Language of document : ECLI:EU:C:2016:85

ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 26ης Ιανουαρίου 2016 1(1)

Υπόθεση C‑601/15 PPU

J. N.

[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση ασύλου και τέθηκε υπό κράτηση για λόγους προστασίας της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ — Υπήκοος ο οποίος έχει δικαίωμα να παραμείνει στο κράτος μέλος όσο διαρκεί η εξέταση της αιτήσεώς του ασύλου, με βάση το άρθρο 9 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ — Απουσία εν εξελίξει διαδικασίας απομακρύνσεως — Κύρος του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ υπό το πρίσμα του άρθρου 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»





1.      Η οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (στο εξής: οδηγία περί υποδοχής) (2), περιλαμβάνει κατάλογο των λόγων για τους οποίους ένα κράτος μέλος μπορεί να διατάξει τη θέση υπό κράτηση προσώπου που αιτείται διεθνή προστασία. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας περί υποδοχής και αφορά «την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης» (στο εξής: επίμαχη διάταξη). Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τη συμβατότητα της διατάξεως αυτής προς το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2014, με την οποία διατάχθηκε, στις Κάτω Χώρες, η θέση υπό κράτηση αιτούντος άσυλο σε βάρος του οποίου είχαν εκδοθεί πλείονες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, κυρίως για κλοπές, και σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί, πριν από την υποβολή της τελευταίας αιτήσεώς του ασύλου, διαταγή απομακρύνσεως συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

 Η Σύμβαση της Γενεύης

2.      Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για το καθεστώς των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 (3), όπως συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο για το καθεστώς των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), τα συμβαλλόμενα κράτη δεν θα επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε πρόσφυγες λόγω παράνομης εισόδου ή διαμονής, αν αυτοί, προερχόμενοι απευθείας από χώρα όπου απειλούνταν η ζωή ή η ελευθερία τους, κατά την έννοια του άρθρου 1 της εν λόγω Συμβάσεως, εισέρχονται ή βρίσκονται ήδη στο έδαφός τους χωρίς άδεια, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι αυτοί, αφενός, θα παρουσιαστούν αμελλητί στις αρχές και, αφετέρου, θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις για την παράνομη είσοδο ή διαμονή τους.

3.      Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης, τα συμβαλλόμενα κράτη δεν θα απελαύνουν πρόσφυγες που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους παρά μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημοσίας τάξεως.

 Η ΕΣΔΑ

4.      Υπό τον τίτλο «Το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια», το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), ορίζει ότι:

«1.      Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:

α)      εάν κρατήται κανονικώς κατόπιν καταδίκης υπό αρμοδίου δικαστηρίου·

β)      εάν υπεβλήθη εις κανονικήν σύλληψιν ή κράτησιν λόγω ανυποταγής εις νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου ή εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως οριζομένης υπό του νόμου·

γ)       εάν συνελήφθη και κρατείται όπως οδηγηθή ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξεν αδίκημα, ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς παραδοχήν της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθή από του να διαπράξη αδίκημα ή δραπετεύση μετά την διάπραξιν τούτου·

δ)      εάν πρόκειται περί νομίμου κρατήσεως ανηλίκου, αποφασισθείσης διά την επιτήρησιν της ανατροφής του, ή την νόμιμον κράτησίν του ίνα παραπεμφθή ενώπιον της αρμοδίας αρχής·

ε)      εάν πρόκειται περί νομίμου κρατήσεως ατόμων δυναμένων να μεταδώσωσι μεταδοτικήν ασθένειαν, φρενοβλαβούς, αλκοολικού, τοξικομανούς ή αλήτου·

στ)      εάν πρόκειται περί νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου επί σκοπώ όπως εμποδισθή από του να εισέλθη παρανόμως εν τη χώρα, ή εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως.

2.      Παν συλληφθέν πρόσωπον δέον να πληροφορήται, κατά το δυνατόν συντομώτερον και εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί, τους λόγους της συλλήψεώς του, ως και πάσα διατυπουμένην εναντίον του κατηγορίαν.

3.      Παν πρόσωπον συλληφθέν ή κρατηθέν, υπό τας προβλεπομένας εν παραγράφω 1γ του παρόντος άρθρου συνθήκας οφείλει να παραπεμφθή συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα, έχει δε το δικαίωμα να δικασθή εντός λογικής προθεσμίας ή απολυθή κατά την διαδικασίαν. […]

4.      Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.

5.      Παν πρόσωπον θύμα συλλήψεως ή κρατήσεως υπό συνθήκας αντιθέτους προς τας ανωτέρω διατάξεις, έχει δικαίωμα επανορθώσεως.»

5.      Υπό τον τίτλο «Παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης», το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφό του 1, ότι, «[ε]ν περιπτώσει πολέμου ή ετέρου δημοσίου κινδύνου απειλούντος την ζωήν του έθνους, έκαστον υψηλόν Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται να λάβη μέτρα κατά παράβασιν των υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπομένων υποχρεώσεων, εν τω απαιτουμένω υπό της καταστάσεως απολύτως αναγκαίω ορίω και υπό τον όρον όπως τα μέτρα ταύτα μη αντιτίθενται εις τας άλλας υποχρεώσεις τας απορρεούσας εκ του διεθνούς δικαίου». Το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια ανήκει στα δικαιώματα από τα οποία τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν να παρεκκλίνουν υπό τέτοιες περιστάσεις (4).

 Το δίκαιο της Ένωσης

 ΣΕΕ και ΣΛΕΕ

6.      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει μεταξύ άλλων ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη […] διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας», και ότι η τελευταία «παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους».

7.      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ, τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων.

8.      Κατά το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, η πολιτική της Ένωσης η οποία ασκείται με βάση τον τίτλο V του τρίτου τμήματος της εν λόγω Συμβάσεως, ο οποίος αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, δεν θίγει την άσκηση των ευθυνών που αναλογούν στα κράτη μέλη για την τήρηση της δημοσίας τάξεως και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας. Το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο περιλαμβάνεται στον ίδιο τίτλο, ορίζει ότι η Ένωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στη συνέχεια, το ίδιο άρθρο ορίζει ότι η πολιτική αυτή πρέπει, ιδίως, να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης.

 Ο Χάρτης

9.      Κατά το άρθρο 6 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.

10.    Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις του Χάρτη αυτού απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.

11.    Υπό τον τίτλο «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», το άρθρο 52 του Χάρτη, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο VII, επιγραφόμενο «Γενικές διατάξεις που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του Χάρτη», ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

[…]

3.      Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.

[…]

7.      Τα δικαστήρια της Ένωσης και των κρατών μελών λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους τις επεξηγήσεις οι οποίες έχουν εκπονηθεί με σκοπό την παροχή κατευθύνσεων για την ερμηνεία του παρόντος Χάρτη.»

 Η οδηγία περί υποδοχής

12.    Στο προοίμιο της οδηγίας περί υποδοχής διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι η κοινή πολιτική ασύλου, η οποία περιλαμβάνει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του σκοπού της Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ανοικτού σε εκείνους οι οποίοι, αναγκασμένοι από τις περιστάσεις, αναζητούν νομίμως προστασία στην Ένωση (5). Πάντα κατά το προοίμιο αυτό, η κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία θα πρέπει να επιβάλλεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης (6). Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία περί υποδοχής και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης (7). Επιπλέον, ο χρόνος κράτησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών (8). Κατά την αιτιολογική σκέψη 17 της εν λόγω οδηγίας, «[ο]ι λόγοι κράτησης που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν θίγουν άλλους λόγους κράτησης, συμπεριλαμβανομένων των λόγων κράτησης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, που ισχύουν βάσει του εθνικού δικαίου και οι οποίοι δεν σχετίζονται με την αίτηση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς για διεθνή προστασία». Τέλος, στο προοίμιο της οδηγίας περί υποδοχής διευκρινίζεται ότι η τελευταία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη, και αποβλέπει στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην προώθηση της εφαρμογής, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 του Χάρτη (9).

13.    Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας περί υποδοχής, νοούνται ως:

«[…]

α)      “αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας”: η αίτηση για διεθνή προστασία, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο η) της [οδηγίας περί αναγνωρίσεως [(10)]·

β)      “αιτών”: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος έχει ασκήσει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, επί της οποίας δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση·

[…]

η)      “κράτηση”: ο περιορισμός σε ειδικό χώρο που επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε αιτούντα, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της [(11)]·

[…]»

14.    Το άρθρο 8 της οδηγίας περί υποδοχής, το οποίο τιτλοφορείται «Κράτηση», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι είναι αιτών σύμφωνα με την [οδηγία περί διαδικασιών [(12)].

2.      Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν αιτούντα υπό κράτηση, εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα.

3.      Ο αιτών μπορεί να υποβληθεί σε κράτηση μόνο:

α)      προκειμένου να διαπιστωθεί ή να επαληθευτεί η ταυτότητα ή η υπηκοότητά του,

β)      προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτούντος,

γ)      για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτούντος για είσοδο στο έδαφος,

δ)      όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει της [οδηγίας περί επιστροφής (13)], προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή και/ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο ασκεί αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής,

ε)      όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης,

στ)      σύμφωνα με το άρθρο 28 του [κανονισμού “Δουβλίνο ΙΙΙ” [(14)].

Οι λόγοι κράτησης προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

4.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να προβλέπει κανόνες που αφορούν εναλλακτικές της κράτησης λύσεις, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση χρηματικής εγγύησης ή η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος.»

15.    Το άρθρο 9 της οδηγίας περί υποδοχής, το οποίο τιτλοφορείται «Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες», ορίζει μεταξύ άλλων:

«1.      Η κράτηση αιτούντος έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3.

Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με τους λόγους κράτησης που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτούντα δεν δικαιολογούν συνέχιση της κράτησης.

2.      Η κράτηση αιτούντος διατάσσεται εγγράφως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές. Στη διαταγή κράτησης αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται.

3.      Όταν η κράτηση διατάσσεται από διοικητικές αρχές, τα κράτη μέλη προβλέπουν την ταχεία δικαστική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης αυτεπαγγέλτως και/ή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος. Όταν διεξάγεται αυτεπαγγέλτως, η επανεξέταση αυτή αποφασίζεται το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη της κράτησης. Όταν διεξάγεται κατόπιν αίτησης του αιτούντος, αποφασίζεται το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη της σχετικής διαδικασίας. […]

Όταν, κατόπιν της δικαστικής επανεξέτασης, η κράτηση θεωρείται παράνομη, ο αιτών αφήνεται αμέσως ελεύθερος.

4.      Οι κρατούμενοι αιτούντες ενημερώνονται αμέσως εγγράφως, σε γλώσσα που κατανοούν ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι κατανοούν, για τους λόγους κράτησης και τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την προσβολή της εντολής κράτησης, καθώς και για τη δυνατότητα να ζητούν δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση.

5.      Η κράτηση επανεξετάζεται από δικαστική αρχή σε εύλογα χρονικά διαστήματα, αυτεπαγγέλτως και/ή μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου αιτούντος, ιδίως όταν είναι παρατεταμένης διάρκειας, όταν υπάρξουν σχετικές περιστάσεις ή όταν προκύψουν νέα στοιχεία τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν τη νομιμότητα της κράτησης.

[…]»

 Η οδηγία περί διαδικασιών

16.    Σκοπός της οδηγίας περί διαδικασιών είναι, κατά το άρθρο της 1, η θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.

17.    Το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας περί διαδικασιών ορίζει τη «μεταγενέστερη αίτηση», κατ’ ουσίαν, ως την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά τη λήψη τελεσίδικης απόφασης επί προηγούμενης αίτησης.

18.    Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για τον σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της και ότι το εν λόγω δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν εξαίρεση μόνο, μεταξύ άλλων, όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση κατά το άρθρο 41 της εν λόγω οδηγίας.

19.    Το άρθρο 26 ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για τον λόγο και μόνο ότι είναι αιτών, ότι οι λόγοι και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και οι εγγυήσεις των οποίων απολαύουν οι αιτούντες που τελούν υπό κράτηση, πρέπει να συνάδουν με την οδηγία περί υποδοχής και ότι η θέση υπό κράτηση πρέπει να συνοδεύεται από τη δυνατότητα ταχείας δικαστικής επανεξετάσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα οδηγία.

20.    Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί διαδικασιών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη εάν η αίτηση αυτή είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν προέκυψαν ή δεν υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.

21.    Το άρθρο 40, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση υποβάλλεται καταρχήν σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να καθορισθεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω εάν η προκαταρκτική εξέταση αποκαλύψει νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αποδοχής της αιτήσεως. Αν αντιθέτως δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η αίτηση θεωρείται, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, απαράδεκτη κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας.

22.    Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαδικασιών προβλέπει ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν σε εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος είτε όταν ένα πρόσωπο έχει υποβάλει πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία δεν εξετάζεται περαιτέρω βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 5, απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης, η οποία θα οδηγούσε στην άμεση απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο κράτος μέλος, είτε υποβάλλει δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση στο ίδιο κράτος μέλος, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης με την οποία η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 40, παράγραφος 5, ή μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης με την οποία απορρίπτεται η εν λόγω αίτηση ως αβάσιμη. Η εξαίρεση αυτή επιτρέπεται ωστόσο μόνον υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 Η οδηγία περί επιστροφής

23.    Κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η οδηγία περί επιστροφής εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας.

24.    Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους εξής ορισμούς:

«[…]

2)      “παράνομη παραμονή”: παρουσία στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος,

[…]

4)      “απόφαση επιστροφής”: διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής,

5)      “απομάκρυνση”: εκτέλεση της υποχρέωσης επιστροφής, και συγκεκριμένα φυσική μεταφορά εκτός του κράτους μέλους,

[…]».

25.    Το άρθρο 7, παράγραφος 4, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μη χορηγούν χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης ή μπορούν να χορηγούν χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών, μεταξύ άλλων, εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια.

26.    Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής, εάν δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης ή εάν ο συγκεκριμένος υπήκοος δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης που έχει χορηγηθεί.

27.    Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, οι αποφάσεις επιστροφής συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης ή εφόσον δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση επιστροφής. Στις άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν, αλλά όχι υποχρεωτικό, να διαταχθεί απαγόρευση εισόδου. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και, κανονικά, δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, εκτός αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απαγόρευση αυτή αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια. Στην τελευταία περίπτωση, η απαγόρευση εισόδου μπορεί να εκτείνεται σε δέκα έτη. Κατά την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου, οι ανωτέρω κανόνες εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του δικαιώματος διεθνούς προστασίας.

28.    Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιστροφής ορίζει τα εξής:

«Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δύνανται να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν απλώς υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν:

α)      υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ή

β)      ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.

Οιαδήποτε κράτηση έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διατηρείται μόνο καθόσον χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια.»

 Το ολλανδικό δίκαιο

 Ο νόμος του 2000 περί αλλοδαπών

29.    Ο νόμος του 2000 περί αλλοδαπών (Vreemdelingenwet 2000) ορίζει, στα άρθρα του 8 και 59b:

«Άρθρο 8:

Οι αλλοδαποί έχουν δικαίωμα νόμιμης παραμονής στις Κάτω Χώρες μόνον στις κατωτέρω περιπτώσεις:

[…]

f)      εν αναμονή της αποφάσεως επί αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής (ασύλου) […], εφόσον, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή πράξη εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του ή δικαστική απόφαση, δεν επιτρέπεται η απέλαση του αλλοδαπού ενόσω δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως.

[…]

Άρθρο 59b:

1.      Ο Υπουργός μπορεί να διατάξει την κράτηση αλλοδαπού που παραμένει νόμιμα στη χώρα δυνάμει του άρθρου 8, στοιχείο f [...], στην περίπτωση αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής [ασύλου], αν:

[…]

b)      η κράτηση κρίνεται αναγκαία για τη συλλογή των απαιτούμενων στοιχείων για την αξιολόγηση αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής κατά το άρθρο 28, ιδίως αν συντρέχει κίνδυνος διαφυγής·

[…]

d)      ο αλλοδαπός συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη κατά την έννοια [της επίμαχης διατάξεως].

[…]»

 Η κανονιστική απόφαση του 2000 περί αλλοδαπών

30.    Το άρθρο 3.1 της κανονιστικής αποφάσεως του 2000 περί αλλοδαπών (Vreemdelingenbesluit 2000) ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η υποβολή αιτήσεως ασύλου αποκλείει, καταρχήν, την απέλαση, εκτός αν, ιδίως, ο αλλοδαπός υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση αφότου άλλη προηγηθείσα μεταγενέστερη αίτηση κηρύχθηκε αμετάκλητα απαράδεκτη ή απορρίφθηκε αμετάκλητα ως προδήλως αβάσιμη και δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή νέα πραγματικά περιστατικά ικανά να ασκήσουν επιρροή για την αξιολόγηση της αιτήσεως.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

31.    Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, Ν., είναι Τυνήσιος υπήκοος ο οποίος εισήλθε στις Κάτω Χώρες στις 23 Σεπτεμβρίου 1995. Εκεί υπέβαλε μια πρώτη αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1996. Η προσφυγή του Ν. κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε στις 5 Ιουνίου 1997.

32.    Στις 19 Δεκεμβρίου 2012 ο Ν. υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, την οποία ανακάλεσε στις 24 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

33.    Στις 8 Ιουλίου 2013 ο Ν. υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2014 (στο εξής: απόφαση επιστροφής) ο staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Υφυπουργός Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, στο εξής: υφυπουργός) απέρριψε την αίτηση αυτή και διέταξε τον Ν. να εγκαταλείψει αμέσως το έδαφος της Ένωσης. Η απόφαση επιστροφής συνοδευόταν από απαγόρευση εισόδου στο έδαφος διάρκειας δέκα ετών. Η προσφυγή του Ν. κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε από το Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης), εδρεύον στο Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), με απόφαση της 4ης Απριλίου 2014. Η δικαστική αυτή απόφαση κατέστη αμετάκλητη.

34.    Εξάλλου, μεταξύ της 25ης Νοεμβρίου 1999 και της 17ης Ιουνίου 2015 ο Ν. διέπραξε 36 ποινικά αδικήματα, κατά πλειοψηφία κλοπές. Για τις πράξεις αυτές εκδόθηκαν σε βάρος του 21 ποινικές καταδίκες, οι δε επιβληθείσες ποινές κυμαίνονταν από χρηματική ποινή μέχρι τρίμηνη φυλάκιση.

35.    Στις 27 Φεβρουαρίου 2015 ο Ν., ο οποίος τελούσε τότε υπό ποινική κράτηση («strafrechtelijke detentie»), υπέβαλε την τελευταία μεταγενέστερη αίτηση ασύλου του (στο εξής: τελευταία αίτηση ασύλου). Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του, η απόφαση επιστροφής κατέστη ως εκ τούτου αυτοδικαίως άκυρη από την ανωτέρω ημερομηνία. Σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου, ο υφυπουργός εκδίδει, κατά περίπτωση, νέα απόφαση επιστροφής.

36.    Σε απάντηση γραπτού ερωτήματος του Δικαστηρίου, η Ολλανδική Κυβέρνηση επισήμανε ότι, στις 29 Μαΐου 2015, η Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Πολιτογραφήσεως (Immigratie- en Naturalisatiedienst) του Υπουργείου Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Ministerie van Veiligheid en Justitie) είχε ενημερώσει τον Ν. ότι επέκειτο απόρριψη της τελευταίας αιτήσεώς του ασύλου. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή δεν έχει αποφανθεί ακόμα επί της αιτήσεως αυτής.

37.    Την 1η Ιουλίου 2015 ο Ν. καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών για κλοπή και για παραβίαση απαγορεύσεως εισόδου στο έδαφος της Ένωσης (15). Στις 23 Ιουλίου 2015, και ενώ ο Ν. εξέτιε την ποινή αυτή, ο υφυπουργός αποφάσισε να τον υποβάλει σε ιατρική εξέταση, από την οποία προέκυψε ότι ο εν λόγω αιτών δεν ήταν σε θέση να τύχει ακροάσεως σχετικά με την τελευταία αίτηση ασύλου του.

38.    Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, με το πέρας της εκτίσεως της ως άνω ποινής φυλακίσεως, ο υφυπουργός διέταξε τη θέση του Ν. υπό διοικητική κράτηση αλλοδαπών («vreemdelingenbewaring») (16). Ο υφυπουργός, μολονότι επισήμανε ότι, από την υποβολή της τελευταίας αιτήσεως ασύλου του, ο Ν. βρισκόταν σε κατάσταση νόμιμης παραμονής στις Κάτω Χώρες με βάση το άρθρο 8, στοιχείο f, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών, εκτίμησε ωστόσο ότι αυτός έπρεπε να τεθεί υπό κράτηση καθώς ήταν «ύποπτος τελέσεως ή είχε καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα» και συνιστούσε επομένως κίνδυνο για τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 59b, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών (17). Η επίμαχη απόφαση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα πολυάριθμα δικαστικά προηγούμενα του Ν., στο γεγονός ότι αυτός δεν διαθέτει μέσα για τη συντήρησή του ούτε σταθερή κατοικία ή διαμονή, καθώς και στο γεγονός ότι δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες παρά την σε βάρος του απόφαση επιστροφής (18). Η επίμαχη απόφαση προβλέπει επίσης την τοποθέτηση του Ν. στη μονάδα ειδικής φροντίδας του ορισθέντος κέντρου κρατήσεως, λόγω της καταστάσεως της υγείας του (19).

39.    Το Rechtbank Den Haag, με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2015, απέρριψε την προσφυγή την οποία άσκησε ο Ν. κατά της επίμαχης αποφάσεως και με την οποία ζητούσε, επιπλέον, την επιδίκαση αποζημιώσεως.

40.    Στην προσφυγή την οποία άσκησε κατά της δικαστικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο Ν. υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι το μέτρο κρατήσεως που εκδόθηκε σε βάρος του αντιβαίνει προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιτρέπει τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας μόνον ενόψει απομακρύνσεως. Η διάταξη αυτή δεν δύναται να δικαιολογήσει μέτρο κρατήσεως σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στις Κάτω Χώρες.

41.    Στο πλαίσιο αυτό, το Raad van State αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της [οδηγίας περί υποδοχής] ανίσχυρο υπό το πρίσμα του άρθρου 6 του [Χάρτη]:

α)      στην περίπτωση που υπήκοος τρίτης χώρας έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει [της επίμαχης διατάξεως] και δυνάμει του άρθρου 9 της [οδηγίας περί διαδικασιών] έχει δικαίωμα να παραμείνει σε κράτος μέλος έως ότου εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό επί της αιτήσεώς του ασύλου, και

β)      λαμβανομένων υπόψη των επεξηγήσεων σχετικά με τον [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (20)] κατά τις οποίες οι περιορισμοί που νομίμως μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του Χάρτη δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους περιορισμούς που επιτρέπονται από την ΕΣΔΑ, είτε από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της Συμβάσεως αυτής είτε βάσει της ερμηνείας της ως άνω διατάξεως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, [αριθ. 62116/12] […], κατά την οποία η κράτηση αιτούντος άσυλο αντιβαίνει προς την προαναφερθείσα διάταξη της ΕΣΔΑ αν η κράτηση αυτή δεν επιβλήθηκε με σκοπό την απομάκρυνση;»

 Επί της επείγουσας διαδικασίας

42.    Με επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2015, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια μέρα, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την υπαγωγή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία των άρθρων 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Οργανισμός του Δικαστηρίου) και 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στην επιστολή αυτή το αιτούν δικαστήριο προέβαλλε το γεγονός ότι ο Ν. τελούσε τότε υπό καθεστώς στερήσεως της ελευθερίας του. Διευκρίνιζε ωστόσο ότι, από τις 23 Οκτωβρίου 2015, ο Ν. δεν τελούσε πλέον υπό διοικητική κράτηση αλλοδαπών, αλλά υπό ποινική κράτηση (21). Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε εντούτοις ότι, χωρίς αμφιβολία, κατά το πέρας της εκτίσεως της ποινής αυτής (ήτοι την 1η Δεκεμβρίου 2015), ο Ν. θα ετίθετο εκ νέου υπό κράτηση, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του υφυπουργού.

43.    Στις 24 Νοεμβρίου 2015 το Δικαστήριο αποφάσισε να κάνει δεκτό το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα διαδικασία και έκρινε ότι το υποβληθέν ερώτημα, λόγω της εμβέλειάς του, έπρεπε να παραπεμφθεί στο τμήμα μείζονος συνθέσεως. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το έγγραφο στάδιο της διαδικασίας δεν έπρεπε να περιοριστεί (όπως προβλέπεται στο άρθρο 109 του Κανονισμού Διαδικασίας) μόνο στους μετέχοντες στη διαδικασία που κατέχουν τη γλώσσα διαδικασίας (εν προκειμένω, τους διαδίκους της κύριας δίκης, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κάλεσε τους μετέχοντες στη διαδικασία και τους λοιπούς κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να τοποθετηθούν γραπτώς επί σειράς ερωτημάτων.

44.    Την 1η Δεκεμβρίου 2015 το αιτούν δικαστήριο απηύθυνε προς το Δικαστήριο επιστολή με την επισήμανση ότι, κατά την ίδια ημερομηνία, ο υφυπουργός είχε εκδώσει νέα απόφαση περί θέσεως του Ν. υπό διοικητική κράτηση αλλοδαπών. Ως εκ τούτου, η κράτηση θεμελιώνεται πλέον στο άρθρο 59b, παράγραφος 1, στοιχεία b και d, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών. Επομένως, η νέα αυτή απόφαση δεν βασίζεται πλέον μόνο στον κίνδυνο τον οποίο συνιστά ο Ν. για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη (στοιχείο d), αλλά επίσης, κατ’ ουσίαν, και στην ανάγκη να τεθεί ο εν λόγω αιτών, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου διαφυγής του, υπό διοικητική κράτηση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συλλογή των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της τελευταίας αιτήσεώς του ασύλου (στοιχείο b). Ωστόσο, η νέα αυτή απόφαση δεν αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

45.    Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Ν., η Ολλανδική Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ενώ η Βελγική, η Τσεχική, η Ιταλική, η Κυπριακή και η Πολωνική Κυβέρνηση απάντησαν γραπτώς στα ερωτήματα του Δικαστηρίου (22). Ο Ν., η Ολλανδική, η Βελγική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έλαβαν μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Ιανουαρίου 2016.

 Επισημάνσεις σχετικά με τη διαδικαστική αντιμετώπιση της προδικαστικής παραπομπής

46.    Αναμφίβολα, με τις διαδικαστικές επιλογές του οι οποίες περιγράφηκαν στο σημείο 43 ανωτέρω, το Δικαστήριο εξασφάλισε για την υπό κρίση υπόθεση διεξοδικότερη αποδεικτική διαδικασία από αυτήν που θα γινόταν δεκτή στο πλαίσιο μιας κλασικής επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας. Εντούτοις, ας μου επιτραπούν οι ακόλουθες επισημάνσεις.

47.    Το άρθρο 267, τελευταίο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι, «[ό]ταν ανακύπτει [προδικαστικό ζήτημα] σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν». Ο κανόνας αυτός έχει νόημα μόνον όταν το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είναι κρίσιμο και ασκεί επιρροή επί της κρατήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου. Ειδάλλως, μικρή σημασία έχει η ταχύτητα με την οποία διεκπεραιώνεται η υπόθεση από το Δικαστήριο.

48.    Ωστόσο, ακόμα και όταν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, δεν συνάγεται κατά τη γνώμη μου από κανένα στοιχείο ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να προχωρεί ταχύτερα από ό,τι επιτρέπει η φύση, η ευαισθησία ή η πολυπλοκότητα των υποβληθέντων ερωτημάτων. Αυτό ισχύει, ιδίως, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων για την υπόθεση είναι αναγκαίο όλοι οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενοι να έχουν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν γραπτώς. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαθέτει όχι ένα αλλά δύο διαδικαστικές δυνατότητες για την αντιμετώπιση των επειγουσών προδικαστικών παραπομπών, και το δεύτερο είναι η ταχεία προδικαστική διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας (23). Μία από τις κυριότερες διαφορές της τελευταίας σε σχέση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι δυνατότητα συμμετοχής στο έγγραφό της στάδιο έχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Η εν λόγω ταχεία προδικαστική διαδικασία είναι βεβαίως δυνατόν να διεξαχθεί με ρυθμό που να λαμβάνει δεόντως υπόψη τον κανόνα του άρθρου 267, τελευταίο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, να αποβεί κατάλληλη για την αντιμετώπιση μιας προδικαστικής παραπομπής όπως η παρούσα.

 Ανάλυση

49.    Η συλλογιστική μου ακολουθεί το κατωτέρω σχήμα αναλύσεως. Μετά από ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις σχετικά με τους κανόνες αναφοράς για την εξέταση κύρους στην οποία καλείται εν προκειμένω να προβεί το Δικαστήριο, θα εντάξω την επίμαχη διάταξη στο πλαίσιο του ιστορικού θεσπίσεως της οδηγίας περί υποδοχής. Έπειτα, θα διατυπώσω δύο γενικές παρατηρήσεις επί του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί υποδοχής και, εν συνεχεία, θα ασχοληθώ διεξοδικά με αυτήν καθεαυτή την ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως. Πάνω σε αυτές τις βάσεις θα εξετάσω, τέλος, αν από την παρούσα διαδικασία προέκυψε κάποιο στοιχείο ικανό να κλονίσει το κύρος της επίμαχης διατάξεως.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

50.    Ο Ν. βρέθηκε σε κατάσταση παράνομης παραμονής στις Κάτω Χώρες, κατά την έννοια της οδηγίας περί επιστροφής, από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Rechtbank Den Haag της 4ης Απριλίου 2014, η οποία επικύρωσε την απόφαση επιστροφής του.

51.    Ωστόσο, στις 27 Φεβρουαρίου 2015 ο Ν. υπέβαλε την τελευταία αίτηση ασύλου του. Σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαδικασιών προβλέπει καταρχήν —όπως και η πρώην οδηγία περί διαδικασιών (24)— ότι ο αιτών έχει δικαίωμα να παραμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής μέχρις ότου η αρμόδια να αποφανθεί επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρωτοβάθμια αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III της ίδιας οδηγίας (25). Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαδικασιών επιτρέπει εξαίρεση από τον κανόνα της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις, και μεταξύ άλλων στην περίπτωση «μεταγενέστερης αιτήσεως» κατά την έννοια του άρθρου 41 της εν λόγω οδηγίας (26).

52.    Όπως επισήμανα ήδη, εν προκειμένω είναι βέβαιο ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση επί της τελευταίας αιτήσεως ασύλου. Επιπλέον, μολονότι ο Ν. υπέβαλε ήδη στο παρελθόν πλείονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις Κάτω Χώρες και καμία από αυτές δεν έγινε δεκτή, από κανένα στοιχείο εξ όσων τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο υφυπουργός αποφάσισε να απαγορεύσει στον Ν. να παραμείνει στο εν λόγω κράτος μέλος ενόσω εξετάζεται η τελευταία αίτηση ασύλου του (27). Αντιθέτως, τόσο στις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση επισήμανε ότι δεν έχει εκδοθεί τέτοιου είδους απόφαση. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως υπογραμμίζουν ορθώς το αιτούν δικαστήριο και ο Ν., ο τελευταίος βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση νόμιμης παραμονής στις Κάτω Χώρες, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαδικασιών. Επομένως, δεν εμπίπτει πλέον στην οδηγία περί επιστροφής, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, αλλά είναι εκ νέου «αιτών», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί υποδοχής.

53.    Επιπλέον, η επίμαχη απόφαση θεμελιώνεται αποκλειστικά στο άρθρο 59b, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών, ο οποίος μετέφερε την επίμαχη διάταξη στο ολλανδικό δίκαιο. Σε αντίθεση προς τη νέα απόφαση περί θέσεως υπό κράτηση, η οποία εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2015, η επίμαχη απόφαση ουδόλως θεμελιώνεται στη διάταξη του ολλανδικού δικαίου η οποία μετέφερε το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί υποδοχής. Στο μεταξύ, το Rechtbank Den Haag, εδρεύον στο Haarlem (Κάτω Χώρες), υπέβαλε στο Δικαστήριο άλλη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σχετικά με το κύρος των στοιχείων αʹ και βʹ του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής, τα οποία μεταφέρθηκαν στο ολλανδικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 59b, παράγραφος 1, στοιχεία a και b, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών (υπόθεση C‑18/16, K., εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου). Ωστόσο, αυτό το ζήτημα κύρους δεν ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν θα εξεταστεί στην παρούσα γνώμη.

54.    Εξάλλου, είναι βέβαιο, αφενός, ότι μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ανάγεται στην εφαρμογή από κράτος μέλος της οδηγίας περί υποδοχής και συνεπώς, με βάση το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου, ιδίως δε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου του 6, και, αφετέρου, ότι ο Ν., υπό την ιδιότητά του ως αιτούντος διεθνή προστασία, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας οδηγίας. Επιπροσθέτως, δεν αμφισβητείται ότι ένα στερητικό της ελευθερίας μέτρο όπως το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης, μολονότι έχει τη μορφή διοικητικής κρατήσεως (28), αποτελεί «περιορισμ[ό] σε ειδικό χώρο που επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε αιτούντα, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας περί υποδοχής. Το μέτρο αυτό συνιστά όντως επέμβαση στο δικαίωμα του Ν. στην ελευθερία και την ασφάλεια, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη.

 Επί των κανόνων αναφοράς για την εξέταση του κύρους της επίμαχης διατάξεως

55.    Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, σχετικά με τη συμβατότητα της επίμαχης διατάξεως προς το άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ.

56.    Τούτο εγείρει καταρχάς το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη, και της προστασίας που απορρέει από το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η διατύπωση των δύο αυτών διατάξεων δεν είναι ίδια.

57.    Το άρθρο 6 του Χάρτη περιορίζεται στο να προστατεύει, με γενική διατύπωση, το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία και την ασφάλεια. Το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη δέχεται συναφώς ότι επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκηση του ως άνω δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (29).

58.    Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι επεξηγήσεις σχετικά με τον τελευταίο. Κατά τις επεξηγήσεις αυτές, τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του Χάρτη «αντιστοιχούν στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με το άρθρο 5 της [ΕΣΔΑ], με τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3 του Χάρτη, έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια». Συνεπώς, κατά τις ίδιες επεξηγήσεις, «οι περιορισμοί που μπορούν νομίμως να […] επιβληθούν [στα δικαιώματα αυτά] δεν μπορούν να υπερβαίνουν εκείνους που επιτρέπονται από την [ΕΣΔΑ], στην ίδια τη διατύπωση του άρθρου 5», την οποία και επαναλαμβάνουν οι εν λόγω επεξηγήσεις (30). Εκ τούτων έπεται ότι η εξέταση του κύρους στην οποία καλείται εν προκειμένω να προβεί το Δικαστήριο πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ.

59.    Έπειτα, ο κύριος προβληματισμός του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το αν η επίμαχη διάταξη δύναται να εμπίπτει σε κάποια από τις επιτρεπτές εξαιρέσεις από το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη, και συγκεκριμένα στην εξαίρεση που προβλέπεται στο σημείο στʹ του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Εντούτοις, η εξέταση του κύρους της επίμαχης διατάξεως δεν πρέπει να περιοριστεί στο άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο μόνον υπό το φως του εν λόγω στοιχείου στʹ.

60.    Ειδικότερα, αφενός, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ προβλέπει κι άλλες εξαιρέσεις από το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, πρέπει δε να εκτιμηθεί κατά πόσον αυτές είναι ικανές να δικαιολογήσουν την θέση υπό κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη (31). Αφετέρου, το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε εν προκειμένω στο Δικαστήριο αφορά, γενικότερα, τη συμβατότητα της επίμαχης διατάξεως προς το άρθρο 6 του Χάρτη. Προκειμένου να δοθεί πλήρης απάντηση στο ερώτημα αυτό και χάριν της ασφάλειας δικαίου, φρονώ ότι είναι απαραίτητο να εγκύψω στις άλλες εγγυήσεις που παρέχουν οι τελευταίες αυτές διατάξεις καθώς και στο ζήτημα αν η επίμαχη διάταξη, η οποία περιλαμβάνεται στο πλέγμα των διατάξεων της οδηγίας περί υποδοχής σχετικά με την κράτηση, μπορεί ή όχι να εφαρμοστεί κατά τρόπο πλήρως συμβατό προς τις διατάξεις αυτές (32).

61.    Εξάλλου, ήδη στο παρόν στάδιο της αναλύσεώς μου, επισημαίνω ότι το σημείο στʹ του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ δεν είναι κρίσιμο στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

62.    Συναφώς, η μνημονευόμενη από το αιτούν δικαστήριο νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή οι αποφάσεις R.U. κατά Ελλάδας, Ahmade κατά Ελλάδας και Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες οι αιτούντες άσυλο θεωρούσαν ότι στερήθηκαν αυθαιρέτως την ελευθερία τους ενώ είχε εκδοθεί διαταγή απελάσεως σε βάρος τους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, στις αποφάσεις αυτές, ότι η έρευνα περί των ενδεχόμενων παραβιάσεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ έπρεπε να διεξαχθεί μόνον υπό το πρίσμα του σημείου στʹ της εν λόγω διατάξεως (33). Μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η εν λόγω διάταξη απαιτεί απλώς και μόνο την ύπαρξη εν εξελίξει διαδικασίας απελάσεως και ότι συνεπώς δεν παρέχει την ίδια προστασία με το ως άνω άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, εφόσον η κράτηση μπορεί να δικαιολογείται βάσει της εν λόγω διατάξεως χωρίς ωστόσο να είναι αναγκαία, για παράδειγμα, προκειμένου να αποτρέψει ένα πρόσωπο από την τέλεση αδικήματος ή από το να διαφύγει (34). Εντούτοις, μόνο η διεξαγωγή διαδικασίας απελάσεως ή εκδόσεως δικαιολογεί κράτηση με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ και, αν η διαδικασία αυτή δεν διεξάγεται με την απαιτούμενη επιμέλεια, δεν δικαιολογείται πλέον η κράτηση (35).

63.    Αντιθέτως, στη διαφορά της κύριας δίκης, προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής όχι μόνον ότι ο Ν., από τις 27 Φεβρουαρίου 2015, βρισκόταν σε κατάσταση παράνομης παραμονής στις Κάτω Χώρες, αλλά και ότι η υποβολή, κατά την ημερομηνία αυτή, της τελευταίας αιτήσεώς του ασύλου κατέστησε άκυρη την απόφαση περί επιστροφής (36). Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επίμαχη κράτηση δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στον σκοπό να εμποδιστεί η παράνομη είσοδός του στο ολλανδικό έδαφος (πρώτη περίπτωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ). Με βάση τη νομολογία που υπομνήσθηκε ανωτέρω, η κράτηση αυτή δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε και από τον δεύτερο λόγο στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ. Εφόσον η απόφαση επιστροφής κατέστη άκυρη, η κράτηση δεν εντασσόταν στο πλαίσιο κάποιας εν εξελίξει διαδικασίας απελάσεως ή εκδόσεως.

64.    Τέλος, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, πλείονες μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν παρατηρήσεις τοποθετήθηκαν σχετικά με την ενδεχόμενη κρισιμότητα του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ (διατάξεως αντίστοιχη της οποίας δεν απαντά στον Χάρτη) για την απάντηση στο ερώτημα περί κύρους που υποβλήθηκε εν προκειμένω.

65.    Συναφώς, οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη διευκρινίζουν ότι ο τελευταίος «δεν παρακωλύει τα κράτη μέλη από το να κάνουν χρήση του άρθρου 15 της [ΕΣΔΑ], το οποίο επιτρέπει παρεκκλίσεις από τα δικαιώματα της [ΕΣΔΑ] σε περιπτώσεις πολέμου ή άλλων δημόσιων κινδύνων που συνιστούν απειλή για το έθνος, όταν λαμβάνουν μέτρα στους τομείς της εθνικής άμυνας σε περίπτωση πολέμου και της τήρησης της δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τις σφαίρες ευθύνης τους που αναγνωρίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, [ΣΕΕ] και στα άρθρα 72 και 347 [ΣΛΕΕ]» (37).

66.    Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επικαλέστηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης την ανωτέρω ρήτρα ή κάποια «κατάσταση επείγοντος» προκειμένου να παρεκκλίνει από τα θεμελιώδη δικαιώματα και να δικαιολογήσει την επίμαχη θέση υπό κράτηση. Από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Ολλανδική Κυβέρνηση προκύπτει μάλλον ότι η τελευταία εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι η επίμαχη απόφαση είναι συμβατή, ιδίως, με το άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ δεν δύναται να θίξει την προστασία που παρέχει, εν γένει, το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και επομένως ουδεμία επιρροή ασκεί όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη διάταξη είναι συμβατή ή όχι προς το άρθρο 6 του Χάρτη.

 Ιστορικό θεσπίσεως της επίμαχης διατάξεως

67.    Η πρώην οδηγία περί υποδοχής δεν περιείχε ειδικές διατάξεις σχετικά με τη θέση υπό κράτηση. Η πρώην οδηγία περί διαδικασιών περιοριζόταν στην πρόβλεψη, στο άρθρο της 18, αφενός, ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να υποβάλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για τον λόγο και μόνο ότι ζητεί άσυλο και, αφετέρου, ότι, όταν υπέβαλλαν έναν αιτούντα άσυλο σε κράτηση, τα κράτη μέλη όφειλαν να μεριμνούν ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ταχείας δικαστικής επανεξέτασης (38). Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση Arslan (39), καμία από τις ως άνω οδηγίες «δεν [προέβαινε] σε εναρμόνιση των λόγων για τους οποίους μπορ[ούσε] να διαταχθεί η κράτηση ενός αιτούντος άσυλο», ενώ «η πρόταση ενός καταλόγου που να περιλαμβάνει εξαντλητικά τους λόγους αυτούς [είχε εγκαταλειφθεί] κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της εκδόσεως της [πρώην οδηγίας περί διαδικασιών] και μόνο στο πλαίσιο της αναδιατυπώσεως της [πρώην οδηγίας περί υποδοχής] […] [είχε σχεδιαστεί] η κατάρτιση ενός τέτοιου καταλόγου στο επίπεδο της Ένωσης» (40). Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι απέκειτο στα κράτη μέλη να καθορίζουν, τηρώντας πλήρως τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν τόσο από το διεθνές δίκαιο όσο και από το δίκαιο της Ένωσης, τους λόγους για τους οποίους μπορούσε να τεθεί ή να παραμείνει υπό κράτηση ένας αιτών άσυλο (41).

68.    Υπό την έννοια αυτή, ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής συνιστά καινοτομία. Στην πρόταση οδηγίας της, η Επιτροπή επισήμαινε ότι η εισαγωγή ειδικών διατάξεων σχετικά με την κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία παρίστατο δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη όχι μόνο της ευρείας εφαρμογής του μέτρου αυτού από τα κράτη μέλη αλλά και της νομολογίας που εν τω μεταξύ διαμόρφωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (42).

69.    Η πρόταση αναφερόταν ήδη στην περίπτωση της αναγκαίας για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως κρατήσεως. Συναφώς, μνημόνευε τη σύσταση της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα μέτρα κράτησης αιτούντων άσυλο, στο σημείο 3 της οποίας διαλαμβάνεται μεταξύ άλλων ότι, μολονότι «η κράτηση δεν αποσκοπεί στην τιμωρία των αιτούντων άσυλο», το μέτρο αυτό ενδέχεται να αποδειχθεί αναγκαίο «οσάκις το επιβάλλει η προστασία της εθνικής ασφάλειας και της δημοσίας τάξεως» (43). Όπως προκύπτει από το προοίμιό της, η σύσταση της επιτροπής υπουργών αντανακλούσε, με τη σειρά της, ως προς το σημείο αυτό την πρόταση αριθ. 44 (XXXVII) 1986 της εκτελεστικής επιτροπής του προγράμματος της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες (HCR), της 13ης Οκτωβρίου 1986, σχετικά με την κράτηση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο (44).

70.    Το Κοινοβούλιο, στο νομοθετικό του ψήφισμα της 7ης Μαΐου 2009, δεν πρότεινε καμία ουσιώδη τροποποίηση της διατάξεως που έμελλε να γίνει το άρθρο 8 της οδηγίας περί υποδοχής (45). Αντιθέτως, στην τροποποιημένη πρότασή της που παρουσιάστηκε την 1η Ιουνίου 2011, η Επιτροπή πρότεινε, «σύμφωνα με τις συζητήσεις που διεξήχθησαν στους κόλπους του Συμβουλίου», να διευκρινιστεί στο εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ότι ο περιλαμβανόμενος στη διάταξη αυτή κατάλογος λόγων κρατήσεως δεν θίγει τη θέση υπό κράτηση στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (46). Μολονότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν υιοθετήθηκε (47), η αρχή που την διαπνέει ανταποκρίνεται, κατ’ ουσίαν, στην αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας περί υποδοχής, η οποία ωστόσο καλύπτει, γενικότερα, κάθε λόγο κρατήσεως που ισχύει βάσει του εθνικού δικαίου και που δεν σχετίζεται με αίτηση για διεθνή προστασία, και όχι μόνο τους αναγόμενους στο ποινικό δίκαιο λόγους στερήσεως της ελευθερίας.

 Γενικά σχόλια επί του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί υποδοχής

71.    Επιβάλλονται ευθύς εξαρχής δύο διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί υποδοχής.

 Η θέση «αιτούντος» υπό κράτηση

72.    Κατά πρώτον, από την εισαγωγική φράση του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής προκύπτει ότι οι απαριθμούμενοι στη διάταξη αυτή λόγοι μπορούν να θεμελιώσουν μέτρο κρατήσεως μόνο σε βάρος αιτούντος, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας. Από τον ορισμό που περιέχεται στην τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ένα πρόσωπο χάνει την ιδιότητα του αιτούντος όταν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια, μέτρο κρατήσεως που εκδόθηκε σε βάρος ενός προσώπου δεν μπορεί πλέον να βρει έρεισμα στην επίμαχη διάταξη αφής στιγμής η αρμόδια εθνική αρχή έλαβε οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, είτε απορρίπτοντας είτε κάνοντας δεκτή την αίτηση αυτή (48).

73.    Ωστόσο, η ανωτέρω διαπίστωση δεν έχει ως αποτέλεσμα να μένουν τα κράτη μέλη άοπλα απέναντι στην απειλή την οποία συνιστά για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη αλλοδαπός η αίτηση του οποίου για διεθνή προστασία απορρίφθηκε οριστικά και σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής. Ειδικότερα, ένα κράτος μέλος μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 15 της οδηγίας περί επιστροφής, όχι μόνο να θέσει, αλλά και να διατηρήσει υπό κράτηση έναν αλλοδαπό, για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομακρύνσεως. Ουδόλως αποκλείεται το ενδεχόμενο η εν λόγω θέση υπό κράτηση να δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως. Πράγματι, στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιστροφής ο κίνδυνος διαφυγής ή η περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υπήκοος αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομακρύνσεως μνημονεύονται απλώς ως παραδείγματα λόγων κρατήσεως υπό τέτοιες περιστάσεις (49).

 Η αυτονομία ενός εκάστου εκ των λόγων κρατήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί υποδοχής

74.    Κατά δεύτερον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τέθηκε το ερώτημα αν η επίμαχη διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί ως αυτόνομη διάταξη. Το ερώτημα αυτό, το οποίο αφορά πρωτίστως τη διάρθρωση μεταξύ του λόγου κρατήσεως που προβλέπεται στην επίμαχη διάταξη και των άλλων λόγων που απαριθμούνται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί επιστροφής, μπορεί να επεκταθεί σε καθέναν από τους άλλους αυτούς λόγους. Στο ερώτημα αυτό αρμόζει κατά τη γνώμη μου καταφατική απάντηση.

75.    Βεβαίως, ο κατάλογος των λόγων κρατήσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής είναι εξαντλητικός και πρέπει, δεδομένου ότι πρόκειται για εξαίρεση από την αρχή που καθιερώνεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, να ερμηνεύεται στενά (50). Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στην ερμηνεία κάποιου από τους λόγους αυτούς κατά τρόπον ώστε, συγκριτικά, να στερείται κάθε αξίας έναντι των άλλων λόγων. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν η επίμαχη διάταξη μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο σε συνδυασμό με κάποιον άλλο λόγο κρατήσεως του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο,. Το ίδιο το γράμμα της επίμαχης διατάξεως επιβεβαιώνει ότι αυτή ουδόλως συγχέεται με τους άλλους λόγους κρατήσεως που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο 8.

76.    Όσον αφορά ειδικά την επίμαχη διάταξη, η αυτονομία της έχει και άλλη μία σημασία. Αφενός, το γεγονός ότι σε βάρος ενός αιτούμενου διεθνή προστασία προσώπου εκκρεμούσε διαδικασία επιστροφής πριν από την υποβολή της αιτήσεως αυτής και ότι η εν λόγω διαδικασία απλώς ανεστάλη κατά τη διάρκεια εξετάσεως της αιτήσεως δεν δύναται, από μόνο του, να δικαιολογήσει κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη. Αφετέρου, η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν προϋποθέτει απαραιτήτως ότι σε βάρος του υπό κράτηση προσώπου πρέπει να εκκρεμεί ήδη διαδικασία επιστροφής κατά την έννοια της οδηγίας περί επιστροφής. Θα επανέλθω κατωτέρω σε καθεμία από τις πτυχές αυτές (51).

 Ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως

77.    Προσεγγίζω εφεξής τον πυρήνα της ερμηνείας της επίμαχης διατάξεως, ήτοι: τι σημαίνει η φράση «όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης»;

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

78.    Η οδηγία περί υποδοχής δεν ορίζει την έννοια «προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης». Κατά πάγια νομολογία, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου εκφράσεων ως προς τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελούν τμήμα. Όταν οι εκφράσεις αυτές περιλαμβάνονται σε διάταξη που συνιστά παρέκκλιση από αρχή, πρέπει να ερμηνεύονται στενά (52).

79.    Προβλέποντας ότι τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι είναι αιτών σύμφωνα με την οδηγία περί διαδικασιών, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας περί υποδοχής σκοπεί να διασφαλίσει τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος των ενδιαφερόμενων υπηκόων τρίτων χωρών στην ελευθερία και την ασφάλεια. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας περί υποδοχής, η κράτηση των εν λόγω αιτούντων από τα κράτη μέλη επιτρέπεται μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις και κατ’ εξαίρεση και πρέπει να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της κρατήσεως (53).

80.    Βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, από τα άρθρα 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις δημοσίας τάξεως και εθνικής ασφάλειας σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους, οι οποίες ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο (54).

81.    Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα περιγραφή της (55), η επίμαχη διάταξη εμφανίζεται ως ο δικαιολογητικός λόγος επιτρεπτής παρεκκλίσεως των κρατών μελών από υποχρέωση που αποβλέπει στη διασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία κατά την υποδοχή τους στην Ένωση. Οι σχετικές με την προστασία της εθνικής ασφάλειας και της δημοσίας τάξεως απαιτήσεις πρέπει συνεπώς να ερμηνεύονται στενά και το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς τον έλεγχο των οργάνων της Ένωσης, ιδίως δε του Δικαστηρίου (56).

82.    Οι τελευταίες αυτές απαιτήσεις εμφανίζονται ως ακόμα σημαντικότερες καθώς η επίμαχη διάταξη διακρίνεται σε σχέση με τους άλλους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής λόγω της γενικότητας της διατυπώσεώς της. Η διάταξη αυτή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ερμηνεύεται κατά τρόπο τόσο ευρύ ώστε η αυστηρή οριοθέτηση την οποία προβλέπει η οδηγία περί υποδοχής για τη θέση ενός αιτούντος άσυλο υπό κράτηση να κινδυνεύει, εν τοις πράγμασι, να καταστεί άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

83.    Τέλος, παρατηρώ ότι, σύμφωνα με γενική ερμηνευτική αρχή, μια πράξη της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπον ώστε να μη θίγεται το κύρος της και σύμφωνα με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου και, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις του Χάρτη (57). Τα κράτη μέλη οφείλουν συνεπώς όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο αυτό, αλλά και να μεριμνούν ώστε να μην ερμηνεύουν νομοθέτημα του παράγωγου δικαίου κατά τρόπο αντίθετο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προασπίζει η έννομη τάξη της Ένωσης ή προς τις λοιπές γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (58).

84.    Εν προκειμένω, η ανωτέρω αρχή έχει ως συνέπεια ότι τα κράτη μέλη, όταν επιλέγουν να προβλέψουν ότι αιτών διεθνή προστασία μπορεί να τεθεί υπό κράτηση για τον λόγο ότι αυτό επιβάλλεται από την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως, όπως συμβαίνει με την επίμαχη διάταξη, οφείλουν να μεριμνούν ώστε η κράτηση αυτή να είναι πλήρως συμβατή με το κατοχυρούμενο στο άρθρο 6 του Χάρτη δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.

 Αυτονομία σε σχέση με τους άλλους λόγους στερήσεως της ελευθερίας που ισχύουν με βάση το εθνικό δίκαιο

85.    Εξάλλου, όπως ορθώς προβάλλουν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, από την αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας περί υποδοχής, η οποία μπορεί να αποτελέσει πηγή διαφωτίσεως σχετικά με το περιεχόμενο της εν λόγω οδηγίας (59), προκύπτει χωρίς αμφισημία ότι ο λόγος κρατήσεως που προβλέπεται στην επίμαχη διάταξη, όπως και οι άλλοι λόγοι που απαριθμούνται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής, δεν συγχέεται με τις περιπτώσεις κρατήσεως οι οποίες προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο (ιδίως το ποινικό) και οι οποίες είναι δυνατόν να έχουν εφαρμογή επί παντός προσώπου, ανεξαρτήτως της υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας.

86.    Επομένως, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη 17 επιβεβαιώνει το ότι η οδηγία περί υποδοχής ουδόλως θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να στερήσουν αιτούντα διεθνή προστασία από την ελευθερία του για τους ίδιους λόγους και υπό τους ίδιους όρους όπως και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που υπόκειται στην εξουσία τους, και ιδιαιτέρως τους υπηκόους τους και τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στο έδαφός τους. Συνεπώς, η επίμαχη διάταξη δεν επηρεάζει, για παράδειγμα, τη δυνατότητα εφαρμογής σε αιτούντα διεθνή προστασία —υπό τους ίδιους όρους όπως και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο— των διατάξεων του εθνικού δικαίου βάσει των οποίων επιτρέπεται η σύλληψη και η διοικητική κράτηση, για σύντομο χρονικό διάστημα, προσώπου που συμμετέχει σε διαδήλωση, όταν αυτό απαιτείται για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της δημοσίας τάξεως ή ασφάλειας. Ομοίως, η οδηγία περί υποδοχής ουδόλως προβαίνει σε εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών οι οποίες προβλέπουν ότι ένα πρόσωπο, είτε είναι αιτών διεθνή προστασία είτε όχι, δύναται να τιμωρηθεί με φυλάκιση αν τελέσει αδίκημα (για παράδειγμα ανθρωποκτονία ή βιασμό).

87.    Παρά ταύτα, μία από τις λειτουργίες του ποινικού δικαίου έγκειται ακριβώς στην προστασία της κοινωνίας έναντι προσβολών της δημοσίας τάξεως, ή ακόμα και της εθνικής ασφάλειας. Κατά συνέπεια, η διευκρίνιση στην οποία προέβην στα προηγούμενα σημεία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες καταστάσεις να εμπίπτουν στο εθνικό ποινικό δίκαιο και ταυτόχρονα να είναι ικανές να δικαιολογήσουν μέτρο κρατήσεως με βάση την επίμαχη διάταξη. Επομένως, για να φέρω ένα προφανές παράδειγμα, προπαρασκευαστικές ενέργειες τρομοκρατικής επιθέσεως είναι δυνατόν και να στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση ποινικού αδικήματος (το οποίο επισύρει, ενδεχομένως, ποινή φυλακίσεως) και να θεμελιώνουν την ανάγκη προληπτικής κρατήσεως με βάση την επίμαχη διάταξη (60). Όπως υπονοεί κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, η διάταξη αυτή επιτρέπει στο κράτος μέλος, υπό τέτοιου είδους περιστάσεις, να αναθέσει στην αρχή η οποία επιλαμβάνεται της αιτήσεως ασύλου την εξουσία να αποτρέψει μια σοβαρή προσβολή της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως διατάσσοντας η ίδια την κράτηση του αιτούντος (61). Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής απαιτεί από το οικείο κράτος μέλος να προβλέπει την ταχεία δικαστική επανεξέταση της νομιμότητας του μέτρου της κρατήσεως, αυτεπαγγέλτως και/ή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος, καθώς και την άμεση απελευθέρωση του αιτούντος όταν η κράτησή του κρίνεται παράνομη (62).

 Αποσαφήνιση των εννοιών «εθνική ασφάλεια» και «δημόσια τάξη»

88.    Όσον αφορά αυτή καθεαυτή τη σημασία των εννοιών «εθνική ασφάλεια» και «δημόσια τάξη», το Δικαστήριο, στην απόφασή του Τ. (63), είχε ήδη την ευκαιρία τα ερμηνεύσει τις ίδιες έννοιες, οι οποίες περιλαμβάνονται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της πρώην οδηγίας περί αναγνωρίσεως (64), κατ’ αναλογίαν προς τις έννοιες «δημόσια ασφάλεια» και «δημόσια τάξη» οι οποίες χρησιμοποιούνται στα άρθρα 27 και 28 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ (65). Μολονότι, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις δημοσίας τάξεως και εθνικής ασφάλειας, το Δικαστήριο έκρινε εντούτοις ότι ο βαθμός στον οποίο μια κοινωνία προτίθεται να προστατεύσει τα θεμελιώδη της συμφέροντα δεν επιτρέπεται να ποικίλλει ανάλογα με το νομικό καθεστώς του προσώπου που θίγει τα θεμελιώδη αυτά συμφέροντα (66).

89.    Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια «δημόσια ασφάλεια» καλύπτει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική ασφάλεια του κάθε κράτους μέλους και ότι, ως εκ τούτου, η δημόσια ασφάλεια μπορεί να επηρεάζεται από την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών και των βασικών δημόσιων υπηρεσιών καθώς και από τον κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών ή από την προσβολή των στρατιωτικών συμφερόντων (67).

90.    Όσον αφορά τη «δημόσια τάξη», το Δικαστήριο την έχει ερμηνεύσει, σε διάφορα πλαίσια, υπό την έννοια ότι αυτή προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός της διασάλευσης της κοινωνικής τάξης, την οποία συνεπάγεται κάθε παράβαση του νόμου, να υφίσταται πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (68). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της έννοιας αυτής, έχει σημασία κάθε πραγματικό ή νομικό στοιχείο που αφορά την κατάσταση του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, το οποίο μπορεί να αποσαφηνίσει το ζήτημα εάν η προσωπική συμπεριφορά του συνιστά τέτοιου είδους απειλή (69).

91.    Οι διευκρινίσεις αυτές ισχύουν πλήρως, κατά τη γνώμη μου, και για την ερμηνεία των εννοιών «εθνική ασφάλεια» και «δημόσια τάξη» της επίμαχης διατάξεως.

92.    Επισημαίνω ακόμα ότι η αιτιολογική σκέψη 37 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, προς την οποία η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή, προσφέρει ένα παράδειγμα περί του τι μπορεί να συνιστά σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Κατά την αιτιολογική αυτή σκέψη, «[η] έννοια της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης καλύπτει […] τις περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει τη διεθνή τρομοκρατία ή υποστηρίζει οργάνωση αυτού του είδους» (70). Μια τέτοια συμμετοχή, αν αποδειχθεί προσηκόντως, είναι δυνατόν να θεμελιώσει επαρκώς την ανάγκη επιβολής μέτρου κρατήσεως με βάση την επίμαχη διάταξη.

 Αποκλειστικώς προληπτική λειτουργία

93.    Καθόσον επιτρέπει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή προσβολών της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως, η επίμαχη διάταξη επιτελεί μια λειτουργία αποκλειστικώς προληπτική.

94.    Ο προληπτικός αυτός χαρακτήρας συνδυάζεται με την απαίτηση, η οποία απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί υποδοχής, η κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη να επιβάλλεται μόνο κατόπιν «ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης». Η απαίτηση αυτή προϋποθέτει να εξακριβώνεται αν από τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία της καταστάσεως του αιτούντος είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η προσωπική συμπεριφορά του τελευταίου δικαιολογεί τη θέση του υπό κράτηση, λόγω της πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής την οποία αυτός συνιστά για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Συναφώς, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η επίμαχη διάταξη δεν κάνει ρητή αναφορά στον «κίνδυνο» τον οποίο συνιστά ο αιτών για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια, σε αντίθεση για παράδειγμα προς το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας περί επιστροφής.

95.    Συνέπεια της απαιτήσεως που υπομνήσθηκε στο προηγούμενο σημείο είναι ότι το κράτος μέλος δεν δύναται να στηρίζεται σε γενική πρακτική ή σε κάποιο τεκμήριο προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη απειλής για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως, χωρίς να λαμβάνει δεόντως υπόψη την προσωπική συμπεριφορά του υπηκόου και τον κίνδυνο που η συμπεριφορά αυτή εγκυμονεί συναφώς (71).

96.    Για τον λόγο αυτό, δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η επίμαχη διάταξη επιτρέπει σε κράτος μέλος να θέσει υπό κράτηση αιτούντες άσυλο όταν αυτοί προέρχονται από μαζική και αιφνίδια εισροή μεταναστών η οποία απειλεί την εσωτερική τάξη του οικείου κράτους και την ικανότητά του να αντιμετωπίσει την εν λόγω εισροή. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί επ’ αυτού ότι, με βάση το άρθρο της 3, παράγραφος 3, η οδηγία περί υποδοχής δεν εφαρμόζεται όταν έχει εφαρμογή η οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων (72).

97.    Ομοίως, το γεγονός ότι ένας αιτών είναι ύποπτος ή έχει καταδικαστεί για την τέλεση πράξεως που κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί ποινικό αδίκημα δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να δικαιολογήσει τη θέση του υπό κράτηση για τον λόγο ότι το επιβάλλει η προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως (73). Πράγματι, λόγω του προληπτικού χαρακτήρα της, η κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη αποκλείεται να έχει ως αντικείμενο αυτήν καθεαυτή την τιμωρία προγενέστερης συμπεριφοράς του αιτούντος. Επισημαίνω, άλλωστε, ότι το αντίθετο συμπέρασμα θα δημιουργούσε προβλήματα υπό το πρίσμα της αρχής non bis in idem, διότι θα επέτρεπε μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας, μετά την καταδίκη του για ένα ή περισσότερα αδικήματα και την έκτιση των αντίστοιχων ποινών, ένα πρόσωπο θα μπορούσε να «τιμωρηθεί» εκ νέου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά τιθέμενο υπό κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη.

98.    Συναφώς, είναι επίσης χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι, στην απόφασή του El Dridi (74), το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία περί επιστροφής, και ιδίως τα άρθρα της 15 και 16, απαγορεύει νομοθεσία κράτους μέλους η οποία προβλέπει την επιβολή ποινής φυλακίσεως σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτου κράτους για τον μοναδικό λόγο ότι αυτός, κατά παράβαση διαταγής εγκαταλείψεως του εδάφους του κράτους αυτού εντός ορισμένης προθεσμίας, παραμένει εντός του εν λόγω εδάφους χωρίς να συντρέχει δικαιολογητικός λόγος. Συγκεκριμένα, μια τέτοια ποινή θα παρακώλυε ενδεχομένως την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, ήτοι την καθιέρωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής απομακρύνσεως και επαναπατρισμού των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (75). Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την Ολλανδική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι υπήκοος τρίτης χώρας καταδικάστηκε στο παρελθόν σε τέτοιου είδους ποινή δεν δύναται σε καμία περίπτωση να συμβάλει στη διαπίστωση ότι ο εν λόγω υπήκοος, μετά την υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας, συνιστά ενεστώσα απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη η οποία δικαιολογεί τη θέση του υπό κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη.

99.    Αντιθέτως, όπως προβάλλει κατ’ ουσίαν η Βελγική Κυβέρνηση, η διαπίστωση απειλής για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη δεν προϋποθέτει απαραιτήτως ότι η αρμόδια εθνική αρχή υποπτεύεται τον αιτούντα για την τέλεση πράξεως που αποτελεί ποινικό αδίκημα ή, κατά μείζονα λόγο, ότι είναι σε θέση να αποδείξει ότι αυτό πράγματι συνέβη, ή και ότι ο αιτών καταδικάστηκε ήδη για τον λόγο αυτό. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, κατόπιν εξετάσεως του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ο αιτών να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη λόγω σοβαρών ενδείξεων από τις οποίες συνάγεται η υποψία ότι πρόκειται να τελέσει μια τέτοιου είδους πράξη.

 Αυτοτέλεια της επίμαχης διατάξεως σε σχέση με ενδεχόμενη διαδικασία επιστροφής

100. Το γεγονός ότι, πριν από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, είχε εκδοθεί σε βάρος του αιτούντος απόφαση επιστροφής ή ότι αυτός είχε καταδικαστεί επειδή διέφυγε την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής, είναι, αυτό καθεαυτό, αδιάφορο για τη διαπίστωση ότι ο εν λόγω αιτών συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη στο οικείο κράτος μέλος (76). Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν η κατά τα ανωτέρω απόφαση επιστροφής είναι συνέπεια της απορρίψεως προγενέστερης αιτήσεως ασύλου (77). Σε αντίθεση προς όσα προβάλλει το Συμβούλιο, το γεγονός, αυτό καθεαυτό, ότι ένας αιτών υποβάλλει «άλλη μεταγενέστερη αίτηση» διεθνούς προστασίας στο ίδιο κράτος μέλος κατόπιν της εκδόσεως τελικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πρώτης μεταγενέστερης αιτήσεως ως απαράδεκτης, απόφαση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 41, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί διαδικασιών και η οποία επιτρέπει στο κράτος μέλος να παρεκκλίνει από το δικαίωμα του εν λόγω αιτούντος να παραμείνει στο έδαφός του, δεν ασκεί επιρροή συναφώς.

101. Η τελευταία διευκρίνιση μου παρέχει την ευκαιρία να προσεγγίσω το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της επίμαχης διατάξεως και του λόγου κρατήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής. Ο τελευταίος αυτός λόγος αφορά την περίπτωση αιτούντος διεθνή προστασία ο οποίος κρατείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας επιστροφής με βάση την οδηγία περί επιστροφής, για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομακρύνσεως (78).

102. Στην απόφαση Arslan (79), το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η οδηγία περί επιστροφής δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση ασύλου, τούτο δε κατά την περίοδο μεταξύ της υποβολής της εν λόγω αιτήσεως και της εκδόσεως της αποφάσεως πρώτου βαθμού που αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής ή, ενδεχομένως, της εκβάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως. Έπεται ότι, κατά την ίδια χρονική περίοδο, η κράτηση ενός αιτούντος άσυλο ενόψει απομακρύνσεως δεν δύναται να θεμελιωθεί στο άρθρο 15 της οδηγίας περί επιστροφής, ακόμα κι αν, πριν από την υποβολή της αιτήσεώς του, ο εν λόγω αιτών είχε τεθεί υπό κράτηση με βάση το ως άνω άρθρο για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του γεννούσε τον φόβο ότι θα διέφευγε και θα ματαίωνε την απομάκρυνσή του (80).

103. Εντούτοις, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας περί υποδοχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας περί επιστροφής ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιστροφής των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν αιτών ο οποίος τέθηκε υπό κράτηση με βάση το άρθρο 15 της τελευταίας αυτής οδηγίας μπορούσε, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου και μόνον, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (81). Ειδικότερα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως μιας τέτοιας αιτήσεως ουδόλως σήμαινε τον τερματισμό της διαδικασίας επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου (82). Κατά συνέπεια, ούτε η πρώην οδηγία περί υποδοχής ούτε η πρώην οδηγία περί διαδικασιών απαγόρευαν τη διατήρηση, βάσει διατάξεως του εθνικού δικαίου, της κρατήσεως υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας αφότου τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας περί επιστροφής, αν προέκυπτε, κατόπιν κατά περίπτωση εκτιμήσεως του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιωθεί η πραγματική επιστροφή και ότι ήταν αντικειμενικώς αναγκαία η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως για να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του (83).

104. Πλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής σκοπεί ακριβώς να οριοθετήσει τα μέτρα κρατήσεως που μπορούν να διαταχθούν από τα κράτη μέλη σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Η θέση υπό κράτηση με βάση τη διάταξη αυτή είναι δυνατή μόνον αν, αφενός, ο αιτών, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής με βάση την οδηγία περί επιστροφής, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή του και/ή να διεξαχθεί η απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να τεκμηριώσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτών υπέβαλε την εν λόγω αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου απλώς να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής που έχει εκδοθεί σε βάρος του. Συνεπώς, είναι σαφές ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής δεν καλύπτει την περίπτωση στην οποία ο ενδιαφερόμενος, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του ασύλου, είτε δεν στερείται της ελευθερίας του είτε στερείται αυτής, όχι όμως στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής με βάση την οδηγία περί επιστροφής.

105. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προβλήθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η επίμαχη διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει τη θέση υπό κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας σε βάρος του οποίου εκδόθηκε απόφαση επιστροφής και ο οποίος ήταν έως τότε ελεύθερος, μεταγενέστερα από την υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας εκ μέρους του, για τον λόγο ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε προκειμένου απλώς να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως επιστροφής. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ειδικότερα, όχι μόνο θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου την πρώτη προϋπόθεση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής και η οποία υπομνήσθηκε στο προηγούμενο σημείο. Αλλά θα ήταν και ασύμβατη με την ίδια την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, καθώς, σε μια τέτοια περίπτωση, η θέση υπό κράτηση θα ήταν συνέπεια της υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Κατ’ επέκταση, η ερμηνεία αυτή θα δημιουργούσε προβλήματα υπό το πρίσμα του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Γενεύης, η τήρηση του οποίου επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, κατά το ως άνω άρθρο 8, παράγραφος 1. Όπως υπογράμμισα ήδη, το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής επιτρέπει απλώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την παράταση μέτρου κρατήσεως που έχει ήδη εκδοθεί σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή του και/ή να διεξαχθεί η απομάκρυνσή του στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής.

106. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι, πριν από την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, εκδόθηκε σε βάρος ενός αιτούντος άσυλο απόφαση επιστροφής η οποία κατέστη αμετάκλητη και συνοδεύεται ενδεχομένως από απαγόρευση εισόδου δεν εμποδίζει, αυτό και μόνο, τη θέση του αιτούντος υπό κράτηση για πρώτη φορά με βάση την επίμαχη διάταξη, εφόσον το οικείο κράτος μέλος αποδεικνύει ότι ο εν λόγω αιτών συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη (84).

107. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η επίμαχη διάταξη ενδέχεται να επιτρέπει την κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία κατά παρέκκλιση από το δικαίωμά του να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαδικασιών σε συνδυασμό με το άρθρο 41 της ίδιας οδηγίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επίμαχη διάταξη επιτρέπει τη θέση του αιτούντος υπό κράτηση πριν ακόμα εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, όταν έχουν ήδη απορριφθεί πλείονες τέτοιες αιτήσεις του εν λόγω αιτούντος και ο τελευταίος κινδυνεύει να εκφύγει της διαταγής εγκαταλείψεως της επικράτειας η οποία έχει εκδοθεί σε βάρος του.

108. Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει. Ειδικότερα, στην περίπτωση που περιγράφηκε ανωτέρω, ο αιτών βρίσκεται, εξ ορισμού, σε κατάσταση «παράνομης» παραμονής στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιστροφής. Ως εκ τούτου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της τελευταίας αυτής οδηγίας. Με βάση το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής, είναι δυνατή η κράτηση ενόψει απομακρύνσεως, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή και/ή να διεξαχθεί η απομάκρυνση. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση δεν χρειάζεται να καλυφθεί κανένα «κενό δικαίου» από την επίμαχη διάταξη.

109. Τέλος, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίχθηκαν τόσο από τον Ν. όσο και από την Ολλανδική Κυβέρνηση και από το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν βλέπω κανέναν λόγο να περιοριστεί η εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν από την υποβολή της αιτήσεως, εκδόθηκε απόφαση επιστροφής σε βάρος του ενδιαφερόμενου αιτούντος. Η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα της επίμαχης διατάξεως ούτε, γενικότερα, της οδηγίας περί υποδοχής. Επιπλέον, ενδέχεται να θίξει σοβαρά την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως, στο μέτρο που η δυνατότητα κράτους μέλους να αποτρέπει, με βάση τη διάταξη αυτή, σοβαρές απειλές για την εθνική του ασφάλεια ή για τη δημόσια τάξη του θα εξαρτιόταν τότε πρωτίστως από την προηγούμενη έκδοση αποφάσεως επιστροφής. Ωστόσο, η απειλή την οποία ενδέχεται να κληθεί να αντιμετωπίσει το κράτος μέλος είναι δυνατόν να εμφανιστεί και όσο διαρκεί η εξέταση μιας αιτήσεως ασύλου, πριν δηλαδή από την έκδοση αποφάσεως επιστροφής (85).

 Σημασία της απαγορεύσεως εισόδου

110. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που η προγενέστερη απόφαση επιστροφής συνοδεύεται από απαγόρευση εισόδου κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας περί επιστροφής;

111. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι αποφασιστικής σημασίας. Βεβαίως, η παράγραφος 2 της ως άνω διατάξεως προβλέπει ότι η διάρκεια μιας απαγορεύσεως εισόδου μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, όταν ο υπήκοος της τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απαγόρευση αυτή θεωρείται ως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια. Επομένως, όπως παρατηρούν η Βελγική, η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο, απαγόρευση εισόδου η οποία στηρίζεται στους ανωτέρω λόγους είναι δυνατόν να αποτελεί ένδειξη για το ότι ένας αιτών άσυλο συνιστά τέτοιου είδους απειλή.

112. Ωστόσο, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 5, της οδηγίας περί επιστροφής, η απαγόρευση εισόδου δεν θίγει το δικαίωμα διεθνούς προστασίας του οποίου ενδέχεται να απολαύει ο ενδιαφερόμενος στο δίκαιο της Ένωσης εφόσον υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση της προστασίας αυτής. Κατ’ επέκταση, μια τέτοια απαγόρευση δεν θίγει ούτε τις εγγυήσεις που παρέχει η οδηγία περί υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας έναντι κρατήσεως μη δικαιολογούμενης από κάποιον από τους λόγους του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής. Συνεπώς, το γεγονός ότι σε βάρος αιτούντος εκδόθηκε, στο παρελθόν, απαγόρευση εισόδου σε κράτος μέλος, για λόγους σχετιζόμενους με την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως δεν απαλλάσσει, αυτό και μόνο, την αρμόδια εθνική αρχή, κατά τη χρονική στιγμή κατά την οποία εξετάζει το ενδεχόμενο θέσεως υπό κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη, από την υποχρέωση να εκτιμήσει αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται λόγω του ενεστώτος κινδύνου τον οποίο συνιστά ο αιτών για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη (86).

 Εξαιρετικό μέτρο

113. Σε κάθε περίπτωση, η οδηγία περί υποδοχής λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η θέση υπό κράτηση αποτελεί ιδιαιτέρως δραστικό μέτρο το οποίο λαμβάνεται σε βάρος αιτούντος διεθνή προστασία και το οποίο επιβάλλεται μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις (87). Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, ένα κράτος μέλος μπορεί να θέσει αιτούντα άσυλο υπό κράτηση για τον λόγο ότι αυτό επιβάλλεται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως μόνον, αφενός, «[ε]φόσον κρίνεται αναγκαίο» και, αφετέρου, «εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα». Η εν λόγω κράτηση υπόκειται συνεπώς σε μια αυστηρή απαίτηση αναλογικότητας. Το γεγονός ότι η επίμαχη διάταξη συνιστά μέτρο έσχατου χαρακτήρα επιβεβαιώνεται επίσης και από το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας περί υποδοχής, το οποίο προσδιορίζει τις εναλλακτικές της κρατήσεως λύσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών ή ακόμα η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος (χωρίς επομένως θέση υπό κράτηση). Ωστόσο, τέτοιες εναλλακτικές λύσεις δεν θα ήταν κατάλληλες, για παράδειγμα, προκειμένου να αποτραπεί η σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη την οποία συνιστά άτομο το οποίο, βάσει ενός συνόλου συγκλινουσών ενδείξεων, ετοιμάζεται να διαπράξει τρομοκρατική επίθεση.

 Τελικές επισημάνσεις

114. Επισημαίνω περαιτέρω ότι η προεκτεθείσα ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως δεν εμποδίζει κράτος μέλος να προβλέψει, στηριζόμενο σε άλλο λόγο κρατήσεως του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής, ότι ένας αιτών διεθνή προστασία μπορεί να τεθεί υπό κράτηση όταν συντρέχει κίνδυνος διαφυγής του. Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, προβλέπει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να διαταχθεί κράτηση στο μέτρο που αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου η αρμόδια εθνική αρχή να μπορέσει να προσδιορίσει τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας (88). Επομένως, η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου δεν μπορεί, αυτή και μόνο, να θεμελιώσει τη διαπίστωση ότι ένας αιτών διεθνή προστασία συνιστά απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως.

115. Η ανωτέρω ερμηνεία δεν θίγει ούτε τη δυνατότητα των κρατών μελών να θέτουν αιτούντα άσυλο υπό κράτηση προκειμένου να επαληθευτεί η ταυτότητα ή η υπηκοότητά του ή ακόμα προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το δικαίωμα του αιτούντος να εισέλθει στο έδαφος του οικείου κράτους, στο μέτρο που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα έναντι του εν λόγω αιτούντος. Πράγματι, τα στοιχεία αʹ και γʹ του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής προβλέπουν ρητώς ότι η κράτηση μπορεί να θεμελιώνεται σε τέτοιους λόγους, εφόσον τηρείται το σύνολο των εγγυήσεων που προβλέπονται από την οδηγία αυτή σχετικά με την κράτηση (89).

 Κύρος της επίμαχης διατάξεως

116. Για να είναι σύμφωνο με το άρθρο 6 του Χάρτη, μέτρο κρατήσεως με βάση την επίμαχη διάταξη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, να σέβεται το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, να είναι αναγκαίο και να ανταποκρίνεται πραγματικά σε σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που επιδιώκει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Όπως εξέθεσα στο σημείο 60 της παρούσας γνώμης, προς τούτο πρέπει να εξακριβώνεται κατά πόσον το εν λόγω μέτρο κρατήσεως, αφενός, εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και, αφετέρου, σέβεται όλες τις άλλες εγγυήσεις που κατοχυρώνονται στις παραγράφους 2 έως 5 του ίδιου άρθρου. Εφεξής θα προσεγγίσω διεξοδικότερα τις απαιτήσεις αυτές. Οι αναπτύξεις που ακολουθούν δεν έχουν ως σκοπό την παρουσίαση του συνόλου της κρίσιμης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις επεμβάσεις στο δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και, κατ’ επέκταση, στο άρθρο 6 του Χάρτη. Περιορίζονται στα στοιχεία που είναι απαραίτητα ώστε να δοθεί απάντηση στο ερώτημα περί κύρους το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.

 Η επίμαχη διάταξη δύναται να εμπίπτει σε κάποια εκ των επιτρεπτών εξαιρέσεων από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια;

117. Από πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία ισχύει πλήρως και για την ερμηνεία του άρθρου 6 του Χάρτη, προκύπτει ότι τα στοιχεία αʹ έως στʹ του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ περιέχουν εξαντλητικό κατάλογο των λόγων βάσει των οποίων επιτρέπεται κράτηση, ενώ ένα τέτοιο μέτρο δεν είναι νόμιμο αν δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους αυτούς (90). Οι λόγοι αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται στενά, καθώς εισάγουν εξαίρεση από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια (91).

118. Παρατηρώ ευθύς εξαρχής ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποκλειστικώς προληπτικής φύσεως του λόγου κρατήσεως που προβλέπεται στην επίμαχη διάταξη, και την οποία τόνισα ανωτέρω (92), μέτρο κρατήσεως που διατάσσεται με βάση τη διάταξη αυτή δεν δύναται σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της ΕΣΔΑ εξαίρεση από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια. Πράγματι, η εξαίρεση αυτή αφορά την καταδίκη από δικαστήριο σε στερητική της ελευθερίας ποινή και συνεπώς δεν αφορά προληπτικά μέτρα (93).

119. Ωστόσο, η κράτηση αιτούντος άσυλο με βάση την επίμαχη διάταξη, εντός των ορίων της εμβέλειας της διατάξεως αυτής που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω, είναι δυνατόν να υπάγεται σε πλείονες άλλες εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ.

120. Η πρώτη εξ αυτών είναι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ, το οποίο αφορά κατ’ ουσίαν την προληπτική κράτηση (94). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, συναφώς, ότι ο λόγος κρατήσεως που έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ενός προσώπου από την τέλεση αδικήματος δεν σχετίζεται με κάποια πολιτική γενικής προλήψεως η οποία απευθύνεται σε πρόσωπο ή σε κατηγορία προσώπων που αποδεικνύονται επικίνδυνα λόγω της διαρκούς ροπής τους προς την εγκληματικότητα. Ο λόγος αυτός παρέχει απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη το μέσον για την αποτροπή ενός συγκεκριμένου και ορισμένου αδικήματος (95). Επιτρέπει μόνο την κράτηση που διατάσσεται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (96). Αυτό συνάγεται από το γράμμα του, το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό, αφενός, με το σημείο αʹ της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5 και, αφετέρου, με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, με την οποία συγκροτεί ένα σύνολο και η οποία διευκρινίζει μεταξύ άλλων ότι η εν λόγω εξαίρεση από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια προϋποθέτει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να παραπεμφθεί σύντομα ενώπιον δικαστή ή άλλου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου να εκτελεί δικαστικά καθήκοντα και ότι έχει το δικαίωμα να δικαστεί εντός λογικής προθεσμίας ή να απολυθεί κατά τη διαδικασία (97). Η εν λόγω διαδικασία είναι δυνατόν να αποσκοπεί, όταν το πρόσωπο στερείται της ελευθερίας του προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο τελέσεως υπ’ αυτού αδικήματος, στον ποινικό κολασμό του προσώπου αυτού για τις προπαρασκευαστικές του αδικήματος ενέργειες (98). Ωστόσο, η απαίτηση ποινικής διαδικασίας ουδόλως σημαίνει ότι η σύλληψη και η κράτηση δεν μπορούν να διαταχθούν από διοικητική αρχή (όπως στο παράδειγμα που επικαλέστηκα στο σημείο 87 της παρούσας γνώμης), δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ σκοπεί ακριβώς να διασφαλίσει τον ταχύ και αυτόματο έλεγχο του στερητικού της ελευθερίας μέτρου το οποίο διατάσσεται από την αστυνομία ή τη διοίκηση με βάση την παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, του ίδιου άρθρου (99).

121. Εξάλλου, η αυτοτέλεια της επίμαχης διατάξεως σε σχέση με τυχόν διαδικασία επιστροφής, την οποία ανέλυσα στα σημεία 100 έως 109 της παρούσας γνώμης, δεν αποκλείει βεβαίως το ενδεχόμενο η κράτηση που διατάσσεται βάσει της διατάξεως αυτής να εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, όταν σε βάρος του οικείου αιτούντος εκδόθηκε απόφαση επιστροφής πριν από την υποβολή της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω μέτρο κρατήσεως είναι δυνατόν να δικαιολογείται με βάση τη δεύτερη εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ.

122. Ειδικότερα, όπως επισήμανα (100), από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι η τελευταία αυτή διάταξη απαιτεί απλώς και μόνο να βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία απελάσεως. Συνεπώς, δεν παρέχει την ίδια προστασία με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ και άρα δεν προϋποθέτει, ιδίως, την άμεση παραπομπή ενώπιον δικαστή την οποία απαιτεί το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 3, για τις περιπτώσεις στερήσεως της ελευθερίας με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισήμανε, στην απόφαση Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, ότι η υποβολή αιτήσεως ασύλου από πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή απελάσεως δεν σημαίνει απαραιτήτως, αυτή και μόνο, ότι η κράτηση του προσώπου αυτού δεν αποσκοπεί πλέον στην απομάκρυνσή του, δεδομένου ότι ενδεχόμενη απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή της διαταγής απελάσεως (101). Από την άποψη αυτή, διαπιστώνεται αναλογία με τη συλλογιστική που περιέχεται στη σκέψη 60 της αποφάσεως Arslan (102).

123. Εντούτοις, μόνο η διεξαγωγή διαδικασίας απελάσεως ή εκδόσεως δικαιολογεί στέρηση της ελευθερίας για τον αντίστοιχο λόγο, και τούτο εφόσον η εν λόγω διαδικασία διεξάγεται με την απαιτούμενη επιμέλεια (103). Επομένως, η δεύτερη εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ μπορεί να δικαιολογήσει τη στέρηση της ελευθερίας ενός αιτούντος άσυλο μόνο εφόσον, ιδίως, η υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας από τον τελευταίο δεν είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση από την έννομη τάξη της διαταγής απελάσεως που εκδόθηκε σε βάρος του (104). Επιπλέον, στερητικό της ελευθερίας μέτρο μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, μόνο αν εφαρμόζεται καλή τη πίστει, αν συνδέεται στενά με τον λόγο κρατήσεως τον οποίο επικαλείται η οικεία κυβέρνηση, αν ο χώρος και οι συνθήκες της κρατήσεως είναι κατάλληλοι και, τέλος, αν η διάρκεια του μέτρου αυτού δεν υπερβαίνει τη διάρκεια που είναι ευλόγως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (105). Στο δίκαιο της Ένωσης, κανένα στοιχείο της οδηγίας περί υποδοχής, ούτε και των οδηγιών περί διαδικασιών και περί επιστροφής, δεν εμποδίζει την τήρηση των απαιτήσεων αυτών.

124. Όπως υποστηρίζουν η Βελγική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεν αποκλείω ούτε το ενδεχόμενο μια κράτηση με βάση την επίμαχη διάταξη να εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της ΕΣΔΑ, το οποίο επιτρέπει τη στέρηση της ελευθερίας προσώπου προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση υποχρεώσεως που επιβάλλεται από τον νόμο. Στην προπαρατεθείσα απόφασή του Ostendorf κατά Γερμανίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχτηκε ότι η θέση υπό κράτηση μπορεί να θεμελιώνεται στη διάταξη αυτή, προκειμένου να αποτραπεί η τέλεση αδικήματος συνισταμένου στη διατάραξη της δημοσίας τάξεως εξαιτίας της συμμετοχής σε συμπλοκή μεταξύ χούλιγκανς, χωρίς η εν λόγω κράτηση να έχει ως σκοπό την παραπομπή του οικείου προσώπου ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής, και ότι η εν λόγω κράτηση εμπίπτει επομένως στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ (106). Ωστόσο, πρέπει επιπλέον, μεταξύ άλλων, ο νόμος να επιτρέπει την κράτηση αυτή προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να αναγκαστεί να συμμορφωθεί προς ειδική και συγκεκριμένη υποχρέωση την οποία υπέχει και την οποία δεν έχει τηρήσει έως τώρα (107). Επειδή πρόκειται για κράτηση που αποσκοπεί στην αποτροπή της τελέσεως αδικήματος, πρέπει, μεταξύ άλλων, ο τόπος και ο χρόνος της επικείμενης τελέσεως του αδικήματος, καθώς και τα ενδεχόμενα θύματα, να έχουν προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια (108).

125. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ακόμα ότι δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα μέτρο κρατήσεως με βάση την επίμαχη διάταξη να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα κρατήσεως αλκοολικού, τοξικομανούς ή αλήτη (109). Βεβαίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε συναφώς ότι τέτοια άτομα μπορούν επί της βάσεως αυτής να στερηθούν την ελευθερία τους, διότι, μεταξύ άλλων, πρέπει να θεωρούνται ως επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια (110). Ωστόσο, υπενθυμίζω την αναλυθείσα στα σημεία 77 έως 115 της παρούσας γνώμης στενή εμβέλεια της επίμαχης διατάξεως, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει ειδικότερα ότι από πραγματικά ή νομικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του αιτούντος μπορεί να συναχθεί ότι η προσωπική του συμπεριφορά δικαιολογεί τη θέση του υπό κράτηση, λόγω της πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντος σοβαρής απειλής την οποία αυτός συνιστά για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα δικαιολογήσεως μέτρου κρατήσεως που διατάσσεται με βάση την επίμαχη διάταξη επί τη βάσει της εν λόγω εξαιρέσεως.

 Τήρηση των υπόλοιπων εγγυήσεων σχετικά με την επέμβαση στο δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια

126. Το άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνει μια σειρά πρόσθετων εγγυήσεων, τόσο ουσιαστικής όσο και διαδικαστικής φύσεως (111).

127. Κατά πρώτον, κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια πρέπει να είναι νόμιμη. Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απαίτηση αυτή σημαίνει πρωτίστως ότι η κράτηση πρέπει να τηρεί τους προβλεπόμενους στην εθνική νομοθεσία ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες (112). Επιβεβαιώνεται δε στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κατά το οποίο κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Προκειμένου για περίπτωση κρατήσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η απαίτηση αυτή αφορά την τήρηση του συνόλου των κρίσιμων διατάξεων της οδηγίας περί υποδοχής και του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

128. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ απαιτεί επιπροσθέτως τη συμβατότητα κάθε κρατήσεως προς τον σκοπό προστασίας του ατόμου από την αυθαιρεσία, ενώ μια νόμιμη κατά την εθνική νομοθεσία στέρηση της ελευθερίας είναι δυνατόν να είναι αυθαίρετη και συνεπώς αντίθετη προς την ΕΣΔΑ (113). Συνέπεια της προϋποθέσεως αυτής είναι, μεταξύ άλλων, ότι η εφαρμογή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου πρέπει να είναι απαλλαγμένη από οποιοδήποτε στοιχείο κακής πίστεως ή αθέμιτων ενεργειών εκ μέρους των αρχών και να συνάδει με τον σκοπό των επιτρεπόμενων κατά το οικείο εδάφιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ περιορισμών, ενώ πρέπει να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του λόγου που προβάλλεται για τη δικαιολόγηση της επιτρεπτής αυτής κρατήσεως και του τόπου καθώς και του καθεστώτος κρατήσεως και να υπάρχει σχέση αναλογίας μεταξύ του προβαλλόμενου λόγου κρατήσεως και της επίμαχης κρατήσεως (114). Η κράτηση είναι μέτρο τόσο σοβαρό, ώστε δικαιολογείται μόνο ως έσχατη λύση, όταν άλλα μέτρα, λιγότερο επαχθή, θεωρήθηκαν και κρίθηκαν ανεπαρκή για την προάσπιση του προσωπικού ή του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την κράτηση (115).

129. Η οδηγία περί υποδοχής περιλαμβάνει πράγματι εγγυήσεις κατά της αυθαίρετης κρατήσεως (116). Ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι η κράτηση με βάση το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής αποτελεί έσχατου χαρακτήρα μέτρο, το οποίο μπορεί να επιβληθεί μόνο κατόπιν ατομικής αξιολογήσεως της κάθε περιπτώσεως και εφόσον «δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα» (117). Η εν λόγω κράτηση, μολονότι είναι καταρχήν δυνατή, μπορεί να έχει μόνο «τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3» (118). Οι κανόνες αυτοί απηχούν την απαίτηση αναλογικότητας η οποία αποτελεί προϋπόθεση κάθε περιορισμού στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (119).

130. Κατά δεύτερον, η εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως προϋποθέτει την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Κατά συνέπεια, είναι ουσιώδες οι όροι της κρατήσεως να προσδιορίζονται σαφώς και ο ίδιος ο νόμος να είναι προβλέψιμος ως προς την εφαρμογή του, κατά τρόπον ώστε να πληρούται το κριτήριο της νομιμότητας, το οποίο επιβάλλει κάθε νόμος να είναι αρκούντως ακριβής, προκειμένου ο πολίτης να είναι σε θέση —με τη βοήθεια, αν χρειάζεται, των κατάλληλων συμβουλών— να προβλέπει, σε βαθμό εύλογο βάσει των περιστάσεων της υποθέσεως, τις συνέπειες που είναι δυνατόν να απορρέουν από ορισμένη πράξη (120).

131. Προκειμένου περί μέτρου κρατήσεως που διατάσσεται με βάση την επίμαχη διάταξη, επιβάλλεται βεβαίως να δίνει δεκτό ότι η διατύπωση της τελευταίας είναι ιδιαιτέρως γενική. Ωστόσο, για την εξέταση της τηρήσεως της απαιτήσεως ασφάλειας δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον η διάταξη αυτή αλλά και το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο του οποίου εφαρμόζεται και, επομένως, οι υπόλοιπες κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου. Επομένως, όπως υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν η Ιταλική Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο, απόκειται σε κάθε κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να προβλέψει ότι μέτρο κρατήσεως μπορεί να διαταχθεί με βάση την επίμαχη διάταξη να προσδιορίσει κατά τρόπο αρκούντως ακριβή τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η τελευταία.

132. Κατά τρίτον, κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται πρέπει να πληροφορείται, σε γλώσσα απλή και κατανοητή σ’ αυτό, τους νομικούς και πραγματικούς λόγους της κρατήσεώς του (121). Η αιτιολογία αυτή είναι απαραίτητη τόσο προκειμένου ο ενδιαφερόμενος που στερήθηκε την ελευθερία του να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει μετά λόγου γνώσεως αν είναι χρήσιμο να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, όσο και προκειμένου το τελευταίο να μπορεί ακώλυτα να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας της επίμαχης αποφάσεως (122).

133. Αυτή η απαίτηση αιτιολογίας αποτυπώνεται στο άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας περί υποδοχής· η παράγραφος 2, αφορά την αιτιολογία της ίδιας της αποφάσεως που διατάσσει την κράτηση, ενώ η παράγραφος 4 αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται στον αιτούντα αμέσως μετά τη θέση του υπό κράτηση. Προκειμένου για μέτρο κρατήσεως που θεμελιώνεται στην επίμαχη διάταξη, η εν λόγω αιτιολογία περιλαμβάνει υποχρεωτικώς σαφή και ακριβή έκθεση των λόγων για τους οποίους η αρμόδια εθνική αρχή εκτιμά ότι ο αιτών συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του οικείου κράτους μέλους. Με βάση τον κανόνα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί υποδοχής, η αρχή αυτή υποχρεούται επίσης να εξηγήσει κατά τρόπο αρκούντως διεξοδικό τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι κανένα άλλο λιγότερο περιοριστικό μέτρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά προκειμένου να προστατευτεί η εθνική ασφάλεια ή η δημόσια τάξη (123).

134. Κατά τέταρτον, η επέμβαση στο δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια υπόκειται στην τήρηση διαδικαστικών εγγυήσεων. Ειδικότερα, προκειμένου για στέρηση της ελευθερίας η οποία εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ, επισήμανα ήδη ότι αυτή προϋποθέτει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο (ο αιτών διεθνή προστασία στην περίπτωση που η εν λόγω στέρηση επιβάλλεται με βάση την επίμαχη διάταξη) πρέπει να παραπεμφθεί σύντομα ενώπιον δικαστή ή άλλου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου να εκτελεί δικαστικά καθήκοντα και ότι έχει το δικαίωμα να δικαστεί εντός λογικής προθεσμίας ή να απολυθεί κατά τη διαδικασία (124). Όπως επισήμανα ήδη, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας περί υποδοχής προβλέπει ειδικά όχι μόνο αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο (δηλαδή ανεξάρτητο από οποιαδήποτε προσφυγή του αιτούντος) της νομιμότητας της κρατήσεως που διατάσσεται από διοικητική αρχή, ο οποίος ασκείται το συντομότερο δυνατόν μετά την έναρξη της κρατήσεως, αλλά και την άμεση απελευθέρωση του ενδιαφερόμενου αιτούντος αν η κράτησή του κριθεί παράνομη.

135. Γενικότερα, κάθε πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφασίσει εντός σύντομης προθεσμίας σχετικά με τη νομιμότητα της κρατήσεως και να διατάξει την απόλυση σε περίπτωση παράνομης κρατήσεως (125). Το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ και, κατ’ επέκταση, το άρθρο 6 του Χάρτη, απαιτούν αρκετά ευρύ έλεγχο, εκτεινόμενο σε καθεμία από τις απαραίτητες για τη νομιμότητα της κρατήσεως προσώπου προϋποθέσεις υπό το πρίσμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (126). Και πάλι, η οδηγία περί υποδοχής δεν δημιουργεί κανένα εμπόδιο στην τήρηση της απαιτήσεως αυτής από τα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν την επίμαχη διάταξη. Τουναντίον, σκοπός των κανόνων του άρθρου 9, παράγραφοι 3 και 5 της οδηγίας αυτής είναι να διασφαλίσουν την τήρηση της τελευταίας σε περίπτωση κρατήσεως αιτούντος με βάση το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας (127).

136. Τέλος, κατά πέμπτον, το άρθρο 5, παράγραφος 5, της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο που στερείται της ελευθερίας του κατά παραβίαση των κανόνων που πηγάζουν από τις τέσσερις πρώτες παραγράφους του εν λόγω άρθρου έχει δικαίωμα επανορθώσεως. Με βάση τις επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 6 του Χάρτη, το ίδιο ισχύει κατά λογική συνέπεια και για την τελευταία αυτή διάταξη. Η οδηγία περί υποδοχής δεν περιέχει διάταξη που να υποχρεώνει ειδικά τα κράτη μέλη να προβλέψουν τέτοιο δικαίωμα επανορθώσεως. Πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη η κανονιστική ιδιαιτερότητα μιας τέτοιου είδους πράξεως της Ένωσης, η οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αφενός, δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά, αφετέρου, καταλείπει συναφώς την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Κατά την αιτιολογική σκέψη της 35, σκοπός της οδηγίας περί υποδοχής είναι ακριβώς να προωθήσει, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 6 του Χάρτη. Συνεπώς, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω οδηγία καταλείπει στα κράτη μέλη το περιθώριο που απαιτείται για τη συμμόρφωσή τους προς την απαίτηση που υπομνήσθηκε ανωτέρω.

137. Συμπερασματικώς, μολονότι η επίμαχη διάταξη επιτρέπει βεβαίως την επέμβαση στο δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη, ο περιορισμός αυτός, στο μέτρο που η εν λόγω διάταξη τύχει της ερμηνείας που εξέτασα στην παρούσα γνώμη, όχι μόνο προβλέπεται από τον νόμο, αλλά επίσης σέβεται το βασικό περιεχόμενο του ανωτέρω δικαιώματος και είναι αναγκαίος προκειμένου τα κράτη μέλη να είναι σε θέση, σύμφωνα με τις αρχές που αποτυπώνονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ καθώς και στο άρθρο 7 ΣΛΕΕ, να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις προσβολές στην εθνική τους ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη τους. Συνεπώς, από την εξέταση του ερωτήματος περί κύρους που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο εν προκειμένω δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της επίμαχης διατάξεως.

138. Εντούτοις, τονίζω ότι το ως άνω συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει από αντικειμενική εξέταση της συμβατότητας της επίμαχης διατάξεως προς το άρθρο 6 του Χάρτη, ουδόλως επηρεάζει την έκβαση της προσφυγής που ασκήθηκε από τον Ν. ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Συνεπώς, απόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο, εντός των ορίων της ασκηθείσας προσφυγής, να αποφανθεί επί του ζητήματος κατά πόσον το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης μέτρο κρατήσεως είναι ή όχι σύμφωνο με το άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ.

 Πρόταση

139. Με βάση το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί:

–        Από την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Raad van State δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία.

–        Το ως άνω συμπέρασμα τελεί ωστόσο υπό διττή επιφύλαξη. Αφενός, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες από τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση ενός αιτούντος διεθνή προστασία είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η προσωπική συμπεριφορά του τελευταίου δικαιολογεί τη θέση του υπό κράτηση, λόγω της πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής την οποία αυτός συνιστά για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του οικείου κράτους μέλους. Αφετέρου, κατά την εφαρμογή της πρέπει να γίνεται σεβαστό, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.

–        Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, εντός των ορίων της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του και με βάση το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων, να εξακριβώσει κατά πόσον το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης μέτρο κρατήσεως ήταν δυνατόν να εμπίπτει στον λόγο κρατήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33 ερμηνευόμενης ως ανωτέρω.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 —      ΕΕ L 180, σ. 96. Η οδηγία περί υποδοχής κατήργησε και αντικατέστησε, με ισχύ από 21ης Ιουλίου 2015, την οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ L 31, σ. 18, στο εξής: πρώην οδηγία περί υποδοχής). Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 4α, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 21, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, αυτά τα δύο κράτη μέλη δεν δεσμεύονται από την οδηγία περί υποδοχής. Το ίδιο ισχύει και για το Βασίλειο της Δανίας, με βάση το πρωτόκολλο αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας.


3 —      Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954).


4 —      Αντιθέτως, ακόμα και υπό τέτοιες περιστάσεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από άλλα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, όπως το δικαίωμα του ατόμου να μην υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή μεταχείριση, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.


5 —      Αιτιολογική σκέψη 2.


6 —      Αιτιολογική σκέψη 15.


7 —      Αιτιολογική σκέψη 15.


8 —      Αιτιολογική σκέψη 16.


9 —      Αιτιολογική σκέψη 35.


10 —      Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ L 337, σ. 9). Η οδηγία περί αναγνωρίσεως αντικατέστησε, με ισχύ από 21ης Δεκεμβρίου 2013, την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (EE L 394, σ. 12, στο εξής: πρώην οδηγία περί αναγνωρίσεως). Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, ως «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» νοείται η «αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς».


11 —      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας περί υποδοχής διευκρινίζει ότι «[η] κράτηση αιτούντων γίνεται, κατά κανόνα, σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης» και ότι, «[ο]σάκις κράτος μέλος δεν μπορεί να εξασφαλίσει διαμονή σε ειδική εγκατάσταση κράτησης και είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί σωφρονιστικό κατάστημα, ο υπό κράτηση αιτών κρατείται χωριστά από τους κρατουμένους του κοινού δικαίου».


12 —      Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ L 180, σ. 60). Η οδηγία περί διαδικασιών κατήργησε και αντικατέστησε, με ισχύ από 21ης Ιουλίου 2015, την οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (EE L 326, σ. 13, στο εξής: πρώην οδηγία περί διαδικασιών).


13 —      Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348, σ. 98).


14 —      Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ L 180, σ. 31). Ο κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ» κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ L 50, σ. 1), καλούμενο «κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ».


15 —      Ο τελευταίος αυτός λόγος καταδίκης ίσως προκαλεί έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ο Ν. παρέμεινε στο ολλανδικό έδαφος. Εντούτοις, η περαιτέρω διερεύνηση του σημείου αυτού δεν είναι απαραίτητη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.


16 —      Στο εξής θα την αποκαλώ «επίμαχη απόφαση».


17 —      Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μνημονεύεται ένα επιχείρημα του Ν. κατά το οποίο σκοπός της επίμαχης αποφάσεως ήταν να τον κρατήσει στη διάθεση της αρμόδιας να αποφανθεί επί της τελευταίας αιτήσεως ασύλου του αρχής. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η επίμαχη απόφαση θεμελιωνόταν σε τέτοιο λόγο, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ο υφυπουργός βασίστηκε και στον λόγο αυτό μόνον όταν εξέδωσε νέα απόφαση κρατήσεως, την 1η Δεκεμβρίου 2015, δηλαδή μετά την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Raad van State. Βλ. σημείο 44 της παρούσας γνώμης.


18 —      Για τις συνέπειες της υποβολής της τελευταίας αιτήσεως ασύλου του Ν. όσον αφορά τη διαμονή, βλ. σημεία 35 και 50 έως 52 της παρούσας γνώμης.


19 —      Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι αιτία της επίμαχης κρατήσεως δεν είναι τα προβλήματα διανοητικής υγείας από τα οποία φαίνεται ότι πάσχει ο Ν. Συνεπώς, δεν θα επανέλθω στη συγκεκριμένη πτυχή στη συνέχεια.


20 —      ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.


21 —      Η Ολλανδική Κυβέρνηση, στις γραπτές παρατηρήσεις της (οι οποίες κατατέθηκαν μεταγενέστερα), επισήμανε ότι η κράτηση αυτή ήταν συνέπεια ποινής που είχε επιβληθεί στον Ν. για προγενέστερα αδικήματα.


22 —      Η Γερμανική Κυβέρνηση, με επιστολή που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 21η Δεκεμβρίου 2015, ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε να απαντήσει γραπτώς στα εν λόγω ερωτήματα.


23 —      Η παράλειψη του εγγράφου σταδίου της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα τρίτο εργαλείο.


24 —      Άρθρο 7, παράγραφος 1, της πρώην οδηγίας περί διαδικασιών.


25 —      Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας περί επιστροφής.


26 —      Σκοπός των άρθρων 9, παράγραφος 2, και 41 της οδηγίας περί διαδικασιών είναι ακριβώς να καταστήσουν εφικτό για τα κράτη μέλη το να μην παρακωλύεται η αποτελεσματική εφαρμογή των διαδικασιών επιστροφής από την υποβολή νέων αιτήσεων οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «καταχρηστικές».


27 —      Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3.1 της κανονιστικής αποφάσεως του 2000 περί αλλοδαπών προβλέπει εξαιρέσεις από το δικαίωμα του αιτούντος να παραμείνει στην ολλανδική επικράτεια ενόσω εξετάζεται η αίτησή του διεθνούς προστασίας.


28 —      Στην αγγλική απόδοση της οδηγίας περί υποδοχής χρησιμοποιείται ο όρος «detention». Ωστόσο, φρονώ ότι η διάκριση μεταξύ «détention» και «rétention» δεν είναι κρίσιμη για την εξέταση ενός ζητήματος κύρους όπως αυτό που ανακύπτει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προστασία που παρέχεται από το άρθρο 6 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή στερήσεως της ελευθερίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του.


29 —      Απόφαση Lanigan (C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


30 —      Βλ., επίσης, άρθρο 53 του Χάρτη.


31 —      Θα εξετάσω το ζήτημα αυτό στα σημεία 117 έως 125 της παρούσας γνώμης, αφού ερμηνεύσω την επίμαχη διάταξη.


32 —      Βλ. σημεία 126 έως 136 της παρούσας γνώμης.


33 —      Βλ. ΕΔΔΑ, R.U. κατά Ελλάδας, αριθ. 2237/08 § 84, 7 Ιουνίου 2011· Ahmade κατά Ελλάδας, αριθ. 50520/09 § 117, 25 Σεπτεμβρίου 2012, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας § 18.


34 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Čonka κατά Βελγίου, αριθ. 51564/99 § 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, CEDH 2002-I, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας § 28.


35 —      Βλ. απόφαση Lanigan (C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, ΕΔΔΑ, Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996 § 122, Recueil des arrêts et décisions 1996-V· A. κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα μείζονος συνθέσεως], αριθ. 3455/05 § 164, CEDH 2009· Mikolenko κατά Εσθονίας, αριθ. 10664/05 § 63, 8 Οκτωβρίου 2009· Raza κατά Βουλγαρίας, αριθ. 31465/08 § 72, 11 Φεβρουαρίου 2010, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Nabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, § 29. Τις απαιτήσεις αυτές απηχεί, μεταξύ άλλων, το άρθρο 15, παράγραφοι 1, δεύτερο εδάφιο, 4 και 5, της οδηγίας περί επιστροφής.


36 —      Συναφώς, επισημαίνω ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαδικασιών προβλέπει μεν ότι επιτρέπεται στους αιτούντες να παραμείνουν στο κράτος μέλος μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς τους, διευκρινίζει όμως ότι το εν λόγω δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής. Επομένως, προκειμένου να συμμορφώνεται με τη διάταξη αυτή, το κράτος μέλος δεν είναι υποχρεωμένο να προβλέψει ότι η υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας καθιστά άκυρη την τυχόν προγενέστερη απόφαση επιστροφής, αλλά δύναται και να προβλέψει ότι ένα τέτοιο γεγονός αναστέλλει απλώς την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής (βλ., επίσης, απόφαση Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 60). Ωστόσο, στην απόφαση περί παραπομπής, το Raad van State σημειώνει χωρίς αμφισημία ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του, προγενέστερη απόφαση επιστροφής καθίσταται άκυρη στις Κάτω Χώρες όταν ο αλλοδαπός σε βάρος του οποίου αυτή εκδόθηκε υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας.


37 —      Επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 52 («Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών»), πέμπτο εδάφιο.


38 —      Βλ., πλέον, άρθρο 26 της οδηγίας περί διαδικασιών.


39 —      C‑534/11 (EU:C:2013:343, σκέψη 55(.


40 —      Σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, μόνο η οδηγία περί επιστροφής προέβλεπε, στις απαριθμούμενες στο άρθρο της 15 περιπτώσεις και υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέσπιζε η διάταξη αυτή, τη δυνατότητα κρατήσεως του υπηκόου τρίτης χώρας σε βάρος του οποίου εκκρεμούσε διαδικασία επιστροφής.


41 —      Απόφαση Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 56).


42 —      Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, COM(2008) τελικό, σ. 6.


43 —      Σύσταση RΕC(2003)5 της επιτροπής υπουργών των κρατών μελών για τα μέτρα κράτησης αιτούντων άσυλο, υιοθετηθείσα στις 16 Απριλίου 2003 κατά την 837η σύνοδο των εκπροσώπων των υπουργών (στο εξής: σύσταση της επιτροπής υπουργών). Τέτοια αναφορά περιλαμβάνεται και στην αιτιολογική έκθεση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, έγγρ. Συμβ. 14654/2/12, 6 Ιουνίου 2013, σ. 6.


44 —      Πρόταση διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση: www.refworld.org/docid/3ae68c4634.html. Στο σημείο b της προτάσεως αυτής, η εκτελεστική επιτροπή επισήμαινε ότι «σε περίπτωση ανάγκης, είναι δυνατόν να επιβληθεί κράτηση, μόνον όμως για τους λόγους που ορίζει ο νόμος και για να πραγματοποιηθούν εξακριβώσεις ταυτότητας, να προσδιοριστούν τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή η αίτηση ασύλου, να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις στις οποίες πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο κατέστρεψαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και/ή τα έγγραφα ταυτότητάς τους ή χρησιμοποίησαν πλαστά έγγραφα προκειμένου να παραπλανήσουν τις αρχές του κράτους στο οποίο σκοπεύουν να αιτηθούν άσυλο, ή για να προστατευτεί η εθνική ασφάλεια ή η δημόσια τάξη» (η υπογράμμιση δική μου).


45 —      EE 2010, C 212E, σ. 348.


46 —      Βλ. αναλυτική επεξήγηση της τροποποιημένης προτάσεως, η οποία συνοδεύει την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, COM(2011) 320 τελικό, σ. 3.


47 —      Βλ. τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη — πολιτική συμφωνία, έγγρ. Συμβ. 14112/1/12, 27 Σεπτεμβρίου 2012.


48 —      Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί υποδοχής αντιστοιχεί, από την άποψη αυτή, προς το πεδίο εφαρμογής της συστάσεως της επιτροπής υπουργών, η οποία, κατά το σημείο της 2, «δεν αφορά τα μέτρα κρατήσεως […] των αιτούντων άσυλο η αίτηση των οποίων απορρίφθηκε ως αβάσιμη και οι οποίοι κρατούνται εν αναμονή της αναχωρήσεώς τους από τη χώρα υποδοχής».


49 —      Συναφώς, είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι, στην προπαρατεθείσα απόφασή του Chalal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχτηκε, κατ’ ουσίαν, ότι προβληματισμοί σχετικά με την απειλή την οποία συνιστά ένα άτομο για την εθνική ασφάλεια μπορούν να αποτελέσουν ένδειξη για το ότι μια απόφαση που διατάσσει τη συνέχιση της κρατήσεως στο πλαίσιο διαδικασίας απελάσεως δεν είναι αυθαίρετη, εφόσον έχει καταστεί δυνατός ο έλεγχος της απειλής αυτής στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον αρχής του οικείου κράτους (ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Chalal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 122). Εντούτοις, αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ στην εν λόγω υπόθεση, στο μέτρο που ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση σε «προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου» προκειμένου να αμφισβητήσει την κράτησή του (§ 132). Κατόπιν τούτου, το Ηνωμένο Βασίλειο καθιέρωσε τη «Special Immigration Appeals Commission» και το σύστημα των «special advocates» ούτως ώστε να αντιμετωπίσει τις εντοπισθείσες από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ελλείψεις.


50 —      Βλ. σημείο 80 της παρούσας γνώμης.


51 —      Βλ. σημεία 100 έως 109 της παρούσας γνώμης.


52 —      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 42).


53 —      Όπως ορθώς παρατηρεί το Κοινοβούλιο, πρόκειται για δυνατότητα («ο αιτών μπορεί […]») και όχι για υποχρέωση των κρατών μελών, τα οποία καλούνται να καθορίσουν στο εθνικό τους δίκαιο τους λόγους για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί κράτηση (άρθρο 8, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί υποδοχής).


54 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


55 —      Βλ. σημείο 79 της παρούσας γνώμης.


56 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:94, σημεία 46 και 47).


57 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επανεξέταση Επιτροπή κατά Strack (C‑579/12 RX II, EU:C:2013:570, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου (218/82, EU:C:1983:369, σκέψη 15) καθώς και Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (C‑305/05, EU:C:2007:383, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


58 —      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (C‑305/05, EU:C:2007:383, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) καθώς και O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


59 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Wallentin-Hermann (C‑549/07, EU:C:2008:771, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


60 —      Βλ., επίσης, σημείο 92 της παρούσας γνώμης. Θα επανέλθω στον προληπτικό χαρακτήρα της επίμαχης διατάξεως στα σημεία 93 έως 99 της παρούσας γνώμης.


61 —      Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί υποδοχής αναγνωρίζει ρητώς τη δυνατότητα να διατάσσεται κράτηση από διοικητική αρχή. Βλ., για το ζήτημα αυτό, το τέλος του σημείου 120 της παρούσας γνώμης και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


62 —      Η τήρηση των απαιτήσεων αυτών αποδεικνύεται κρίσιμη, κατά περίπτωση, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμβατότητα της εν λόγω κρατήσεως προς το δικαίωμα κάθε προληπτικώς κρατούμενου προσώπου να παραπεμφθεί σύντομα ενώπιον δικαστή και να δικαστεί εντός λογικής προθεσμίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ. Βλ. σημεία 120 και 134 της παρούσας γνώμης.


63 —      C‑373/13, EU:C:2015:413.


64 —      Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, το συντομότερο μετά τη χορήγηση του σχετικού καθεστώτος, και εάν δεν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης περί του αντιθέτου, τα κράτη μέλη χορηγούν στους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα άδεια παραμονής, η οποία πρέπει να ισχύει για μία τριετία τουλάχιστον και να είναι ανανεώσιμη. Επαναλαμβάνεται, με σχεδόν ίδια διατύπωση, και στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.


65 —      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).


66 —      Απόφαση T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


67 —      Απόφαση T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


68 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


69 —      Απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 61).


70 —      Βλ., σχετικά με τις έννοιες της εθνικής ασφάλειας και της δημοσίας τάξεως στην πρώην οδηγία περί αναγνωρίσεως, απόφαση T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 80).


71 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 50).


72 —      ΕΕ L 212, σ. 12.


73 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 50).


74 —      C‑61/11 PPU, EU:C:2011:268.


75 —      Απόφαση El Dridi (C‑61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 59).


76 —      Βλ., επίσης, σημείο 98 της παρούσας γνώμης (το οποίο αφορά ωστόσο ειδικά τις ποινές φυλακίσεως).


77 —      Ωστόσο, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί υποδοχής, η πρόσβαση σε προγενέστερη διαδικασία χορηγήσεως ασύλου ενδέχεται, αναλόγως των περιστάσεων, να αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη βάσιμων λόγων ώστε να θεωρηθεί ότι ο αιτών υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου απλώς να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση μιας αποφάσεως επιστροφής.


78 —      Άρθρο 15 της οδηγίας περί επιστροφής.


79 —      C‑534/11 (EU:C:2013:343, σκέψη 49).


80 —      Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, μνημονεύοντας την απόφαση Kadzoev (C‑357/09 PPU, EU:C:2009:741, σκέψη 45), η κράτηση ενόψει απομακρύνσεως, η οποία διέπεται από την οδηγία περί επιστροφής, και η κράτηση που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο υπάγονται σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα (απόφαση Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 52).


81 —      Απόφαση Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 60).


82 —      Απόφαση Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 60).


83 —      Απόφαση Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψη 63).


84 —      Η παρατήρηση αυτή ισχύει, ασφαλώς, μόνο στο μέτρο που η αρμόδια εθνική αρχή δεν έχει ακόμα αποφανθεί οριστικά επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εξακολουθεί συνεπώς να είναι «αιτών» κατά την έννοια της οδηγίας περί υποδοχής. Βλ. σημεία 72 και 73 της παρούσας γνώμης.


85 —      Η εν λόγω ερμηνεία είναι, υπό την έννοια αυτή, συνεπής προς τις αρχές που απορρέουν από τα άρθρα 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ, τα οποία υπομνήσθηκαν ανωτέρω στην περιγραφή του νομικού πλαισίου.


86 —      Προσθέτω ότι η απαγόρευση εισόδου έχει γενικό προληπτικό χαρακτήρα («δεν επιθυμούμε να εισέλθει εκ νέου στο έδαφός μας ο συγκεκριμένος αλλοδαπός»), ενώ η επίμαχη διάταξη αποσκοπεί ειδικότερα στην αποτροπή προσβολής της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται ήδη στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.


87 —      Βλ. αιτιολογική σκέψη 15 της εν λόγω οδηγίας.


88 —      Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει, στο πλαίσιο ερμηνείας της οδηγίας περί επιστροφής, ότι η έννοια «κίνδυνος διαφυγής» διακρίνεται από την έννοια «κίνδυνος για τη δημόσια τάξη». Βλ. απόφαση Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το ίδιο ισχύει, a fortiori, και για την έννοια «εθνική ασφάλεια».


89 —      Όπως επισήμανα στο σημείο 53 της παρούσας γνώμης, εν προκειμένω δεν θα εξετάσω το ζήτημα του κύρους των σημείων αʹ και βʹ υπό το πρίσμα του άρθρου 6 του Χάρτη, το οποίο ανακύπτει στην υπόθεση C‑18/16, K.


90 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση ΕΔΔΑ, Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα μείζονος συνθέσεως], αριθ. 13229/03, § 43, CEDH 2008, και Stanev κατά Βουλγαρίας [τμήμα μείζονος συνθέσεως], αριθ. 36760/06, § 144, CEDH 2012.


91 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση ΕΔΔΑ, Velinov κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αριθ. 16880/08, § 49, 19 Σεπτεμβρίου 2013.


92 —      Βλ. σημεία 93 έως 99 της παρούσας γνώμης.


93 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Guzzardi κατά Ιταλίας, 6 Νοεμβρίου 1980, § 100, σειρά Α αριθ. 39.


94 —      Σχετικό παράδειγμα έδωσα στο σημείο 87 της παρούσας γνώμης.


95 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Eriksen κατά Νορβηγίας, 27 Μαΐου 1997 § 86, Recueil des arrêts et décisions 1997-III, καθώς και M. κατά Γερμανίας, αριθ. 19359/04, § 89, CEDH 2009.


96 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Ciulla κατά Ιταλίας, 22 Φεβρουαρίου 1989, § 38, σειρά A αριθ. 148, καθώς και Ostendorf κατά Γερμανίας, αριθ. 15598/08, § 68 και 85, 7 Μαρτίου 2013.


97 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Epple κατά Γερμανίας, αριθ. 77909/01, § 35, 24 Μαρτίου 2005.


98 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Ostendorf κατά Γερμανίας, § 86.


99 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, De Jong, Baljet και Van den Brink κατά Κάτω Χωρών, 24 Μαΐου 1984, § 51, σειρά Α αριθ. 77.


100 —      Βλ. σημείο 62 της παρούσας γνώμης.


101 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Νabil κ.λπ. κατά Ουγγαρίας, § 38.


102 —      C‑534/11 (EU:C:2013:343, σκέψη 60).


103 —      Βλ. τη νομολογία που μνημονεύθηκε στο σημείο 62 της παρούσας γνώμης.


104 —      Συνεπώς, η απόφαση επιστροφής δεν πρέπει να έχει καταστεί άκυρη, όπως φαίνεται ότι συνέβη στη διαφορά της κύριας δίκης (βλ. σημείο 35 της παρούσας γνώμης).


105 —      Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Α. κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα μείζονος συνθέσεως], § 164.


106 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Ostendorf κατά Γερμανίας, § 90 έως 103.


107 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Ostendorf κατά Γερμανίας, § 90. Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα απόφαση Epple κατά Γερμανίας, § 37.


108 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Ostendorf κατά Γερμανίας, § 90.


109 —      Εμπνεόμενο από το βελγικό δίκαιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι στην κατηγορία των «αλητών» μπορούν να υπαχθούν πρόσωπα που δεν διαθέτουν ούτε σταθερή κατοικία ούτε μέσα για τη συντήρησή τους και που δεν ασκούν συνήθως ούτε επιτήδευμα ούτε επάγγελμα (ΕΔΔΑ, De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου, 18 Ιουνίου 1971, § 68, σειρά Α αριθ. 12). Πρόκειται ωστόσο για πολύ παλαιά νομολογία και κατά τη γνώμη μου είναι αμφίβολο αν αυτή εξακολουθεί σήμερα να ισχύει.


110 —      Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Enhorn κατά Σουηδίας, αριθ. 56529/00, § 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, CEDH 2005-Ι.


111 —      Για μια γενική επισκόπηση της προστασίας που παρέχεται με βάση το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, βλ. Guide sur l’article 5 — Droit à la liberté et à la sûreté, Publications du Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2014, διαθέσιμο στην ακόλουθη διεύθυνση: www.echr.coe.int (Jurisprudence — Analyse jurisprudentielle — Guides sur la jurisprudence).


112 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα μείζονος συνθέσεως], § 67, και Suso Musa κατά Μάλτας, αριθ. 42337/12, § 92, 23 Ιουλίου 2013.


113 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Suso Musa κατά Μάλτας, § 92 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


114 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ προπαρατεθείσα απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 68 έως 74, καθώς και James, Wells και Lee κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 25119/09, 57715/09 και 57877/09, § 191 έως 195, 18 Σεπτεμβρίου 2012.


115 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


116 —      Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στις αναπτύξεις σχετικά με το περιεχόμενο της επίμαχης διατάξεως, ιδίως στα σημεία 88 έως 113 της παρούσας γνώμης.


117 —      Άρθρο 8, παράγραφος 2, in fine, της οδηγίας περί υποδοχής.


118 —      Άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί υποδοχής.


119 —      Άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.


120 —      Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Rahimi κατά Ελλάδας, αριθ. 8687/08, § 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, 5 Απριλίου 2011, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση R.U. κατά Ελλάδας, § 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


121 —      Άρθρο 5, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, καθώς και ΕΔΔΑ, Abdolkhani και Karimnia κατά Τουρκίας, αριθ. 30471/08, § 136, 22 Σεπτεμβρίου 2009.


122 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Mahdi (C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


123 —      Παρά ταύτα, δεν αποκλείω a priori τη δυνατότητα, στο πλαίσιο κρατήσεως που διατάσσεται με βάση την επίμαχη διάταξη, η έκταση της απαιτούμενης αιτιολογίας να περιορίζεται ενόψει ακριβώς του σκοπού προστασίας της εθνικής ασφάλειας. Επομένως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή είναι δυνατόν να μην επιθυμεί να κοινοποιήσει στον αιτούντα ορισμένα από τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η απόφαση που διατάσσει την κράτησή του, επικαλούμενη λόγους αναγόμενους στην ασφάλεια του κράτους. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό υπερβαίνει τα όρια της προκείμενης διαδικασίας και συνεπώς δεν θα το διερευνήσω περαιτέρω.


124 —      Βλ. σημείο 120 της παρούσας γνώμης.


125 —      Άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ.


126 —      ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Rahimi κατά Ελλάδας, § 113 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


127 —      Η παράγραφος 6 του άρθρου αυτού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, της κρατήσεως που διατάσσεται από τις διοικητικές αρχές, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη να παρέχουν στην περίπτωση αυτή δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση στους αιτούντες διεθνή προστασία.