Language of document : ECLI:EU:T:2021:782

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 27ης Οκτωβρίου 2016 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Οδηγία 2007/23/ΕΚ – Διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας – Άρθρο 6 – Ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας – Εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις για τη διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά – Υποχρέωση προηγούμενης δηλώσεως σε εθνικό οργανισμό αρμόδιο να ελέγχει και να τροποποιεί τις οδηγίες χρήσεως των ειδών πυροτεχνίας»

Στην υπόθεση C‑220/15,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 12 Μαΐου 2015,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον D. Kukovec και την A. C. Becker, επικουρούμενους από τον B. Wägenbaur, Rechtsanwalt,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους T. Henze και J. Möller καθώς και από την K. Petersen,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, M. Βηλαρά (εισηγητή), J. Malenovský, M. Safjan και D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Απριλίου 2016,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ορίζοντας, καθ’ υπέρβαση των απαιτήσεων της οδηγίας 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας (ΕΕ 2007, L 154, σ. 1), και ανεξάρτητα από την προηγούμενη πραγματοποίηση αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, αφενός, ότι πριν τα είδη αυτά διατεθούν στην αγορά πρέπει να υποβάλλονται στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του Erste Verordnung zum Sprengstoffgesetz (πρώτου κανονισμού εφαρμογής του νόμου περί εκρηκτικών υλών, BGBI.1991 I, σ. 169), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 25ης Ιουλίου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 2749) (στο εξής: SprengV) (στο εξής: επίμαχη διαδικασία δηλώσεως) και, αφετέρου, ότι το Bundesanstalt für Materialforschung und -prüfung (Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Ερευνών και Ελέγχου των Υλικών, Γερμανία, στο εξής: BAM) έχει την εξουσία, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να ελέγχει και εφόσον χρειάζεται να τροποποιεί τις οδηγίες χρήσεως των ειδών αυτών (στο εξής: επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

2        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 8, 16, 19 και 20 της οδηγίας 2007/23 προβλέπουν τα εξής:

«(1)      Οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας διαφέρουν, ιδίως όσον αφορά πτυχές όπως η ασφάλεια και τα χαρακτηριστικά απόδοσης.

(2)      Οι εν λόγω νόμοι, κανονισμοί και διοικητικές διατάξεις, εφόσον ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, θα πρέπει να εναρμονίζονται ώστε να επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας εντός της εσωτερικής αγοράς, ενώ παράλληλα θα εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και της ασφαλείας και της προστασίας των καταναλωτών και των επαγγελματιών τελικών χρηστών.

[...]

(8)      Σύμφωνα με τις αρχές που εκτίθενται στο ψήφισμα του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1985, για τη νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης [ΕΕ 1985, C 136, σ. 1], είδος πυροτεχνίας θα πρέπει να έχει συμμορφωθεί με την παρούσα οδηγία όταν διατίθεται για πρώτη φορά στην κοινοτική αγορά. [...]

[...]

(16)      Σύμφωνα με τη “Νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης” για τα είδη πυροτεχνίας που παράγονται με βάση εναρμονισμένα πρότυπα, θα πρέπει να ισχύει τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας της παρούσας οδηγίας.

[...]

(19)      Για τη διάθεσή τους στην αγορά, τα είδη πυροτεχνίας θα πρέπει να φέρουν σήμανση CE με την οποία να δηλώνεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας.

(20)      Σύμφωνα με τη “Νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης”, απαιτείται να θεσπισθεί διαδικασία ρήτρας διασφάλισης που θα παρέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης της συμμόρφωσης είδους πυροτεχνίας ή περιπτώσεων αστοχίας. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα για να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που φέρουν τη σήμανση CE, ή να τα αποσύρουν από την αγορά εάν τα προϊόντα αυτά θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, εφόσον τα προϊόντα αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό για τον οποίον έχουν σχεδιασθεί.»

3        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23 προβλέπει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που αποσκοπούν στην ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας στην εσωτερική αγορά εξασφαλίζοντας, συγχρόνως, υψηλό επίπεδο της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και της δημόσιας ασφαλείας και της προστασίας και της ασφαλείας των καταναλωτών και λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά ζητήματα που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος.»

4        Το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής ορίζει τη «διάθεση στην αγορά» ως την «πρώτη διάθεση στην αγορά της Κοινότητας ενός μεμονωμένου προϊόντος, με σκοπό τη διανομή ή/και τη χρήση του, είτε με πληρωμή είτε δωρεάν. Πυροτεχνήματα τα οποία κατασκευάζονται για ίδια χρήση του κατασκευαστή και τα οποία έχουν εγκριθεί από κράτος μέλος προς χρήση στην επικράτειά του δεν θεωρούνται ότι έχουν διατεθεί στην αγορά».

5        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα είδη πυροτεχνίας μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, φέρουν τη σήμανση CE και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την αξιολόγηση της πιστότητας.»

6        Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

2.      Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν αποκλείουν, επίσης, τη λήψη μέτρων από κράτος μέλος τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, ασφαλείας, ή προστασίας του περιβάλλοντος, και τα οποία αποσκοπούν στην απαγόρευση ή στον περιορισμό της κατοχής, της χρήσης ή/και της πώλησης στο ευρύ κοινό των πυροτεχνημάτων των κατηγοριών 2 και 3, των ειδών πυροτεχνίας για το θέατρο και άλλων ειδών πυροτεχνίας.»

7        Το άρθρο 14, παράγραφοι 4 και 6, της οδηγίας 2007/23 προβλέπει τα εξής:

«4.      Τα κράτη μέλη διοργανώνουν και διενεργούν την κατάλληλη επιτήρηση των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το τεκμήριο της πιστότητας των προϊόντων που φέρουν τη σήμανση CE.

[...]

6.      Οσάκις κράτος μέλος διαπιστώνει ότι, είδος πυροτεχνίας που φέρει τη σήμανση CE, συνοδεύεται από δήλωση πιστότητας ΕΚ και χρησιμοποιείται για το σκοπό για τον οποίο προορίζεται, είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των ατόμων, λαμβάνει κάθε κατάλληλο προσωρινό μέτρο για την απόσυρση του είδους αυτού από την αγορά, την απαγόρευση της διάθεσής του στην αγορά ή τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας του. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά.»

 Το γερμανικό δίκαιο

8        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Sprengstoffgesetz (νόμου περί εκρηκτικών υλών, BGBl. 2002 I, σ. 3518), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 7ης Αυγούστου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 3154), προβλέπει τα εξής:

«Το ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών εξουσιοδοτείται, με εκτελεστικό κανονισμό,

[...]

3.      να ορίσει, για την προστασία των συμφερόντων που αναφέρονται στο σημείο 1,

[...]

d)      ότι γίνεται δήλωση για τις εκρηκτικές ύλες του άρθρου 1, παράγραφος 1, που αγοράζονται ή εισάγονται, και ότι η δήλωση αυτή συνοδεύεται από ορισμένα έγγραφα.»

9        Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του SprengV ορίζει τα εξής:

«Πριν από την πρώτη χρήση εντός του πεδίου εφαρμογής του νόμου, ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας εκρηκτικών υλών και ειδών πυροτεχνίας προβαίνει σε δήλωση προς το ίδρυμα. Η δήλωση πρέπει να περιλαμβάνει:

[...]

2.      τις οδηγίες που απαιτούνται βάσει του σημείου 3, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας 2007/23/ΕΚ για τα είδη πυροτεχνίας. Το Ίδρυμα χορηγεί αριθμό ταυτοποιήσεως ως αποδεικτικό της δηλώσεως. Ο αριθμός ταυτοποιήσεως πρέπει να αναγράφεται στις οδηγίες. Το Ίδρυμα δύναται, για την πρόληψη του κινδύνου για τη ζωή και την υγεία εργαζομένων και τρίτων ή για υλικές ζημίες, να περιορίζει ή να συμπληρώνει τις οδηγίες χρήσεως του κατασκευαστή· επιτρέπονται μεταγενέστεροι περιορισμοί ή προσθήκες. Η τέταρτη περίοδος δεν έχει εφαρμογή επί των ειδών πυροτεχνίας για οχήματα ή πυροτεχνήματα των κατηγοριών 1 και 4, αν ο αριθμός ταυτοποιήσεως περιλαμβάνεται στους καταλόγους που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, σημείο 3.»

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

10      Η Επιτροπή, κατόπιν ανταλλαγής επιστολών που πραγματοποιήθηκε το 2012 στο πλαίσιο διαδικασίας «EU Pilot» (3631/12/ENTR), απηύθυνε, στις 25 Ιανουαρίου 2013, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προειδοποιητική επιστολή με την οποία υποστήριζε ότι η γερμανική ρύθμιση σχετικά με τα είδη πυροτεχνίας θεσπίζει υποχρεώσεις οι οποίες βαίνουν πέραν των υποχρεώσεων που θεσπίζονται από την οδηγία 2007/23 και δύναται να αποτελέσει περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας, τουλάχιστον για τα προϊόντα για τα οποία έχει ήδη κριθεί από κοινοποιημένο κατά το άρθρο 10 της οδηγίας οργανισμό ότι πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας.

11      Η προειδοποιητική επιστολή αφορούσε την επίμαχη διαδικασία δηλώσεως και την επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως.

12      Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 2003, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή. Περιγράφοντας την επίμαχη διαδικασία δηλώσεως, εξήγησε ότι το BAM δεν παρεμβαίνει ως κοινοποιημένος οργανισμός αρμόδιος για την αξιολόγηση της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, αλλά ασκεί ρόλο εποπτείας της αγοράς ο οποίος δεν εμπίπτει στον τομέα της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 2007/23. Υποστήριξε, επίσης, ότι, καίτοι η πρόσβαση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά υπόκειται σε εναρμονισμένες απαιτήσεις, δεν ισχύει το ίδιο για τις συσκευές αναφλέξεως. Παρατήρησε, εξάλλου, ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως αποτελεί αμελητέα επιβάρυνση για τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη επιβάρυνση. Προέβαλε, τέλος, ότι δεν προκαλείται καμία δυσμενής διάκριση για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις των κρατών μελών.

13      Στις 27 Ιανουαρίου 2014 η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επαναλαμβάνοντας τις αιτιάσεις της σχετικά με την επίμαχη διαδικασία δηλώσεως και την επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του κράτους μέλους αυτού και καλώντας το να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2007/23 εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της αιτιολογημένης γνώμης.

14      Στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή συμπλήρωνε, μεταξύ άλλων, την επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διαδικασία προκαλεί αύξηση εξόδων, εργασίας και χρόνου, όπως προέκυπτε από καταγγελία που της είχε υποβληθεί, και ότι, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί αμελητέα επιβάρυνση. Σύμφωνα με την καταγγελία αυτή, η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως μπορεί να διαρκέσει τρεις μήνες, απαιτεί την καταβολή τέλους και επιβάλλει την αποστολή δειγμάτων. Η Επιτροπή ανέφερε, επίσης, ότι η ύπαρξη οδηγιών χρήσεως σύμφωνων προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23 αποτελούσε μία εκ των βασικών απαιτήσεων της οδηγίας και ότι ο έλεγχος σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων οδηγιών γίνεται από κοινοποιημένο οργανισμό στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της πιστότητας, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται να ελεγχθούν εκ νέου οι οδηγίες χρήσεως βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Επισήμανε, τέλος, ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/23, που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη χρήση ή/και την πώληση ειδών πυροτεχνίας για λόγους δημοσίας τάξεως, ασφάλειας ή δημόσιας ασφάλειας ή προστασίας του περιβάλλοντος.

15      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με επιστολές τής 20ής Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014.

16      Ως προς την επίμαχη διαδικασία δηλώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέφερε, καταρχάς, ότι η υποχρέωση των κατασκευαστών και των εισαγωγέων ειδών πυροτεχνίας να αναγράφουν στις οδηγίες χρήσεως τον αριθμό ταυτοποιήσεως του BAM δεν εφαρμόζεται πλέον από την 27η Μαρτίου 2014. Επισήμανε, επίσης, ότι το BAM δεν είχε ποτέ πραγματοποιήσει έλεγχο για τα είδη πυροτεχνίας των οποίων είχε ήδη αξιολογηθεί η πιστότητα. Διευκρίνισε, τέλος, ότι η διαδικασία διαρκεί κατά μέσο όρο δύο ή τρεις εβδομάδες, μόνον δε λόγω ειδικών περιστάσεων η διάρκεια μπορεί να φτάσει τους τρεις μήνες.

17      Ως προς την επίδικη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενέμεινε στα επιχειρήματά της. Υποστήριξε ότι η εναρμόνιση στην οποία προέβη η οδηγία 2007/23 αφορά μόνο τη διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά και όχι τη χρήση των ειδών αυτών, οι δε απαιτήσεις που αφορούν την επισήμανση και θεσπίζονται στα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2007/23 αποτελούν τις ελάχιστες μόνο απαιτήσεις, οι οποίες μπορούν να συμπληρωθούν από τις εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς. Τέλος, μια τέτοια εξουσία δικαιολογείται όχι μόνο για λόγους προστασίας των καταναλωτών, αλλά και γενικότερα στο πλαίσιο της υποχρεώσεως προστασίας της ζωής, που απορρέει τόσο από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του Grundgesetz (Θεμελιώδους Νόμου) όσο και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

18      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

19      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, του SprengV υποβάλλει όλους τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς ειδών πυροτεχνίας στην επίμαχη διαδικασία δηλώσεως από την οποία εξαρτά την πρόσβασή τους στην αγορά και παραβαίνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23. Παρότι η εν λόγω εθνική διάταξη δεν επιβάλλει την τήρηση ουσιαστικών απαιτήσεων, υποχρεώνει όλους τους κατασκευαστές και εισαγωγείς να δηλώνουν όλα τα είδη πυροτεχνίας, ανεξαρτήτως του αν αυτά έχουν ελεγχθεί ως προς τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23 από κοινοποιημένο οργανισμό, να καταβάλλουν τέλος, να αναμένουν τη χορήγηση αριθμού ταυτοποιήσεως και να δέχονται τυχόν τροποποιήσεις των οδηγιών των ειδών αυτών προτού να μπορούν να τα διαθέσουν στην αγορά εντός της γερμανικής επικράτειας.

20      Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται, κατά την Επιτροπή, από το γεγονός ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και ότι δεν εισάγει διακρίσεις σε βάρος των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη μέλη άλλα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23 δεν απαγορεύει απλώς τις διακρίσεις, αλλά εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία όλων των ειδών πυροτεχνίας που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας. Από κανένα σημείο της οδηγίας 2007/23 δεν προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι ένα μέτρο αποτελεί περιορισμό ή εμπόδιο, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρέπει να συνιστά επιβάρυνση υπερβαίνουσα ορισμένο όριο.

21      Η Επιτροπή αντικρούει, επίσης, το επιχείρημα ότι το BAM δεν παρεμβαίνει ως κοινοποιημένος οργανισμός υπό την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2007/23 αλλά ως αρχή εποπτείας της αγοράς, υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 218, σ. 30), και ότι, συνεπώς, η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως δεν μπορεί να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 2007/23. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο BAM λειτουργεί ως αρχή εποπτείας της αγοράς, δεν μπορεί να εφαρμόζει μια πρόσθετη διαδικασία αντίθετη στην ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας. Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία 2007/23 διέπει τόσο την πρόσβαση στην αγορά όσο και την εποπτεία της αγοράς, δεδομένου ότι στο άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη διενεργούν την επιτήρηση των ειδών πυροτεχνίας «λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το τεκμήριο της πιστότητας των προϊόντων που φέρουν τη σήμανση CE».

22      Η Επιτροπή φρονεί, επίσης, ότι και η επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως αποτελεί παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για πρόσθετο έλεγχο που ασκείται αδιακρίτως για όλα τα προϊόντα, ακόμη και αν αυτά έχουν ήδη υποβληθεί σε αξιολόγηση πιστότητας που βεβαιώνεται με τη σήμανση CE.

23      Η Επιτροπή αρνείται ότι η επίδικη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως σκοπεί να απαγορεύσει ή να περιορίσει την κατοχή ή τη χρήση ειδών πυροτεχνίας υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/23. Ακόμη και αν η κατοχή και η χρήση ειδών πυροτεχνίας εμπίπτει στη ρυθμιστική εξουσία των κρατών μελών, ο έλεγχος που διενεργεί το BAM σκοπεί να ελέγξει την καταλληλότητα των οδηγιών των ειδών πυροτεχνίας από πλευράς άλλων εθνικών διατάξεων πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά και όχι να καθορίσει ζητήματα σχετικά με τη χρήση των ειδών αυτών. Η καταλληλότητα των οδηγιών χρήσεως αποτελεί, όμως, αναπόσπαστο τμήμα της αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας υπό το πρίσμα των βασικών απαιτήσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2007/23. Το τεκμήριο πιστότητας των προϊόντων που συνοδεύει τη σήμανση CE καταλαμβάνει και την καταλληλότητα των οδηγιών χρήσεώς τους αυτών.

24      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, κατά κύριο λόγο, ότι η υποχρέωση των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23, να μην απαγορεύουν, να μην περιορίζουν και να μην εμποδίζουν τη διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά αφορά μόνο την πρώτη διάθεση ενός μεμονωμένου προϊόντος στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό τη διανομή ή/και τη χρήση του είτε με πληρωμή είτε δωρεάν, σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής. Σε αντίθεση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ειδών πυροτεχνίας (ΕΕ 2013, L 178, σ. 27), η διάταξη αυτή δεν εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας εντός της Ένωσης, αλλά μόνο το πρώτο στάδιο της εμπορίας των ειδών αυτών.

25      Εξ αυτού συνάγει ότι, εφόσον τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν την εμπορία και τη διανομή των ειδών πυροτεχνίας μετά την πρώτη διάθεσή τους στην αγορά, ούτε η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως ούτε η επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως αντιβαίνουν στην οδηγία 2007/23.

26      Όσον αφορά την επίμαχη διαδικασία δηλώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, κυρίως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επαναλαμβάνει τη διαδικασία αξιολογήσεως της πιστότητας εκ μέρους κοινοποιημένου οργανισμού στην οποία πρέπει να υποβάλλονται όλα τα είδη πυροτεχνίας, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και τα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2007/23. Αφενός, η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως πραγματοποιείται σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την πρώτη διάθεση στην αγορά στην Ένωση και τη διάθεση στη γερμανική αγορά. Αφετέρου, το BAM δεν προβαίνει σε τεχνικό έλεγχο πιστότητας, υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2007/23, αλλά περιορίζεται στη χορήγηση αριθμού καταχωρίσεως ή ταυτοποιήσεως και στον έλεγχο, βάσει των προσκομιζόμενων εγγράφων, της ακρίβειας της επισημάνσεως στα είδη πυροτεχνίας.

27      Ο χορηγούμενος αριθμός ταυτοποιήσεως, ο οποίος χορηγείται απλώς ως απόδειξη της νομότυπης δηλώσεως στο BAM και προκειμένου να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των ειδών πυροτεχνίας στην αλυσίδα εφοδιασμού, δεν συνοδεύεται από πρόσθετες ουσιαστικές απαιτήσεις καθ’ υπέρβαση των βασικών απαιτήσεων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2007/23. Εξάλλου, η υποχρέωση αναγραφής του αριθμού ταυτοποιήσεως στις οδηγίες χρήσεως έχει ανασταλεί.

28      Εν πάση περιπτώσει, η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως, ως απλή τυπική δήλωση, συνοδεύεται από τις ελάχιστες διοικητικές επιβαρύνσεις, λιγότερο δεσμευτικές από τις άδειες εισαγωγής και λιγότερο επαχθείς από τις αφορώσες τους ελέγχους των αρχών εποπτείας της αγοράς, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων που μπορεί να προκληθεί από τα είδη πυροτεχνίας, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον χρειάζεται, μόνο από πρόσωπα που διαθέτουν επαρκή τεχνικά προσόντα.

29      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως, η οποία αποτελεί προπαρασκευαστικό μέτρο της εποπτείας της αγοράς ή του χρήστη είναι, εν πάση περιπτώσει, συμβατή με τις αρχές της εποπτείας της αγοράς οι οποίες θεσπίζονται από την οδηγία 2007/23.

30      Όσον αφορά την επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί επανάληψη της διαδικασίας αξιολογήσεως της πιστότητας, στο μέτρο που το σημείο 3, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος Ι, της οδηγίας 2007/23 δεν επιβάλλει στους κοινοποιημένους οργανισμούς καμία αυστηρή υποχρέωση ελέγχου των οδηγιών χρήσεως στα είδη πυροτεχνίας.

31      Στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας δηλώσεως, το BAM δεν προβαίνει σε τεχνικούς ελέγχους υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2007/13, αλλά ελέγχει μόνο το νομότυπο των οδηγιών χρήσεως βάσει των εγγράφων που προσκομίζονται. Εξάλλου, σε περίπτωση τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, το BAM δεν διατυπώνει πρόσθετες απαιτήσεις, για τις πυροτεχνικές ουσίες ή την καταλληλότητα των οδηγιών χρήσεως, πέραν των απαιτήσεων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2007/13. Ο έλεγχός του περιορίζεται στην τήρηση των απαιτήσεων που ισχύουν για τις οδηγίες χρήσεως, σύμφωνα με την οδηγία 2007/23, και αφορά αποκλειστικά τις βασικές υποχρεώσεις επισημάνσεως, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται ιδιαιτέρως σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων.

32      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει, επίσης, ότι οι κοινοποιημένοι οργανισμοί δεν μπορούν να προβούν σε πλήρη έλεγχο του νομοτύπου των οδηγιών χρήσεως των ειδών πυροτεχνίας κατά την χρόνο της αξιολογήσεως της συμμορφώσεως και της επισημάνσεως στην επίσημη γλώσσα ή στις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους εντός του οποίου διατίθενται στον χρήστη Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών αυτών δεν είναι ακόμη γνωστά τα εν λόγω κράτη μέλη. Επισημαίνει, επίσης, ότι τα διάφορα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/16, ήτοι τα ελάχιστα όρια ηλικίας, οι οδηγίες χρήσεως και η ελάχιστη απόσταση ασφαλείας, δεν είναι ακόμη γνωστά κατά τον χρόνο αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών αυτών.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, σημείο 2, και του άρθρου 6 της οδηγίας 2007/23

33      Επισημαίνεται ότι η οδηγία 2007/23 καταργήθηκε με την οδηγία 2013/29 από 1ης Ιουλίου 2015. Η υπό κρίση προσφυγή αφορά, όμως, μόνο τις υποχρεώσεις που υπείχε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23.

34      Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, δεν περιορίζουν και δεν παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23.

35      Εξάλλου, το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 2007/23 ορίζει τη «διάθεση στην αγορά» ως την «πρώτη διάθεση στην αγορά της Κοινότητας ενός μεμονωμένου προϊόντος, με σκοπό τη διανομή ή/και τη χρήση του, είτε με πληρωμή είτε δωρεάν».

36      Συνεπώς, όταν είδος πυροτεχνίας έχει ήδη διατεθεί στην αγορά της Ένωσης, δηλαδή στην επικράτεια ενός εκ των κρατών μελών, πληρώντας τις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23, τα λοιπά κράτη μέλη, κατ’ αρχήν, δεν δύνανται πλέον να εμποδίσουν την εμπορία και τη διανομή του στην επικράτειά τους, επιβάλλοντας μεταξύ άλλων, καθ’ υπέρβαση των ανωτέρω απαιτήσεων, την τήρηση υποχρεώσεων ή πρόσθετων διατυπώσεων που δεν προβλέπονται από την οδηγία αυτή. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για διάθεση στην αγορά ενός μεμονωμένου προϊόντος, υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, αν το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σύνολο της αγοράς της Ένωσης.

37      Ως προς το ζήτημα αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, όμως, βάσει γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23, επικεντρωμένης στο ορισμό της έννοιας της «διαθέσεως στην αγορά» που παρατίθεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, ότι η εν λόγω οδηγία εγγυάται μόνο την πρώτη διάθεση ειδών πυροτεχνίας στο εμπόριο, δηλαδή το πρώτο στάδιο της εμπορίας τους, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να είναι αρμόδια να ρυθμίζουν όλα τα μεταγενέστερα στάδια της διανομής των ειδών αυτών, μέχρι τη λιανική πώληση προς τον τελικό καταναλωτή.

38      Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

39      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, για την ερμηνεία διατάξεως της Ένωσης, κατά πάγια νομολογία, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1993, Findling Wälzlager, C‑136/91, EU:C:1993:133, σκέψη 11, και της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Hassan, C-163/15, EU:C:2016:71, σκέψη 19). Το ιστορικό της θεσπίσεως μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης επίσης μπορεί να προσφέρει στοιχεία κρίσιμα για την ερμηνεία της (βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle, C-370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 135, καθώς και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50).

40      Εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 19, καθώς και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23, προκύπτει ότι βασικός σκοπός της οδηγίας αυτής είναι να εμποδίσει τους φραγμούς που προκαλούνται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο από διαφορές στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις των κρατών μελών σχετικά με την οριζόμενη στην οδηγία διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά, και συνεπώς να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών αυτών στην εσωτερική αγορά, εξασφαλίζοντας συγχρόνως υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και της δημόσιας ασφάλειας καθώς και υψηλό επίπεδο προστασίας της ασφάλειας των καταναλωτών και των επαγγελματιών τελικών χρηστών.

41      Υπενθυμίζεται, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι σύμφωνα με τη «νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης» στην οποία αναφέρεται η οδηγία στις αιτιολογικές σκέψεις 8, 16 και 20, η οδηγία αυτή διευκρινίζει τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας που πρέπει να πληρούν τα είδη πυροτεχνίας, οι οποίες τίθενται σε εφαρμογή με εναρμονισμένα πρότυπα και εθνικά πρότυπα μεταφοράς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-100/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2293, σκέψη 51).

42      Για τη διάθεση των ειδών αυτών στην αγορά, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 16 και 19, τα κράτη μέλη τεκμαίρουν ότι τα είδη πυροτεχνίας που φέρουν τη σήμανση CE πληρούν τις βασικές απαιτήσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής.

43      Εξάλλου, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/13, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν την εμπορία των ειδών πυροτεχνίας σε ολόκληρη την Ένωση, εκτός αν τα μέτρα που θεσπίζουν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ανωτέρω οδηγίας ή αφορούν την εποπτεία της αγοράς που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής.

44      Συνεπώς, τα είδη πυροτεχνίας με τη σήμανση CE, η οποία πιστοποιεί τη συμμόρφωσή τους προς τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23, πρέπει, κατ’ αρχήν, να μπορούν να κυκλοφορούν χωρίς εμπόδια και περιορισμούς σε όλη την Ένωση, από την πρώτη διάθεσή τους στην αγορά σε κάποιο κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των μέτρων που δύνανται να λάβουν τα κράτη μέλη για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή προστασίας του περιβάλλοντος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής ή, προσωρινά, στο πλαίσιο της εποπτείας της αγοράς, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 6, της ίδιας οδηγίας και τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 16 της οδηγίας.

45      Συνεπώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23 δεν έχει την έννοια ότι εγγυάται την πρώτη μόνο διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά, παρά τον ορισμό που δίνεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της ίδιας οδηγίας.

46      Κάθε διαφορετική ερμηνεία θα στερούσε στην πράξη από την ουσία του τον μηχανισμό που θεσπίζει η οδηγία 2007/23, είτε πρόκειται για τον ορισμό των βασικών απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν τα είδη πυροτεχνίας είτε για τους ελέγχους στους οποίους οφείλουν τα κράτη μέλη να υποβάλλουν τα είδη αυτά, τόσο πριν όσο και μετά την πρώτη διάθεσή τους στην αγορά, μέσω του ελέγχου της πιστότητάς τους, της σημάνσεως CE και της εποπτείας της αγοράς.

47      Εξάλλου, υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2007/23. Συγκεκριμένα, η οδηγία αυτή επαναλαμβάνει πιστά τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν τη «νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης», όπως υπενθυμίζονται από την Επιτροπή στην ανακοίνωσή της COM(2003) 240 τελικό, της 7ης Μαΐου 2003, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «Ενίσχυση της εφαρμογής των οδηγιών της νέας προσέγγισης».

48      Υπό το πρίσμα της ανωτέρω αναλύσεως πρέπει να εξεταστεί αν είναι συμβατές με την οδηγία 2007/23 η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως και η επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως.

 Επί της συμβατότητας της επίμαχης διαδικασίας δηλώσεως προς την οδηγία 2007/23

49      Διαπιστώνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, του SprengV, η χρήση των ειδών πυροτεχνίας στη Γερμανία υπόκειται στην προϋπόθεση τα είδη αυτά να έχουν δηλωθεί στο BAM, συνοδευόμενα από τις οδηγίες χρήσεως, από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα και να έχουν λάβει αριθμό ταυτοποιήσεως ο οποίος πρέπει στη συνέχεια να αναγράφεται επί των οδηγιών χρήσεως.

50      Η διάταξη αυτή υποβάλλει, ως εκ τούτου, την πρόσβαση των ειδών πυροτεχνίας στη γερμανική αγορά σε διατυπώσεις οι οποίες, αφενός, προστίθενται στις απαιτήσεις που θεσπίζει η οδηγία 2007/23, και ειδικότερα στη διαδικασία αξιολογήσεως της πιστότητας στην οποία πρέπει υποχρεωτικά να υποβληθούν τα είδη αυτά για να διατεθούν στην αγορά και, αφετέρου, ενδέχεται να οδηγήσουν στην είσπραξη τέλους διεκπεραιώσεως.

51      Συνεπώς, αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας την οποία εγγυάται το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23.

52      Το ότι οι διατυπώσεις αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως για τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, δεν αποτελούν επανάληψη της προβλεπόμενης στο άρθρο 2007/23 διαδικασίας αξιολογήσεως της πιστότητας και αντιπροσωπεύουν ελάχιστη μόνο διοικητική ή οικονομική επιβάρυνση για τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς δεν μπορεί να επηρεάσει το ανωτέρω συμπέρασμα.

53      Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι, κατά πάγια νομολογία, μέτρο δυνάμενο να παρακωλύσει τις εισαγωγές πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, έστω και αν η παρακώλυση είναι μικρή (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, Radlberger Getränkegesellschaft και S. Spitz, C-309/02, EU:C:2004:799, σκέψη 68 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)

54      Το γεγονός και μόνο ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως εφαρμόζεται για όλα τα είδη πυροτεχνίας που διατίθενται στην αγορά σε κράτος μέλος σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23 αρκεί προκειμένου να διαπιστωθεί ότι υφίσταται η προβαλλόμενη παράβαση, με τη διευκρίνιση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν επικαλέστηκε δικαιολογίες στηριζόμενες στη δημοσία τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία του περιβάλλοντος, που προβλέπονται στη άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.

55      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως αποτελεί προπαρασκευαστικό μέτρο της εποπτείας της αγοράς ή του χρήστη το οποίο είναι, εν πάση περιπτώσει, συμβατό με τις αρχές που θεσπίζονται στο άρθρο 14 της οδηγίας 2007/23.

56      Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, ωστόσο, να γίνει δεκτό.

57      Πράγματι, το άρθρο 14, παράγραφος 6, της οδηγίας 2007/23 προβλέπει μεν τη δυνατότητα κράτους μέλους να λάβει κατάλληλα προσωρινά μέτρα για την απόσυρση από την αγορά είδους πυροτεχνίας που πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής, δηλαδή διαθέτει σήμανση CE, που συνοδεύεται από δήλωση πιστότητας ΕΚ και χρησιμοποιείται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται, για την απαγόρευση της προσβάσεως στην αγορά ή ακόμη και για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας, όταν το είδος αυτό είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των προσώπων.

58      Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών του, η εποπτεία της αγοράς που πρέπει να οργανώσουν και να εφαρμόσουν τα κράτη μέλη στηρίζεται, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας 2007/23, στο τεκμήριο πιστότητας των ειδών που διαθέτουν τη σήμανση CE και συνεπώς δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διενέργεια συστηματικού ελέγχου σε όλα τα είδη πυροτεχνίας που διατίθενται στη Γερμανία όπως αυτός τον οποίο συνεπάγεται η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως.

59      Εν πάση περιπτώσει, το κράτος μέλος που επιθυμεί να θεσπίσει τέτοιο μέτρο υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 6, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 2007/23, μόνο δε η Επιτροπή, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, διαθέτει την εξουσία να κρίνει κατά πόσον ένα τέτοιο μέτρο είναι δικαιολογημένο. Η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως δεν προβλέπει, όμως, την ενημέρωση της Επιτροπής και επιβάλλεται, χωρίς προηγούμενη άδεια της Επιτροπής, σε κάθε κατασκευαστή και εισαγωγέα που επιθυμεί να διαθέσει είδη πυροτεχνίας στην αγορά της Γερμανίας.

60      Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβλέποντας, καθ’ υπέρβαση των απαιτήσεων της οδηγίας 2007/23 και ανεξάρτητα από την προηγούμενη πραγματοποίηση αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, ότι πρέπει να εφαρμόζεται για τα είδη αυτά η επίμαχη διαδικασία δηλώσεως πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

 Επί της συμβατότητας της επίμαχης εξουσίας τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως προς την οδηγία 2007/23

61      Διαπιστώνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, του SprengV προβλέπει ότι το BAM δύναται, για την πρόληψη κινδύνου για τη ζωή και την υγεία εργαζομένων και τρίτων ή κινδύνου υλικών ζημιών, να περιορίζει ή να συμπληρώνει τις οδηγίες χρήσεως του κατασκευαστή είδους πυροτεχνίας, ενώ επιτρέπονται και μεταγενέστεροι περιορισμοί ή προσθήκες.

62      Η επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, που εντάσσεται στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας δηλώσεως, συνεπάγεται ότι η πρόσβαση στη γερμανική αγορά ειδών πυροτεχνίας που έχουν διατεθεί σε κράτη μέλη άλλα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπόκειται σε συστηματικό έλεγχο των οδηγιών χρήσεως, ο οποίος προστίθεται στους ελέγχους που διεξάγονται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από την οδηγία 2007/23 διαδικασίας αξιολογήσεως της πιστότητας.

63      Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών του, το σημείο 3, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος I της οδηγίας 2007/23 προβλέπει ότι οι οδηγίες χρήσεως κάθε είδους πυροτεχνίας και, εφόσον απαιτείται, οι επισημάνσεις σχετικά με τον ασφαλή χειρισμό, την αποθήκευση, τη χρήση, συμπεριλαμβανομένων των αποστάσεων ασφαλείας, και τη διάθεση πρέπει να ελέγχονται, στην επίσημη γλώσσα ή στις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους προορισμού.

64      Η εξουσία που αναγνωρίζεται στο BAM κατά τα ανωτέρω αποτελεί, συνεπώς, εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας την οποία εγγυάται το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23.

65      Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβλέποντας, καθ’ υπέρβαση των απαιτήσεων της οδηγίας 2007/23 και ανεξάρτητα από την προηγούμενη πραγματοποίηση αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, ότι το BAM διαθέτει την επίμαχη εξουσία τροποποιήσεως των οδηγιών χρήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

66      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, η τελευταία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβλέποντας, καθ’ υπέρβαση των απαιτήσεων της οδηγίας 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας, και ανεξάρτητα από την προηγούμενη πραγματοποίηση αξιολογήσεως της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, αφενός, ότι πριν τα είδη αυτά διατεθούν στην αγορά πρέπει να υποβάλλονται στη διαδικασία που θεσπίζει το άρθρο 6, παράγραφος 4, του Erste Verordnung zum Sprengstoffgesetz (πρώτου κανονισμού εφαρμογής του νόμου περί εκρηκτικών υλών), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 25ης Ιουλίου 2013, και, αφετέρου, ότι το Bundesanstalt für Materialforschung und -prüfung (Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Ερευνών και Ελέγχου των Υλικών, Γερμανία) έχει την εξουσία, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, να ελέγχει και, εφόσον χρειάζεται, να τροποποιεί τις οδηγίες χρήσεως των ειδών αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

2)      Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.