Language of document : ECLI:EU:C:2021:258

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 26ης Μαρτίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Πολιτική ασύλου – Κριτήρια και μηχανισμοί για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας – Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 (Δουβλίνο III) – Άρθρο 27 – Ένδικο βοήθημα κατά αποφάσεως μεταφοράς – Ανασταλτικός χαρακτήρας της προσφυγής – Άρθρο 29 – Λεπτομέρειες και προθεσμίες για τις μεταφορές – Απαιτήσεις για την υποδοχή αιτούντων διεθνή προστασία – Οδηγία 2013/33/ΕΕ – Άρθρο 18 – Εθνικό μέτρο που παρέχει σε αιτούντα, για τον οποίο έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς, θέση σε συγκεκριμένη δομή υποδοχής, μέσα στην οποία παρέχεται στα πρόσωπα που φιλοξενούνται καθοδήγηση για την προετοιμασία της μεταφοράς τους»

Στην υπόθεση C‑92/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal du travail de Liège (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Λιέγης, Βέλγιο) στις 8 Φεβρουαρίου 2021 με απόφασή του, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Φεβρουαρίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

VW

κατά

Agence fédérale pour l’Accueil des demandeurs d’asile (Fedasil),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, E. Juhász (εισηγητή), Κ. Λυκούργο και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, και το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 27 του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31, στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο III).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του VW και της Agence fédérale pour l’accueil des demandeurs d’asile (Fedasil) (ομοσπονδιακής υπηρεσίας υποδοχής των αιτούντων άσυλο, Βέλγιο) σχετικά με τη νομιμότητα μέτρου το οποίο τοποθετεί τον VW σε συγκεκριμένη δομή υποδοχής εντός της οποίας παρέχεται στα φιλοξενούμενα πρόσωπα καθοδήγηση προκειμένου να προετοιμάσουν τη μεταφορά τους προς το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους για διεθνή προστασία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός Δουβλίνο III

3        Το άρθρο 1 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχος», ορίζει:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τα κριτήρια και τους μηχανισμούς προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας η οποία υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (εφεξής “υπεύθυνο κράτος μέλος”).»

4        Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, που τιτλοφορείται «Ορισμοί», ορίζει:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

[...]

β)      “αίτηση διεθνούς προστασίας”: η αίτηση διεθνούς προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο η) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9)]·

γ)      “αιτών”: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση·

[...]».

5        Το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Κοινοποίηση της απόφασης μεταφοράς», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ή δ), το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την απόφαση για τη μεταφορά του προς το υπεύθυνο κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, για την απόφαση περί μη εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία. Εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκπροσωπείται από νομικό ή άλλο σύμβουλο, τα κράτη μέλη δύνανται να επιλέξουν να κοινοποιήσουν σε εκείνον την απόφαση και όχι στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο και, κατά περίπτωση, να ανακοινώσουν την απόφαση στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.»

6        Κατά το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού:

«1.      Ο αιτών […] έχει το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής, με τη μορφή ένδικου μέσου ή επανεξέτασης, ενώπιον δικαστηρίου, τόσο για τα πραγματικά όσο και για τα νομικά στοιχεία, κατά απόφασης μεταφοράς.

[...]

3.      Για τους σκοπούς ένδικων μέσων κατά αποφάσεων μεταφοράς ή επανεξετάσεων των αποφάσεων αυτών, τα κράτη μέλη προβλέπουν στο εθνικό δίκαιο:

α)      ότι το ένδικο μέσο ή η επανεξέταση παρέχει στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να παραμείνει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος εν αναμονή του αποτελέσματος του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης ή

β)      η μεταφορά αναστέλλεται αυτόματα και παύει να ισχύει μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος, κατά τη διάρκεια του οποίου το δικαστήριο, μετά από λεπτομερή και αυστηρή εξέταση του αιτήματος, λαμβάνει απόφαση για την αναστολή ή μη του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης ή

γ)      το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ζητήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από δικαστήριο να αναστείλει την εφαρμογή της απόφασης μεταφοράς εν αναμονή του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης που αιτήθηκε. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δυνατότητα πραγματικής προσφυγής αναστέλλοντας τη μεταφορά έως ότου ληφθεί η απόφαση για το πρώτο αίτημα αναστολής. Η απόφαση για την αναστολή ή μη της εφαρμογής της απόφασης μεταφοράς λαμβάνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, επιτρέποντας, παράλληλα, τη λεπτομερή και αυστηρή εξέταση του αιτήματος αναστολής. Η απόφαση για τη μη αναστολή της εφαρμογής της απόφασης μεταφοράς αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται.

4.      Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν αυτεπάγγελτα να αναστείλουν την εφαρμογή της απόφασης μεταφοράς εν αναμονή του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης.

5.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει πρόσβαση σε νομική συνδρομή και/ή εκπροσώπηση και, εάν απαιτείται, σε γλωσσική βοήθεια.

6.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη χορήγηση, κατόπιν αιτήματος, δωρεάν νομικής συνδρομής, όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν μπορεί να καταβάλει τις σχετικές δαπάνες. [...]

[...]»

7        Το άρθρο 29 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, το οποίο αφορά τις λεπτομέρειες και τις προθεσμίες για τις μεταφορές προς το υπεύθυνο κράτος μέλος, προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η μεταφορά του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ή δ) από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 3, υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

[...]

2.      Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει.»

 Η οδηγία 2013/33/ΕΕ

8        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96), το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας», ορίζει:

«1.      Οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στην περιοχή την οποία τους ορίζει αυτό το κράτος μέλος. Η οριζόμενη περιοχή δεν θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και αφήνει αρκετά περιθώρια για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε όλα τα πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν σχετικά με τη διαμονή του αιτούντος, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του/της για παροχή διεθνούς προστασίας.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να συνδέουν την παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής με την πραγματική διαμονή των αιτούντων σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο καθορίζουν τα κράτη μέλη. Η σχετική απόφαση, η οποία μπορεί να είναι γενικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται σε ατομική βάση και θεσπίζεται από το εθνικό δίκαιο.

[...]»

9        Κατά το άρθρο 18 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Λεπτομέρειες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής»:

«1.      Εφόσον η στέγαση παρέχεται σε είδος, θα πρέπει να λαμβάνει μία από τις κατωτέρω μορφές ή να αποτελεί συνδυασμό τους:

[...]

β)      κέντρα φιλοξενίας που εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο·

[...]

3.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη ιδιαίτερα ζητήματα σχετικά με το φύλο και την ηλικία, καθώς και την κατάσταση ευάλωτων προσώπων, στην περίπτωση αιτούντων εντός των χώρων και των κέντρων φιλοξενίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α) και β).

[...]

6.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η μεταφορά αιτούντων από ένα χώρο στέγασης σε άλλο να πραγματοποιείται μόνον όταν είναι αναγκαία. [...]

[...]»

 Το βελγικό δίκαιο

 Ο νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980

10      Ο τίτλος I bis του loi sur l’accès au territoire, le séjour, l’établissement et l’éloignement des étrangers (νόμου σχετικά με την είσοδο στην επικράτεια, τη διαμονή, την εγκατάσταση και την απομάκρυνση των αλλοδαπών), της 15ης Δεκεμβρίου 1980 (Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1980, σ. 14584), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980), με τίτλο «Συμβούλιο επιλύσεως διαφορών αλλοδαπών», διαιρείται σε πέντε κεφάλαια.

11      Το κεφάλαιο 1, με τίτλο «Θέσπιση και δικαιοδοσία του Συμβουλίου επιλύσεως διαφορών αλλοδαπών», περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το άρθρο 39/2 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, το οποίο προβλέπει ότι ο αιτών διεθνή προστασία μπορεί να ασκήσει ενώπιον του Conseil du contentieux des étrangers (Συμβουλίου επιλύσεως διαφορών αλλοδαπών, Βέλγιο) προσφυγή ακυρώσεως κατά της απορριπτικής απόφασης όσον αφορά τη διαμονή η οποία έχει εκδοθεί σε βάρος του και συνοδεύεται από διαταγή εγκατάλειψης της επικράτειας, χωρίς η προσφυγή αυτή να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

12      Το κεφάλαιο 5, το οποίο έχει τίτλο «Διαδικασία» και περιλαμβάνεται επίσης στον τίτλο Ι bis του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, υποδιαιρείται σε τρία τμήματα. Το τμήμα III, το οποίο αφορά την «προσφυγή ακυρώσεως», περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την υποενότητα 3, με τίτλο «Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων», στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 39/82 του νόμου αυτού, το οποίο έχει ως εξής:

«§ 1.      Οσάκις πράξη διοικητικής αρχής είναι δεκτική ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 39/2, [το Συμβούλιο επιλύσεως διαφορών αλλοδαπών] είναι το μόνο αρμόδιο να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεώς της.

[...]

Όταν ο προσφεύγων ζητεί αναστολή της εκτελέσεως, πρέπει να επιλέξει μεταξύ είτε της αναστολής κατεπείγοντος χαρακτήρα είτε της συνήθους αναστολής. Επί ποινή απαραδέκτου, δεν δύναται ταυτόχρονα ή διαδοχικά, είτε να υποβάλει εκ νέου την αίτηση του τρίτου εδαφίου είτε να ζητήσει εκ νέου την αναστολή με το δικόγραφο που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

[...]

§ 4.      Ο πρόεδρος του τμήματος, ή ο δικαστής υποθέσεων αλλοδαπών που ορίζεται από αυτόν, αποφαίνεται επί της αιτήσεως αναστολής εντός τριάντα ημερών από την υποβολή της. Αν διαταχθεί η αναστολή, η απόφαση επί του αιτήματος ακυρώσεως εκδίδεται εντός τεσσάρων μηνών από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως.

Εάν στον αλλοδαπό έχει επιβληθεί μέτρο απομακρύνσεως ή επαναπροωθήσεως του οποίου η εκτέλεση επίκειται, ιδίως δε όταν έχει τεθεί υπό περιορισμό σε συνοριακό φυλάκιο όπως ορίζεται στα άρθρα 74/8 και 74/9 ή όταν, ως παρεπόμενη ποινή, έχει παραταθεί η κράτησή του, ο αλλοδαπός δύναται, εφόσον δεν έχει ασκήσει αίτηση αναστολής, να ζητήσει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος την αναστολή εκτελέσεως του μέτρου αυτού εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 39/57, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο.

[...]»

 Ο νόμος για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και ορισμένων άλλων κατηγοριών αλλοδαπών

13      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του loi sur l’accueil des demandeurs d’asile et de certaines autres catégories d’étrangers (νόμου περί υποδοχής των αιτούντων άσυλο και ορισμένων άλλων κατηγοριών αλλοδαπών), της 12ης Ιανουαρίου 2007 (Moniteur belge της 7ης Μαΐου 2007, σ. 24027), προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την υποχρεωτική παραμονή των αιτούντων άσυλο σε δομή υποδοχής. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, η Fedasil μπορεί αυτεπαγγέλτως να τροποποιήσει τον τόπο υποδοχής του αιτούντος άσυλο.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14      Στις 14 Οκτωβρίου 2020 ο προσφεύγων της κύριας δίκης, νεαρός ενήλικος υπήκοος Γουινέας, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στο Βέλγιο.

15      Εν αναμονή της έκδοσης αποφάσεως επί της αιτήσεώς του, διέμενε προσωρινά σε κέντρο υποδοχής του Ερυθρού Σταυρού, που βρισκόταν στο Bierset (Βέλγιο).

16      Οι βελγικές αρχές υπέβαλαν αίτημα αναδοχής στις ισπανικές αρχές. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό στις 28 Οκτωβρίου 2020.

17      Η Office des étrangers (υπηρεσία αλλοδαπών, Βέλγιο) εξέδωσε απορριπτική απόφαση όσον αφορά τη διαμονή, συνοδευόμενη από διαταγή εγκατάλειψης της επικράτειας, η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης στις 2 Δεκεμβρίου 2020. Mε την απόφαση αυτή, του γνωστοποιούνταν ότι το Βασίλειο της Ισπανίας ήταν υπεύθυνο για την εξέταση του φακέλου του και διατασσόταν να εγκαταλείψει τη βελγική επικράτεια και να μεταβεί στην Ισπανία.

18      Στις 9 Δεκεμβρίου 2020 ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του Conseil du contentieux des étrangers (Συμβουλίου επιλύσεως διαφορών αλλοδαπών) προσφυγή ακυρώσεως κατά της εις βάρος του απόφασης μεταφοράς.

19      Με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2020, η Fedasil, αφού έλαβε υπόψη την απόφαση μεταφοράς, τροποποίησε τον τόπο υποδοχής του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, τοποθετώντας τον τελευταίο, κατά τρόπο νομικώς δεσμευτικό, σε ειδική δομή υποδοχής ευρισκόμενη στο Mouscron (Βέλγιο), προκειμένου να του παρασχεθεί η προβλεπόμενη καθοδήγηση για την προετοιμασία της μεταφοράς του προς το υπεύθυνο κράτος μέλος.

20      Στις 9 Δεκεμβρίου 2020 ο προσφεύγων της κύριας δίκης υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του tribunal du travail de Liège (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Λιέγης, Βέλγιο) κατά της αποφάσεως αυτής.

21      Με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων της 10ης Δεκεμβρίου 2020, η οποία επικυρώθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2021, το tribunal du travail de Liège (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Λιέγης) διέταξε, ως προσωρινό μέτρο, τη συνέχιση της διαμονής του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στο κέντρο υποδοχής του Ερυθρού Σταυρού στο Bierset, υπό την προϋπόθεση ότι θα ασκήσει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, προσφυγή κατά της απόφασης της Fedasil της 4ης Δεκεμβρίου 2020.

22      Στις 10 Δεκεμβρίου 2020 ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της Fedasil. Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, προέβαλε το επιχείρημα ότι η εν λόγω απόφαση έθιγε το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο βοήθημα με ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά της απόφασης άρνησης χορήγησης άδειας διαμονής.

23      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ εγγυάται στον αιτούντα τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης όσον αφορά τη διαμονή η οποία συνοδεύεται από διαταγή εγκατάλειψης της εθνικής επικράτειας.

24      Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η άσκηση προσφυγής δεν έχει, στο εθνικό δίκαιο, αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτέλεση της διαταγής εγκατάλειψης της επικράτειας. Μόνο μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μπορεί ο αιτών να ζητήσει την αναστολή της εκτελέσεως αυτής, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, ήτοι σε περίπτωση επικείμενης εκτελέσεως μιας τέτοιας διαταγής εγκατάλειψης της επικράτειας.

25      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης προϋποθέτει να καθοριστεί προηγουμένως αν και υπό ποια προϋπόθεση η προσφυγή κατά αποφάσεως μεταφοράς επιφέρει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συναφώς, διευκρινίζει ότι, αν έπρεπε να αναγνωριστεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, η άσκηση προσφυγής θα είχε ως συνέπεια να εμποδίσει προσωρινά τη μεταφορά του ενδιαφερομένου αιτούντος προς άλλο κράτος μέλος, οπότε η μετακίνησή του σε συγκεκριμένο κέντρο για την προετοιμασία της μεταφοράς θα ήταν πρόωρη.

26      Κατά συνέπεια, διερωτάται αν απόφαση τροποποίησης του τόπου υποχρεωτικής υποδοχής, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία πρέπει, κατά την άποψή του, να θεωρηθεί ως έναρξη εκτέλεσης της απόφασης μεταφοράς, είναι σύμφωνη με το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

27      Υπό τις συνθήκες αυτές το tribunal du travail de Liège (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Λιέγης, Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνιστά αποτελεσματική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 27 [του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ] ένδικο βοήθημα το οποίο έχει στη διάθεσή του δυνάμει του εθνικού δικαίου αιτών άσυλο που καλείται να υποβάλει προς εξέταση την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν παράγει κανένα ανασταλτικό αποτέλεσμα, μπορεί δε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα μόνο σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του αιτούντος ενόψει επικείμενης μεταφοράς;

2)      Έχει η αποτελεσματική προσφυγή που προβλέπεται στο άρθρο 27 [του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ] την έννοια ότι απαγορεύει μόνο την εφαρμογή μέτρου υποχρεωτικής μεταφοράς για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί η εξέταση της προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως μεταφοράς ή έχει την έννοια ότι απαγορεύει οποιοδήποτε προπαρασκευαστικό της απομάκρυνσης μέτρο, όπως η μετακίνηση σε κέντρο που διασφαλίζει την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής των αιτούντων άσυλο που έχουν κληθεί να υποβάλουν προς εξέταση την αίτηση ασύλου σε άλλο κράτος μέλος;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

28      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εκδικαστεί η υπό κρίση υπόθεση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ή με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας.

29      Με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2021, το πέμπτο τμήμα αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να γίνει δεκτό το αίτημα υπαγωγής της υπό κρίση υπόθεσης στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του επείγοντος χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με απόφαση της ίδιας ημέρας, απορρίφθηκε επίσης το αίτημα υπαγωγής της εν λόγω προδικαστικής παραπομπής στην ταχεία διαδικασία. Αντιθέτως, κατά την ίδια 1η Μαρτίου 2021, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

30      Δυνάμει του άρθρου 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

31      Δεδομένου ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να εφαρμοστούν οι εν λόγω διατάξεις.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

32      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να λαμβάνει, έναντι αιτούντος ο οποίος έχει ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως μεταφοράς του σε άλλο κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, προπαρασκευαστικά μέτρα για τη μεταφορά αυτή, όπως είναι η τοποθέτηση του αιτούντος σε συγκεκριμένη δομή υποδοχής, εντός της οποίας παρέχεται στα φιλοξενούμενα πρόσωπα καθοδήγηση για την προετοιμασία της μεταφοράς τους.

33      Σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, ο αιτών έχει το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής, με τη μορφή ένδικου μέσου ή επανεξέτασης, ενώπιον δικαστηρίου, τόσο για τα πραγματικά όσο και για τα νομικά στοιχεία, κατά απόφασης μεταφοράς. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφοι 3 έως 6, του κανονισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτών των ενδίκων μέσων, πρέπει να παρέχεται αφενός στον αιτούντα άσυλο η δυνατότητα να ζητήσει από δικαστήριο, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, την αναστολή της εκτέλεσης της αποφάσεως μεταφοράς, εν αναμονή της εκβάσεως του ενδίκου μέσου, και αφετέρου η πρόσβαση σε νομική συνδρομή (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, Ghezelbash, C‑63/15, EU:C:2016:409, σκέψη 50).

34      Μολονότι, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 27, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής πρέπει τουλάχιστον να συνοδεύεται από την παροχή στον αιτούντα της δυνατότητας να ζητήσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μεταφοράς, η διάταξη αυτή ουδόλως υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν στο δίκαιό τους ότι η άσκηση μιας τέτοιας προσφυγής συνεπάγεται αυτομάτως την αναστολή εκτελέσεως.

35      Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, ο νομοθέτης της Ένωσης, διευκρινίζοντας ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα να ζητήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από δικαστήριο να αναστείλει την εφαρμογή της αποφάσεως μεταφοράς εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής του, αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι μόνη η υποβολή προσφυγής κατά αποφάσεως μεταφοράς δεν αρκεί για την αναστολή της μεταφοράς, η οποία, ως εκ τούτου, μπορεί να λάβει χώρα προτού εξεταστεί η προσφυγή, εφόσον δεν ζητήθηκε αναστολή ή απορρίφθηκε το αίτημα αναστολής (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, Ghezelbash, C‑63/15, EU:C:2016:409, σκέψη 59).

36      Εντούτοις, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, μολονότι προβλέπεται δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δυνατότητα να ζητηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης περί μεταφοράς εν αναμονή της εκβάσεως του ενδίκου βοηθήματος, ούτε η διάταξη αυτή ούτε κάποια άλλη διάταξη του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ απαγορεύει τη λήψη μέτρων, όπως το επίμαχο της κύριας δίκης, τα οποία, αυτά καθεαυτά, δεν συνιστούν την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης μεταφοράς, κατά την έννοια του κανονισμού αυτού.

37      Πράγματι, τέτοια μέτρα πρέπει να θεωρούνται όχι ως μέτρα εκτέλεσης της μεταφοράς, αλλά ως προπαρασκευαστικά της διαδικασίας εκτέλεσης μέτρα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν έχει ως αποτέλεσμα το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα αναδοχής. Κατά τα λοιπά, δεν θίγουν ούτε την ελευθερία μετακίνησης του αιτούντος ούτε την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ.

38      Επιπλέον, μέτρα όπως το επίμαχο της κύριας δίκης δεν είναι αφ’ εαυτών ικανά να επηρεάσουν το περιεχόμενο της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί όσον αφορά την προσφυγή κατά της αποφάσεως μεταφοράς, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν ισχυρίζεται το αιτούν δικαστήριο.

39      Επισημαίνεται, ακόμη, ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ προβλέπει ότι η μεταφορά του αιτούντος από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα αναδοχής προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται «μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου μέσου [...] εφόσον υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα». Τέτοια διάταξη συνεπάγεται ότι η μεταφορά του αιτούντος πρέπει να πραγματοποιηθεί το ταχύτερο δυνατόν, μόλις πληρωθούν οι προς τούτο νομικές προϋποθέσεις.

40      Επομένως, η λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων για τη μεταφορά φαίνεται να συνάδει προς τις διατάξεις του άρθρου 29 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, καθόσον τα εν λόγω μέτρα έχουν ως αντικείμενο την ταχύτερη προετοιμασία για τη μεταφορά του αιτούντος σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής του κατά της απόφασης μεταφοράς.

41      Δεύτερον, η θέσπιση προπαρασκευαστικών μέτρων όπως το επίμαχο της κύριας δίκης δεν αντιβαίνει ούτε στις διατάξεις της οδηγίας 2013/33, η οποία έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στους οποίους έχει κοινοποιηθεί απόφαση περί μεταφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Cimade και GISTI, C‑179/11, EU:C:2012:594, σκέψη 50).

42      Συναφώς, η υποχρέωση των κρατών μελών να μεταφέρουν τους αιτούντες από έναν χώρο στέγασης σε άλλον μόνον «εφόσον απαιτείται», το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 6, της οδηγίας 2013/33, δεν έρχεται σε αντίθεση με την έκδοση αποφάσεως τοποθέτησης του αιτούντος σε νέα δομή υποδοχής, εντός της οποίας παρέχεται καθοδήγηση ενόψει της μεταφοράς, παρά το γεγονός ότι ο αιτών άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης μεταφοράς.

43      Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να επικριθεί το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα αναδοχής επειδή θεώρησε ότι η αλλαγή χώρου στέγασης του αιτούντος είναι απαραίτητη λόγω της μεταβολής, από διοικητικής απόψεως, της κατάστασης του αιτούντος, μεταβολής η οποία συνδέεται με την απόφαση μεταφοράς, καθώς και λόγω των υποχρεώσεων που απορρέουν για το κράτος μέλος αυτό.

44      Τούτου δοθέντος, διευκρινίζεται ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στους αιτούντες και οι συνεντεύξεις που πραγματοποιούνται με αυτούς στο κέντρο ευρείας υποδοχής προς το οποίο αυτοί οδηγήθηκαν δεν μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να ασκούν αθέμιτη πίεση στους αιτούντες διεθνή προστασία προκειμένου να παραιτηθούν από την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται δυνάμει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

45      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο III πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να λαμβάνει, έναντι αιτούντος ο οποίος έχει ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως μεταφοράς του σε άλλο κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, προπαρασκευαστικά μέτρα για τη μεταφορά αυτή, όπως είναι η τοποθέτησή του σε συγκεκριμένη δομή υποδοχής, εντός της οποίας παρέχεται στα φιλοξενούμενα πρόσωπα καθοδήγηση για την προετοιμασία της μεταφοράς τους.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

46      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ είναι αντίθετο με εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα να ζητήσει ο αιτών αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μεταφοράς μόνον εφόσον η απόφαση αυτή εκτελεστεί και ο αιτών εκτεθεί σε κίνδυνο επικείμενης μεταφοράς.

47      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να αποφανθεί [απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, A. P. (Μέτρα αναστολής), C‑2/19, EU:C:2020:237, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

48      Συνεπώς, για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, A. P. (Μέτρα αναστολής), C‑2/19, EU:C:2020:237, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

49      Εν προκειμένω, αφενός, από την αίτηση προδικαστικής παραπομπής προκύπτει ότι εναπόκειται μόνον στο αιτούν δικαστήριο «να εξακριβώσει αν η υλική συνδρομή που χορηγήθηκε στον WV στο κέντρο της Mouscron θα του παράσχει τις ίδιες υλικές και νομικές προϋποθέσεις σε σχέση με την υποδοχή του σε άλλο κέντρο, ώστε να μπορέσει να ασκήσει, υπό τις ίδιες συνθήκες, το δικαίωμά του της πραγματικής προσφυγής» κατά της αποφάσεως μεταφοράς που του κοινοποιήθηκε.

50      Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 37 της παρούσας διατάξεως, μέτρα όπως το επίμαχο της κύριας δίκης δεν συνιστούν εκτελεστικά μέτρα αυτής καθεαυτήν της αποφάσεως μεταφοράς κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

51      Συνεπώς, το ζήτημα του ανασταλτικού χαρακτήρα της προσφυγής κατά αποφάσεως μεταφοράς δεν ασκεί επιρροή στη διαφορά της κύριας δίκης και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

52      Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2020, CPAS de Liège (C‑233/19, EU:C:2020:757), δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία αφορά την τοποθέτηση αιτούντος σε κέντρο φιλοξενίας που παρέχει καθοδήγηση ενόψει μεταφοράς, και της εφαρμογής του άρθρου 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο επί του ζητήματος του αποτελεσματικού χαρακτήρα της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον άλλου δικαστηρίου.

53      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, διαπιστώνεται ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι προδήλως απαράδεκτο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

54      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) διατάσσει:

Το άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να λαμβάνει, έναντι αιτούντος ο οποίος έχει ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως μεταφοράς του σε άλλο κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, προπαρασκευαστικά μέτρα για τη μεταφορά αυτή, όπως είναι η τοποθέτησή του σε συγκεκριμένη δομή υποδοχής, εντός της οποίας παρέχεται στα φιλοξενούμενα πρόσωπα καθοδήγηση για την προετοιμασία της μεταφοράς τους.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.