 παράγραφος 1 της συνθήκης προβλέπει την έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων.

[…]

(19)      Η ελεύθερη κυκλοφορία και η αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού και αρχιτέκτονα θα πρέπει να στηρίζονται στη θεμελιώδη αρχή της αυτόματης αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης βάσει συντονισμού των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης. […]»

6        Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το κράτος μέλος που εξαρτά την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, στην επικράτειά του, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων (στο εξής αναφερόμενο ως το “κράτος μέλος υποδοχής”) αναγνωρίζει, για την ανάληψη και την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως “κράτη μέλη καταγωγής”) δίνοντας στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί εκεί αυτό το επάγγελμα.

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης τους κανόνες που αφορούν τη μερική πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα και την αναγνώριση επαγγελματικών πρακτικών ασκήσεων που πραγματοποιούνται σε άλλο κράτος μέλος.»

7        Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα της αναγνώρισης», ορίζει τα εξής:

«1.      Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να αποκτήσουν, στο εν λόγω κράτος μέλος, πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα για το οποίο διαθέτουν τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής και να το ασκούν στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοί του.

2.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το επάγγελμα που επιθυμεί να ασκήσει ο αιτών στο κράτος μέλος υποδοχής είναι το ίδιο με εκείνο για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι συγκρίσιμες.

3.      Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η μερική πρόσβαση σε ένα επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής παρέχεται υπό τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 4στ.»

8        Το άρθρο 4στ της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, το οποίο επιγράφεται «Μερική πρόσβαση», έχει ως εξής:

«1.      Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής παραχωρεί μερική πρόσβαση σε μια επαγγελματική δραστηριότητα στην επικράτειά του μόνον όταν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)      ο επαγγελματίας διαθέτει όλα τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα προκειμένου να ασκεί στο κράτος μέλος καταγωγής την επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία ζητεί μερική πρόσβαση στο κράτος μέλος υποδοχής·

β)      οι διαφορές μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκεί νομίμως ο αιτών στο κράτος μέλος καταγωγής και του νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής είναι τόσο μεγάλες ώστε η εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων σημαίνει ότι ο αιτών θα υποχρεούνταν να ακολουθήσει το πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής για να έχει πλήρη πρόσβαση στο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής·

γ)      η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί αντικειμενικά να διαχωριστεί από άλλες δραστηριότητες που εμπίπτουν στο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να ακολουθηθεί αυτόνομα στο κράτος μέλος καταγωγής.

2.      Μια αίτηση μερικής πρόσβασης μπορεί να απορριφθεί εάν η σχετική απόρριψη δικαιολογείται βάσει ενός επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος, ικανού να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπούμενου στόχου και δεν υπερβαίνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

3.      Οι αιτήσεις με σκοπό την εγκατάσταση σε κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τα κεφάλαια Ι και IV του τίτλου III […].

4.      Οι αιτήσεις με σκοπό την παροχή προσωρινών και περιστασιακών υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής όσον αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και ασφάλεια εξετάζονται σύμφωνα με τον τίτλο II.

5.      Κατά παρέκκλιση από το έκτο εδάφιο του άρθρου 7 παράγραφος 4 και του άρθρου 52 παράγραφος 1, η επαγγελματική δραστηριότητα ασκείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους καταγωγής μετά την παραχώρηση της μερικής πρόσβασης. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί τη χρήση αυτού του επαγγελματικού τίτλου στις γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής. Επαγγελματίες που επωφελούνται από μερική πρόσβαση επισημαίνουν με σαφήνεια στους αποδέκτες υπηρεσιών το πεδίο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

6.      Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στους επαγγελματίες που επωφελούνται από την αυτόματη αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει των κεφαλαίων II, III και ΙΙΙα του τίτλου III.»

9        Στον τίτλο ΙΙΙ, το κεφάλαιο ΙΙΙ της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, το οποίο αφορά την «[α]ναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης», περιλαμβάνει το άρθρο 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Αρχή της αυτόματης αναγνώρισης» και το οποίο προβλέπει ότι «[κ]άθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, οι οποίοι εμφαίνονται στο παράρτημα V υπό τα σημεία, αντιστοίχως, 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.6.2 και 5.7.1, εφόσον πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης για τους οποίους γίνεται αντιστοίχως λόγος στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 44 και 46, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο».

 Το γαλλικό δίκαιο

10      Το άρθρο L. 4002-3 του code de la santé publique (κώδικα δημόσιας υγείας) καθιερώνει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης σε όλα τα επαγγέλματα του ιατρικού κλάδου τα οποία ρυθμίζονται από το τέταρτο μέρος του ίδιου κώδικα, περιλαμβανομένων, κατά συνέπεια, των επαγγελμάτων στα οποία εφαρμόζεται ο μηχανισμός αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων.

11      Το décret no 2017-1520 du 2 novembre 2017, relatif à la reconnaissance des qualifications professionnelles dans le domaine de la santé (διάταγμα 2017-1520, της 2ας Νοεμβρίου 2017, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων στον ιατρικό κλάδο) (στο εξής: διάταγμα 2017-1520 της 2ας Νοεμβρίου 2017), εκδόθηκε με σκοπό την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου L. 4002‑3 του κώδικα δημόσιας υγείας.

12      Οι αποφάσεις της ministre des Solidarités et de la Santé της 4ης και της 8ης Δεκεμβρίου 2017 εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του διατάγματος 2017-1520 της 2ας Νοεμβρίου 2017.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13      Οι chirurgiens-dentistes de France κ.λπ. άσκησαν, με πλείονα δικόγραφα, ενώπιον του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) αιτήσεις ακυρώσεως, ζητώντας, κατά περίπτωση, την ολική ή μερική ακύρωση του διατάγματος 2017‑1520 της 2ας Νοεμβρίου 2017 και/ή την ακύρωση των αποφάσεων της ministre des Solidarités et de la Santé της 4ης Δεκεμβρίου 2017 και/ή της 8ης Δεκεμβρίου 2017.

14      Όσον αφορά το εν λόγω διάταγμα, οι chirurgiens-dentistes de France κ.λπ., που το προσέβαλαν, ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο L. 4002‑3 του κώδικα δημόσιας υγείας, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση του εν λόγω διατάγματος, είναι ασυμβίβαστο –καθόσον εφαρμόζεται στα επαγγέλματα του ιατρού, του χειρουργού-οδοντιάτρου, της μαίας ή του μαιευτή και του νοσοκόμου– με το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, με αποτέλεσμα το διάταγμα αυτό να περιλαμβάνει, εν συνεχεία, παρανόμως στο πεδίο εφαρμογής της μερικής πρόσβασης τα επαγγέλματα του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο ΙΙΙ, της οδηγίας αυτής.

15      Όσον αφορά τις δύο επίμαχες στην κύρια δίκη υπουργικές αποφάσεις, υποστηρίχθηκε, ειδικότερα, ότι είναι παράνομες καθόσον αφορούν τα επαγγέλματα του τίτλου III, κεφάλαιο III, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, δεδομένου ότι τα επαγγέλματα αυτά αποκλείονται από τον μηχανισμό μερικής πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας.

16      Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι το διάταγμα 2017-1520 της 2ας Νοεμβρίου 2017 εκδόθηκε επί τη βάσει των διατάξεων του άρθρου L. 4002‑3 του κώδικα δημόσιας υγείας, το ζήτημα αν το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 έχει την έννοια ότι αποκλείει τη δυνατότητα κράτους μέλους να καθιερώσει τη μερική πρόσβαση σε κάποιο από τα επαγγέλματα στα οποία εφαρμόζεται ο μηχανισμός αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που προβλέπεται στις διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο III, της οδηγίας αυτής είναι καθοριστικό για την επίλυση της διαφοράς, παρουσιάζει δε σοβαρή δυσκολία. Όσον αφορά το κατά πόσον είναι νόμιμες οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις, τούτο εξαρτάται από το αν είναι νόμιμο το ως άνω διάταγμα, το οποίο αποτελεί τη νομική τους βάση.

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Εμποδίζει [η παράγραφος 6 του άρθρου 4στ] της [τροποποιημένης] οδηγίας 2005/36 […] κράτος μέλος να θεσπίσει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης σε οποιοδήποτε από τα επαγγέλματα στα οποία εφαρμόζεται ο μηχανισμός αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, ο οποίος προβλέπεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου III του τίτλου III της ίδιας οδηγίας;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18      Με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία η οποία δέχεται τη μερική πρόσβαση σε κάποιο από τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον μηχανισμό αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων ο οποίος προβλέπεται με τις διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο III, της οδηγίας αυτής.

19      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο μέτρο που οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν παραπέμπουν στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής τους, πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα τους, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2020, Möbel Kraft, C‑529/19, EU:C:2020:846, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 19 της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, η οδηγία αυτή προβλέπει, όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης του ιατρού, του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας ή του μαιευτή, του φαρμακοποιού και του αρχιτέκτονα, σύστημα αυτόματης αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης βάσει του συντονισμού των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Ordre des architectes, C‑365/13, EU:C:2014:280, σκέψη 20).

21      Κατά το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στους επαγγελματίες που τυγχάνουν της αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει του τίτλου III, κεφάλαια II, III και ΙΙΙα, της οδηγίας.

22      Από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως προκύπτει επομένως ότι αποκλείονται από τη μερική πρόσβαση που προβλέπεται στο άρθρο 4στ, παράγραφοι 1 έως 5, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 οι επαγγελματίες που τυγχάνουν της αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαια II, III και IIIα, της οδηγίας αυτής και όχι τα επαγγέλματα τα οποία αφορά μια τέτοια αυτόματη αναγνώριση.

23      Συνεπώς, από το γράμμα του άρθρου 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 προκύπτει με σαφήνεια ότι αναφέρεται σε άτομα.

24      Μια τέτοια γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως είναι σύμφωνη με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ως άνω οδηγία και με τον σκοπό της.

25      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2005/36 όσο και η οικονομία της επιβεβαιώνουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να διαχωρίσει τη χρήση του όρου «επαγγέλματα» από εκείνη του όρου «επαγγελματίες».

26      Ειδικότερα, αφενός, από την εξέταση της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, ενώ η πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή [COM(2011) 883 τελικό], δεν περιείχε διάταξη όπως αυτή που περιλαμβάνεται στο νυν άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της οδηγίας 2005/36, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε τροποποίηση με σκοπό τον αποκλεισμό των επαγγελμάτων που τυγχάνουν της αυτόματης αναγνώρισης από τη μερική πρόσβαση.

27      Κατόπιν όμως συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων που μετείχαν στη νομοθετική διαδικασία, προτιμήθηκε ο όρος «επαγγελματίες».

28      Αφετέρου, όσον αφορά την οικονομία της αυτόματης αναγνώρισης, μολονότι το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 κάνει λόγο για τους «επαγγελματίες» οι οποίοι τυγχάνουν της αναγνώρισης αυτής, άλλες διατάξεις της οδηγίας, όπως οι μνημονευόμενες από τον γενικό εισαγγελέα στο σημείο 23 και στην υποσημείωση 4 των προτάσεών του, κάνουν, αντιθέτως, λόγο για τα «επαγγέλματα» που τυγχάνουν ή που δεν τυγχάνουν της αναγνώρισης.

29      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2013/55, σε περίπτωση που υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση μερικής πρόσβασης, ιδίως όσον αφορά τα επαγγέλματα του ιατρικού κλάδου που έχουν συνέπειες για τη δημόσια υγεία ή στην ασφάλεια των ασθενών. Τα επαγγέλματα του ιατρικού κλάδου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, επαγγέλματα τα οποία αφορά η αυτόματη αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως αυτά του ιατρού, του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας ή του μαιευτή και του φαρμακοποιού, τα οποία μνημονεύονται στο άρθρο 21 της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 και τυγχάνουν της αυτόματης αναγνώρισης. Επομένως, η δυνατότητα άρνησης της χορήγησης μερικής πρόσβασης στα εν λόγω επαγγέλματα προϋποθέτει ότι, κατ’ αρχήν, δεν αποκλείεται η μερική πρόσβαση σε αυτά.

30      Μια τέτοια μερική πρόσβαση ανταποκρίνεται, αφενός, στον γενικό σκοπό της εξάλειψης των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών, όπως αυτός εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 1 της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36. Αφετέρου, ανταποκρίνεται επίσης στον ειδικότερο σκοπό που προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2013/55, ήτοι να υπερβεί την οδηγία 2005/36, η οποία είχε εφαρμογή μόνο στους επαγγελματίες που επιθυμούσαν να ασκήσουν το ίδιο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος, και να χορηγήσει μερική πρόσβαση στον επαγγελματία που τη ζητεί όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, οι οικείες δραστηριότητες εμπίπτουν σε επάγγελμα το οποίο έχει ευρύτερο πεδίο δραστηριότητας απ’ ό,τι στο κράτος μέλος καταγωγής και όταν οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριότητας είναι τόσο μεγάλες ώστε ο επαγγελματίας να πρέπει να παρακολουθήσει πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης προκειμένου να αντισταθμίσει τις ελλείψεις του.

31      Αν δεν υπήρχε η δυνατότητα απόκτησης μερικής πρόσβασης στα επαγγέλματα του ιατρικού κλάδου που απαριθμούνται στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι στα επαγγέλματα που περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο III, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36, ικανός αριθμός επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου οι οποίοι διαθέτουν, εντός ενός κράτους μέλους, τα προσόντα προκειμένου να ασκήσουν σε αυτό ορισμένες δραστηριότητες οι οποίες εμπίπτουν σε ένα από τα εν λόγω επαγγέλματα, αλλά δεν αντιστοιχούν, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, σε υφιστάμενο επάγγελμα, θα εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν εμπόδια ως προς την κινητικότητα.

32      Επιπλέον, όπως επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, το να επιτραπεί η μερική πρόσβαση στις δραστηριότητες που εμπίπτουν στα επαγγέλματα τα οποία αφορά η αυτόματη αναγνώριση –βάσει, μεταξύ άλλων, του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο ΙΙΙ, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36– δεν θίγει την εναρμόνιση των ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης που απαιτούνται για τα εν λόγω επαγγέλματα, όπως αυτή εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2013/55.

33      Ειδικότερα, από το άρθρο 4στ, παράγραφος 5, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 προκύπτει ότι οι δραστηριότητες που επιτρέπονται στο πλαίσιο της μερικής πρόσβασης σε επάγγελμα νομοθετικώς ρυθμισμένο ασκούνται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους καταγωγής, ο οποίος μεταφράζεται, εφόσον χρειάζεται, στις γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής και υπό την προϋπόθεση ότι ο οικείος επαγγελματίας εκθέτει με σαφήνεια στους αποδέκτες των υπηρεσιών το πεδίο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. Συνεπώς, το γεγονός ότι επιτρέπεται η άσκηση μέρους μόνον των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν σε επάγγελμα το οποίο αφορά η αυτόματη αναγνώριση δεν θίγει το σύστημα που θεσπίζει η οδηγία και δυνάμει του οποίου μόνον τα πρόσωπα που πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που προβλέπει η οδηγία για επάγγελμα το οποίο αφορά η αυτόματη αναγνώριση μπορούν πράγματι να τύχουν της εν λόγω αναγνώρισης και να ασκήσουν το σύνολο των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο επάγγελμα αυτό.

34      Επομένως, το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 συνεπάγεται, όπως υποστήριξε κατ’ ουσίαν και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι οι επαγγελματίες που τυγχάνουν της αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει, μεταξύ άλλων, του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο III, της οδηγίας έχουν πρόσβαση στο σύνολο των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το αντίστοιχο επάγγελμα εντός του κράτους μέλους υποδοχής και ότι, ως εκ τούτου, δεν τους αφορά η μερική πρόσβαση. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι η μερική πρόσβαση δεν αφορά τα επαγγέλματα του εν λόγω τίτλου III, κεφάλαιο III.

35      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της τροποποιημένης οδηγίας 2005/36 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε νομοθεσία η οποία δέχεται τη μερική πρόσβαση σε κάποιο από τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον μηχανισμό αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων ο οποίος προβλέπεται με τις διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο III, της οδηγίας αυτής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

36      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 4στ, παράγραφος 6, της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε νομοθεσία η οποία δέχεται τη μερική πρόσβαση σε κάποιο από τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον μηχανισμό αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων ο οποίος προβλέπεται με τις διατάξεις του τίτλου III, κεφάλαιο III, της οδηγίας αυτής.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.