Language of document : ECLI:EU:C:2021:513

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 24ης Ιουνίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Σιδηροδρομικές μεταφορές – Διεθνείς σιδηροδρομικοί εμπορευματικοί διάδρομοι – Κανονισμός (ΕΕ) 913/2010 – Άρθρο 13, παράγραφος 1 – Δημιουργία μονοαπευθυντικής θυρίδας για κάθε εμπορευματικό διάδρομο – Άρθρο 14 – Φύση του πλαισίου για την κατανομή της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο το οποίο θεσπίζει η εκτελεστική επιτροπή – Άρθρο 20 – Ρυθμιστικοί φορείς – Οδηγία 2012/34/ΕΕ – Άρθρο 27 – Διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής – Ρόλος των διαχειριστών υποδομής – Άρθρα 56 και 57 – Καθήκοντα του ρυθμιστικού φορέα και συνεργασία μεταξύ ρυθμιστικών φορέων»

Στην υπόθεση C‑12/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberverwaltungsgericht für das Land Nordrhein-Westfalen (διοικητικό εφετείο του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Γερμανία) με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιανουαρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

DB Netz AG

κατά

Bundesrepublik Deutschland,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, E. Juhász, Κ. Λυκούργο (εισηγητή) και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η DB Netz AG, εκπροσωπούμενη από τους H. R. J. Krüger και M. Kaufmann, Rechtsanwälte,

–        η Bundesrepublik Deutschland, εκπροσωπούμενη από τους C. Mögelin και J. Arnade,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον W. Mölls και την C. Vrignon και στη συνέχεια από την C. Vrignon,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του άρθρου 14, παράγραφοι 1 και 9, του άρθρου 18, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΕ) 913/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές (ΕΕ 2010, L 276, σ. 22), καθώς και του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, και του παραρτήματος IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (ΕΕ 2012, L 343, σ. 32, και διορθωτικό ΕΕ 2015, L 67, σ. 32).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της DB Netz AG και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), εκπροσωπούμενης από την Bundesnetzagentur für Elektrizität, Gas, Telekommunikation, Post und Eisenbahnen (ομοσπονδιακή υπηρεσία δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, τηλεπικοινωνιών, ταχυδρομείου και σιδηροδρόμων, Γερμανία, στο εξής: Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων), σχετικά με την εναντίωση της υπηρεσίας αυτής στο σχέδιο τροποποίησης των όρων υποβολής, ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας, των αιτήσεων για την κατανομή χωρητικότητας υποδομής όσον αφορά προκαθορισμένες διεθνείς σιδηροδρομικές διαδρομές.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός 913/2010

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 7, 25 και 26 του κανονισμού 913/2010 έχουν ως εξής:

«(4)      Μολονότι το άνοιγμα της αγοράς σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών έδωσε τη δυνατότητα σε νέες επιχειρήσεις να εισχωρήσουν στο σιδηροδρομικό δίκτυο, οι μηχανισμοί της αγοράς δεν ήταν ούτε είναι επαρκείς για να οργανώσουν, να ρυθμίσουν και να καταστήσουν ασφαλή την κυκλοφορία. Προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η χρήση του δικτύου και να εξασφαλισθεί η αξιοπιστία του, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν πρόσθετες διαδικασίες για την ενίσχυση της συνεργασίας όσον αφορά την κατανομή των διεθνών σιδηροδρομικών χρονοδιαδρόμων για εμπορευματικές αμαξοστοιχίες μεταξύ των διαχειριστών υποδομής.

[…]

(7)      Ο παρών κανονισμός, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαχειριστών υποδομής, όπως ορίζονται με την οδηγία 91/440/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την ανάπτυξη των κοινοτικών σιδηροδρόμων (ΕΕ 1991, L 237, σ. 25)], και την οδηγία 2001/14/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2001, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφαλείας (ΕΕ 2001, L 75, σ. 29)] και, κατά περίπτωση, των φορέων κατανομής στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2001/14 […]. Οι εν λόγω πράξεις εξακολουθούν να ισχύουν, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις διατάξεις που έχουν επιπτώσεις στους εμπορευματικούς διαδρόμους.

[…]

(25)      Για την εξασφάλιση μη διακριτικής πρόσβασης στις διεθνείς σιδηροδρομικές υπηρεσίες, είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα για τον αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων όσον αφορά τα διάφορα δίκτυα που καλύπτονται από τον εμπορευματικό διάδρομο.

(26)      Για να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη χρήση όλων των βασικών υποδομών του εμπορευματικού διαδρόμου και να διασφαλισθεί η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε αυτόν, το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να συντάσσει, να ενημερώνει τακτικά και να δημοσιεύει έγγραφο το οποίο να περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών αυτών.»

4        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τη δημιουργία και την οργάνωση διεθνών σιδηροδρομικών διαδρόμων για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές με σκοπό την ανάπτυξη ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου ανταγωνιστικών εμπορευματικών μεταφορών. Θεσπίζει κανόνες για την επιλογή, την οργάνωση, τη διαχείριση και τον ενδεικτικό σχεδιασμό των επενδύσεων των εμπορευματικών διαδρόμων.»

5        Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.      Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 2 της οδηγίας 2001/14[…].

2.      Επιπλέον των ορισμών στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1, νοείται ως:

α)      “εμπορευματικός διάδρομος”, το σύνολο των καθορισμένων σιδηροδρομικών γραμμών, συμπεριλαμβανομένων των σιδηροδρομικών πορθμειακών γραμμών, στην επικράτεια ή μεταξύ κρατών μελών και, κατά περίπτωση, σε ευρωπαϊκές τρίτες χώρες, οι οποίες συνδέουν δύο ή περισσότερους τερματικούς σταθμούς κατά μήκος βασικής διαδρομής του εμπορευματικού διαδρόμου και, κατά περίπτωση, οι παρακαμπτήριες γραμμές και οι γραμμές που τις συνδέουν, συμπεριλαμβανομένων της σιδηροδρομικής υποδομής και του εξοπλισμού της, καθώς και των σχετικών σιδηροδρομικών υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/14[…]·

[…]».

6        Το άρθρο 8 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.      Για κάθε εμπορευματικό διάδρομο, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συγκροτούν εκτελεστική επιτροπή υπεύθυνη για τον καθορισμό των γενικών στόχων του εμπορευματικού διαδρόμου, την εποπτεία και τη λήψη μέτρων, όπως προβλέπουν ρητά η παράγραφος 7 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 9 και 11, το άρθρο 14 παράγραφος 1 και το άρθρο 22. Η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από εκπροσώπους των αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

2.      Για κάθε εμπορευματικό διάδρομο, οι οικείοι διαχειριστές υποδομής και, κατά περίπτωση, οι φορείς κατανομής στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2001/14[…], συγκροτούν διοικητικό συμβούλιο υπεύθυνο για τη λήψη των μέτρων, όπως προβλέπουν ρητά οι παράγραφοι 5, 7, 8 και 9 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 9 έως 12, το άρθρο 13 παράγραφος 1, το άρθρο 14 παράγραφοι 2, 6 και 9, το άρθρο 16 παράγραφος 1, το άρθρο 17 παράγραφος 1 και τα άρθρα 18 και 19 του παρόντος κανονισμού. Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκπροσώπους των διαχειριστών υποδομής.

3.      Τα κράτη μέλη και οι διαχειριστές υποδομών που ενδιαφέρονται για εμπορευματικό διάδρομο συνεργάζονται στο πλαίσιο των συμβουλίων στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2, προκειμένου να διασφαλίσουν την ανάπτυξη του εμπορευματικού διαδρόμου σύμφωνα με το εκτελεστικό του σχέδιο.

4.      Η εκτελεστική επιτροπή λαμβάνει αποφάσεις βάσει αμοιβαίας συναίνεσης των εκπροσώπων των αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

[…]

9.      Το διοικητικό συμβούλιο συντονίζει σύμφωνα με τα εθνικά και τα ευρωπαϊκά σχέδια ανάπτυξης τη χρήση διαλειτουργικών εφαρμογών πληροφορικής ή των εναλλακτικών λύσεων που μπορεί να είναι διαθέσιμες στο μέλλον, για τη διεκπεραίωση αιτήσεων σχετικά με διεθνείς σιδηροδρομικούς διαδρόμους και για τη διεθνή κυκλοφορία στον εμπορευματικό διάδρομο.»

7        Το άρθρο 12 του κανονισμού 913/2010 ορίζει τα εξής:

«Το διοικητικό συμβούλιο συντονίζει και μεριμνά για τη δημοσίευση σε ένα χώρο, κατά τον κατάλληλο τρόπο και σε εύθετο χρόνο, του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης όλων των έργων σχετικά με την υποδομή και τον εξοπλισμό της τα οποία ενδέχεται να περιορίσουν τη διαθέσιμη χωρητικότητα του εμπορευματικού διαδρόμου.»

8        Το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Το διοικητικό συμβούλιο εμπορευματικού διαδρόμου ορίζει ή συγκροτεί κοινή αρχή που παρέχει στους αιτούντες τη δυνατότητα να ζητούν και να λαμβάνουν απαντήσεις σε έναν μόνο χώρο και με μία μόνο ενέργεια, σχετικά με τη χωρητικότητα υποδομής για εμπορευματικές αμαξοστοιχίες οι οποίες διασχίζουν τουλάχιστον μία μεθόριο κατά μήκος του εμπορευματικού διαδρόμου (εφεξής “μονοαπευθυντική θυρίδα”).

2.      Η μονοαπευθυντική θυρίδα, ως μέσο συντονισμού, παρέχει επίσης βασικές πληροφορίες όσον αφορά την κατανομή της χωρητικότητας υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών κατά το άρθρο 18. Εμφανίζει τη χωρητικότητα της υποδομής τη στιγμή υποβολής του αιτήματος και τα χαρακτηριστικά της σύμφωνα με προκαθορισμένες παραμέτρους, όπως η ταχύτητα, το μήκος, το μεταφερόμενο φορτίο ή το φορτίο ανά άξονα που επιτρέπεται για τις αμαξοστοιχίες που κινούνται στον εμπορευματικό διάδρομο.

[…]»

9        Το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.      Η εκτελεστική επιτροπή καθορίζει το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/14[…].

2.      Το διοικητικό συμβούλιο αξιολογεί την ανάγκη για χωρητικότητα που πρέπει να κατανεμηθεί στις εμπορευματικές αμαξοστοιχίες που κυκλοφορούν στον εμπορευματικό διάδρομο, λαμβάνοντας υπόψη την κατά το άρθρο 9 παράγραφο 3 του παρόντος κανονισμού μελέτη της αγοράς μεταφορών, τις αιτήσεις για χωρητικότητα υποδομής σε συνάρτηση με τους παρελθόντες και παρόντες πίνακες δρομολογίων και τις συμφωνίες-πλαίσια.

[…]

6.      Το διοικητικό συμβούλιο ενθαρρύνει τον συντονισμό των κανόνων προτεραιότητας για την κατανομή της χωρητικότητας στον εμπορευματικό διάδρομο.

[…]

9.      Το διοικητικό συμβούλιο του εμπορευματικού διαδρόμου και η συμβουλευτική ομάδα του άρθρου 8 παράγραφος 7 θεσπίζουν διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται ο βέλτιστος συντονισμός της κατανομής χωρητικότητας μεταξύ διαχειριστών υποδομής, τόσο για τις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 όσο και για αιτήσεις που λαμβάνονται από ενδιαφερόμενους διαχειριστές υποδομής. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η πρόσβαση στους τερματικούς σταθμούς.

[…]»

10      Με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού διευκρινίζονται τα εξής:

«Το διοικητικό συμβούλιο του εμπορευματικού διαδρόμου θεσπίζει διαδικασίες για τον συντονισμό της διαχείρισης της κυκλοφορίας στον εμπορευματικό διάδρομο. Τα διοικητικά συμβούλια των συνδεδεμένων εμπορευματικών διαδρόμων θεσπίζουν διαδικασίες για τον συντονισμό της κυκλοφορίας κατά μήκος των εμπορευματικών διαδρόμων.»

11      Το άρθρο 18 του κανονισμού 913/2010 ορίζει τα εξής:

«Το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει, ενημερώνει τακτικά και δημοσιεύει έγγραφο το οποίο περιέχει:

α)      όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στις δηλώσεις δικτύου των εθνικών δικτύων που αφορούν τον εμπορευματικό διάδρομο, οι οποίες καταρτίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/14[…]·

[…]

γ)      τις πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες των άρθρων 13 έως 17 του παρόντος κανονισμού· και

[…]».

12      Το άρθρο 20 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Οι ρυθμιστικοί φορείς στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 30 της οδηγίας 2001/14[…] συνεργάζονται για να παρακολουθούν τον ανταγωνισμό στον σιδηροδρομικό εμπορευματικό διάδρομο. Ειδικότερα, εξασφαλίζουν την άνευ διακρίσεων πρόσβαση στον διάδρομο και αποτελούν τον φορέα προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 30 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας. Ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες που λαμβάνουν από τους διαχειριστές υποδομής και άλλους αρμόδιους.

[…]

3.      Σε περίπτωση καταγγελίας κάποιου αιτούντα προς ρυθμιστικό φορέα σχετικά με διεθνείς σιδηροδρομικές υπηρεσίες εμπορευματικών μεταφορών ή στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας ενός ρυθμιστικού φορέα, ο εν λόγω ρυθμιστικός φορέας διαβουλεύεται με τους ρυθμιστικούς φορείς όλων των άλλων κρατών μελών μέσω των οποίων διέρχεται ο συγκεκριμένος σιδηροδρομικός διάδρομος για τους εν λόγω εμπορευματικούς σιδηροδρόμους και τους ζητεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες πριν να λάβει την απόφασή του.

[…]»

 Η οδηγία 2012/34

13      Το άρθρο 3, σημεία 2, 19 και 26, της οδηγίας 2012/34 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

2)      “διαχειριστής της υποδομής”: κάθε φορέας ή επιχείρηση που ευθύνεται κυρίως για την εγκατάσταση, τη διαχείριση και τη συντήρηση της σιδηροδρομικής υποδομής συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης της κυκλοφορίας και του ελέγχου-χειρισμού και της σηματοδότησης. Τα καθήκοντα του διαχειριστή της υποδομής δικτύου ή μέρους δικτύου είναι δυνατόν να ανατίθενται σε διαφορετικούς φορείς ή επιχειρήσεις·

[…]

19) “αιτών”: σιδηροδρομική επιχείρηση ή διεθνής όμιλος σιδηροδρομικών επιχειρήσεων ή και άλλα πρόσωπα ή νομικές οντότητες, όπως αρμόδιες αρχές δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 (ΕΕ 2007, L 315, σ.1)] και οι φορτωτές, οι πράκτορες μεταφορών και οι επιχειρήσεις συνδυασμένων μεταφορών που ενδιαφέρονται, για σκοπούς παροχής δημόσιας υπηρεσίας ή για εμπορικούς σκοπούς, να προσφέρουν χωρητικότητα υποδομής·

[…]

26)      “δήλωση δικτύου”: η δήλωση που ορίζει λεπτομερώς τους γενικούς κανόνες, τις προθεσμίες, τις διαδικασίες και τα κριτήρια για τα συστήματα χρέωσης και κατανομής χωρητικότητας η οποία περιέχει όσες πληροφορίες απαιτούνται ώστε να είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής».

14      Το άρθρο 27 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Ο διαχειριστής υποδομής, ύστερα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη συντάσσει και δημοσιεύει δήλωση δικτύου, η οποία λαμβάνεται έναντι καταβολής τέλους, το οποίο δεν υπερβαίνει το κόστος δημοσίευσης της εν λόγω δήλωσης. Η δήλωση δικτύου δημοσιεύεται σε τουλάχιστον δύο επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Το περιεχόμενο της δήλωσης δικτύου διατίθεται δωρεάν υπό ηλεκτρονική μορφή στη διαδικτυακή πύλη του διαχειριστή υποδομής και είναι προσβάσιμο μέσω κοινής διαδικτυακής πύλης την οποία δημιουργούν οι διαχειριστές υποδομής στο πλαίσιο της συνεργασίας τους σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 40.

2.      Η δήλωση δικτύου ορίζει τη φύση της υποδομής που διατίθεται στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις. Περιέχει πληροφορίες που καθορίζουν τους όρους πρόσβασης στη σχετική σιδηροδρομική υποδομή. Περιέχει επίσης πληροφορίες για τον καθορισμό των όρων για την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις για την παροχή υπηρεσιών που είναι συνδεδεμένες με το δίκτυο του διαχειριστή υποδομής και την παροχή υπηρεσιών στις εν λόγω εγκαταστάσεις ή αναφέρει δικτυακό τόπο όπου οι εν λόγω πληροφορίες διατίθενται δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή. Το περιεχόμενο της δήλωσης δικτύου ορίζεται στο παράρτημα ΙV.

[…]»

15      Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν πλαίσιο για την κατανομή της χωρητικότητας υποδομής, με βάση την απαίτηση διαχειριστικής ανεξαρτησίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4. Καθορίζονται οι εκάστοτε κανόνες κατανομής χωρητικότητας. Ο διαχειριστής της υποδομής εκτελεί τις διαδικασίες κατανομής χωρητικότητας. Ειδικότερα, ο διαχειριστής υποδομής εξασφαλίζει ότι η χωρητικότητα υποδομής κατανέμεται, σε δίκαιη και χωρίς διακρίσεις βάση, και σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.»

16      Το άρθρο 40, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας διευκρινίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές υποδομής συνεργάζονται ώστε να επιτρέπουν την αποδοτική δημιουργία και κατανομή χωρητικότητας υποδομής διερχόμενης από περισσότερα του ενός δίκτυα στο σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης, και με βάση τις συμφωνίες-πλαίσιο που αναφέρονται στο άρθρο 42. Οι διαχειριστές υποδομής καθορίζουν τις κατάλληλες διαδικασίες βάσει των κανόνων που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, και οργανώνουν αναλόγως σιδηροδρομικές διαδρομές διερχόμενες από περισσότερα του ενός δίκτυα.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκπρόσωποι των διαχειριστών υποδομής, των οποίων οι αποφάσεις περί κατανομής έχουν επιπτώσεις σε άλλους διαχειριστές υποδομής, συνεργάζονται προκειμένου να συντονίσουν την κατανομή χωρητικότητας υποδομής σε διεθνές επίπεδο χωρίς να θίγονται οι συγκεκριμένοι κανόνες της νομοθεσίας της Ένωσης περί σιδηροδρομικών δικτύων μεταφοράς εμπορευμάτων. Οι αρχές και τα κριτήρια για την κατανομή της μεταφορικής ικανότητας που θεσπίζονται στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας δημοσιεύονται από τους διαχειριστές υποδομής στη δήλωση δικτύου τους, σύμφωνα με το παράρτημα ΙV σημείο 3. Στις διαδικασίες αυτές μπορούν να συμμετέχουν κατάλληλοι εκπρόσωποι διαχειριστών υποδομής από τρίτες χώρες.»

17      Το άρθρο 55, παράγραφος 1, της οδηγίας 2012/34 ορίζει τα εξής:

«Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν μοναδικό εθνικό ρυθμιστικό φορέα για τον σιδηροδρομικό τομέα. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ο φορέας αυτός είναι αυτοτελής αρχή, ανεξάρτητη και νομικά διακριτή σε επίπεδο οργανωτικό λειτουργικό, ιεραρχικό και λήψης αποφάσεων από οιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Επίσης διαθέτει ανεξαρτησία όσον αφορά τα θέματα οργάνωσής του, χρηματοδότησης, νομικής διάρθρωσης και λήψης των αποφάσεών του, έναντι οποιουδήποτε διαχειριστή υποδομής, φορέα χρέωσης, φορέα κατανομής ή σιδηροδρομική επιχείρηση. Είναι, επιπλέον, λειτουργικά ανεξάρτητος από κάθε αρμόδια αρχή που συμμετέχει στην ανάθεση σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.»

18      Το άρθρο 56, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 46 παράγραφος 6, ένας αιτών έχει το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στον ρυθμιστικό φορέα, εάν πιστεύει ότι δεν έχει υποστεί δίκαιη μεταχείριση, ότι έχει υποστεί διακρίσεις ή ότι έχει με άλλο τρόπο αδικηθεί, ιδιαίτερα κατά αποφάσεων του διαχειριστή υποδομής ή, κατά περίπτωση της σιδηροδρομικής επιχείρησης ή του φορέα εκμετάλλευσης εγκατάστασης για την παροχή υπηρεσιών, σχετικά με:

α)      τη δήλωση δικτύου στην προσωρινή και τελική της μορφή·

β)      τα κριτήρια που καθορίζονται σε αυτή·

γ)      τη διαδικασία κατανομής και το αποτέλεσμά της·

δ)      το σύστημα χρέωσης·

ε)      το επίπεδο ή τη διάρθρωση των τελών χρήσης υποδομής των οποίων η καταβολή απαιτείται ή μπορεί να απαιτείται·

στ)      τις ρυθμίσεις για την πρόσβαση σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 13·

ζ)      την πρόσβαση και τη χρέωση για υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 13·

2.      Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στις αγορές υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών ο ρυθμιστικός φορέας έχει εξουσία παρακολούθησης της κατάστασης του ανταγωνισμού στις αγορές σιδηροδρομικών μεταφορών και συγκεκριμένα ελέγχει την εφαρμογή των στοιχείων α) έως ζ) της παραγράφου 1 με δική του πρωτοβουλία και με στόχο την πρόληψη των διακρίσεων κατά των αιτούντων. Ελέγχει, ιδίως, εάν η δήλωση δικτύου περιλαμβάνει ρήτρες που εισάγουν διακρίσεις ή παρέχει διακριτική ευχέρεια στον διαχειριστή υποδομής που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για την εισαγωγή διακρίσεων κατά των αιτούντων.»

19      Το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:

«Οι ρυθμιστικοί φορείς ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά το έργο τους, καθώς και τις αρχές και τις πρακτικές που εφαρμόζουν στη λήψη αποφάσεων και, ιδιαίτερα, ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα κύρια ζητήματα των διαδικασιών τους και με τα προβλήματα ερμηνείας των μεταφερθεισών στο εθνικό δίκαιο νομοθετικών πράξεων της Ένωσης που αφορούν τον σιδηρόδρομο. Οι φορείς αυτοί συνεργάζονται προκειμένου να συντονίζουν τις αποφάσεις που λαμβάνουν σε ολόκληρη την Ένωση. Προς τον σκοπό αυτό συμμετέχουν και συνεργάζονται στο πλαίσιο δικτύου που συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Επιτροπή είναι μέλος, συντονίζει και στηρίζει το έργο του δικτύου και διατυπώνει συστάσεις στο δίκτυο, κατά περίπτωση και διασφαλίζει την ενεργή συνεργασία των κατάλληλων ρυθμιστικών φορέων.»

20      Το άρθρο 65 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Οι οδηγίες 91/440[…], 95/18/ΕΚ [του Συμβουλίου της 19ης Ιουνίου 1995 σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις (ΕΕ 1995, L 143, σ. 70)] και 2001/14[…], όπως τροποποιήθηκαν με τις οδηγίες που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΧ μέρος A, καταργούνται από τις 17 Ιουνίου 2015, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο μέρος B του παραρτήματος ΙΧ.

Οι αναφορές στις καταργούμενες οδηγίες νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος Χ.»

21      Κατά το παράρτημα IV της οδηγίας 2012/34:

«Η δήλωση δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 27 περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

[…]

3)      Τμήμα για τις αρχές και τα κριτήρια κατανομής της χωρητικότητας. Στο τμήμα αυτό, εκτίθενται τα γενικά χαρακτηριστικά της χωρητικότητας της υποδομής που διατίθεται στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις […]. Στο τμήμα αυτό, καθορίζονται επίσης οι διαδικασίες και οι προθεσμίες που σχετίζονται με τη διαδικασία κατανομής της χωρητικότητας και περιέχονται συγκεκριμένα κριτήρια που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία αυτήν, ιδίως δε:

α)      διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες οι αιτούντες δύνανται να ζητούν χωρητικότητα από τον διαχειριστή υποδομής·

β)      απαιτήσεις που επιβάλλονται στους αιτούντες·

[…]

[…]».

 Το γερμανικό δίκαιο

 O AEG

22      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του Allgemeines Eisenbahngesetz (γενικού νόμου περί σιδηροδρόμων), της 27ης Δεκεμβρίου 1993, όπως ίσχυε κατά τη διαφορά της κύριας δίκης, προβλέπει τα εξής:

«Οι επιχειρήσεις σιδηροδρόμων διασφαλίζουν την άνευ διακρίσεων χρήση των υποδομών που διαχειρίζονται και την άνευ διακρίσεων παροχή των υπηρεσιών που προσφέρουν εντός του πλαισίου που καθορίζεται με κανονιστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφοι 1, σημεία 6 και 7, και παράγραφος 4, σημείο 1. […]»

23      Κατά το άρθρο 14d του AEG:

«Οι δημόσιες επιχειρήσεις σιδηροδρόμων γνωστοποιούν στον ρυθμιστικό φορέα

[…]

6.      το σχεδιαζόμενο νέο κείμενο ή την τροποποίηση της δήλωσης δικτύου και των όρων χρήσης των εγκαταστάσεων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των σχεδιαζόμενων αρχών και ποσών χρέωσης.

[…]»

24      Το άρθρο 14e του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:

«(1)      Μετά την κατάθεση της γνωστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 14d, ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να αντιταχθεί, εντός προθεσμίας

[…]

4. τεσσάρων εβδομάδων, στο νέο κείμενο ή στην τροποποίηση που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 14d, πρώτη περίοδος, σημείο 6,

εφόσον οι σχεδιαζόμενες αποφάσεις δεν συμφωνούν προς τις διατάξεις του σιδηροδρομικού δικαίου για την πρόσβαση στη σιδηροδρομική υποδομή.

[…]

(3)      Αν ο ρυθμιστικός φορέας ασκήσει το δικαίωμά του να διατυπώσει αντιρρήσεις, […]

2.      η δήλωση δικτύου ή οι όροι χρήσης των εγκαταστάσεων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των σχεδιαζόμενων αρχών και ποσών χρέωσης, δεν τίθενται σε ισχύ στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, σημείο 4.

[…]»

 Η EIBV

25      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Eisenbahninfrastruktur-Benutzungsverordnung (κανονιστικής απόφασης περί χρήσης της σιδηροδρομικής υποδομής), της 3ης Ιουνίου 2005 (BGBl. I, σ. 1566, στο εξής: EIBV), προβλέπει τα εξής:

«Οι επιχειρήσεις σιδηροδρομικών υποδομών επιτρέπουν την άνευ διακρίσεων χρήση των εγκαταστάσεων παροχής υπηρεσιών που εκμεταλλεύονται και παρέχουν άνευ διακρίσεων τις σχετικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες που περιγράφονται στο παράρτημα 1, σημείο 2, εφόσον αποτελούν μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων τους. Επιπλέον, οι διαχειριστές σιδηροδρομικών γραμμών υποχρεούνται να διαθέτουν τις σιδηροδρομικές γραμμές που εκμεταλλεύονται, τα συστήματα αλλαγής τροχιάς και ασφάλειας, καθώς και τις σχετικές εγκαταστάσεις εφοδιασμού μέσω σωληνώσεων για ορισμένα τμήματα, καθώς και να κατανέμουν τις σιδηροδρομικές διαδρομές σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και να παρέχουν τις υπηρεσίες που περιγράφονται στο παράρτημα 1, σημείο 1.»

26      Το άρθρο 4 της απόφασης αυτής προβλέπει τα εξής:

«(1)      Ο διαχειριστής των σιδηροδρομικών γραμμών καθορίζει και […] δημοσιεύει του όρους χρήσης (δήλωση δικτύου) που ισχύουν για την παροχή των υπηρεσιών στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα 1, σημείο 1.

Κατόπιν αιτήματος των δικαιούχων πρόσβασης, ο διαχειριστής των σιδηροδρομικών γραμμών τους κοινοποιεί, με δικά τους έξοδα, τη δήλωση δικτύου.

(2)      Η δήλωση δικτύου περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται το παράρτημα 2 και οι λοιπές διατάξεις της παρούσας κανονιστικής απόφασης, καθώς και τους γενικούς όρους χρήσης των σιδηροδρομικών διαδρομών. Ο τιμοκατάλογος δεν περιλαμβάνεται στη δήλωση δικτύου.

[…]»

27      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης:

«Οι δικαιούχοι πρόσβασης μπορούν ανά πάσα στιγμή να υποβάλλουν στον διαχειριστή των σιδηροδρομικών γραμμών αίτηση για χρήση σιδηροδρομικών διαδρομών, εκτός αν η παρούσα απόφαση ορίζει άλλως. […]»

28      Το παράρτημα 1 της ίδιας απόφασης προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι υποχρεωτικές υπηρεσίες του διαχειριστή σιδηροδρομικών γραμμών περιλαμβάνουν:

α)      διεκπεραίωση των αιτήσεων κατανομής των σιδηροδρομικών διαδρομών·

[…]».

29      Το παράρτημα 2 της EIBV προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η δήλωση δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 4 περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

[…]

3.      Τις αρχές και τα κριτήρια για την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών γραμμών.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για τα γενικά χαρακτηριστικά της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών γραμμών που είναι στη διάθεση των δικαιούχων πρόσβασης καθώς και για κάθε περιορισμό της χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης αναγκαίας χωρητικότητας για λόγους συντήρησης. Πρέπει επίσης να παρέχονται πληροφορίες για τη διεξαγωγή και τις προθεσμίες της διαδικασίας κατανομής χωρητικότητας των σιδηροδρομικών γραμμών και ιδίως

α)      για τη διαδικασία της υποβολής αιτήσεων προς τον διαχειριστή των σιδηροδρομικών γραμμών με αντικείμενο την κατανομή των σιδηροδρομικών διαδρομών στους έχοντες δικαίωμα πρόσβασης·

[…]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

30      Η DB Netz, θυγατρική κατά ποσοστό 100 % του ομίλου Deutsche Bahn AG, είναι δημόσια επιχείρηση σιδηροδρόμων που εκμεταλλεύεται το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δίκτυο στη Γερμανία.

31      Ως διαχειριστής υποδομής, η DB Netz υποχρεούται, βάσει του γερμανικού δικαίου, μεταξύ άλλων βάσει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, και του παραρτήματος 2, σημείο 3, τρίτη περίοδος, στοιχείο αʹ, της EIBV, που θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 27 της οδηγίας 2012/34, να συντάσσει και να δημοσιεύει δήλωση δικτύου, η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή και τις προθεσμίες της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας σιδηροδρομικής υποδομής, ιδίως δε σχετικά με τη διαδικασία υποβολής στους διαχειριστές των σιδηροδρομικών γραμμών των αιτήσεων χρήσης σιδηροδρομικών διαδρομών από τους δικαιούχους πρόσβασης.

32      Η DB Netz συμμετέχει, εξάλλου, στην εκμετάλλευση εμπορευματικών διαδρόμων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 913/2010, καθόσον το σιδηροδρομικό δίκτυο της DB Netz περιλαμβάνει έξι από τους διαδρόμους αυτούς. Κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού αυτού, η DB Netz είναι επιφορτισμένη, από κοινού με τους λοιπούς διαχειριστές της υποδομής την οποία περιλαμβάνει καθένας από τους εν λόγω εμπορευματικούς διαδρόμους, να συστήσει διοικητικό συμβούλιο, το οποίο συμμετέχει στη διαχείριση του εν λόγω εμπορευματικού διαδρόμου και το οποία έχει την αρμοδιότητα να ορίζει και να συγκροτεί μονοαπευθυντική θυρίδα για κάθε εμπορευματικό διάδρομο, η οποία παρέχει στους χρήστες του διαδρόμου αυτού τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους για τη χωρητικότητα υποδομής σε έναν μόνο χώρο και με μία μόνο ενέργεια, για εμπορευματικές αμαξοστοιχίες οι οποίες διασχίζουν τουλάχιστον μία μεθόριο. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τις διαδικασίες συντονισμού μεταξύ των διαχειριστών υποδομής για την κατανομή της χωρητικότητας και συντάσσει και δημοσιεύει έγγραφο καλούμενο «Corridor Information Document (CID)», το οποίο περιέχει τις πληροφορίες σχετικά με τους όρους χρήσης του οικείου εμπορευματικού διαδρόμου. Κατά τη συνήθη λειτουργία όλων των εμπορευματικών διαδρόμων στους οποίους δραστηριοποιείται η DB Netz, για τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων στη μονοαπευθυντική θυρίδα χρησιμοποιείται το σύστημα ηλεκτρονικής καταχώρισης «Path Coordination System» (σύστημα συντονισμού σιδηροδρομικών διαδρομών) (στο εξής: σύστημα καταχώρισης PCS).

33      Το 2015 τα διοικητικά συμβούλια εμπορευματικών διαδρόμων στα οποία συμμετείχε η DB Netz αποφάσισαν ότι οι αιτήσεις για την κατανομή χωρητικότητας υποδομής για προκαθορισμένες διεθνείς σιδηροδρομικές διαδρομές μπορούν να υποβάλλονται στη μονοαπευθυντική θυρίδα έκαστου εμπορευματικού διαδρόμου αποκλειστικά μέσω του συστήματος καταχώρισης PCS. Οι κανόνες αυτοί δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο 4 του CID.

34      Στις 31 Αυγούστου 2015, η DB Netz γνωστοποίησε στην ομοσπονδιακή υπηρεσία δικτύων, ως αρμόδιο εθνικό ρυθμιστικό φορέα, κατά την έννοια του άρθρου 55 της οδηγίας 2012/34, σχέδιο τροποποίησης της δήλωσης δικτύου για το έτος 2016. Η τροποποίηση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία υποβολής ενώπιον της αντίστοιχης μονοαπευθυντικής θυρίδας των αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής για προκαθορισμένες διαδρομές στους εμπορευματικούς διαδρόμους σύμφωνα με τον κανονισμό 913/2010. Η σχεδιαζόμενη τροποποίηση αποσκοπούσε, όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής, στο να επιτρέπεται μόνον η χρήση του συστήματος καταχώρισης PCS, καταργώντας τη δυνατότητα χρήσης εντύπου για την καταχώριση σε περίπτωση τεχνικής βλάβης του συστήματος αυτού. Η τροποποίηση αιτιολογήθηκε, μεταξύ άλλων, από το ότι οι κανόνες υποβολής των αιτήσεων που εγκρίθηκαν και δημοσιεύθηκαν από τα διοικητικά συμβούλια των εμπορευματικών διαδρόμων δεν προέβλεπαν τη χρήση τέτοιου εντύπου.

35      Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων αντιτάχθηκε, βάσει του άρθρου 14e, παράγραφος 1, του AEG, στο σχέδιο τροποποίησης της δήλωσης δικτύου του έτους 2016 που υπέβαλε η DB Netz και, με απόφαση της 8ης Μαρτίου 2016, απέρριψε την ένσταση του διαχειριστή αυτού. Αιτιολόγησε την άρνησή της βάσει του ότι η προτεινόμενη τροποποίηση, με σκοπό την κατάργηση της δυνατότητας χρήσης εναλλακτικής λύσης, σε περίπτωση τεχνικής βλάβης του συστήματος καταχώρισης PCS, αντιβαίνει στην υποχρέωση της DB Netz, που απορρέει από τη συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AEG και του άρθρου 3, παράγραφος 1, καθώς και του παραρτήματος 1, σημείο 1, της EIBV, να διασφαλίζει την άνευ διακρίσεων χρήση της σιδηροδρομικής υποδομής που η ίδια εκμεταλλεύεται καθώς και την άνευ διακρίσεων παροχή των υποχρεωτικών υπηρεσιών που προσφέρει, συμπεριλαμβανομένης της διεκπεραίωσης των αιτήσεων κατανομής σιδηροδρομικών διαδρομών.

36      Στις 15 Μαρτίου 2016 η DB Netz άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Köln (διοικητικού πρωτοδικείου Κολωνίας, Γερμανία), με αίτημα την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την ως άνω προσφυγή με απόφαση της 20ής Απριλίου 2018, ακολουθώντας, κατ’ ουσίαν, τα επιχειρήματα της εν λόγω υπηρεσίας.

37      Η DB Netz άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο διερωτάται αν η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων ορθώς αντιτάχθηκε στην τροποποίηση της δήλωσης δικτύου του έτους 2016 την οποία σχεδίαζε η DB Netz.

38      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων είχε επαρκείς λόγους να υποθέσει ότι η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής στη μονοαπευθυντική θυρίδα του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, η οποία διέπεται από το σημείο 4.2.5.1. της δήλωσης δικτύου του έτους 2016, ενδέχετο να συνεπάγεται διάκριση ελλείψει εναλλακτικής λύσης σε περίπτωση τεχνικής δυσλειτουργίας του συστήματος καταχώρισης PCS.

39      Εντούτοις, διερωτάται, πρώτον, αν η διαδικασία αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της EIBV, σε συνδυασμό με το παράρτημά της 2, σημείο 3, τρίτη περίοδος, στοιχείο αʹ, να ρυθμίζεται από την DB Netz στη δήλωση δικτύου της και να υπόκειται, ως εκ τούτου, στον πλήρη έλεγχο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων ή αν το διοικητικό συμβούλιο του εμπορευματικού διαδρόμου είναι αποκλειστικώς αρμόδιο προς τούτο. Στο μέτρο που το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της EIBV, σε συνδυασμό με το παράρτημά της 2, σημείο 3, τρίτη περίοδος, στοιχείο αʹ, αποσκοπεί στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2012/34, σε συνδυασμό με το παράρτημά της IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, έχει καθοριστική σημασία αν η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής εμπίπτει στις εν λόγω διατάξεις της ως άνω οδηγίας.

40      Δεύτερον, στην περίπτωση που η διαδικασία αυτή έπρεπε όντως να ρυθμίζεται από την DB Netz στην οικεία δήλωσή δικτύου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο εθνικός ρυθμιστικός φορέας οφείλει, κατά τον έλεγχο μιας τέτοιας δήλωσης, κατά την έννοια του άρθρου 27 της οδηγίας 2012/34, να τηρεί τις διατάξεις του άρθρου 20 του κανονισμού 913/2010, το οποίο προβλέπει τη συνεργασία των εθνικών ρυθμιστικών φορέων, και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν αυτή η υποχρέωση συνεργασίας αποκλείει κάθε μονομερή ενέργεια ή απαιτεί τουλάχιστον να υποχρεούται ο εθνικός ρυθμιστικός φορέας να επιδιώξει μια συντονισμένη προσέγγιση. Σε περίπτωση που το εν λόγω άρθρο 20 δεν τυγχάνει εφαρμογής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν παρόμοια υποχρέωση συνεργασίας απορρέει από τις διατάξεις της οδηγίας 2012/34 και, ιδίως, από το άρθρο 57 αυτής. Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι, σε περίπτωση έλλειψης συντονισμού στον τομέα αυτό, αντιφατικές απαιτήσεις εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών φορέων θα μπορούσαν να καταστήσουν δυσχερέστερη, αν όχι αδύνατη, την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, ήτοι τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής σε έναν και μόνο τόπο και με μία μόνο ενέργεια.

41      Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο φρονεί, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το διοικητικό συμβούλιο έχει εξουσία να καθορίζει το ίδιο τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας, ότι είναι αμφίβολο κατά πόσον η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων μπορεί να ελέγξει τη δήλωση δικτύου του έτους 2016 της DB Netz ως προς στοιχεία πέρα από τη συμφωνία του περιεχομένου της με τις ρυθμίσεις που θεσπίζει το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο.

42      Τέταρτον, σε περίπτωση που οι εθνικοί ρυθμιστικοί φορείς είναι αρμόδιοι να προβούν στον έλεγχο αυτόν, το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αποσαφηνίσει τη σημασία του πλαισίου κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο που καθορίζεται, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, από την εκτελεστική επιτροπή εκάστου εμπορευματικού διαδρόμου. Διερωτάται για τη σχέση μεταξύ, αφενός, του γεγονότος ότι οι εκτελεστικές επιτροπές των οικείων εμπορευματικών διαδρόμων προέβλεψαν, εν προκειμένω, στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονιστικού τους πλαισίου ότι οι χωρητικότητες του εμπορευματικού διαδρόμου πρέπει να δημοσιεύονται και να κατανέμονται με τη βοήθεια διεθνούς συστήματος αιτήσεων το οποίο πρέπει να συντονίζεται με τους λοιπούς εμπορευματικούς διαδρόμους, ήτοι το σύστημα καταχώρισης PCS, και, αφετέρου, της μονομερούς ενέργειας της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων η οποία αποσκοπεί στο να επιβάλει στην DB Netz απαιτήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό του συστήματος αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής χωρίς να έχει προηγηθεί συντονισμός με τους ρυθμιστικούς φορείς των ενδιαφερομένων κρατών μελών πέραν της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί συναφώς αμφιβολίες ως προς τη νομική φύση και το δεσμευτικό αποτέλεσμα του πλαισίου κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, και διερωτάται αν αρμόδια για την ερμηνεία του εν λόγω πλαισίου είναι τα εθνικά δικαστήρια ή το Δικαστήριο.

43      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberverwaltungsgericht für das Land Nordrhein-Westfalen (διοικητικό εφετείο του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει ο κανονισμός 913/2010[…], όσον αφορά ιδίως τα καθήκοντα που ανατίθενται, σύμφωνα με τα άρθρα 13, παράγραφος 1, 14, παράγραφος 9, και 18, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, στο διοικητικό συμβούλιο εμπορευματικού διαδρόμου, την έννοια ότι το διοικητικό συμβούλιο εμπορευματικού διαδρόμου εξουσιοδοτείται να καθορίσει το ίδιο τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής προς τη μονοαπευθυντική θυρίδα του άρθρου 13, παράγραφος 1, του [εν λόγω] κανονισμού και συναφώς –όπως υπό τις παρούσες συνθήκες– να προβλέψει την αποκλειστική εφαρμογή ηλεκτρονικού εργαλείου καταχώρισης, ή η διαδικασία αυτή εμπίπτει στις γενικές διατάξεις του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2 [της οδηγίας 2012/34], σε συνδυασμό με την περίπτωση 3, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος IV, της [οδηγίας αυτής], οπότε μπορεί να ρυθμιστεί μόνον από τους ενδιαφερόμενους για εμπορευματικό διάδρομο διαχειριστές υποδομής στην οικεία δήλωση δικτύου αυτών;

2)      Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι η ρύθμιση της εκτιθέμενης στο ερώτημα αυτό διαδικασίας πρέπει να πραγματοποιείται μόνο με τη δήλωση δικτύου των ενδιαφερομένων για εμπορευματικό διάδρομο διαχειριστών υποδομής, διενεργείται η εξέταση της δήλωσης δικτύου συναφώς από εθνικό ρυθμιστικό φορέα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010, ή αποκλειστικά σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/34[…] και των εθνικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο;

α)      Εάν ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010[…], συνάδει προς τις διατάξεις του το γεγονός ότι εθνικός ρυθμιστικός φορέας αμφισβητεί ρύθμιση της δήλωσης δικτύου όπως η εκτιθέμενη στο πρώτο ερώτημα, χωρίς να ενεργεί συναφώς από κοινού και ενιαία επί της ουσίας με τους ρυθμιστικούς φορείς των λοιπών ενδιαφερομένων για τον εμπορευματικό διάδρομο κρατών ή τουλάχιστον χωρίς να τους συμβουλεύεται προηγουμένως επιδιώκοντας τη διαμόρφωση κοινής στάσης;

β)      Στο μέτρο που ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/34[…] και με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, συνάδει με αυτές, ιδίως δε με το προβλεπόμενο στο άρθρο 57, παράγραφος 1, [πρώτο εδάφιο], δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής γενικό καθήκον συντονισμού, το γεγονός ότι εθνικός ρυθμιστικός φορέας προσβάλλει μια τέτοια ρύθμιση, χωρίς να ενεργεί συναφώς από κοινού και ενιαία επί της ουσίας με τους ρυθμιστικούς φορείς των λοιπών ενδιαφερομένων για τον εμπορευματικό διάδρομο κρατών ή τουλάχιστον χωρίς να τους έχει συμβουλευθεί προηγουμένως επιδιώκοντας τη διαμόρφωση κοινής στάσης;

3)      Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι το διοικητικό συμβούλιο εμπορευματικού διαδρόμου εξουσιοδοτείται να καθορίσει το ίδιο την εκτιθέμενη στο [εν λόγω] ερώτημα διαδικασία, μπορεί εθνικός ρυθμιστικός φορέας, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010 ή με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/34[…] και τις διατάξεις που θεσπίσθηκαν για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, να εξετάσει και, ενδεχομένως, να αμφισβητήσει τη δήλωση δικτύου διαχειριστή υποδομής πέρα από την ουσιαστική συμφωνία της με τη διαδικασία που καθόρισε το διοικητικό συμβούλιο εάν η δήλωση δικτύου διαχειριστή υποδομής περιέχει ρυθμίσεις για τη διαδικασία αυτή; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, πώς θα πρέπει να απαντηθεί [το δεύτερο ερώτημα] σε σχέση με την εν λόγω εξουσία του ρυθμιστικού φορέα;

4)      Στο μέτρο που οι εθνικοί ρυθμιστικοί φορείς διαθέτουν, υπό το πρίσμα των προηγουμένων ερωτημάτων, εξουσία για τον έλεγχο της εκτιθέμενης στο [πρώτο ερώτημα] διαδικασίας, έχει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010[…] την έννοια ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται από την εκτελεστική επιτροπή συνιστά δεσμευτικό για τους εθνικούς ρυθμιστικούς φορείς και τα εθνικά δικαστήρια ενωσιακό δίκαιο, το οποίο υπερέχει του εθνικού δικαίου και υπόκειται σε τελικό βαθμό στη δεσμευτική ερμηνεία του Δικαστηρίου;

5)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο τέταρτο ερώτημα, αντιτίθεται η θεσπιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010[…] από τις εκτελεστικές επιτροπές όλων των εμπορευματικών διαδρόμων βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του οικείου ρυθμιστικού πλαισίου διάταξη, κατά την οποία η χωρητικότητα των διαδρόμων πρέπει να δημοσιεύεται και να κατανέμεται βάσει διεθνούς συστήματος αιτήσεων, το οποίο, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να εναρμονίζεται με τους άλλους εμπορευματικούς διαδρόμους, στην απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής με την οποία παρέχονται σε ενδιαφερόμενο για εμπορευματικό διάδρομο διαχειριστή υποδομής οδηγίες για τη δήλωση δικτύου του περί διαμόρφωσης του εν λόγω συστήματος αιτήσεων οι οποίες δεν εναρμονίζονται με τους εθνικούς ρυθμιστικούς φορείς των κατά τα λοιπά ενδιαφερομένων για τους εμπορευματικούς διαδρόμους κρατών;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

44      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, το άρθρο 14, παράγραφος 9, και το άρθρο 18, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 913/2010, καθώς και το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2012/34, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι η αρχή που είναι αρμόδια για τη θέσπιση των κανόνων που εφαρμόζονται στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένου συστήματος ηλεκτρονικής καταχώρισης, ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 13, παράγραφος 1, είναι το διοικητικό συμβούλιο που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ή ο διαχειριστής της υποδομής, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της ως άνω οδηγίας.

45      Καθόσον το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 913/2010 και της οδηγίας 2012/34, υπογραμμίζεται προκαταρκτικώς ότι από την αιτιολογική σκέψη 7 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι, εφόσον δεν προβλέπεται άλλως, ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαχειριστών υποδομής που ορίζονται στις οδηγίες 91/440 και 2001/14. Στο μέτρο που η οδηγία 2012/34 κατάργησε τις δύο ως άνω οδηγίες και, σύμφωνα με το άρθρο 65, οι αναφορές στις εν λόγω καταργηθείσες οδηγίες νοούνται ως αναφορές στην οδηγία 2012/34, οι διατάξεις του κανονισμού 913/34 πρέπει επομένως να ερμηνευθούν υπό το φως της οδηγίας 2012/34, εκτός αν προβλέπεται άλλως.

46      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί ο ρόλος τον οποίον αναθέτει ο κανονισμός 913/2010 στο διοικητικό συμβούλιο των εμπορευματικών διαδρόμων, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της οδηγίας 2012/34 σχετικά με τα καθήκοντα που ανατίθενται στους διαχειριστές υποδομής.

47      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, De Ruiter, C‑361/19, EU:C:2021:71, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού 913/2010 και της οδηγίας 2012/34, κατά πρώτον, από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι, για κάθε εμπορευματικό διάδρομο, οι ενδιαφερόμενοι διαχειριστές υποδομής συγκροτούν διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από εκπροσώπους των διαχειριστών αυτών και είναι υπεύθυνο για τη λήψη μέτρων, όπως προβλέπεται ρητώς, μεταξύ άλλων, στο ως άνω άρθρο 8, παράγραφος 9, στο άρθρο 12, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στο άρθρο 14, παράγραφοι 2, 6 και 9, στο άρθρο 16, παράγραφος 1, καθώς και στο άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού.

49      Ειδικότερα, κατ’ αρχάς, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 9, και το άρθρο 12 του κανονισμού 913/2010, το διοικητικό συμβούλιο, αφενός, συντονίζει σύμφωνα με τα εθνικά και τα ευρωπαϊκά σχέδια ανάπτυξης τη χρήση διαλειτουργικών εφαρμογών πληροφορικής ή των εναλλακτικών λύσεων που μπορεί να είναι διαθέσιμες στο μέλλον, για τη διεκπεραίωση αιτήσεων σχετικά με διεθνείς σιδηροδρομικούς διαδρόμους και για τη διεθνή κυκλοφορία στον εμπορευματικό διάδρομο και, αφετέρου, συντονίζει και μεριμνά για τη δημοσίευση του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης όλων των έργων σχετικά με την υποδομή και με τον εξοπλισμό της τα οποία ενδέχεται να περιορίσουν τη διαθέσιμη χωρητικότητα του εμπορευματικού διαδρόμου.

50      Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, το διοικητικό συμβούλιο εμπορευματικού διαδρόμου ορίζει ή συγκροτεί μονοαπευθυντική θυρίδα, που συνίσταται σε κοινή αρχή που παρέχει στους αιτούντες τη δυνατότητα να ζητούν και να λαμβάνουν απαντήσεις σε έναν μόνο χώρο και με μία μόνο ενέργεια, σχετικά με τη χωρητικότητα υποδομής για εμπορευματικές αμαξοστοιχίες οι οποίες διασχίζουν τουλάχιστον μία μεθόριο κατά μήκος του εμπορευματικού διαδρόμου. Συναφώς, κατά το άρθρο 14, παράγραφοι 2, 6 και 9, καθώς και το άρθρο 16 παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το διοικητικό συμβούλιο αξιολογεί την ανάγκη για χωρητικότητα που πρέπει να κατανεμηθεί στις εμπορευματικές αμαξοστοιχίες που κυκλοφορούν στον εμπορευματικό διάδρομο, ενθαρρύνει τον συντονισμό των κανόνων προτεραιότητας για την κατανομή της χωρητικότητας στον διάδρομο αυτόν, θεσπίζει διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται ο βέλτιστος συντονισμός της κατανομής χωρητικότητας μεταξύ διαχειριστών υποδομής, τόσο για τις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, όσο και για αιτήσεις που λαμβάνονται από ενδιαφερόμενους διαχειριστές υποδομής, και θεσπίζει διαδικασίες για τον συντονισμό της διαχείρισης της κυκλοφορίας στον εμπορευματικό διάδρομο.

51      Τέλος, από το άρθρο 18 του κανονισμού 913/2010 προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει, ενημερώνει τακτικά και δημοσιεύει έγγραφο το οποίο περιέχει, κατ’ ουσίαν, πληροφορίες σχετικά με τους όρους χρήσης του εμπορευματικού διαδρόμου, περιλαμβανομένων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία αʹ και γʹ του άρθρου αυτού, όλων των πληροφοριών που περιέχονται στις δηλώσεις δικτύου των εθνικών δικτύων που αφορούν τον εμπορευματικό διάδρομο, οι οποίες καταρτίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 της οδηγίας 2012/34, καθώς και των πληροφοριών που αφορούν τις διαδικασίες των άρθρων 13 έως 17 του εν λόγω κανονισμού.

52      Επομένως, από το γράμμα των διατάξεων του κανονισμού 913/2010 που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 48 έως 51 της παρούσας απόφασης προκύπτει, αφενός, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να διευκρινίσει ρητώς τα μέτρα για τη λήψη των οποίων υπεύθυνο είναι το διοικητικό συμβούλιο και, αφετέρου, ότι το συμβούλιο αυτό έχει, κατ’ ουσίαν, συντονιστικό ρόλο όσον αφορά, ιδίως, τη χωρητικότητα υποδομής, τις σχετικές διαθέσιμες πληροφορίες καθώς και ορισμένες πτυχές των αιτήσεων χωρητικότητας.

53      Εντούτοις, από τις διατάξεις αυτές ουδόλως προκύπτει ότι ο ρόλος του εν λόγω συμβουλίου θα μπορούσε να φτάσει μέχρι του σημείου να του επιτραπεί να καθορίζει τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων εκχώρησης χωρητικότητας υποδομής στη μονοαπευθυντική θυρίδα.

54      Κατά δεύτερον, όσον αφορά τα καθήκοντα που η οδηγία 2012/34 αναθέτει στον διαχειριστή υποδομής, αφενός, από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι κάθε διαχειριστής υποδομής πρέπει να συντάσσει και δημοσιεύει δήλωση δικτύου για το εθνικό δίκτυο και, αφετέρου, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, η δήλωση αυτή περιλαμβάνει τις διαδικασίες υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας από τους αιτούντες στον διαχειριστή υποδομής.

55      Ειδικότερα, από το γράμμα των διατάξεων αυτών της οδηγίας 2012/34 προκύπτει ότι η θέσπιση κανόνων για τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής, όπως οι αιτήσεις που υποβάλλονται στη μονοαπευθυντική θυρίδα για τις εμπορευματικές αμαξοστοιχίες οι οποίες διασχίζουν τουλάχιστον μία μεθόριο κατά μήκος του εμπορευματικού διαδρόμου, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του διαχειριστή υποδομής.

56      Δεύτερον, η εξέταση του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 913/2010 και της οδηγίας 2012/34 επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 52 και 55 της παρούσας απόφασης.

57      Κατά πρώτον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 26 του εν λόγω κανονισμού, η απαίτηση κατά την οποία το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει, ενημερώνει τακτικά και δημοσιεύει το έγγραφο που προβλέπεται στο άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού αποσκοπεί στη διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που περιέχονται, μεταξύ άλλων, στις δηλώσεις δικτύων των εθνικών δικτύων και αφορούν τη χρήση όλων των βασικών υποδομών του εμπορευματικού διαδρόμου, καθώς και στη διασφάλιση της πρόσβασης χωρίς διακρίσεις στον διάδρομο αυτό.

58      Επομένως, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 71 των προτάσεών του, το έγγραφο αυτό έχει ενημερωτικό χαρακτήρα.

59      Κατά δεύτερον, το άρθρο 56, παράγραφος 2, της οδηγίας 2012/34 παρέχει στον ρυθμιστικό φορέα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ο οποίος είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη αρχή, την εξουσία να ελέγχει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η κατά το άρθρο 3, σημείο 26, της εν λόγω οδηγίας δήλωση δικτύου περιλαμβάνει ρήτρες που εισάγουν διακρίσεις ή παρέχει στον διαχειριστή της υποδομής διακριτική ευχέρεια που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για την εισαγωγή διακρίσεων κατά των αιτούντων. Συνεπώς, από έναν τέτοιο έλεγχο της τήρησης της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων στο πλαίσιο της δήλωσης δικτύου προκύπτει ότι εναπόκειται στον διαχειριστή υποδομής, ο οποίος οφείλει να συντάσσει και να δημοσιεύει τη δήλωση αυτή, και όχι στο διοικητικό συμβούλιο να καθορίζει τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής που καταθέτουν οι αιτούντες.

60      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της ανάλυσης του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και του παραρτήματος IV της οδηγίας 2012/34, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οποιοδήποτε αίτημα για χωρητικότητα υποδομής πρέπει, δυνάμει της οδηγίας αυτής, να υποβάλλεται στον διαχειριστή της υποδομής από σιδηροδρομική επιχείρηση σύμφωνα με τη δήλωση δικτύου που καταρτίζεται από αυτόν και πρέπει να τηρεί τις αρχές και να πληροί τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στη δήλωση αυτή (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2019, SJ, C‑388/17, EU:C:2019:161, σκέψη 38).

61      Όσον αφορά, τρίτον, τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 913/2010, ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα της οδηγίας 2012/34, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τη δημιουργία και την οργάνωση διεθνών σιδηροδρομικών διαδρόμων για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές με σκοπό την ανάπτυξη ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου ανταγωνιστικών εμπορευματικών μεταφορών, καθώς και κανόνες για την επιλογή, την οργάνωση, και τη διαχείριση των εμπορευματικών διαδρόμων.

62      Συναφώς, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 913/2010, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η χρήση του δικτύου και να εξασφαλισθεί η αξιοπιστία του, ο κανονισμός αυτός προβλέπει πρόσθετες διαδικασίες για την ενίσχυση της συνεργασίας όσον αφορά την κατανομή των διεθνών σιδηροδρομικών χρονοδιαδρόμων για εμπορευματικές αμαξοστοιχίες μεταξύ των διαχειριστών υποδομής.

63      Μολονότι είναι αληθές ότι μια τέτοια συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών υποδομής για έναν εμπορευματικό διάδρομο μπορεί να διασφαλιστεί μόνο στο πλαίσιο διοικητικού συμβουλίου, το οποίο είναι επιφορτισμένο, συγκεκριμένα, με τη θέσπιση των κανόνων για την υλοποίηση της μονοαπευθυντικής θυρίδας για κάθε εμπορευματικό διάδρομο, εντούτοις, τούτο δεν συνεπάγεται ότι ένα τέτοιο διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να καθορίζει ειδικώς τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής. Πράγματι, μια τέτοια αρμοδιότητα θα μπορούσε να θίξει τα καθήκοντα των διαχειριστών υποδομής, τα οποία προβλέπει η οδηγία 2012/34, πράγμα που θα αντέβαινε στη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, όπως αυτή εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 913/2010, να μη θίγονται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που η οδηγία αυτή αναγνωρίζει στους διαχειριστές υποδομής.

64      Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της DB Netz ότι ο εν λόγω σκοπός συνεργασίας θα μπορούσε να διακυβευθεί αν οι διαχειριστές υποδομής ήταν αρμόδιοι να ρυθμίζουν τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής με την οικεία δήλωση δικτύου, καθότι η αρμοδιότητα αυτή θα ενείχε τον κίνδυνο ύπαρξης μη συνεκτικών κανόνων που απορρέουν από τις διάφορες δηλώσεις δικτύου των εθνικών δικτύων.

65      Ειδικότερα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 69 των προτάσεών του, η διαδικασία που καθορίζεται στη δήλωση δικτύου, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη διαδικασία σχετικά με την υποβολή των αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής στη μονοαπευθυντική θυρίδα, αντικατοπτρίζει ακριβώς τη συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών υποδομής, όπως τούτη προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 1, της οδηγίας 2012/34. Εξάλλου, επισημαίνεται συναφώς ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ο σκοπός της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών υποδομής, είναι αναγκαίο να ερμηνευθούν οι διατάξεις του κανονισμού 913/2010 σχετικά με τον ρόλο του διοικητικού συμβουλίου, οι οποίες εξετάστηκαν στις σκέψεις 48 έως 51 της παρούσας απόφασης, υπό την έννοια ότι σε αυτό εναπόκειται να εξασφαλίσει ότι οι δηλώσεις δικτύου των εθνικών δικτύων δεν περιέχουν αντιφατικούς κανόνες.

66      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, το άρθρο 14, παράγραφος 9, και το άρθρο 18, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 913/2010, καθώς και το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2012/34, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι ο διαχειριστής της υποδομής, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας, είναι η αρμόδια αρχή για τη θέσπιση, στο πλαίσιο της δήλωσης δικτύου του εθνικού δικτύου, των κανόνων που εφαρμόζονται στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένου συστήματος ηλεκτρονικής καταχώρισης, ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 13, παράγραφος 1.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

67      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο εκ μέρους εθνικού ρυθμιστικού φορέα έλεγχος των προβλεπόμενων στη δήλωση δικτύου κανόνων σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του κανονισμού 913/2010 ή από τις διατάξεις της οδηγίας 2012/34, και ιδίως από το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, και αν οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο ρυθμιστικός φορέας κράτους μέλους μπορεί να αντιταχθεί σε αυτούς τους κανόνες χωρίς να συνεργαστεί με τους ρυθμιστικούς φορείς των λοιπών ενδιαφερομένων για τον εμπορευματικό διάδρομο κρατών μελών ή, τουλάχιστον, χωρίς να διαβουλευθεί μαζί τους προηγουμένως προκειμένου να διαμορφώσουν κοινή στάση.

68      Από το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 913/2010 προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι οι ρυθμιστικοί φορείς συνεργάζονται και διαβουλεύονται μεταξύ τους για να παρακολουθούν τον ανταγωνισμό στον σιδηροδρομικό εμπορευματικό διάδρομο, προκειμένου να διασφαλίσουν, ειδικότερα, την άνευ διακρίσεων πρόσβαση σε αυτόν.

69      Επιπλέον, το άρθρο 56, παράγραφος 2, της οδηγίας 2012/34 προβλέπει έλεγχο της δήλωσης δικτύου, τον οποίο διενεργεί ο ρυθμιστικός φορέας με δική του πρωτοβουλία, «με στόχο την πρόληψη των διακρίσεων κατά των αιτούντων», διευκρινίζοντας ότι ο φορέας αυτός «[ε]λέγχει, ιδίως, εάν η δήλωση δικτύου περιλαμβάνει ρήτρες που εισάγουν διακρίσεις». Συναφώς, όπως και σε σχέση με το σύνολο των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί και οι οποίες περιλαμβάνουν εξουσία λήψης αποφάσεων, από το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι οι ρυθμιστικοί φορείς συνεργάζονται προκειμένου να συντονίζουν τις αποφάσεις που λαμβάνουν σε ολόκληρη την Ένωση.

70      Επομένως, ο έλεγχος μιας δήλωσης δικτύου, ο οποίος διενεργείται από ρυθμιστικό φορέα προς αποτροπή των διακρίσεων, αφενός, μπορεί να εμπίπτει στις διατάξεις τόσο του άρθρου 20 του κανονισμού 913/2010 όσο και του άρθρου 56, παράγραφος 2, της οδηγίας 2012/34. Αφετέρου, τόσο το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010 όσο και το άρθρο 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2012/34 επιβάλλουν, σε μια τέτοια περίπτωση, τη συνεργασία μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων. Εντούτοις, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπου ο έλεγχος αυτός αφορά, ειδικότερα, τους κανόνες σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενός εμπορευματικού διαδρόμου, οι ρυθμιστικοί φορείς οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις συνεργασίας που προβλέπονται συγκεκριμένα στο άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010.

71      Όσον αφορά το ζήτημα αν, και εντός ποιου πλαισίου και υπό ποιους όρους, το εν λόγω άρθρο 20 απαιτεί ο ρυθμιστικός φορέας κράτους μέλους να διενεργεί μόνος ή σε συνεργασία με τους ρυθμιστικούς φορείς των άλλων κρατών μελών που ενδιαφέρονται για εμπορευματικό διάδρομο τον έλεγχο της δήλωσης δικτύου του διαχειριστή της υποδομής, αφενός, προκύπτει, κατ’ αρχάς, από το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, ότι οι ρυθμιστικοί φορείς οφείλουν να συνεργάζονται για να παρακολουθούν τον ανταγωνισμό στον σιδηροδρομικό εμπορευματικό διάδρομο. Στη συνέχεια, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 20, σε περίπτωση καταγγελίας σχετικά με διεθνείς σιδηροδρομικές υπηρεσίες εμπορευματικών μεταφορών ή στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας, ο ρυθμιστικός φορέας του οικείου κράτους μέλους διαβουλεύεται με τους ρυθμιστικούς φορείς όλων των άλλων κρατών μελών μέσω των οποίων διέρχεται ο διεθνής σιδηροδρομικός διάδρομος για τους εν λόγω εμπορευματικούς σιδηροδρόμους και τους ζητεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες πριν λάβει την απόφασή του.

72      Τέλος, κατά την αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 913/2010, η οποία απηχεί τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού, για την εξασφάλιση μη διακριτικής πρόσβασης στις διεθνείς σιδηροδρομικές υπηρεσίες, είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα για τον αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων όσον αφορά τα διάφορα δίκτυα που καλύπτονται από τον εμπορευματικό διάδρομο.

73      Επομένως, από το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 25 του κανονισμού αυτού, προκύπτει καθήκον συνεργασίας μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων των κρατών μελών, το οποίο τους υποχρεώνει να διαμορφώσουν, στο μέτρο του δυνατού, κοινή στάση όταν, στο πλαίσιο των ελεγκτικών τους αρμοδιοτήτων, εκδίδουν απόφαση με σκοπό την εξασφάλιση μη διακριτικής πρόσβασης στους εμπορευματικούς διαδρόμους.

74      Αφετέρου, τονίζεται ότι η εν λόγω υποχρέωση συνεργασίας συμβάλλει επίσης στην επίτευξη του επιδιωκόμενου με τον εν λόγω κανονισμό σκοπού της ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών υποδομής μέσω, μεταξύ άλλων, της σύστασης διοικητικών συμβουλίων που είναι υπεύθυνα να ορίσουν ή να συγκροτήσουν μονοαπευθυντική θυρίδα. Πράγματι, η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι, ειδικότερα, με την εξασφάλιση μη διακριτικής πρόσβασης στους εμπορευματικούς διαδρόμους, θα ενείχε τον κίνδυνο να θεσπιστούν διαφορετικοί –και ενδεχομένως αντιφατικοί– κανόνες επιλογής και οργάνωσης σχετικά με τις υπηρεσίες σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών για τον ίδιο εμπορευματικό διάδρομο, πράγμα που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να τεθεί υπό αμφισβήτηση το σύστημα συντονισμού που έχει θεσπιστεί με τη μονοαπευθυντική θυρίδα.

75      Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων δεν μπορεί να λάβει απόφαση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, χωρίς να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις συνεργασίας που απορρέουν από το άρθρο 20 του κανονισμού 913/2010 και, ειδικότερα, χωρίς να διαβουλευθεί προηγουμένως με τους λοιπούς ενδιαφερόμενους ρυθμιστικούς φορείς.

76      Ωστόσο, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών του, από καμία διάταξη του κανονισμού 913/2010 δεν προκύπτει ότι η υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων συνεπάγεται ότι ρυθμιστικός φορέας κράτους μέλους υποχρεούται να λάβει τη συγκατάθεση των ρυθμιστικών φορέων των λοιπών ενδιαφερόμενων κρατών μελών πριν λάβει μια απόφαση ή ότι δεσμεύεται από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι εν λόγω λοιποί ρυθμιστικοί φορείς.

77      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο εκ μέρους εθνικού ρυθμιστικού φορέα έλεγχος των προβλεπόμενων στη δήλωση δικτύου κανόνων σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του κανονισμού 913/2010, και ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο ρυθμιστικός φορέας κράτους μέλους δεν μπορεί να αντιταχθεί στους κανόνες αυτούς χωρίς να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις συνεργασίας που απορρέουν από το ως άνω άρθρο 20 και, ιδίως, χωρίς να διαβουλευθεί με τους ρυθμιστικούς φορείς των λοιπών ενδιαφερόμενων για τον εμπορευματικό διάδρομο κρατών μελών, προκειμένου να διαμορφώσουν, στο μέτρο του δυνατού, κοινή στάση.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

78      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.

 Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

79      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010 έχει την έννοια ότι το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο το οποίο θεσπίζει η εκτελεστική επιτροπή δυνάμει της διάταξης αυτής συνιστά πράξη του δικαίου της Ένωσης.

80      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, κατά πόσον το πλαίσιο αυτό αποκλείει τη δυνατότητα εθνικού ρυθμιστικού φορέα να εκδώσει απόφαση με την οποία επιβάλλεται σύστημα υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής στη μονοαπευθυντική θυρίδα χωρίς να έχει προηγηθεί προς τούτο συντονισμός με τους λοιπούς ενδιαφερόμενους για τον εμπορευματικό διάδρομο εθνικούς ρυθμιστικούς φορείς.

81      Υπογραμμίζεται ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, για κάθε εμπορευματικό διάδρομο συγκροτείται εκτελεστική επιτροπή από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ήτοι από εκείνα των οποίων το έδαφος διασχίζει ο εμπορευματικός διάδρομος, η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό των γενικών στόχων του εμπορευματικού διαδρόμου, την εποπτεία και τη λήψη, μεταξύ άλλων, των μέτρων που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από εκπροσώπους των αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών και, κατά την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 8, λαμβάνει τις αποφάσεις της βάσει αμοιβαίας συναίνεσης των ως άνω εκπροσώπων.

82      Επιπλέον, από το γράμμα του εν λόγω άρθρου 14, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η εκτελεστική επιτροπή καθορίζει το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον οικείο εμπορευματικό διάδρομο, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/14, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, αντιστοιχεί στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της οδηγίας 2012/34.

83      Πλην όμως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν πλαίσιο για την κατανομή της χωρητικότητας υποδομής, με βάση την απαίτηση διαχειριστικής ανεξαρτησίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής.

84      Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, μολονότι η σύσταση της εκτελεστικής επιτροπής προβλέπεται από το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, η εκτελεστική επιτροπή συγκροτείται από τα κράτη μέλη και, επομένως, δεν αποτελεί θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης.

85      Το γεγονός ότι το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, θεσπίζεται από την εκτελεστική επιτροπή σημαίνει απλώς ότι η θέσπισή του πραγματοποιείται μέσω συλλογικής δράσης των διαχειριστών υποδομής και, επομένως, των ενδιαφερομένων κρατών μελών, η οποία αποσκοπεί στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτό προβλέπεται στον κανονισμό 913/2010 και την οδηγία 2012/34.

86      Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο πλαίσιο δεν συνιστά πράξη του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν παρουσιάζει τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας πράξης.

87      Επομένως, εν προκειμένω, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 96 των προτάσεών του, το πλαίσιο που έχει θεσπιστεί από την εκτελεστική επιτροπή για την κατανομή της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο, κατά την έννοια του άρθρου 14 παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010, δεν αντίκειται σε παρέμβαση του ενδιαφερόμενου εθνικού ρυθμιστικού φορέα, σε περιπτώσεις όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, προς αντιμετώπιση ενδεχόμενου ζητήματος δυσμενούς διάκρισης που αφορά τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας, όπως η εν λόγω διαδικασία περιγράφεται στη δήλωση δικτύου του διαχειριστή υποδομής.

88      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010 έχει την έννοια ότι το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο το οποίο θεσπίζει η εκτελεστική επιτροπή δυνάμει της διάταξης αυτής δεν συνιστά πράξη του δικαίου της Ένωσης.

 Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

89      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

90      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 13, παράγραφος 1, το άρθρο 14, παράγραφος 9, και το άρθρο 18, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 913/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές, καθώς και το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι ο διαχειριστής της υποδομής, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας, είναι η αρμόδια αρχή για τη θέσπιση, στο πλαίσιο της δήλωσης δικτύου του εθνικού δικτύου, των κανόνων που εφαρμόζονται στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αφορούν την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένου συστήματος ηλεκτρονικής καταχώρισης, ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 13, παράγραφος 1.

2)      Ο εκ μέρους εθνικού ρυθμιστικού φορέα έλεγχος των προβλεπόμενων στη δήλωση δικτύου κανόνων σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων χωρητικότητας υποδομής ενώπιον της μονοαπευθυντικής θυρίδας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του κανονισμού 913/2010, οι δε διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο ρυθμιστικός φορέας κράτους μέλους δεν μπορεί να αντιταχθεί στους κανόνες αυτούς χωρίς να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις συνεργασίας που απορρέουν από το ως άνω άρθρο 20 και, ιδίως, χωρίς να διαβουλευθεί με τους ρυθμιστικούς φορείς των λοιπών ενδιαφερόμενων για τον εμπορευματικό διάδρομο κρατών μελών, προκειμένου να διαμορφώσουν, στο μέτρο του δυνατού, κοινή στάση.

3)      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 913/2010 έχει την έννοια ότι το πλαίσιο κατανομής της χωρητικότητας υποδομής στον εμπορευματικό διάδρομο το οποίο θεσπίζει η εκτελεστική επιτροπή δυνάμει της διάταξης αυτής δεν συνιστά πράξη του δικαίου της Ένωσης.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.