Language of document : ECLI:EU:T:1997:139

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο πενταμελές τμήμα)

της 29ης Σεπτεμβρίου 1997 (1)

«Κρατικές ενισχύσεις - Ενίσχυση στον τομέα της σιδηρουργίας - Προσφυγή ακυρώσεως - Αρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ - Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T-70/97,

Περιφέρεια Βαλονίας, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Jean-Marie de Backer, Olivier Ralet και Georges Vandersanden, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της εταιρίας fiduciaire Myson SARL, 30, rue de Cessange,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Gérard Rozet, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 97/271/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, της σχετικής με χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις της Περιφέρειας Βαλονίας υπέρ της επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα Forges de Clabecq (ΕΕ 1997, L 106, σ. 30),

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

(πρώτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Saggio, Πρόεδρο, Α. Καλογερόπουλο, V. Tiili, R. M. Moura Ramos και K. J. Pirrung, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Πραγματικά περιστατικά

1.
    Τον Ιούνιο του 1996 οι βελγικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τη χρηματοοικονομική παρέμβαση της Περιφέρειας Βαλονίας, μέσω της Société wallonne de la sidérurgie (στο εξής: SWS), της οποίας κατέχει το 100 % των μετοχών, υπέρ της επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα Forges de Clabecq. Η παρέμβαση αυτή συνίστατο κυρίως σε εισφορά κεφαλαίου ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου βελγικών φράγκων (BFR).

2.
    Αναμένοντας την απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως της παρεμβάσεως αυτής και προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως, η Περιφέρεια Βαλονίας χορήγησε ενδιάμεσες πιστώσεις (εν είδει προκαταβολών επί της αυξήσεως του κεφαλαίου), παραιτήθηκε από δανειακές απαιτήσεις της SWS και προέβη στην αναδιάταξη των χρεών της επιχειρήσεως προς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς το κεφάλαιο των οποίων ανήκει μερικώς στο δημόσιο.

3.
    Στην απόφασή της 97/271/ΕΚΑΧ, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, τη σχετική με τις χρηματοπιστωτικές παρεμβάσεις της Περιφέρειας Βαλονίας υπέρ της επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα Forges de Clabecq (ΕΕ 1997, L 106, σ. 30· στο εξής: απόφαση ή προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή έκρινε ότι όλες αυτές οι παρεμβάσεις συνιστούσαν ενισχύσεις απαγορευόμενες από το άρθρο 4 τηςΣυνθήκης ΕΚΑΧ και ότι, κατά συνέπεια, το Βέλγιο όφειλε να τις καταργήσει και να απαιτήσει την απόδοση όσων είχαν ήδη καταβληθεί.

4.
    Στις 19 Δεκεμβρίου 1996 η διοίκηση της Forges de Clabecq δήλωσε αναστολή πληρωμών. Με απόφαση του tribunal de commerce de Nivelles, της 3ης Ιανουαρίου 1997, κινήθηκε η διαδικασία της πτωχεύσεως κατόπιν δηλώσεως αναστολής πληρωμών.

5.
    Η απόφαση κοινοποιήθηκε στις βελγικές αρχές στις 23 Ιανουαρίου 1997 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 24ης Απριλίου 1997.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

6.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 1997, άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό C-95/97.

7.
    Με διάταξη της 21ης Μαρτίου 1997, το Δικαστήριο έκρινε εαυτό προφανώς αναρμόδιο επειδή η Περιφέρεια Βαλονίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κράτος μέλος και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο (διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1997, Περιφέρεια Βαλονίας κατά Επιτροπής, C-95/97, Συλλογή σ. Ι-1787). Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τον αριθμό Τ-70/97.

8.
    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Μαΐου 1997, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την ένσταση απαραδέκτου στις 4 Ιουλίου 1997.

9.
    Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:

-    να ακυρώσει την απόφαση·

-    να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

10.
    Η καθής ζητεί από το Πρωτοδικείο:

-    να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·

-    να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

11.
    Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν τοΠρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, βάσει της δικογραφίας, είναι επαρκώς ενήμερο επί της προκειμένης υποθέσεως και ότι παρέλκει η προφορική διαδικασία.

Επί του παραδεκτού

Επιχειρήματα των διαδίκων

12.
    Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε, η Επιτροπή τονίζει ότι η προσφεύγουσα στερείται προδήλως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, κατά το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.

13.
    Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ακόμα και δυνάμει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, αλλά το οποίο δεν έχει εφαρμογή επί της προκειμένης υποθέσεως, η προσφεύγουσα δεν δικαιούται να ασκήσει προσφυγή. Παρατηρεί σχετικώς ότι η προσφεύγουσα υπογράμμισε ότι οι χρηματοπιστωτικές παρεμβάσεις δεν μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτήν, αλλά στην SWS, η οποία είναι ανεξάρτητη. Κατά την Επιτροπή, με τη δήλωσή της αυτή η προσφεύγουσα αναγνώρισε σιωπηρώς ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν την αφορά ούτε άμεσα ούτε ατομικά.

14.
    Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων η ευθύνη βαρύνει πάντοτε το οικείο κράτος μέλος, οποιαδήποτε και αν είναι η δημόσια αρχή (εθνική, περιφερειακή ή δημοτική) που χορήγησε την ενίσχυση. Υπενθυμίζει σχετικώς ότι τις αποφάσεις της περί κρατικών ενισχύσεων τις απευθύνει πάντοτε στα κράτη μέλη και ότι, όταν κινεί διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως κατά κράτους μέλους, το κράτος αυτό δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί ενέργειες υποκειμένων στο κράτος φορέων προκειμένου να αποσείσει την προσαπτόμενη σ' αυτό παράβαση της Συνθήκης. Υπενθυμίζει, επίσης, ότι οι περιφερειακοί και τοπικοί φορείς δεν ενεργούν αυτοτελώς στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που κινεί η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι και στην προκειμένη περίπτωση η ληφθείσα απόφαση αφορά αποκλειστικώς το οικείο κράτος μέλος και όχι την προσφεύγουσα.

15.
    Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τυχόν αναγνώριση δικαιώματος απευθείας προσφυγής στους υποκείμενους στο κράτος φορείς θα συνεπαγόταν πληθώρα προσφυγών. Η αναγνώριση δικαιώματος απευθείας προσφυγής τόσο υπέρ του κράτους μέλους όσο και υπέρ των περιφερειακών και τοπικών φορέων θα είχε επίσης και άλλα μειονεκτήματα, καθώς, ιδίως, θα επέτρεπε ένα είδος forum shopping (προφανή προτίμηση του τέταρτου εδαφίου, αντί του πρώτου εδαφίου, του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αναιρέσεως). Εξάλλου, στην περίπτωση που κράτος μέλος προτίθεται να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής και να μην ασκήσει προσφυγή, ο υποκείμενος στο κράτος φορέας που είχε την πρωτοβουλία της ενισχύσεως θα μπορούσε να υπονομεύσει την ομαλή αυτή εκτέλεση ασκώντας προσφυγή.

16.
    Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν τήρησε την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. Υπογραμμίζει σχετικώς ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της αποφάσεως πολύ πριν από τις 23 Ιανουαρίου 1997, όπως εξάλλου ρητώς συνάγεται από πολλά σημεία του δικογράφου της προσφυγής. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η μηνιαία προθεσμία πρέπει να υπολογιστεί από 18 Δεκεμβρίου 1996.

17.
    Κατά την προσφεύγουσα, στη διάταξή του της 21ης Μαρτίου 1997 το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει να συνδυαστεί με το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσφεύγουσα συνιστά νομικό πρόσωπο και ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή στηριζόμενη στο άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.

18.
    Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα φρονεί ότι την προσφυγή που προβλέπει το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ μπορεί να ασκήσει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και όχι μόνο οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων. Το συμπέρασμα αυτό συνάγει από την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, με την οποία τροποποιήθηκε η απόφαση 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21), στην οποία χρησιμοποιείται η έκφραση «προσφυγές που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ», ενώ η προγενέστερη διατύπωση της αποφάσεως αυτής έκανε λόγο για «προσφυγές που ασκούνται κατά της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, από τις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων». Κατά την προσφεύγουσα, το Συμβούλιο επέφερε την τροποποίηση αυτή ως συνταγματικός νομοθέτης.

19.
    Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Συνθήκη ΕΚ υπερέχει ιεραρχικώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι αυτή λήγει το 2002. Τέλος, αν το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ερμηνευθεί διαφορετικά από το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ η συνέπεια θα ήταν η δυσμενής διαφορετική μεταχείριση των πολιτών. Ως προς το θέμα αυτό η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η προσφυγή της είναι αναμφισβήτητα παραδεκτή δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί υπέρ αυτής της απόψεως σε μία άλλη υπόθεση στην οποία διάδικοι ήταν η προσφεύγουσα και η Επιτροπή και η οποία αφορούσε απόφαση σχετική με κρατικές ενισχύσεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1988, Περιφερειακή κυβέρνηση της Βαλονίας κατά Επιτροπής, 62/87 και 72/87, Συλλογή 1988, σ. 1573, σκέψη 8).

20.
    Τέλος, η προσφεύγουσα αποκρούει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Υποστηρίζει ότι τήρησε από όλες τις πλευρές την προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 33, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ καιότι, πάντως, δεν είναι δυνατή η προσβολή μιας αποφάσεως προ της κοινοποιήσεώς της, δεδομένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα προσβαλλόταν πράξη στερούμενη νομικών συνεπειών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

21.
    Το Πρωτοδικείο φρονεί, καταρχάς, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η προσφεύγουσα, το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα διάταξή του της 21ης Μαρτίου 1997 δεν έλαβε θέση ως προς το παραδεκτό της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, στη διάταξη διαπιστώνεται ότι, καθόσον η προσφεύγουσα στηρίζει το παραδεκτό της προσφυγής της στις εν λόγω διατάξεις, η προσφυγή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.

22.
    Αντιθέτως προς τις υποδείξεις της προσφεύγουσας, πρέπει ομοίως να τονιστεί ότι το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν τροποποιήθηκε μετά την ίδρυση του Πρωτοδικείου. Η διαπίστωση αυτή δεν θίγεται από το γεγονός ότι το Συμβούλιο χρησιμοποίησε μια νέα διατύπωση κατά την απαρίθμηση των αρμοδιοτήτων του Πρωτοδικείου. Πράγματι, ο σχετικός πίνακας πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο περιοριστικώς απαριθμεί τα υποκείμενα δικαίου που έχουν την ικανότητα να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1984, Commune de Differdange κ.λπ. κατά Επιτροπής, 222/83, Συλλογή 1984, σ. 2889, σκέψη 8). Ειδικότερα, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφασή του διαπίστωσε ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ παρέχει δικαίωμα προσφυγής ακυρώσεως αποκλειστικώς στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν δικαιούνται να ασκούν δυνάμει αυτής της διατάξεως προσφυγή ακυρώσεως.

23.
    Συνεπώς, το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν παρέχει δικαίωμα προσφυγής στην προσφεύγουσα.

24.
    Τέλος, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα προσφυγή, με την οποία διώκεται η ακύρωση αποφάσεως ληφθείσας στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί σχετικώς να επικαλεστεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, προβάλλουσα το γεγονός ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ παρέχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως σε ευρύ κύκλο φυσικών και νομικών προσώπων, ενώ το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ παρέχει αντίστοιχο δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως μόνο σε δύο ακριβώς προσδιορισμένες ομάδες νομικών προσώπων. Πράγματι, από το άρθρο 232 της Συνθήκης ΕΚ προκύπτει ότι οι διατάξεις της δεν τροποποιούν τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι οποίες διατηρούν, κατά συνέπεια, το δικό τους πεδίο εφαρμογής (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, Gerlach, 239/84, Συλλογή 1985, σ. 3507, σκέψη 9, και της 15ης Δεκεμβρίου 1987, Deutsche Babcock Handel, 328/85, Συλλογή 1987, σ. 5136, σκέψη 10).

25.
    Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται απόφαση επί του ισχυρισμού της καθής ότι η προσφυγή είναι, επίσης, εκπρόθεσμη.

Επί των δικαστικών εξόδων

26.
    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε και η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα, πρέπει να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά της έξοδα καθώς και σε εκείνα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο πενταμελές τμήμα)

διατάσσει:

1)    Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

2)    Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 29 Σεπτεμβρίου 1997.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

H. Jung

A. Saggio


1: Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.