Language of document : ECLI:EU:T:2022:58

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 9ης Φεβρουαρίου 2022 (*)

«Εξωσυμβατική ευθύνη – Οικονομική και νομισματική πολιτική – Αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους – Συμφωνία ανταλλαγής χρεογράφων προς όφελος αποκλειστικά των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος – Συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα – Ρήτρες συλλογικής δράσης – Ιδιώτες πιστωτές – Δημόσιοι πιστωτές – Καταλογισμός – Κατάφωρη παράβαση κανόνος δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες – Άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Άρθρα 120 έως 127 και άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Ίση μεταχείριση»

Στην υπόθεση T‑868/16,

QI και οι λοιποί ενάγοντες τα ονόματα των οποίων παρατίθενται στο παράρτημα (1), εκπροσωπούμενοι από τον Σ. Παππά, δικηγόρο,

ενάγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους J.-P. Keppenne, L. Flynn και T. Maxian Rusche,

και

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT), εκπροσωπούμενης από τον K. Laurinavičius και την M. Szablewska, επικουρούμενους από τον H.‑G. Kamann, δικηγόρο,

εναγομένων,

υποστηριζόμενων από το

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

και το

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

εκπροσωπούμενα από τις K. Michoel, E. Χατζηιωακειμίδου και J. Bauerschmidt,

παρεμβαίνοντα,

με αντικείμενο αγωγή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν, κατόπιν της εφαρμογής υποχρεωτικής ανταλλαγής κρατικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2012, η οποία προέβλεπε συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών και εφαρμογή ρητρών συλλογικής δράσης, λόγω συμπεριφορών και πράξεων, ιδίως, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΚΤ,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, V. Kreuschitz (εισηγητή) και N. Półtorak, δικαστές,

γραμματέας: F. Oller, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 12ης Σεπτεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (2)

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 21 Οκτωβρίου 2009 η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε στη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) δημοσιονομικό έλλειμμα αναθεωρημένο προς τα άνω και ανερχόμενο στο 12,5 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕγχΠ), έναντι ποσοστού 3,7 % του ΑΕγχΠ που είχε ανακοινωθεί την άνοιξη του 2009. Η ως άνω αναθεώρηση των οικονομικών δεικτών της Ελληνικής Δημοκρατίας δημιούργησε αμφιβολίες ως προς τη φερεγγυότητά της και, ως εκ τούτου, προκάλεσε αύξηση των επιτοκίων των ελληνικών χρεογράφων κατά τους πρώτους μήνες του 2010.

2        Δεδομένου ότι η κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους ενδέχετο να είχε επιπτώσεις στα λοιπά κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και ενείχε κινδύνους για τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της, οι αρχηγοί των κρατών και των κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν, κατά τη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου 2010, να δημιουργηθεί, με τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ένας διακυβερνητικός μηχανισμός στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία συνιστάμενος σε συντονισμένο διμερή δανεισμό με επιτόκια που θα διαμορφώνονται με μη χαριστικούς όρους.

3        Στα τέλη Απριλίου του 2010 ένας οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβάθμισε τα ελληνικά ομόλογα στην κατηγορία BBB‐ από BB+, κατάταξη που υποδήλωνε χρέος υψηλού κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό, στις 27 Απριλίου 2010 ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Standard & Poor’s (S & Ρ) προειδοποίησε τους κατόχους ελληνικών χρεογράφων ότι οι πιθανότητες να τους επιστραφούν τα χρήματά τους σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους ή στάσης πληρωμών εκ μέρους του Ελληνικού Δημόσιου ήταν κατά μέσο όρο μεταξύ 30 και 50 %.

4        Στις 23 Απριλίου 2010 η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την ενεργοποίηση του προαναφερθέντος στη σκέψη 2 διακυβερνητικού μηχανισμού στήριξης. Στις 2 Μαΐου 2010, βάσει του εν λόγω μηχανισμού στήριξης, τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για να χορηγηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία το ποσό των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού πακέτου ύψους 110 δισεκατομμυρίων ευρώ το οποίο χορηγούνταν από κοινού με το ΔΝΤ.

5        Στις 9 Μαΐου 2010, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ecofin, αποφασίσθηκε να ληφθεί σειρά μέτρων στα οποία περιλαμβάνονταν, αφενός, η έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 407/2010 του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2010, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης (ΕΕ 2010, L 118, σ. 1), βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ). Στις 7 Ιουνίου 2010 δημιουργήθηκε το ΕΤΧΣ και τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ υπέγραψαν με το ΕΤΧΣ τη συμφωνία-πλαίσιο σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το ΕΤΧΣ επρόκειτο να παράσχει στήριξη προς επίτευξη σταθερότητας.

6        Με ανακοινωθέν Τύπου της 10ης Μαΐου 2010, η ΕΚΤ ανακοίνωσε την εφαρμογή προγράμματος αγοράς κρατικών χρεογράφων στη δευτερογενή αγορά χρεογράφων (στο εξής: πρόγραμμα αγοράς χρεογράφων).

7        Στις 14 Μαΐου 2010 η EKT εξέδωσε την απόφαση 2010/281/ΕΕ, σχετικά με τη θέσπιση προγράμματος για τις αγορές τίτλων (ΕΚΤ/2010/5) (ΕΕ 2010, L 124, σ. 8), βάσει του άρθρου 127, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 18, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ 2010, C 83, σ. 230, στο εξής: καταστατικό ΕΣΚΤ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού ΕΣΚΤ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες συγκροτούν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ). Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ συγκροτούν το Ευρωσύστημα.

8        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 3 και 5 της απόφασης 2010/281 αναφέρουν, ειδικότερα, τα εξής:

«(2)            Λαμβάνοντας υπόψη τις έκτακτες περιστάσεις που επικρατούν σήμερα στις χρηματαγορές, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι ισχυρές εντάσεις που εκδηλώνονται σε ορισμένους τομείς της αγοράς, παρακωλύοντας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα, στις 9 Μαΐου 2010 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε και ανακοίνωσε δημόσια ότι θα πρέπει να θεσπιστεί προσωρινό πρόγραμμα για τις αγορές τίτλων (εφεξής το “πρόγραμμα”). Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τόσο οι [εθνικές κεντρικές τράπεζες] της ζώνης του ευρώ, με βάση τα μερίδια συμμετοχής τους στην κλείδα κατανομής για την εγγραφή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, όσο και η ΕΚΤ δύνανται να πραγματοποιούν παρεμβάσεις στις ιδιωτικές και τις δημόσιες αγορές χρεογράφων στη ζώνη του ευρώ, διενεργώντας οριστικές πράξεις απευθείας με τους αντισυμβαλλόμενους.

(3)            Το πρόγραμμα εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος και θα τύχει προσωρινής εφαρμογής. Σκοπός του προγράμματος είναι η αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας των αγορών τίτλων και η αποκατάσταση του προσήκοντος μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

[…]

(5)            Δεδομένου ότι η αγορά αποδεκτών διαπραγματεύσιμων χρεογράφων με οριστικές πράξεις από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος βάσει του προγράμματος εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος, θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους της παρούσας απόφασης.»

9        Το άρθρο 1 της απόφασης 2010/281 ορίζει ότι «οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος δύνανται να αγοράζουν […] στη δευτερογενή αγορά, αποδεκτά διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδουν κεντρικές διοικήσεις ή δημόσιοι φορείς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ». Το άρθρο 2 προβλέπει ως κριτήρια καταλληλότητας των χρεογράφων, μεταξύ άλλων, την προϋπόθεση να είναι αυτά «εκφρασμένα σε ευρώ» και να έχουν εκδοθεί από τις ανωτέρω κεντρικές διοικήσεις ή τους ανωτέρω δημόσιους φορείς.

10      Στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς χρεογράφων που δημιουργήθηκε με την απόφαση 2010/281, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ απέκτησαν κρατικά χρεόγραφα, μεταξύ άλλων και της Ελληνικής Δημοκρατίας, μεταξύ Μαΐου 2010 και Μαρτίου 2011, καθώς και μεταξύ Αυγούστου 2011 και Φεβρουαρίου 2012. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 2/13203/0023A της 15ης Φεβρουαρίου 2012 (ΦΕΚ Bʹ 574), υπ’ αριθ. 2/14328/0023A της 20ής Φεβρουαρίου 2012 (ΦΕΚ Bʹ 705), και υπ’ αριθ. 2/14949/0023A της 21ης Φεβρουαρίου 2012 (ΦΕΚ Bʹ 413) του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών, στο στάδιο εκείνο, η ΕΚΤ, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) κατείχαν ελληνικά χρεόγραφα συνολικής ονομαστικής αξίας 42 732 860 000 ευρώ, 13 519 799 177,59 ευρώ, και 315 350 000 ευρώ, αντιστοίχως. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκπροσωπούμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατείχε επίσης ελληνικά χρεόγραφα συνολικής ονομαστικής αξίας 106 700 000 ευρώ, μέρος των οποίων, συγκεκριμένα χρεόγραφα ονομαστικής αξίας 55 700 000 ευρώ, διαχειριζόταν η ΕΤΕπ στο όνομα και για λογαριασμό της Ένωσης. Τουτέστιν, οι θεσμικοί αυτοί πιστωτές κατείχαν ελληνικά χρεόγραφα συνολικής ονομαστικής αξίας 56 674 709 177,59 ευρώ.

11      Από τον Μάιο του 2011 η Ελληνική Δημοκρατία, τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και πλείονες πιστωτές του Ελληνικού Δημόσιου ξεκίνησαν συζητήσεις για τη δημιουργία νέου προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής, γενικός σκοπός του οποίου ήταν να δοθεί στην Ελληνική Δημοκρατία η δυνατότητα να ανακτήσει μια βιώσιμη δημοσιονομική κατάσταση. Ένα από τα στοιχεία που εξετάσθηκαν στις συζητήσεις αυτές ήταν ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιώτες πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας θα συνέβαλλαν στην ελάφρυνση του χρέους αυτού προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν στάση πληρωμών. Αρχικά, όμως, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν, ειδικότερα, στο ενδεχόμενο οικειοθελούς παράτασης της λήξης των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν ιδιώτες πιστωτές.

12      Στις 6 Ιουνίου 2011 ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών απηύθυνε επιστολή στην ΕΚΤ, στο ΔΝΤ και στους λοιπούς Υπουργούς Οικονομικών των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, προτείνοντας ανταλλαγή τίτλων με την οποία θα παρατεινόταν κατά επτά έτη η λήξη των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν ιδιώτες πιστωτές.

13      Στις 20 Ιουνίου 2011, μετά από συνεδρίαση με θέμα τη δημοσιονομική κατάσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Ευρωομάδα εξέδωσε δήλωση στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«[Λ]αμβανομένης υπόψη της δύσκολης δημοσιονομικής κατάστασης, είναι μάλλον απίθανο να ανακτήσει η [Ελληνική Δημοκρατία] πρόσβαση στην ιδιωτική αγορά μέχρι τις αρχές του 2012. Οι υπουργοί συμφώνησαν ότι, για την αναγκαία πρόσθετη χρηματοδότηση, θα χρησιμοποιηθούν τόσο δημόσιες όσο και ιδιωτικές πηγές και ενστερνίζονται την προσέγγιση όσον αφορά την επιδίωξη της εθελοντικής συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα υπό τη μορφή άτυπων και εθελοντικών αναχρηματοδοτήσεων του υφιστάμενου […] χρέους [της Ελληνικής Δημοκρατίας] κατά την ωρίμανση, με στόχο την ουσιαστική μείωση της απαιτούμενης κατ’ έτος χρηματοδότησης στο πλαίσιο του προγράμματος, ώστε να αποφευχθεί παράλληλα τυχόν επιλεκτική αναστολή πληρωμών.»

14      Κατά τη σύνοδο της 23ης και 24ης Ιουνίου 2011, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέτασε τη δημοσιονομική κατάσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας και κατέληξε συναφώς, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα:

«14.      Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί τις [ελληνικές] αρχές να εξακολουθήσουν να καταβάλλουν με αποφασιστικότητα τις αναγκαίες προσπάθειες προσαρμογής ώστε να εισέλθει [το Ελληνικό κράτος] σε βιώσιμη πορεία. Πρέπει να ολοκληρωθούν επειγόντως εντός των προσεχών ημερών η έγκριση συνολικής μεταρρυθμιστικής δέσμης, η οποία συμφωνήθηκε με την Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, και η θέσπιση από το ελληνικό κοινοβούλιο των βασικών νόμων για τη δημοσιονομική στρατηγική και τις ιδιωτικοποιήσεις. Κατόπιν του αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης που ανακοίνωσε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, [τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν] τη βάση ώστε να καθορισθούν οι κύριες παράμετροι ενός νέου προγράμματος, το οποίο υποστηρίζουν από κοινού οι εταίροι της ευρωζώνης και το ΔΝΤ, σύμφωνα με τις ισχύουσες πρακτικές και, ταυτόχρονα, να καταστεί δυνατή η εκταμίευση εγκαίρως, ώστε να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της [Ελληνικής Δημοκρατίας] τον Ιούλιο [του 2011].

15.      Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης συμφωνούν ότι η απαιτούμενη πρόσθετη χρηματοδότηση θα καλυφθεί από επίσημες και από ιδιωτικές πηγές. Ενστερνίζονται την προσέγγιση την οποία αποφάσισε η Ευρωομάδα στις 20 Ιουνίου [2011] όσον αφορά την επιδίωξη της εθελοντικής συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα με τη μορφή άτυπων και εθελοντικών αναχρηματοδοτήσεων του υφιστάμενου ελληνικού [δημοσίου] χρέους κατά την ωρίμανση με στόχο την ουσιαστική μείωση της απαιτούμενης κατ’ έτος χρηματοδότησης εντός του προγράμματος, αποφεύγοντας παράλληλα τυχόν επιλεκτική αναστολή πληρωμών.»

15      Στις 24 Ιουνίου 2011 η Fédération bancaire française, ένωση η οποία εκπροσωπεί τράπεζες που ασκούν εμπορικές δραστηριότητες στη Γαλλία, απέστειλε επιστολή στον Υπουργό Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανίας της Γαλλικής Δημοκρατίας για να προτείνει, ειδικότερα, να παραταθεί στα 30 έτη η λήξη των ανεξόφλητων ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν ιδιώτες πιστωτές, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, να μην πωλήσει η ΕΚΤ τα ελληνικά χρεόγραφά της κατά την περίοδο αυτή.

16      Με ανακοινωθέν Τύπου της 1ης Ιουλίου 2011, το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (ΔΧΙ) δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Το διοικητικό συμβούλιο του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου επιδιώκει, με τα μέλη του και τους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σε συνεργασία με τον δημόσιο τομέα και τις ελληνικές αρχές, όχι μόνο να συμβάλλει στην παροχή σημαντικής ταμειακής ρευστότητας στην [Ελληνική Δημοκρατία], αλλά και να θέσει τις βάσεις ώστε το ελληνικό χρέος να καταστεί περισσότερο βιώσιμο.

Η κοινότητα των ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών δηλώνει διατεθειμένη να καταβάλει οικειοθελώς προσπάθεια συνεργασίας με διαφάνεια και σε ευρεία κλίμακα, προκειμένου να υποστηρίξει την [Ελληνική Δημοκρατία], λόγω της ιδιαιτερότητας και του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων […].

Η συνεισφορά των ιδιωτών επενδυτών είναι συμπληρωματική της χρηματοδοτικής υποστηρίξεως και των δημόσιων πόρων, θα συνίσταται δε σε συγκεκριμένες επιλογές […]».

17      Στις 21 Ιουλίου 2011 το ΔΧΙ υπέβαλε πρόταση για πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων και παράτασης των λήξεων. Το πρόγραμμα αφορούσε την ανταλλαγή υφιστάμενων ελληνικών χρεογράφων με τέσσερα διαφορετικά μέσα, σε συνδυασμό με μηχανισμό επαναγοράς του ελληνικού δημόσιο χρέους που επρόκειτο να καθοριστεί από τον δημόσιο τομέα, και συγκεκριμένα, πρώτον, την ανταλλαγή χρεογράφων που εκδόθηκαν στο άρτιο με 30ετές μέσο· δεύτερον, την προσφορά χρεογράφων που εκδόθηκαν στο άρτιο με μετατροπή των χρεογράφων που έχουν λήξει σε 30ετή μέσα· τρίτον, την ανταλλαγή χρεωστικών τίτλων που εκδόθηκαν υπό το άρτιο με 30ετές μέσο· και, τέταρτον, την ανταλλαγή χρεογράφων που εκδόθηκαν υπό το άρτιο με 15ετές μέσο.

18      Στις 21 Ιουλίου 2011 οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και οι επικεφαλής των θεσμικών οργάνων της Ένωσης συναντήθηκαν προκειμένου να διαβουλευθούν σχετικά με τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την υπέρβαση των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η ζώνη του ευρώ.

19      Στην κοινή δήλωσή τους της 21ης Ιουλίου 2011, αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1.      Επικροτούμε τα μέτρα που έλαβε η [Ελληνική] Κυβέρνηση με στόχο τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών και τη μεταρρύθμιση της οικονομίας, καθώς και τη νέα δέσμη μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικοποίησης, η οποία θεσπίσθηκε πρόσφατα από το [Ελληνικό] Κοινοβούλιο. Πρόκειται για πρωτοφανείς, αλλά αναγκαίες προσπάθειες προκειμένου να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε βιώσιμη πορεία οικονομικής ανάπτυξης. Συνειδητοποιούμε τις προσπάθειες που απαιτούν τα μέτρα προσαρμογής για τους Έλληνες πολίτες και είμαστε βέβαιοι ότι οι θυσίες αυτές είναι αναγκαίες για την οικονομική ανάκαμψη και ότι θα συμβάλουν στη μελλοντική σταθερότητα και ευημερία της χώρας.

2.      Συμφωνούμε να στηρίξουμε ένα νέο πρόγραμμα για την [Ελληνική Δημοκρατία] και, από κοινού με το ΔΝΤ και την εθελοντική συμβολή του ιδιωτικού τομέα, να καλύψουμε πλήρως το χρηματοδοτικό έλλειμμα. Η συνολική επίσημη χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 109 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό θα σχεδιασθεί, κυρίως με χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερες προθεσμίες λήξεως, ώστε να βελτιώσει αποφασιστικά τη βιωσιμότητα του χρέους και τις δυνατότητες αναχρηματοδότησης της [Ελληνικής Δημοκρατίας]. Καλούμε το ΔΝΤ να συνεχίσει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του νέου προγράμματος για την [Ελληνική Δημοκρατία]. Ως μέσο χρηματοδότησης σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε το [ΕΤΧΣ] για την επόμενη εκταμίευση. Θα παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς την αυστηρή υλοποίηση του προγράμματος με βάση τακτική αξιολόγηση από την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.

[…]

5.      Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει επιδείξει προθυμία να υποστηρίξει την [Ελληνική Δημοκρατία] εθελοντικά αξιοποιώντας διάφορες δυνατότητες προς περαιτέρω ενίσχυση της γενικής βιωσιμότητας. Η καθαρή συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα εκτιμάται σε 37 [δισεκατομμύρια] ευρώ […]. Η πιστωτική ενίσχυση θα παρασχεθεί για να στηρίξει την ποιότητα της παροχής ασφάλειας προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω χρήση της για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις πράξεις εξασφάλισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος. Εν ανάγκη θα παράσχουμε επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.»

20      Όσον αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στο σημείο 6 της κοινής δήλωσης της 21ης Ιουλίου 2011 σημειώνονται τα εξής:

«Όσον αφορά τη γενική προσέγγισή μας για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη, επιθυμούμε να καταστήσουμε σαφές ότι η περίπτωση της [Ελληνικής Δημοκρατίας] απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα.»

21      Στις 21 Οκτωβρίου 2011 το ΔΝΤ δημοσίευσε ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«Η σκοπούμενη εφεξής εμβάθυνση του PSI [private sector involvement· συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα] μπορεί επίσης να έχει ζωτικό ρόλο στην εδραίωση της βιωσιμότητας του χρέους της [Ελληνικής Δημοκρατίας] […] Προκειμένου να αξιολογηθούν το δυνητικό εύρος των βελτιώσεων της πορείας του χρέους και οι πιθανές επιπτώσεις τους στη δημόσια χρηματοδότηση, μπορούν να ληφθούν υπόψη ενδεικτικά σενάρια στο πλαίσιο των οποίων χρησιμοποιούνται ομόλογα τα οποία πωλούνται σε τιμή κατωτέρα της ονομαστικής του αξίας με υποθετική απόδοση έξι τοις εκατό και καμία εξασφάλιση. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, με την εφαρμογή απομειώσεων ύψους 50 [%], το χρέος μπορεί να μειωθεί σε επίπεδο μόλις άνω το 120 [%] του ΑΕγχΠ έως [τα τέλη του] 2020. Δεδομένου ότι η πρόσβαση στις αγορές εξακολουθεί να καθυστερεί, απαιτείται πρόσθετη σημαντική δημόσια χρηματοδότηση, εκτιμώμενη σε περίπου 114 δισεκατομμύρια ευρώ (με βάση τις τρέχουσες υποθέσεις για πρόσβαση στις αγορές). Προκειμένου να μειωθεί ακόμη περισσότερο το χρέος, πρέπει απαραιτήτως να αυξηθεί η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα (ήτοι, για να μειωθεί το χρέος κάτω από το 110 [%] του ΑΕγχΠ [έως] το 2020, η ονομαστική αξία θα πρέπει να μειωθεί τουλάχιστον κατά 60 [%] ή/και η χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα θα πρέπει να συνοδεύεται με ευνοϊκότερους όρους). Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη για πρόσθετη δημόσια χρηματοδότηση θα μπορούσε να μειωθεί σε περίπου 109 δισεκατομμύρια ευρώ […]».

22      Κατά τη σύνοδο κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011, οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ δήλωσαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«12.      Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα έχει ζωτικό ρόλο στην εδραίωση της βιωσιμότητας του χρέους της [Ελληνικής Δημοκρατίας]. Συνεπώς χαιρετίζουμε την τρέχουσα συζήτηση μεταξύ της [Ελληνικής Δημοκρατίας] και των ιδιωτών επενδυτών της για την εξεύρεση λύσης για εμβάθυνση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα. Από κοινού με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ελληνική οικονομία, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα αναμένεται να διασφαλίσει την απομείωση της σχέσης του ελληνικού χρέους προς το ΑΕγχΠ με στόχο να φθάσει το 120 % έως το 2020. Προς τον σκοπό αυτό, καλούμε την [Ελληνική Δημοκρατία], τους ιδιώτες επενδυτές και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να διαμορφώσουν εθελοντική ανταλλαγή [χρεογράφων] με ονομαστική μείωση του 50 % επί του θεωρητικού ελληνικού χρέους που κατέχουν ιδιώτες επενδυτές. Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ θα συνεισφέρουν στο σύνολο των μέτρων συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα ποσό ύψους έως 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Στη βάση αυτή, ο επίσημος τομέας είναι έτοιμος να παράσχει πρόσθετη χρηματοδότηση του προγράμματος ύψους έως 100 [δισεκατομμύρια] ευρώ μέχρι το 2014, συμπεριλαμβανομένης της απαιτούμενης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Το νέο πρόγραμμα θα πρέπει να συμφωνηθεί έως το τέλος του 2011 και η ανταλλαγή [χρεογράφων] να εφαρμοστεί στις αρχές του 2012. Καλούμε το ΔΝΤ να συνεχίσει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του νέου ελληνικού προγράμματος.»

23      Κατά το ανακοινωθέν Τύπου του Ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών της 17ης Νοεμβρίου 2011, το Υπουργείο είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους κατόχους ελληνικών χρεογράφων για την προετοιμασία οικειοθελούς ανταλλαγής των χρεογράφων αυτών με ονομαστική μείωση ύψους 50 % επί της θεωρητικής αξίας του ελληνικού χρέους που κατείχαν οι ιδιώτες επενδυτές, κατά τα προβλεπόμενα στο σημείο 12 της δήλωσης των αρχηγών των κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ της 26ης Οκτωβρίου 2011.

24      Στις 2 Φεβρουαρίου 2012 η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε από την ΕΚΤ, δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, να διατυπώσει γνώμη σχετικά με το υπ’ αριθ. 4050/2012 ελληνικό νομοσχέδιο για τη θέσπιση κανόνων για την τροποποίηση τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημόσιου με συμφωνία των ομολογιούχων, για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία στηριζόταν ιδίως στην εφαρμογή ρητρών συλλογικής δράσης (στο εξής: CΑC).

25      Στις 15 Φεβρουαρίου 2012 η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών με νόμισμα το ευρώ, αφενός, και η Ελληνική Δημοκρατία, αφετέρου, συνήψαν συμφωνία ανταλλαγής με αντικείμενο την ανταλλαγή των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με νέα ελληνικά χρεόγραφα τα οποία είχαν ίδια ονομαστική αξία, ίδιο επιτόκιο, ίδιες ημερομηνίες καταβολής τόκων και αποπληρωμής με τους προς ανταλλαγή τίτλους, αλλά διαφορετικούς αριθμούς σειράς (κώδικες ISIN) και διαφορετικές ημερομηνίες (στο εξής: συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012).

26      Στις 17 Φεβρουαρίου 2012 η ΕΚΤ εξέδωσε τη γνώμη CON/2012/12 σχετικά με τους όρους των τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημόσιου. Από την εν λόγω γνώμη προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, πρώτον, «είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να είναι σε θέση να τηρούν ανά πάσα στιγμή τις δεσμεύσεις τους, μεταξύ άλλων ενόψει της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας», δεύτερον, «[η] περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας συνιστά εξαιρετική και μοναδική περίπτωση» (παράγραφος 2.1), τρίτον, ο σκοπός του σχεδίου νόμου είναι να διευκολύνει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και ιδίως τη θέση σε εφαρμογή μιας διαδικασίας για τη διευκόλυνση, σύμφωνα με τις CΑC, της διαπραγμάτευσης με τους κατόχους ελληνικών ομολόγων και της επίτευξης συμφωνίας με αυτούς επί πρότασης της Ελληνικής Δημοκρατίας για την ανταλλαγή των τίτλων αυτών και, ως εκ τούτου, της πιθανής αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους (παράγραφος 2.2), τέταρτον, «[η] ΕΚΤ χαιρετίζει το γεγονός ότι οι όροι της ανταλλαγής είναι προϊόν διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των εκπροσώπων των ομολογιούχων» (παράγραφος 2.3), πέμπτον, «[σ]ε γενικές γραμμές, η χρήση [CΑC] ως διαδικασία μέσω της οποίας επιτυγχάνεται ανταλλαγή ομολόγων συνάδει με τη γενική πρακτική […]» (παράγραφος 2.4) και, έκτον, «η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας παραμένει αποκλειστικά υπεύθυνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που θα διασφαλίσουν εν τέλει τη βιωσιμότητα του χρέους της» (παράγραφος 2.6).

27      Με ανακοινωθέν Τύπου της 21ης Φεβρουαρίου 2012, μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαπραγματεύσεων, το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, αφενός, δημοσιοποίησε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σχεδιαζόμενης οικειοθελούς ανταλλαγής ελληνικών χρεογράφων, η οποία ονομάστηκε συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών (Private Sector Involvement, στο εξής: PSI), και, αφετέρου, ανακοίνωσε την κατάρτιση και ψήφιση σχετικού νόμου. Η εν λόγω συναλλαγή θα περιλάμβανε αίτημα για επίτευξη συμφωνίας και πρόσκληση προς τους ιδιώτες κατόχους ορισμένων ελληνικών χρεογράφων να ανταλλάξουν τα χρεόγραφα αυτά με νέα, ονομαστικής αξίας ίσης προς το 31,5 % αυτής του ανταλλασσόμενου χρέους, καθώς και με χρεόγραφα του ΕΤΧΣ 24μηνης διάρκειας και με ονομαστική αξία ίση προς το 15 % της αξίας του ανταλλασσόμενου χρέους, χρεόγραφα τα οποία επρόκειτο να χορηγήσει η Ελληνική Δημοκρατία κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Επιπλέον, κάθε ιδιώτης επενδυτής που θα μετείχε στην ανταλλαγή θα ελάμβανε αποσπώμενους τίτλους της Ελληνικής Δημοκρατίας συνδεόμενους με το ΑΕγχΠ, με θεωρητική αξία ίση προς αυτή των νέων χρεογράφων.

28      Η δήλωση της Ευρωομάδας της ίδιας ημέρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Η Ευρωομάδα σημειώνει τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι ελληνικές αρχές και ο ιδιωτικός τομέας σχετικά με τους γενικούς όρους της προσφοράς ανταλλαγής στο πλαίσιο του PSI, η οποία αφορά όλους τους ομολογιούχους του ιδιωτικού τομέα. Η συμφωνία αυτή εξασφαλίζει ποσοστό απομειώσεως 53,5 %. Η Ευρωομάδα εκτιμά ότι η συμφωνία αυτή αποτελεί πρόσφορη βάση για την αποστολή προσκλήσεως ανταλλαγής προς τους κατόχους χρεογράφων του Ελληνικού Δημόσιου (PSI). Η επιτυχία του PSI αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για το πρόγραμμα που πρόκειται να αντικαταστήσει το τρέχον πρόγραμμα. Η Ευρωομάδα προσδοκά σημαντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών στην ανταλλαγή χρέους, γεγονός που θα συνέβαλλε ουσιωδώς στο να καταστεί το χρέος της [Ελληνικής Δημοκρατίας] βιώσιμο.

[…]

Η Ευρωομάδα επισημαίνει ότι τα χρεόγραφα του Ελληνικού Δημόσιου κατέχονται από το Ευρωσύστημα […] για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος. Η Ευρωομάδα επισημαίνει ότι τα κέρδη που προκύπτουν από τα χρεόγραφα του Ελληνικού Δημόσιου τα οποία κατέχονται από το Ευρωσύστημα, συγκαταλέγονται στα κέρδη της ΕΚΤ και των [εθνικών κεντρικών τραπεζών]. Τα κέρδη της ΕΚΤ θα καταβληθούν στις [εθνικές κεντρικές τράπεζες] σύμφωνα με τους καταστατικούς κανόνες περί κατανομής των κερδών της ΕΚΤ. Τα κέρδη των [εθνικών κεντρικών τραπεζών] θα καταβληθούν στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με τους καταστατικούς κανόνες των [εν λόγω τραπεζών] περί κατανομής των κερδών.

[…]

Οι αντίστοιχες συνεισφορές του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους της [Ελληνικής Δημοκρατίας] θα παρουσιάσει καθοδική πορεία ώστε να φθάσει το 120,5 % του ΑγχΕΠ το 2020. Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον οι πολιτικοί όροι που καθορίζονται στο πρόγραμμα πληρούνται σε συνεχή βάση, η Ευρωομάδα επιβεβαιώνει ότι τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ είναι έτοιμα να παράσχουν, μέσω του ΕΤΧΣ και με την προσδοκία ότι το ΔΝΤ θα εισφέρει σημαντική συνεισφορά, πρόσθετο δημόσιο πρόγραμμα ύψους έως 130 δισεκατομμύρια ευρώ [έως] το 2014.

Εξυπακούεται ότι οι εκταμιεύσεις για τους σκοπούς του PSI και η τελική απόφαση για την έγκριση των εγγυήσεων για το [νέο] πρόγραμμα εξαρτώνται από την επιτυχή έκβαση του PSI και από την επιβεβαίωση, εκ μέρους της Ευρωομάδας βάσει αξιολόγησης της Τρόικας της νομικής εφαρμογής από την [Ελληνική Δημοκρατία] των προηγουμένως συμφωνηθέντων μέτρων. Ο δημόσιος τομέας θα αποφασίσει για το ακριβές ποσό της οικονομικής στήριξης που θα παρασχεθεί στο πλαίσιο του [νέου] ελληνικού προγράμματος στις αρχές Μαρτίου, μόλις γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα του PSI και τεθούν σε εφαρμογή τα προκαταρκτικά μέτρα.

Επαναλαμβάνουμε τη δέσμευσή μας να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην [Ελληνική Δημοκρατία] κατά τη διάρκεια του προγράμματος και μετά από αυτό έως ότου αυτή ανακτήσει την πρόσβαση στις αγορές, και υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρήσει πλήρως τις απαιτήσεις και τους στόχους του προγράμματος προσαρμογής.»

29      Στις 23 Φεβρουαρίου 2012 το Ελληνικό Κοινοβούλιο εξέδωσε τον νόμο 4050/2012, Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημόσιου με συμφωνία των Ομολογιούχων (ΦΕΚ Αʹ 36). Δυνάμει του μηχανισμού των CAC, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις επρόκειτο να καταστούν νομικά δεσμευτικές για όλους τους κατόχους τίτλων διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο και εκδοθέντων πριν την 31η Δεκεμβρίου 2011, όπως αυτοί είχαν προσδιοριστεί με την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οι προσκλήσεις για το PSI, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις θα εγκρίνονταν, συλλογικά και ανεξαρτήτως σειράς, από απαρτία των ομολογιούχων αντίστοιχη προς τα δύο τρίτα τουλάχιστον της ονομαστικής αξίας των τίτλων που μετείχαν στον μηχανισμό των CAC. Εκτός αυτού, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4050/2012, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «η [ΕΚΤ] και τα άλλα μέλη του Ευρωσυστήματος έχουν προβεί σε ειδικές συμφωνίες με την [Ελληνική Δημοκρατία] ώστε να αποφευχθεί να τεθεί σε κίνδυνο η αποστολή και ο θεσμικός ρόλος τους, και ο ρόλος της [ΕΚΤ] στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, όπως προκύπτει από τη Συνθήκη».

30      Με ανακοινωθέν Τύπου της 24ης Φεβρουαρίου 2012, το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών διευκρίνισε τους όρους της οικειοθελούς ανταλλαγής χρεογράφων με συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, ονομαστικής αξίας περίπου 206 δισεκατομμυρίων ευρώ, κάνοντας μνεία του νόμου 4050/2012.

31      Η προσφορά για οικειοθελή ανταλλαγή χρεογράφων ολοκληρώθηκε στις 8 Μαρτίου 2012.

32      Με ανακοινωθέν Τύπου της 9ης Μαρτίου 2012, το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών δήλωσε ότι, κατ’ αρχήν, πληρούνταν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον νόμο 4050/2012 και ανακοίνωσε τα ποσοστά στα οποία οι ιδιώτες πιστωτές είχαν αποδεχθεί την προσφορά ανταλλαγής.

33      Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

«[Ο]ι κάτοχοι χρεογράφων εκδόσεως ή εγγυήσεως της [Ελληνικής] Δημοκρατίας για ποσό περίπου 172 δισεκατομμυρίων ευρώ προσκόμισαν τα οικεία χρεόγραφα προς ανταλλαγή ή συναίνεσαν στις προτεινόμενες τροποποιήσεις απαντώντας στις προσκλήσεις και στα αιτήματα έγκρισης που απηύθυνε η [Ελληνική] Δημοκρατία στις 24 Φεβρουαρίου 2012.

Σχετικά με τα 177 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ των διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο χρεογράφων εκδόσεως της [Ελληνικής] Δημοκρατίας τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο προσκλήσεων, η [Ελληνική Δημοκρατία] έλαβε προσφορές ανταλλαγής και συμφωνίες από κατόχους χρεογράφων ονομαστικής αξίας περίπου 152 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει το 85,8 % του ονομαστικού ποσού των τίτλων αυτών που δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί. Οι κάτοχοι του 5,3 % του ονομαστικού ποσού των τίτλων αυτών που δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί συμμετείχαν στη σχετική διαδικασία και απέρριψαν τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Η [Ελληνική] Δημοκρατία ενημέρωσε τους πιστωτές της του δημόσιου τομέα ότι, αμέσως μετά την επιβεβαίωση και πιστοποίησή τους από την [Κεντρική] Τράπεζα [της Ελλάδος], υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της διαδικασίας δυνάμει του νόμου 4050/2012 […], σκοπεύει να αποδεχθεί τις συμφωνίες που έλαβε και να τροποποιήσει τους όρους όλων των διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο χρεογράφων, περιλαμβανομένων και εκείνων που δεν προσκομίσθηκαν προς ανταλλαγή κατόπιν των προσκλήσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον προαναφερθέντα νόμο. Κατά συνέπεια, η [Ελληνική Δημοκρατία] δεν θα παρατείνει την περίοδο πρόσκλησης για τα χρεόγραφα που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο.

[…] Εφόσον οι συμφωνίες σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις των διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο χρεογράφων γίνουν δεκτές, η συνολική ονομαστική αξία των εν λόγω τίτλων που πρόκειται να ανταλλαγούν και άλλων τίτλων [διεπόμενων από άλλο δίκαιο πλην του ελληνικού] που αποτέλεσαν αντικείμενο των προσκλήσεων και για τους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία έλαβε προσφορές ανταλλαγής και συμφωνίες σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις θα ανέλθει στα 197 δισεκατομμύρια ευρώ, ήτοι το 95,7 % της συνολικής ονομαστικής αξίας των χρεογράφων τα οποία αφορούν οι προσκλήσεις.»

34      Οι ενάγοντες, QI και τα λοιπά φυσικά πρόσωπα τα ονόματα των οποίων παρατίθενται στο παράρτημα, ως κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, αφότου, όπως ισχυρίζονται, απέρριψαν την προσφορά ανταλλαγής των τίτλων τους, μετείχαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, βάσει του PSI και των CAC που τέθηκαν σε εφαρμογή δυνάμει του νόμου 4050/2012.

[παραλειπόμενα]

 Σκεπτικό

 Επί της δυνατότητας καταλογισμού των επίμαχων συμπεριφορών ώστε να στοιχειοθετηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης και της ΕΚΤ

 Επί των προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης και της ΕΚΤ

45      Κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ωσαύτως, κατά το άρθρο 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ΕΚΤ υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημιές που προξενεί η ίδια ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

46      Η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ή της ΕΚΤ, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, στοιχειοθετείται εφόσον συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων, ήτοι ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο της Ένωσης ή στην ΕΚΤ συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου ή της ΕΚΤ και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028), σκέψη 79, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 68).

47      Επιπλέον, η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ή της ΕΚΤ δεν δύναται να θεωρηθεί ως γεννηθείσα αν δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκατάστασης που ορίζεται στο άρθρο 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ., απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψεις 165 και 166· διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Αντιθέτως, οι ζημιές που προξενούνται από τις εθνικές αρχές είναι δυνατό να στοιχειοθετήσουν ευθύνη μόνον αυτών των αρχών και τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν αποκλειστικώς αρμόδια να εξασφαλίσουν την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος, πρέπει να εξακριβωθεί αν η παρανομία η οποία προβάλλεται προς στήριξη της αξίωσης αποζημίωσης προέρχεται όντως από θεσμικό όργανο της Ένωσης και δεν μπορεί να θεωρηθεί καταλογιστέα σε εθνική αρχή (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψεις 106 και 107 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Επομένως, για να μπορεί να καταλογιστεί στην Ένωση, η επικρινόμενη συμπεριφορά πρέπει να είναι συμπεριφορά «θεσμικού οργάνου», κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που απαριθμούνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αλλά και όλα τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης που έχουν ιδρυθεί από τις Συνθήκες ή δυνάμει αυτών και προορίζονται να συμβάλουν στην επίτευξη των σκοπών της Ένωσης (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Εν προκειμένω, οι ενάγοντες προσάπτουν σε πλείονα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, μεταξύ των οποίων απαριθμούν την Επιτροπή, την ΕΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωομάδα, το Ευρωσύστημα και την ΕΤΕπ, παράνομες συμπεριφορές οι οποίες συνδέονται με το PSI και με την ενεργοποίηση των CAC (στο εξής: επίδικα μέτρα), καθώς και με τον αποκλεισμό της δυνατότητας των δημόσιων πιστωτών να συμμετάσχουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, οι οποίες θεωρούν ότι είναι καταλογιστέες είτε στην Ένωση είτε στην ΕΚΤ.

[παραλειπόμενα]

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

71      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το γεγονός και μόνον ότι, μεταξύ άλλων, οι δηλώσεις της Ευρωομάδας ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή μια γνώμη της ΕΚΤ στερούνται νομικώς δεσμευτικού χαρακτήρα, δεν αρκεί ώστε να αποκλεισθεί εκ προοιμίου η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ή της ΕΚΤ για τη συμπεριφορά ενός εκ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή της ΕΚΤ, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 46 ανωτέρω, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε συμπεριφορά που προκαλεί ζημία μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη αυτή. Πράγματι, αν ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορούσε να εκτιμήσει τη νομιμότητα της συμπεριφοράς οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, η διαδικασία του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ θα στερούνταν της πρακτικής της αποτελεσματικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C‑234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψεις 50 έως 52, 60 και 61, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή και η ΕΚΤ δεν μπορούν να επικαλεστούν την προγενέστερη της απόφασης της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (C‑234/02 P, EU:C:2004:174), νομολογία, με την οποία είχαν απορριφθεί ως απαράδεκτες αγωγές αποζημίωσης για τον λόγο και μόνον ότι η προβαλλόμενη παρανομία αφορούσε πράξη στερούμενη εννόμων αποτελεσμάτων (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72      Εξάλλου, πρώτον, όσον αφορά τη φύση και τα αποτελέσματα των δηλώσεων της Ευρωομάδας της 20ής Ιουνίου 2011 και της 21ης Φεβρουαρίου 2012, υπενθυμίζεται ότι η Ευρωομάδα ιδρύθηκε επισήμως με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1997, για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών κατά το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και για τα άρθρα 109 και 109 Β της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1998, C 35, σ. 1), κατά το οποίο «[ο]ι υπουργοί των κρατών που συμμετέχουν στη ζώνη του εύρω μπορούν να συναντιούνται ατύπως για να συζητούν θέματα που συνδέονται με τις κοινές συγκεκριμένες αρμοδιότητές τους, όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα» και «[η] Επιτροπή και, όταν ενδείκνυται, η [ΕΚΤ] θα καλούνται να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις» (σημείο 6). Η Ευρωομάδα σχεδιάστηκε ως διακυβερνητικό όργανο, εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης, με σκοπό να παράσχει στους υπουργούς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ (στο εξής: ΚΜΖΕ) τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν και να συντονίζουν τις απόψεις τους επί ζητημάτων σχετικών με τις κοινές αρμοδιότητές τους όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα. Ως εκ τούτου, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ του εθνικού και του ενωσιακού επιπέδου για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των ΚΜΖΕ (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 84).

73      Συγκεκριμένα, η Ευρωομάδα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διαφόρων συνθέσεων του Συμβουλίου που παρατίθενται στο παράρτημα I του εσωτερικού κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την απόφαση 2009/937/ΕΕ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 325, σ. 35), στον κατάλογο των οποίων παραπέμπει το άρθρο 16, παράγραφος 6, ΣΕΕ. Κατά συνέπεια, η Ευρωομάδα δεν είναι δυνατόν ούτε να εξομοιωθεί με σύνθεση του Συμβουλίου ούτε να χαρακτηρισθεί ως όργανο ή οργανισμός της Ένωσης. Αντιθέτως, χαρακτηριστικό της Ευρωομάδας είναι η άτυπη φύση της, η οποία εξηγείται από τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή, να διαθέτει η οικονομική και νομισματική ένωση ένα διακυβερνητικό εργαλείο συντονισμού, χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται η αποστολή του Συμβουλίου, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε επίπεδο Ένωσης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής ούτε η ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Ομοίως, το γεγονός ότι, δυνάμει ειδικότερα του άρθρου 137 ΣΛΕΕ και του πρωτοκόλλου αριθ. 14 για την Ευρωομάδα, η Επιτροπή και η ΕΚΤ συμμετέχουν στις συναντήσεις της Ευρωομάδας δεν μεταβάλλει ούτε τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της ούτε τις δηλώσεις της που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως έκφραση εξουσίας λήψεως αποφάσεων των δύο αυτών θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Επομένως, η Ευρωομάδα δεν έχει ιδία αρμοδιότητα εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, δεδομένου ότι το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 14 ορίζει απλώς ότι οι συναντήσεις της λαμβάνουν χώρα, ανάλογα με τις ανάγκες, για να συζητούνται τα θέματα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες ευθύνες τις οποίες συνυπέχουν οι υπουργοί των ΚΜΖΕ όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα, εξυπακουομένου ότι έχουν τις ευθύνες αυτές εξαιτίας της αποκλειστικής αρμοδιότητάς τους σε εθνικό επίπεδο (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑105/15 P έως C‑109/15 P, EU:C:2016:702, σκέψεις 57 και 61, και της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψεις 87 έως 89).

74      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και των ενδεχόμενων αποτελεσμάτων των δηλώσεων της Ευρωομάδας της 20ής Ιουνίου 2011 και της 21ης Φεβρουαρίου 2012, οι δηλώσεις αυτές δεν είναι δυνατόν να καταλογιστούν είτε στην Ένωση είτε στην ΕΚΤ, οπότε το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της νομιμότητάς τους, ακόμη και στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να εκτιμήσει τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενης εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης ή της ΕΚΤ.

75      Δεύτερον, λόγω του διακυβερνητικού της χαρακτήρα, οι ως άνω εκτιμήσεις σχετικά με τις δηλώσεις της Ευρωομάδας ισχύουν οπωσδήποτε mutatis mutandis και κατά μείζονα λόγο για την κοινή δήλωση στην οποία προέβησαν οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ κατά τη σύνοδο κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011 (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:390, σημείο 81). Ως εκ τούτου, η εν λόγω δήλωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη της Ένωσης ή ως πράξη που θα μπορούσε να της καταλογιστεί, οπότε το Γενικό Δικαστήριο επίσης δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τη νομιμότητά της προκειμένου να εκτιμήσει τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενης εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

76      Τρίτον, είναι βεβαίως αληθές ότι η κοινή δήλωση των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Ιουλίου 2011 υπερβαίνει το αμιγώς διακυβερνητικό πλαίσιο των δηλώσεων που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 72 έως 75 ανωτέρω, καθόσον συνεπάγεται συμμετοχή των εν λόγω θεσμικών οργάνων. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εν λόγω δήλωση είναι, τουλάχιστον εν μέρει, καταλογιστέα στην Ένωση. Ωστόσο, όσον αφορά το περιεχόμενό της, η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει απλώς τη βούληση των μερών που μετέσχον στην εν λόγω σύνοδο κορυφής να «στηρίξ[ουν]» το νέο πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής για την [Ελληνική Δημοκρατία] «και, από κοινού με το ΔΝΤ και την εθελοντική συμβολή του ιδιωτικού τομέα, να καλύψου[ν] πλήρως το χρηματοδοτικό έλλειμμ[ά της] (σημείο 2). Επιπλέον, στο σημείο 5, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, η προθυμία του «χρηματοπιστωτικού τομέα» να «υποστηρίξει» την Ελληνική Δημοκρατία «εθελοντικά», η δε «καθαρή συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα εκτιμάται σε 37 [δισεκατομμύρια] ευρώ». Όσον αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στο σημείο 6 της εν λόγω δήλωσης διευκρινίζεται ότι η περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας «απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα». Επομένως, η δήλωση αυτή δεν περιέχει καμία ένδειξη σχετικά με ενδεχόμενη «αναγκαστική» συμμετοχή ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους από την οποία να προκύπτει σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του περιεχομένου της και της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι ενάγοντες. Κατά μείζονα λόγο, δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί ότι η δήλωση αυτή έχει δεσμευτική ισχύ υπό την έννοια ότι επέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία νομικώς δεσμευτική υποχρέωση ή ακόμη ότι τη διέταξε να εφαρμόσει τα επίδικα μέτρα. Εν πάση περιπτώσει, η απουσία τέτοιας διαταγής δεν αποκλείει την ύπαρξη υποχρεώσεων πολιτικής ή ακόμη και νομικής φύσεως κατά την έννοια του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου, εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας έναντι ορισμένων πιστωτών της, κυρίως των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και του ΔΝΤ, οι οποίες απορρέουν από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες συναφθείσες σε διακυβερνητικό επίπεδο (βλ., μεταξύ άλλων, τις συμφωνίες που παρατίθενται στις σκέψεις 7, 10 και 11 της απόφασης της 3ης Μαΐου 2017, Σωτηροπούλου κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑531/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:297), των οποίων ο έλεγχος δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου και των οποίων η νομιμότητα δεν τίθεται εν προκειμένω υπό αμφισβήτηση από τους ενάγοντες, οι οποίες όμως μπορεί, βεβαίως, να άσκησαν σημαντική επιρροή στην άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως του Έλληνα νομοθέτη κατά τη θέσπιση, ειδικότερα, του νόμου 4050/2012.

77      Επομένως, ανεξαρτήτως της δυνατότητας καταλογισμού της στην Ένωση, η κοινή δήλωση των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Ιουλίου 2011 δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

78      Τέταρτον, όσον αφορά τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 23ης και της 24ης Ιουνίου 2011, από την ιδιότητα του θεσμικού αυτού οργάνου κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 ΣΕΕ, προκύπτει ότι οι πράξεις και οι ενέργειές του καταλογίζονται, κατ’ αρχήν, στην Ένωση και μπορούν, επομένως, να στοιχειοθετήσουν εξωσυμβατική ευθύνη της. Εντούτοις, η εκτίμηση αυτή δεν προδικάζει τη νομική φύση των πράξεων που εκδίδει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 4, ΣΕΕ, οι οποίες κατά την άποψη των εναγόντων έχουν τον χαρακτήρα «αποφάσεων». Ως προς τούτο, η Επιτροπή, η ΕΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο ορθώς επισημαίνουν ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω συμπερασμάτων δεν υποδηλώνει ότι αυτά έχουν χαρακτήρα απόφασης, ή νομικώς δεσμευτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι επέβαλαν στην Ελληνική Δημοκρατία την υποχρέωση να εφαρμόσει τα επίδικα μέτρα. Αφενός, στο σημείο 14, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο περιορίζεται στο να καλέσει «τις ελληνικές αρχές να εξακολουθήσουν να καταβάλλουν με αποφασιστικότητα τις αναγκαίες προσπάθειες προσαρμογής ώστε να εισέλθει το [Ελληνικό Δημόσιο] σε βιώσιμη πορεία» και, ειδικότερα, καλεί το Ελληνικό Κοινοβούλιο να προβεί στη θέσπιση «των βασικών νόμων για τη δημοσιονομική στρατηγική και τις ιδιωτικοποιήσεις» –και επομένως όχι εκείνους σε σχέση με το PSI το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο του νόμου 4050/2012–, ως βασικά στοιχεία για την εφαρμογή του νέου προγράμματος χρηματοοικονομικής συνδρομής για την Ελληνική Δημοκρατία. Αφετέρου, στο σημείο 15, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενστερνίζεται απλώς την προσέγγιση που υιοθέτησε η Ευρωομάδα στην από 20 Ιουνίου 2011 δήλωσή της, ιδίως όσον αφορά μια εθελοντική μορφή του PSI, η οποία διέφερε ακόμη από εκείνη του επίμαχου PSI. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων στη σκέψη 71 ανωτέρω, οι εκτιμήσεις αυτές και μόνον δεν αποκλείουν εκ προοιμίου τον εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου έλεγχο των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 23ης και της 24ης Ιουνίου 2011 βάσει του άρθρου 268, σε συνδυασμό με το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

79      Πέμπτον, όσον αφορά την ενδεχόμενη ευθύνη της Ένωσης λόγω παράβασης του καθήκοντος εποπτείας που υπέχει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, υπενθυμίζεται ότι οι πολίτες μπορούν να ασκήσουν, ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΚΤ για τις πράξεις ή τις συμπεριφορές τις οποίες υιοθετούν τα εν λόγω θεσμικά όργανα της Ένωσης κατόπιν τέτοιων πολιτικών συμφωνιών που συνάπτονται στο πλαίσιο της Ευρωομάδας (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 93). Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η Επιτροπή «προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης» και «επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle, C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 163, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψη 57). Επομένως, στο πλαίσιο της συμμετοχής της στις δραστηριότητες της Ευρωομάδας, η Επιτροπή διατηρεί τον ρόλο της ως θεματοφύλακας των Συνθηκών. Εξ αυτού συνάγεται ότι ενδεχόμενη αδράνειά της κατά τον έλεγχο της συμφωνίας προς το δίκαιο της Ένωσης των πολιτικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της Ευρωομάδας μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 96).

80      Συγκεκριμένα, βάσει του καθήκοντος εποπτείας της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης το οποίο υπέχει δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, όπως αυτό αναγνωρίζεται στις σκέψεις 57 και 59 της απόφασης της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701), και επιβεβαιώνεται στη σκέψη 96 της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028), η Επιτροπή δεν υπέχει γενική υποχρέωση να αποτρέπει παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους άλλων θεσμικών οργάνων, οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, υπό την έννοια μιας υποχρέωσης αποτελέσματος (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:290, σημεία 69 και 71). Στο πλαίσιο αυτό, στη σκέψη 59 της απόφασης της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701), το Δικαστήριο περιορίστηκε να κρίνει ότι, δυνάμει του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, όπως αυτός προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η Επιτροπή θα έπρεπε να μην υπογράψει ένα μνημόνιο κατανόησης για τη συμβατότητα του οποίου με το δίκαιο της Ένωσης διατηρεί αμφιβολίες. Υπό το πρίσμα της ως άνω εκτίμησης, το Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 67 της ίδιας απόφασης, ότι η Επιτροπή υποχρεούνταν, βάσει της ανωτέρω διάταξης η οποία της αναθέτει το γενικό καθήκον να επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, να διασφαλίζει ότι ένα τέτοιο πρωτόκολλο είναι συμβατό με τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη, όπερ μπορεί επομένως να αναφέρεται μόνο στη δική της συμπεριφορά και όχι σε εκείνη άλλων θεσμικών οργάνων ή άλλων οργανισμών της Ένωσης, και ακόμη λιγότερο στη συμπεριφορά μιας διακυβερνητικής οντότητας όπως η Ευρωομάδα. Στο πλαίσιο αυτό, στη σκέψη 68 της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο προέβη στην εξέταση του ζητήματος αν η ίδια η Επιτροπή είχε συμβάλει σε κατάφωρη παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων στις άλλες αυτές υποθέσεις. Στο ίδιο πνεύμα, στις σκέψεις 95 και 96 της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028), το Δικαστήριο συνήγαγε από την ως άνω νομολογία ότι η ενδεχόμενη «αδράνεια» της Επιτροπής κατά τον έλεγχο της συμφωνίας προς το δίκαιο της Ένωσης των πολιτικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της Ευρωομάδας μπορούσε να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

81      Η μη ύπαρξη υποχρέωσης αποτελέσματος επιβεβαιώνεται από το ότι η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα, δυνάμει του καθήκοντος εποπτείας που υπέχει από το άρθρο 17 παράγραφος 1, ΣΕΕ, να αποτρέψει ενεργά την έκδοση πράξης εκ μέρους οντότητας μη περιλαμβανόμενης στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, όπως είναι η Ευρωομάδα, ούτε βέβαια να αποτρέψει την έκδοση πράξης της οποίας το υποστατό δεν έχει αποδειχθεί, όπως είναι η απόφαση ή διαταγή που φέρεται να εξέδωσε η Ευρωομάδα (βλ. σκέψη 76 ανωτέρω).

82      Έκτον, οι ως άνω εκτιμήσεις ισχύουν mutatis mutandis και ως προς την ΕΚΤ, στο μέτρο που αυτή ενεπλάκη στις συζητήσεις σχετικά με το νέο πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής για την Ελληνική Δημοκρατία. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο διακυβερνητικό αυτό πλαίσιο, ο ρόλος της ΕΚΤ ήταν απλώς συμβουλευτικός, βάσει της συμφωνίας-πλαισίου του ΕΤΧΣ και του άρθρου 1, τέταρτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14, κατά το οποίο «[η] Ε[ΚΤ] καλείται να συμμετέχει [στις άτυπες] συναντήσεις […] των υπουργών οικονομικών των [ΚΜΖΕ]», αναφορικά, μεταξύ άλλων, με την ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους. Αντιθέτως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ (T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 68 έως 72), μολονότι η γνώμη της ΕΚΤ της 17ης Φεβρουαρίου 2012, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 127, παράγραφος 4, και του άρθρου 282, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τη απόφαση 98/415/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με τη διαβούλευση της ΕΚΤ με τις εθνικές αρχές για τα σχέδια νομοθετικών διατάξεων (ΕΕ 1998, L 189, σ. 42), δεν μπορούσε να δεσμεύσει νομικά τις ελληνικές αρχές, η εν λόγω γνώμη μπορούσε, κατ’ αρχήν, να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ, υπό την επιφύλαξη της συνεκτίμησης της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που αυτή διαθέτει δυνάμει των άρθρων 127 και 282 ΣΛΕΕ και του άρθρου 18 του καταστατικού ΕΣΚΤ (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 73, 91 και 93).

83      Τέλος, από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 71 ανωτέρω προκύπτει ότι οι πράξεις, οι συμπεριφορές ή η αδράνεια των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, όπως αυτές που επικρίνουν οι ενάγοντες, ήτοι, μεταξύ άλλων, αυτές του Ευρωσυστήματος, της ΕΚΤ, της ΕΤΕπ, της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μπορούν, κατ’ αρχήν, να στοιχειοθετήσουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ή της ΕΚΤ, ανεξαρτήτως του νομικώς δεσμευτικού ή μη χαρακτήρα τους.

84      Οι εν λόγω πράξεις, συμπεριφορές ή αδράνεια αφορούν, πρώτον, την προβαλλόμενη πρόβλεψη υποχρέωσης «διαβούλευσης» με τους δημόσιους πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας υπό ευρεία έννοια, κατά το μέτρο που σε αυτούς περιλαμβάνονται θεσμικά όργανα, όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, δεύτερον, τη γνώμη της ΕΚΤ της 17ης Φεβρουαρίου 2012, τρίτον, τη μη συμμετοχή του Ευρωσυστήματος, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, και άλλων θεσμικών πιστωτών στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ιδίως λόγω της εφαρμογής της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, η οποία αποτέλεσε ήδη αντικείμενο των αποφάσεων της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ (T‑79/13, EU:T:2015:756), και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ (T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21), και, τέταρτον, τη μη λήψη από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μέτρων για την πρόληψη παράβασης του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια των αποφάσεων της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 56 έως 58 και 68), και της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 96).

85      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν οι επιμέρους αυτές πράξεις, συμπεριφορές ή αδράνεια ενέχουν κατάφωρες παραβιάσεις κανόνων δικαίου της Ένωσης που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτες.

86      Αντιθέτως, κατά το μέτρο που η αγωγή αφορά, στο πλαίσιο αυτό, πράξεις, συμπεριφορές ή αδράνεια εκ μέρους της Ευρωομάδας και των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της νομιμότητάς τους.

 Επί του πρώτου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας, με τον οποίο προβάλλεται ότι τα επίδικα μέτρα ελήφθησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας και ότι συντρέχει κατάφωρη παράβαση των άρθρων 120 έως 127 και του άρθρου 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

[παραλειπόμενα]

89      Ο υπό κρίση ισχυρισμός στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή ότι οι δήθεν καταστρατηγηθείσες διατάξεις συνιστούν κανόνες δικαίου της Ένωσης που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτες.

90      Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της προϋπόθεσης σχετικά με την παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, επιβάλλεται η προστασία την οποία παρέχει ο κανόνας του οποίου γίνεται επίκληση να ενεργεί υπέρ του προσώπου που τον επικαλείται· πρέπει, επομένως, το πρόσωπο αυτό να συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων στα οποία απονέμει ο εν λόγω κανόνας δικαιώματα. Δεν γεννά αξίωση προς αποζημίωση κανόνας ο οποίος δεν προστατεύει τον ιδιώτη από την παρανομία την οποία προβάλλει, αλλά άλλον ιδιώτη. Αφετέρου, ένας κανόνας δικαίου έχει αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες όταν συνεπάγεται πλεονέκτημα δυνάμενο να θεωρηθεί ως κεκτημένο δικαίωμα, που έχει ως αποστολή την προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών, ή όταν προβαίνει στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες το περιεχόμενο των οποίων μπορεί να προσδιοριστεί επαρκώς (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 77 και 140, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91      Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι καμία από τις διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δυνάμει των άρθρων 120 έως 127, του άρθρου 282, παράγραφος 2, και του άρθρου 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν συνιστά κανόνα δικαίου της Ένωσης που απονέμει δικαιώματα στους ενάγοντες, τα οποία αυτοί θα μπορούσαν νομίμως να προβάλουν προς στήριξη του υπό κρίση ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας.

92      Συγκεκριμένα, πρώτον, τα άρθρα 120 και 121 ΣΛΕΕ περιορίζονται στην αναγνώριση της πρωταρχικής αρμοδιότητας των κρατών μελών σε θέματα οικονομικής πολιτικής, ενώ προβλέπουν διαδικασίες που αποσκοπούν στον συντονισμό των οικονομικών τους πολιτικών, αλλά δεν περιέχουν κανέναν αρκούντως σαφή, ακριβή και απαλλαγμένο αιρέσεων κανόνα, από τον οποίο να απορρέουν υπέρ των εναγόντων δικαιώματα τα οποία αυτοί μπορούν να επικαλεσθούν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ή ενώπιον του εθνικού δικαστή (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Garlsson Real Estate κ.λπ., C‑537/16, EU:C:2018:193, σκέψεις 65 και 66, και διάταξη της 22ας Μαρτίου 2010, SPM κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑39/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:157, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το ίδιο ισχύει και για τις διατάξεις του άρθρου 122 ΣΛΕΕ που παρέχουν στο Συμβούλιο τη δυνατότητα, αφενός, να θεσπίζει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης, ιδίως εάν ανακύψουν σοβαρές δυσκολίες στον εφοδιασμό με ορισμένα προϊόντα, κυρίως στον τομέα της ενέργειας (παράγραφος 1), και, αφετέρου, να χορηγεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενίσχυση της Ένωσης σε κράτος μέλος το οποίο αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του (παράγραφος 2).

93      Δεύτερον, το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει, βεβαίως, μια αρκούντως σαφή, ακριβή και απαλλαγμένη αιρέσεων απαγόρευση προς το ΕΣΚΤ να χορηγεί άμεση οικονομική ενίσχυση οιουδήποτε τύπου (υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις) στις κρατικές αρχές ή να προβαίνει σε απευθείας αγορά «χρεογράφων» από τα κράτη μέλη, χωρίς ωστόσο να αποκλείει, γενικώς, την ευχέρεια του Ευρωσυστήματος να επαναγοράζει από τους πιστωτές κράτους μέλους χρεόγραφα που το τελευταίο έχει προηγουμένως εκδώσει και διαπραγματευτεί στη δευτερογενή αγορά (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle, C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 132· της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 95, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 103 και 106). Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 125, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, βάσει του οποίου, μεταξύ άλλων, η Ένωση δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν κρατικοί φορείς ούτε τις αναλαμβάνει.

94      Ωστόσο, με γνώμονα τον σκοπό δημόσιου συμφέροντος που επιδιώκει τόσο το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 125, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όπως και το άρθρο 124 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψεις 98 και 99 ανωτέρω), οι εν λόγω κανόνες δεν αποσκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες κατά την έννοια της νομολογίας που υπενθυμίζεται στη σκέψη 90 ανωτέρω.

95      Πράγματι, η απαγόρευση την οποία προβλέπει το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προέρχεται από το άρθρο 104 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΕΚ), το οποίο προστέθηκε στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της τελευταίας αυτής Συνθήκης προκύπτει ότι το άρθρο 123 ΣΛΕΕ σκοπεί στην παρότρυνση των κρατών μελών να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική αποφεύγοντας το ενδεχόμενο η νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων ή η προνομιακή πρόσβαση των δημοσίων αρχών στις χρηματοπιστωτικές αγορές να οδηγήσουν σε υπερχρέωση ή σε υπερβολικά ελλείμματα των κρατών μελών (βλ. σχέδιο Συνθήκης για την αναθεώρηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ενόψει της δημιουργίας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συμπλήρωμα 2/91, σ. 22 και 52). Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως υπενθυμίζεται στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 3603/93 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, για τον προσδιορισμό των εννοιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των απαγορεύσεων που ορίζονται στο άρθρο [123 ΣΛΕΕ] και στο άρθρο [125, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1993, L 332, σ. 1), οι αγορές που πραγματοποιούνται στη δευτερογενή αγορά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 123 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 99 έως 101, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C 493/17, EU:C:2018:1000, σκέψη 107).

96      Επομένως, ο σκοπός που επιδιώκει τόσο το άρθρο 123 ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 125 ΣΛΕΕ συνάδει με εκείνον του άρθρου 126 ΣΛΕΕ, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. O σκοπός αυτός αποβλέπει στην προστασία όχι των ιδιωτών, αλλά της Ένωσης αυτής καθαυτήν, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών της, έναντι συμπεριφορών αντίθετων προς την επιταγή περί τήρησης υγιούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν υπερχρέωση ή υπερβολικό έλλειμμα ορισμένων κρατών μελών και, ως εκ τούτου, να υπονομεύσουν την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης στο σύνολό της, καθώς και την αποτελεσματική λειτουργία του ενιαίου νομίσματος (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:7, σημεία 217 έως 219). Η ως άνω εκτίμηση ισχύει mutatis mutandis και ως προς την επιβαλλόμενη με το άρθρο 125 ΣΛΕΕ απαγόρευση, η οποία διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη δανείζονται υπακούοντας στη λογική της αγοράς η οποία πρέπει να τα ωθεί στη διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας, η τήρηση της οποίας συμβάλλει, στο επίπεδο της Ένωσης, στην επίτευξη ενός υπέρτερου σκοπού, ήτοι στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της νομισματικής ένωσης (πρβλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle, C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψεις 135 και 136).

97      Επομένως, το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 125, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αποτελούν κανόνες δικαίου οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και, ειδικότερα, του συμφέροντος της Ένωσης στο σύνολό της, οπότε οι κανόνες αυτοί προστατεύουν μόνον την Ένωση και τα κράτη μέλη της, ως εκπροσώπους του συμφέροντος της Ένωσης.

98      Τρίτον, το άρθρο 124 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε μέτρο το οποίο δεν υπαγορεύεται από λόγους προληπτικής εποπτείας, εφόσον παρέχει μεταξύ άλλων στα κράτη μέλη προνομιακή πρόσβαση στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να παροτρύνει τα κράτη μέλη να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική αποφεύγοντας το ενδεχόμενο η νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων ή η προνομιακή πρόσβαση των δημοσίων αρχών στις χρηματοπιστωτικές αγορές να οδηγήσουν σε υπερχρέωση ή σε υπερβολικά ελλείμματα των κρατών μελών. Η ανωτέρω απαγόρευση προβλεπόταν αρχικώς στο άρθρο 104 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 102 ΕΚ), το οποίο προστέθηκε στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και συγκαταλέγεται επομένως, όπως και τα άρθρα 123 και 125 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 95 ανωτέρω), μεταξύ των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την οικονομική πολιτική που αποσκοπούν στην παρότρυνση των κρατών μελών να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική αποφεύγοντας το ενδεχόμενο η νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων ή η προνομιακή πρόσβαση των δημοσίων αρχών στις χρηματοπιστωτικές αγορές να οδηγήσουν σε υπερχρέωση ή σε υπερβολικά ελλείμματα των κρατών μελών (βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, Bara κ.λπ., C‑201/14, EU:C:2015:638, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208, σκέψη 54· πρβλ., επίσης, απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 136).

99      Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 124 ΣΛΕΕ απαγόρευση δεν απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες και σε επιχειρήσεις, αλλά αποσκοπεί στην προστασία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών από τους δημοσιονομικούς κινδύνους που συναρτώνται με την προνομιακή πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και, ως εκ τούτου, από συμπεριφορές οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύσουν την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης στο σύνολό της (πρβλ. διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208, σκέψη 55, και απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 139 έως 141).

100    Τέταρτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε το άρθρο 127, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο κύριος σκοπός της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 43), αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.

101    Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει συναφώς ότι ο σκοπός της διασφάλισης της ορθής μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής εξυπηρετεί, επίσης, τη διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής και συμβάλλει στην υλοποίηση της κύριας επιδίωξης που είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Συγκεκριμένα, η ικανότητα του ΕΣΚΤ να επηρεάζει την εξέλιξη των τιμών μέσω των αποφάσεών του νομισματικής πολιτικής εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τη μετάδοση των εκ μέρους του παρωθήσεων της νομισματικής αγοράς στους διάφορους τομείς της οικονομίας. Κατά συνέπεια, μια μη αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής θα καθιστούσε ανενεργές τις αποφάσεις του ΕΣΚΤ σε ένα τμήμα της ζώνης του ευρώ και, συνεπώς, θα έθιγε τον ενιαίο χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής. Περαιτέρω, εφόσον μια μη αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνει το ΕΣΚΤ, τούτο επηρεάζει οπωσδήποτε την ικανότητά του να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών. Κατά συνέπεια, μέτρα αποσκοπούντα στη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού μετάδοσης μπορούν να σχετίζονται με τον κύριο σκοπό που καθορίζεται στο άρθρο 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 49 και 50).

102    Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, οι επικρινόμενες συμπεριφορές της ΕΚΤ, ιδίως η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, με σκοπό την αποφυγή της εφαρμογής των CAC στα ελληνικά χρεόγραφα τα οποία κατείχαν οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, εντάσσονταν στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των βασικών καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί για τον καθορισμό και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης, βάσει των άρθρων 127 και 282 ΣΛΕΕ και του άρθρου 18 του καταστατικού ΕΣΚΤ, και είχαν ως σκοπό να διατηρηθεί το περιθώριο ελιγμών των εν λόγω κεντρικών τραπεζών και, ειδικότερα, η ικανότητά τους να παρεμβαίνουν στις κεφαλαιαγορές και να αναχρηματοδοτούν τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών τραπεζών, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ, και ως εκ τούτου να διασφαλισθεί η συνέχεια της εύρυθμης λειτουργίας του Ευρωσυστήματος στο σύνολό του (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 93, 108 και 114, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 98· βλ., επίσης, σκέψεις 174 έως 178 κατωτέρω).

103    Δεδομένου ότι η ΕΚΤ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε ζητήματα νομισματικής πολιτικής, της οποίας η άσκηση περιλαμβάνει σύνθετες εκτιμήσεις, μεταξύ άλλων, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εντός του πλαισίου του Ευρωσυστήματος, ή ακόμη και της Ένωσης στο σύνολό της, ενδεχόμενη διαπίστωση κατάφωρης παράβασης από την ΕΚΤ των άρθρων 120 έως 127 ΣΛΕΕ προϋποθέτει επομένως ότι αποδεικνύεται πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 67 και 68· πρβλ., επίσης και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 68 και 75, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 73 και 91). Λαμβανομένων, όμως, υπόψη όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 102 ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν μπορούν να υποστηρίζουν βασίμως ότι, εν προκειμένω, η ΕΚΤ υπερέβη προδήλως και κατάφωρα τα όρια της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως και των αρμοδιοτήτων που διαθέτει, βάσει μεταξύ άλλων, του άρθρου 127, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τα οποία επιβάλλουν επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, ή ακόμη και στάθμιση μεταξύ των διαφόρων παρατιθέμενων σκοπών, και κύριος σκοπός των οποίων είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.

104    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι οι κανόνες δικαίου που επικαλούνται οι ενάγοντες προς στήριξη της αιτίασης ότι τα θεσμικά όργανα ενήργησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας δεν τους απονέμουν ειδικά δικαιώματα, η προσβολή των οποίων θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη είτε της Ένωσης είτε της ΕΚΤ.

105    Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται, κατά μείζονα λόγο, όσον αφορά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ κανόνα συμπληρωματικής αρμοδιότητας, τυχόν παράβαση του οποίου δεν μπορεί να προβληθεί από ιδιώτη προς στήριξη αιτήματος αποζημίωσης.

106    Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση ισχυρισμός είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας, με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ

[παραλειπόμενα]

109    Πέραν του ότι το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν παρέχει δικαιώματα σε ιδιώτες (βλ. σκέψεις 93 έως 97 ανωτέρω), αρκεί η διαπίστωση ότι ο σχετικός ισχυρισμός είναι εγγενώς αντιφατικός, καθόσον προσκρούει σε πάγια νομολογία με την οποία έχει αναγνωρισθεί ότι, αντιθέτως, τυχόν άνευ όρων συμμετοχή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους μέσω του PSI και των CAC θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παρέμβαση με αποτέλεσμα ισοδύναμο με αυτό της άμεσης απόκτησης κρατικών τίτλων από τις εν λόγω κεντρικές τράπεζες, κάτι που απαγορεύεται από το άρθρο 123 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 114· βλ., επίσης και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 97 και 104, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 106 και 110). Όπως όμως προβάλλουν οι ίδιοι οι ενάγοντες, η επικρινόμενη συμπεριφορά της ΕΚΤ, ιδίως η σύναψη της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, αποσκοπούσε ακριβώς στο να μη συμμετάσχουν οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, θυσιάζοντας μέρος της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που διατηρούσαν στα χαρτοφυλάκιά τους.

110    Συναφώς, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο δέχεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι, όταν η ΕΚΤ αγοράζει κρατικά χρεόγραφα στο πλαίσιο προγράμματος επαναγοράς, όπως το πρόγραμμα για τις οριστικές νομισματικές συναλλαγές, εκτίθεται αναπόφευκτα στον κίνδυνο να υποστεί ζημίες, ιδίως σε περίπτωση απομείωσης που αποφασίζεται από τους λοιπούς πιστωτές του οικείου κράτους μέλους. Το Δικαστήριο χαρακτηρίζει τον κίνδυνο αυτόν ως εγγενή στην απόκτηση τέτοιων τίτλων στις δευτερογενείς αγορές και διευκρινίζει ότι η πράξη αυτή επετράπη από τους συντάκτες των Συνθηκών, χωρίς να έχει εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ΕΚΤ ως προνομιούχου πιστωτή (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 125 και 126). Ωστόσο, η αποδοχή τέτοιου κινδύνου στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου προγράμματος επαναγοράς τίτλων δεν συνεπάγεται ότι υφίσταται, αντιθέτως, απόλυτη υποχρέωση της ΕΚΤ να δέχεται σε όλες τις περιπτώσεις ίδια μεταχείριση (pari passu) με τους άλλους πιστωτές (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, ΕU:T:2015:756, σημείο 102), τούτο δε κατά ελάσσονα λόγο όταν μια τέτοια προσέγγιση κινδυνεύει να παραγάγει αποτέλεσμα ισοδύναμο με αυτό της άμεσης απόκτησης εκ μέρους της ΕΚΤ κρατικών χρεογράφων από το κράτος μέλος έκδοσης και, κυρίως, όταν δημιουργεί σε όλους τους επενδυτές βεβαιότητα για μελλοντική επαναγορά των κρατικών τους ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές από το Ευρωσύστημα (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, ΕU:C:2015:400, σκέψη 113).

111    Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας, με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη

[παραλειπόμενα]

115    Το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, όπου ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, συνιστά κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ο σεβασμός του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψη 66, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

116    Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, οι διατάξεις του απευθύνονται, μεταξύ άλλων, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ΕΚΤ, τα οποία υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, να τηρούν τις αρχές της και να προάγουν την εφαρμογή τους (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 95 και 98).

117    Εντεύθεν συνάγεται ότι μια κατάφωρη παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη από κάποιο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, συμπεριλαμβανόμενης της ΕΚΤ, είναι κατ’ αρχήν ικανή να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη είτε της Ένωσης είτε της ΕΚΤ, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 97).

118    Εξάλλου, ο θεμελιώδης χαρακτήρας του εν λόγω κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες και η αντίστοιχη υποχρέωση της Επιτροπής και της ΕΚΤ να προάγουν την τήρησή του συνεπάγεται ότι οι ιδιώτες δικαιούνται να προσδοκούν ότι τα θεσμικά αυτά όργανα θα καταγγείλουν την παραβίαση ενός τέτοιου κανόνα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ή δεν θα συντείνουν σε αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 57, 59 και 66 έως 75· της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 96, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 98).

119    Εντούτοις, το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο. Μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκησή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκόμενους από την Ένωση σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την υπόσταση του ως άνω κατοχυρωμένου δικαιώματος (πρβλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 69 και 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208, σκέψη 42, και απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 99).

120    Πράγματι, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σε αυτόν πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών, επιτρέπεται δε να επιβάλλονται περιορισμοί, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 155 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 100).

121    Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι βάσει του νόμου 4050/2012, ο οποίος αποτέλεσε ειδικότερα αντικείμενο της από 17 Φεβρουαρίου 2012 γνώμης της ΕΚΤ, μειώθηκε η ονομαστική αξία των χρεογράφων που κατείχαν οι ενάγοντες και, ως εκ τούτου, περιορίσθηκε το δικαίωμά τους για επιστροφή της αξίας αυτής κατά τον χρόνο λήξης των εν λόγω τίτλων (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 101).

122    Πράγματι, τα ληξιπρόθεσμα χρεόγραφα πρέπει, κατ’ αρχήν, να επιστρέφονται στην ονομαστική τους αξία. Συνεπώς, κατά τη λήξη των τίτλων τους, οι ενάγοντες είχαν κατ’ αρχήν χρηματική απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημόσιου ποσού ίσου με την ονομαστική αξία των τίτλων. Η έκδοση του νόμου 4050/2012 τροποποίησε τους όρους αυτούς, εισάγοντας τις CAC. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, οι ρήτρες αυτές ήταν εφαρμοστέες σε ορισμένα ελληνικά χρεόγραφα και προέβλεπαν συγκεκριμένα τη δυνατότητα τροποποίησης των όρων που τα διέπουν μέσω συμφωνίας συναπτόμενης μεταξύ, αφενός, του Ελληνικού Δημόσιου και, αφετέρου, πλειοψηφίας των κατόχων των ελληνικών χρεογράφων αντιπροσωπεύουσας τουλάχιστον τα δύο τρίτα της ονομαστικής αξίας των σχετικών τίτλων. Δυνάμει των σχετικών διατάξεων του εν λόγω νόμου, μια τροποποίηση που επέρχεται μετά από τέτοια συμφωνία καθίσταται νομικώς δεσμευτική για όλους τους κατόχους ελληνικών χρεογράφων, περιλαμβανομένων και εκείνων που δεν συναίνεσαν στην προταθείσα τροποποίηση (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 102).

123    Επομένως, ο νόμος 4050/2012 κατέστησε δυνατή την αναγκαστική συμμετοχή των κατόχων ελληνικών χρεογράφων στη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, μέσω της υποτίμησης της αξίας των εν λόγω τίτλων, από τη στιγμή της έγκρισης της μείωσης αυτής από την απαρτία των κατόχων τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εν λόγω νόμος τροποποίησε τα δικαιώματα των κατόχων των ελληνικών χρεογράφων παρά το γεγονός ότι στους όρους έκδοσής τους δεν περιλαμβάνονταν ρήτρες αναθεώρησης (απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 103).

124    Μετά τη θέσπιση του νόμου αυτού, οι ελληνικές αρχές δημοσίευσαν τα χαρακτηριστικά ενός PSI στη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και κάλεσαν τους κατόχους των οικείων χρεογράφων να μετάσχουν σε ανταλλαγή τίτλων. Δεδομένου ότι επιτεύχθηκαν η απαρτία και η πλειοψηφία που απαιτούνταν για τη σχεδιαζόμενη ανταλλαγή, όλοι οι κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αντετίθεντο στην ανταλλαγή, αναγκάστηκαν να ανταλλάξουν τους τίτλους τους κατ’ εφαρμογήν του νόμου 4050/2012, με αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας τους (απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 104).

125    Επομένως, τα επίδικα μέτρα είχαν ως συνέπεια παρέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγόντων οι οποίοι αναγκάστηκαν, παρά τη θέλησή τους, να υποστούν σημαντική μείωση στην ονομαστική αξία των ελληνικών χρεογράφων που είχαν στην κατοχή τους (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, §§ 90 έως 93).

126    Περαιτέρω παρέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγόντων, ασφαλώς ήσσονος σημασίας, προκύπτει από τη μη συμμετοχή του Ευρωσυστήματος και των λοιπών θεσμικών πιστωτών, όπως η ΕΤΕπ και η Ένωση, στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Όπως προβάλλουν οι ενάγοντες, η συμμετοχή αυτή, συνολικής ονομαστικής αξίας 56 674 709 177,59 ευρώ (βλ. σκέψη 10 ανωτέρω), θα είχε αναγκαστικά ως αποτέλεσμα μικρότερη μείωση της ονομαστικής αξίας καθενός από τα οικεία ελληνικά χρεόγραφα για τους σκοπούς της πραγματοποιηθείσας μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους ύψους 107 δισεκατομμυρίων ευρώ.

127    Δεύτερον, μολονότι η θέσπιση και η εφαρμογή του νόμου 4050/2012 προκάλεσαν προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εναγόντων, εντούτοις επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εν λόγω νόμος εξυπηρετούσε σκοπούς γενικού συμφέροντος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο σκοπός περί διασφάλισης της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 71 και 74). Ομοίως, με την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, § 103), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσε νομίμως να λάβει μέτρα προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της διατήρησης της οικονομικής σταθερότητας και της αναδιάρθρωσης του χρέους, προς το γενικό συμφέρον της κοινότητας. Συγκεκριμένα, κατά το στάδιο αυτό, αν δεν αναδιαρθρωνόταν το ελληνικό δημόσιο χρέος μέσω των επίδικων μέτρων, υπήρχε μη αμελητέος κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης και της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών του Ελληνικού Δημοσίου ή ακόμη και πιθανότητα να περιέλθει αυτό σε κατάσταση αφερεγγυότητας, καθότι τα χρεόγραφά του –ενδεχομένως μη δυνάμενα να εξοφληθούν– δεν θα μπορούσαν πλέον να γίνονται δεκτά από την EKT και από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες ως ασφάλειες στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών εργασιών του Ευρωσυστήματος και, κατά συνέπεια, ελλόχευε ο κίνδυνος να επηρεαστούν η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και η λειτουργία του Ευρωσυστήματος στο σύνολό του (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 105 και 106). Επομένως, τα επίδικα μέτρα συνέβαλαν στη διαφύλαξη τόσο των δημόσιων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας όσο και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ζώνης του ευρώ, προωθώντας επομένως τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (πρβλ. διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208, σκέψη 51, και απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 138).

128    Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα εάν και κατά πόσον η μείωση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν οι ενάγοντες καθώς και ο αποκλεισμός, ιδίως, της συμμετοχής του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους συνιστούσαν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογες και ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις θίγουσες ενδεχομένως την ίδια την ουσία του ως άνω κατοχυρωμένου δικαιώματος, πρέπει να υπομνησθούν οι ακόλουθες εκτιμήσεις που έχουν επιβεβαιωθεί από τη νομολογία.

129    Κατά πρώτον, κάθε πιστωτής φέρει τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών. Η αγορά κρατικών χρεογράφων από επενδυτή συνιστά, εξ ορισμού, συναλλαγή που ενέχει ορισμένο οικονομικό κίνδυνο, ως εξαρτώμενη από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών. Ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμη μεγαλύτερος όταν το κράτος που εκδίδει τα χρεόγραφα αντιμετωπίζει μια εξαιρετικά ασταθή οικονομική κατάσταση η οποία επηρεάζει τις διακυμάνσεις της αξίας των εν λόγω τίτλων, ή ακόμη και έναν μη αμελητέο κίνδυνο επιλεκτικής έστω στάσης πληρωμών. Κατά συνέπεια, ακόμη και πριν από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2009, όταν το εκδίδον Ελληνικό Δημόσιο αντιμετώπιζε ήδη σημαντικό χρέος και έλλειμμα, οι ενάγοντες όφειλαν να γνωρίζουν ότι η αγορά ελληνικών χρεογράφων ενείχε υψηλό κίνδυνο απωλειών (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 82 και 121· της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 97, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 108 και 109).

130    Εν προκειμένω, η ανωτέρω εκτίμηση επιβεβαιώνεται με βάση τις ημερομηνίες έκδοσης και αγοράς των επίμαχων ελληνικών χρεογράφων, οι οποίες, κατά τις δηλώσεις των ίδιων των εναγόντων, τοποθετούνταν, ως επί το πλείστον, μεταξύ Ιανουαρίου 2009 και Μαρτίου 2010. Τουτέστιν, οι αγορές αυτές πραγματοποιήθηκαν κυρίως είτε σε περίοδο κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση ακραίου ελλείμματος (απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, § 101) πριν από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής της κρίσης τον Οκτώβριο του 2009, είτε σε περίοδο κατά την οποία η οικονομική της κατάσταση ήταν εκτεθειμένη σε σοβαρές διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές και επιδεινωνόταν από τη σημαντική υποβάθμιση της αξιολόγησης των χρεογράφων της (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 97). Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις αγορές τίτλων εκδοθέντων από το 2010 και εφεξής, οι ενάγοντες προέβησαν σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου, ως προς τις οποίες δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι απέβλεπαν σε κερδοσκοπικό σκοπό και όχι σε αποταμίευση, προσδοκώντας να επιτύχουν υψηλή απόδοση. Επιπλέον, οι διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και των λοιπών εμπλεκομένων οργάνων, όπως η Επιτροπή, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, σχετικά με την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι δυνατόν να μην ήταν γνωστές σε ιδιώτες πιστωτές όπως οι ενάγοντες. Υπό αυτές τις συνθήκες, ένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν μπορούσε να αποκλείσει τον κίνδυνο αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους προς αποφυγή μιας έστω επιλεκτικής στάσης πληρωμών εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 82 και 121· της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψεις 97 και 115, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 109 έως 111).

131    Κατά δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι, δεδομένου του μεγέθους της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην οποία είχε εκτεθεί το Ελληνικό Δημόσιο από το 2010, κατέστη απαραίτητο ένα νέο πρόγραμμα χρηματοπιστωτικής συνδρομής υπέρ αυτού, το οποίο είχε εκπονηθεί και επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή σε πολυμερές και διακυβερνητικό επίπεδο, με τη συμμετοχή των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, επικουρουμένων, κατ’ αρχάς, από το ΕΤΧΣ και, εν συνεχεία, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (στο εξής: ΕΜΣ), ο οποίος συστάθηκε με τη Συνθήκη μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Ιρλανδίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, της Δημοκρατίας της Μάλτας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 2 Φεβρουαρίου 2012 και ετέθη σε ισχύ στις 27 Σεπτεμβρίου 2012, καθώς και με τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι οι ενάγοντες, η σχεδιαζόμενη με τα επίδικα μέτρα αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως και ο αποκλεισμός του Ευρωσυστήματος από τη συμμετοχή στην αναδιάρθρωση αυτή, αποτελούσαν, βάσει των συναφθεισών διμερών και πολυμερών συμφωνιών, προϋποθέσεις για την υλοποίηση αυτής της χρηματοοικονομικής συνδρομής (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, § 116). Από τη δήλωση της Ευρωομάδας της 21ης Φεβρουαρίου 2012 προκύπτει λοιπόν ότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους βάσει του νόμου 4050/2012 αποτελούσε προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης χρηματοοικονομικής συνδρομής εκ μέρους των κρατικών και θεσμικών πιστωτών. Δεδομένων όμως των περιστάσεων που επικρατούσαν στο στάδιο αυτό, δεν ήταν βέβαιον ότι ένα PSI σε αποκλειστικά εθελοντική βάση, δίχως CAC, θα εξασφάλιζε τη συμμετοχή επαρκούς ποσοστού ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων, ώστε να επιτευχθεί το απαιτούμενο ποσοστό απομόχλευσης του χρέους που τελικά προέκυψε από τη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ύψους κατά περίπου 107 δισεκατομμύρια ευρώ (απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, § 104). Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του ηθικού κινδύνου (moral hazard), τον οποίο ορθώς επισήμαναν η Επιτροπή, η ΕΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, δεν διασφαλιζόταν εξάλλου ότι ένα PSI δίχως CAC θα συνεπαγόταν αρκούντως υψηλό ποσοστό συμμετοχής ώστε να καταστεί δυνατή η αποδέσμευση δανείων από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ ποσού μέχρι 130 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2014 (βλ. δήλωση της Ευρωομάδας της 21ης Φεβρουαρίου 2012). Πράγματι, το ζήτημα του ηθικού κινδύνου μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικό πρόσθετο κίνητρο για κάθε επενδυτή ή κάτοχο ελληνικών χρεογράφων που επιθυμεί να διαφυλάξει την περιουσία του να αρνηθεί μια προσφορά εθελοντικής ανταλλαγής τίτλων ή ακόμη και να αγοράσει επιπλέον τίτλους σε περίπτωση μείωσης της αγοραίας αξίας τους, ελπίζοντας ότι άλλοι πιστωτές ή η κοινότητα υπό ευρεία έννοια θα αναλάμβαναν τις αρνητικές συνέπειες της ριψοκίνδυνης επένδυσής του. Ως εκ τούτου, η απουσία των CAC όχι μόνο θα είχε ως συνέπεια να εφαρμοστεί μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης της αξίας των ελληνικών χρεογράφων εκείνων των κατόχων που θα ήταν πρόθυμοι να δεχθούν ένα κούρεμα, αλλά θα συνέβαλε επίσης στην αποτροπή μεγάλου αριθμού κατόχων τέτοιων τίτλων από το να συμμετάσχουν στη διαδικασία απομόχλευσης, ή μάλιστα θα τους παρακινούσε να υπονομεύσουν την επίτευξη του σκοπού του. Επομένως, τα επίδικα μέτρα ήταν απαραίτητα τόσο για τη διασφάλιση της επιτυχίας της σχεδιαζόμενης αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους όσο και προκειμένου να καταστεί δυνατή η χορήγηση πρόσθετης χρηματοοικονομικής συνδρομής με σκοπό, βραχυπρόθεσμα μεν, την πρόληψη τυχόν στάσης πληρωμών εκ μέρους του Ελληνικού Δημόσιου, μεσοπρόθεσμα δε, την παροχή συνδρομής για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του και για την ανάκτηση οικονομικής ισορροπίας. Επομένως, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ο νόμος 4050/2012 ήταν προδήλως ακατάλληλος ή δυσανάλογος προς τον σκοπό αυτό ή ότι ένα PSI σε αποκλειστικά εθελοντική βάση, δίχως CAC, ή ένα ελάχιστο ποσοστό περικοπής θα συνιστούσαν εξίσου αποτελεσματικά, αλλά λιγότερο δεσμευτικά μέτρα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών δημόσιου συμφέροντος (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 112).

132    Κατόπιν των ως άνω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των εναγόντων ότι οι ιδιώτες κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων διέθεταν αμελητέο μόνο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους αξίας 2,262 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπερ αντιπροσώπευε μόλις το 1,09 % των 206 δισεκατομμυρίων ευρώ που αφορούσε η προσφορά ανταλλαγής τίτλων, οπότε η συμπερίληψή τους ήταν προδήλως δυσανάλογη όσον αφορά την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημόσιου συμφέροντος. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι ενάγοντες βασίζονται σε μια συσταλτική έννοια των «ιδιωτών κατόχων», θεωρώντας ότι αυτή περιορίζεται σε φυσικά πρόσωπα ή σε αποταμιευτές, και όχι θεσμικούς ή επαγγελματίες κατόχους ή νομικά πρόσωπα (βλ. πέμπτο ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμότητας), αρκεί η διαπίστωση ότι η διάκριση αυτή είναι αλυσιτελής (βλ. σκέψεις 156 έως 166 κατωτέρω).

133    Κατά τρίτον, είναι βεβαίως αληθές ότι η υποχρεωτική ανταλλαγή ελληνικών χρεογράφων μετά την έκδοση του νόμου 4050/2012 και την έγκριση από την πλειοψηφία των κατόχων τους οδήγησε σε πολύ σημαντική μείωση της ονομαστικής αξίας των τίτλων αυτών. Πράγματι, οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν συναίνεσαν στην προτεινόμενη τροποποίηση των όρων έκδοσης των χρεογράφων τους, αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την εφαρμογή των νέων όρων που περιείχε ο εν λόγω νόμος, και συγκεκριμένα, τη μείωση της ονομαστικής αξίας των τίτλων αυτών. Εντούτοις, ο Έλληνας νομοθέτης μπορούσε νομίμως να εισαγάγει έναν οριζόντια εφαρμόσιμο συντελεστή απομείωσης, βάσει της ονομαστικής αξίας των επιλέξιμων ελληνικών χρεογράφων, δεδομένου ότι τυχόν υπολογισμός βάσει της αγοραίας αξίας καθενός από τα ομόλογα σε ορισμένη ημερομηνία ή των αντίστοιχων λήξεών τους θα ήταν ανέφικτος. Πράγματι, το σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του βαθμού της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν μπορεί να είναι το ποσό που αυτοί ήλπιζαν ότι θα εισπράξουν κατά τη στιγμή που θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα τα χρεόγραφά τους. Η ονομαστική αξία ενός χρεογράφου αντανακλά μεν το μέγεθος της απαίτησης του κατόχου του κατά την ημερομηνία λήξης του χρεογράφου, πλην όμως, κατά την ημερομηνία που η Ελληνική Δημοκρατία εξέδωσε τον νόμο 4050/2012, δηλαδή στις 23 Φεβρουαρίου 2012, η αξία αυτή δεν αντιστοιχούσε πλέον στην πραγματική αγοραία αξία των ελληνικών χρεογράφων, καθώς είχε ήδη επηρεαστεί από τη μείωση της φερεγγυότητας του Ελληνικού Δημόσιου τα έτη 2010 και 2011, γεγονός που προοιωνιζόταν ότι, όταν τα χρεόγραφα αυτά θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα, το Ελληνικό Δημόσιο δεν θα ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του οι οποίες απέρρεαν από τις συμβατικές ρήτρες που περιλαμβάνονταν στους εν λόγω τίτλους (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 113, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, § 112).

134    Κατά τέταρτον, οι ενάγοντες δεν μπορούν να υποστηρίζουν ότι ο αποκλεισμός της συμμετοχής του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους αποτελούσε μη απαραίτητο ή προδήλως δυσανάλογο περιορισμό. Αφενός, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη δήλωση της Ευρωομάδας της 21ης Φεβρουαρίου 2012, οι κρατικοί και θεσμικοί πιστωτές του Ελληνικού Δημόσιου είχαν εξαρτήσει την πρόσθετη χρηματοδοτική συνδρομή και από τον αποκλεισμό αυτόν. Αφετέρου, τόσο η σύναψη όσο και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, σκοπός των οποίων ήταν να παράσχουν στις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος τη δυνατότητα να αποφύγουν το PSI και την εφαρμογή των CAC, εντάσσονταν στο πλαίσιο άσκησης των βασικών αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, καθόσον αποσκοπούσαν στη διατήρηση του περιθωρίου χειρισμών των κεντρικών τραπεζών και στη διασφάλιση της συνεχούς εύρυθμης λειτουργίας του Ευρωσυστήματος. Το τελευταίο απαιτούσε, μεταξύ άλλων, να εξακολουθήσουν οι κεντρικές τράπεζες να δέχονται τα ελληνικά χρεόγραφα ως κατάλληλες ασφάλειες για τις χρηματοπιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 93, 94 και 108· βλ. επίσης σκέψη 102 ανωτέρω), όπερ δεν θα ήταν δυνατόν σε περίπτωση κουρέματος και, ως εκ τούτου, επιλεκτικής στάσης πληρωμών εκ μέρους του Ελληνικού Δημόσιου. Επιπλέον, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 109 ανωτέρω, μια άνευ όρων συμμετοχή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συναλλαγή εξομοιούμενη, λόγω των αποτελεσμάτων της, με την απευθείας αγορά, από τις εν λόγω κεντρικές τράπεζες, κρατικών χρεογράφων, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 123 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 114, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 98· βλ. επίσης, συναφώς, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 97 και 104, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 106 και 110).

135    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, οι ενάγοντες δεν μπορούν να ισχυρίζονται βασίμως, αφενός, ότι τα ελληνικά χρεόγραφα που κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές αποτελούσαν αμελητέο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση συμμετοχής του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η επελθούσα απομείωση θα ήταν σαφώς μικρότερη και ότι το Ευρωσύστημα διέθετε λιγότερο επαχθή μέσα για να αποτρέψει τις αρνητικές συνέπειες μιας ίδιας μεταχείρισης (pari passu).

136    Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη της φύσης του επίμαχου τίτλου κυριότητας, του μεγέθους και του δριμύ και επαχθούς χαρακτήρα της κρίσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, της συμφωνίας του Ελληνικού Δημόσιου και της πλειοψηφίας των κατόχων ελληνικών χρεογράφων που δέχθηκαν την ανταλλαγή με υποτίμηση της αξίας των εν λόγω τίτλων και των σημαντικών ζημιών που σημειώθηκαν, ούτε η μείωση της αξίας των επίμαχων ελληνικών χρεογράφων βάσει των επίμαχων μέτρων ούτε ο αποκλεισμός της συμμετοχής του Ευρωσυστήματος στην ανασυγκρότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους συνιστούσαν, με γνώμονα των επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εναγόντων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη. Τέλος, εφόσον δεν συντρέχει παράβαση της εν λόγω διάταξης, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ούτε στην ΕΚΤ ότι δεν την κατήγγειλε, μεταξύ άλλων, με τη γνώμη της ΕΚΤ της 17ης Φεβρουαρίου 2012 (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 114 έως 116).

137    Κατά συνέπεια, ο τρίτος ισχυρισμός περί ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τετάρτου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας, με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη προσβολή των δικαιωμάτων που αντλούν οι ενάγοντες από το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

[παραλειπόμενα]

142    Το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε περιορισμό των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Τέτοιους περιορισμούς συνιστούν, μεταξύ άλλων, μέτρα επιβαλλόμενα από κράτος μέλος τα οποία είναι ικανά να αποτρέψουν, να περιορίσουν ή να παρεμποδίσουν επενδυτές από άλλα κράτη μέλη να επενδύσουν στο εν λόγω κράτος μέλος ή, αντιστρόφως, τα οποία είναι ικανά να αποτρέψουν, να περιορίσουν ή να παρεμποδίσουν επενδυτές του εν λόγω κράτους μέλους να επενδύσουν σε άλλα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

143    Η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Ένωσης, ο σεβασμός των οποίων επιβάλλεται τόσο στα κράτη μέλη όσο και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και, ως εκ τούτου, και στην ΕΚΤ επίσης (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

144    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ανεξάρτητα από το αν η εφαρμογή του νόμου 4050/2012 είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των κινήσεων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ένας τέτοιος περιορισμός, εφόσον αποδεικνυόταν, θα δικαιολογούνταν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Πράγματι, η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων μπορεί να περιοριστεί από εθνική κανονιστική ρύθμιση υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία δικαιολογείται, βάσει αντικειμενικών λόγων ανεξάρτητων από την προέλευση των οικείων κεφαλαίων, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και ότι τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που προϋποθέτει ότι είναι κατάλληλη για την επίτευξη του θεμιτώς επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψεις 121 και 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

145    Τέτοια περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω ως προς τα επίδικα μέτρα και τον αποκλεισμό της συμμετοχής του Ευρωσυστήματος στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 131 ανωτέρω, ο νόμος 4050/2012 εκδόθηκε υπό πραγματικά εξαιρετικές περιστάσεις, δεδομένου ότι, ελλείψει αναδιάρθρωσης, το ενδεχόμενο μιας βραχυπρόθεσμης στάσης πληρωμών εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, έστω και επιλεκτικής, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί. Επιπλέον, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 102 και 134 ανωτέρω, τα επίδικα μέτρα και ο εν λόγω αποκλεισμός σκοπούσαν στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της, όπερ συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 123).

146    Επιπλέον, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τα επίδικα μέτρα και ο εν λόγω αποκλεισμός ήταν δυσανάλογου χαρακτήρα. Τα μέτρα αυτά κατέστησαν εφικτή την αποκατάσταση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο για την αποκατάσταση της σταθερότητας αυτής. Ειδικότερα, η συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών στην ανταλλαγή ελληνικών χρεογράφων σε αποκλειστικά εθελοντική βάση –όπως προτείνουν οι ενάγοντες– δεν θα είχε εξασφαλίσει την επιτυχία της εν λόγω ανταλλαγής τίτλων, αλλά θα είχε, αντιθέτως, δημιουργήσει αντικίνητρο για μη συμμετοχή. Πράγματι, σε τέτοια περίπτωση, δεν θα διασφαλιζόταν επαρκής αριθμός των εν λόγω πιστωτών που θα αποδεχόταν μια τέτοια ανταλλαγή σε εθελοντική βάση, λαμβανομένου υπόψη του επακόλουθου ηθικού κινδύνου (βλ. σκέψη 131 ανωτέρω). Ωστόσο, η επιτυχία της ανταλλαγής τίτλων αποτελούσε προϋπόθεση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία με τη σειρά της ήταν αναγκαία για τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 124).

147    Ως εκ τούτου, εσφαλμένως προβάλλουν οι ενάγοντες παραβίαση από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή από την ΕΚΤ της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.

148    Επομένως, ο τέταρτος ισχυρισμός περί ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του πέμπτου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας, με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη προσβολή του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Χάρτη

[παραλειπόμενα]

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

–       Υπόμνηση της νομολογίας

154    Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε παρόμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Επιπλέον, η παραβίαση της αρχή της ίσης μεταχείρισης λόγω διαφορετικής μεταχείρισης προϋποθέτει ότι οι σχετικές καταστάσεις είναι παρόμοιες υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψεις 191 και 192 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

155    Το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση ισχυρισμού πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ως άνω νομολογιακών αρχών.

–       Επί του πρώτου σκέλους, περί ίσης μεταχείρισης ιδιωτών επενδυτών και θεσμικών ή επαγγελματικών επενδυτών, παρά το γεγονός ότι αυτοί δεν είναι συγκρίσιμοι

156    Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, οι ενάγοντες υποστηρίζουν εσφαλμένως ότι οι ιδιώτες επενδυτές, ιδίως οι αποταμιευτές, οι οποίοι επένδυσαν σε ελληνικά χρεόγραφα, δεν βρίσκονταν, ως προς το PSI, σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη των επενδυτών ή των θεσμικών ή επαγγελματιών κατόχων, αλλά ότι αυτοί δεν εμπίπτουν, κατά τη διατύπωση που χρησιμοποιούν, στην κατηγορία των δημοσίων πιστωτών.

157    Πρώτον, οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν ότι, όπως ορισμένοι θεσμικοί ή επαγγελματίες επενδυτές, φυσικά ή νομικά πρόσωπα με σημαντική οικονομική ισχύ, όπως, εν προκειμένω, η εταιρία QJ που κατέχει ελληνικά χρεόγραφα συνολικής ονομαστικής αξίας 22 650 000 ευρώ, ενδέχεται να αποκτήσουν σημαντικές ποσότητες κρατικών χρεογράφων (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, §§ 137 και 138). Τούτο καταδεικνύει αφ’ εαυτού ότι η οικονομική ισχύς ή η ποσότητα των αποκτηθέντων τίτλων δεν αποτελούν, σε όλες τις περιπτώσεις, κατάλληλα κριτήρια διαφοροποίησης ούτως ώστε να διακρίνονται οι ιδιώτες επενδυτές από τους θεσμικούς ή επαγγελματίες επενδυτές. Το ίδιο ισχύει ως προς το κριτήριο της εμπειρογνωσίας και των γνώσεων περί χρηματοοικονομικών που ενδέχεται να διαφέρουν σε καθεμία από τις δύο ομάδες επενδυτών στις οποίες αναφέρονται οι ενάγοντες, δεδομένου ότι αμφότερες οι εν λόγω ομάδες ενδέχεται να συμβουλεύονται εμπειρογνώμονες στον τομέα αυτό. Επιπλέον, δεν τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός ότι οι αποφάσεις της πλειονότητας των ιδιωτών επενδυτών να επενδύσουν σε κρατικά χρεόγραφα, σε αντίθεση με αυτές των θεσμικών ή επαγγελματιών επενδυτών, λαμβάνονται με γνώμονα κυρίως την πρόθεση επένδυσης σε αποταμιευτικά προϊόντα, δεδομένου ότι, όπως οι ενάγοντες, μεγάλος αριθμός ιδιωτών ωθήθηκαν, κατά τη διάρκεια της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, να επενδύσουν μεγάλα ποσά σε ελληνικά χρεόγραφα παρά τον υψηλό κίνδυνο που ενείχε η επένδυση αυτή (βλ., μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, και της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑107/17, EU:T:2019:353, η οποία επικυρώθηκε με διάταξη της 12ης Μαρτίου 2020, EMB Consulting κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C‑571/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:208).

158    Δεύτερον, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 130 ανωτέρω, η ως άνω εκτίμηση επιβεβαιώνεται, εν προκειμένω, δεδομένων των ημερομηνιών έκδοσης και αγοράς των περισσοτέρων από τα επίδικα ελληνικά χρεόγραφα, οι οποίες, κατά τους ίδιους τους ενάγοντες, τοποθετούνταν μεταξύ Ιανουαρίου 2009 και Μαρτίου 2010, ήτοι σε περιόδους κατά τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο βρισκόταν ήδη σε κατάσταση ακραίου ελλείμματος ή αντιμετώπιζε σοβαρές διαταραχές της χρηματοπιστωτικής αγοράς, κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε λόγω της σημαντικής υποβάθμισης της αξιολόγησης των χρεογράφων του. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις αγορές τίτλων που εκδόθηκαν από το 2010 και εφεξής, οι ενάγοντες προέβησαν σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου, ως προς τις οποίες δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αυτοί απέβλεπαν σε κερδοσκοπία και όχι σε αποταμίευση, προσδοκώντας να επιτύχουν υψηλή απόδοση. Στο πλαίσιο αυτό, οι αποφάσεις των εναγόντων να επενδύσουν σε ελληνικά χρεόγραφα ήταν συγκρίσιμες με εκείνες άλλων θεσμικών ή επαγγελματιών επενδυτών που επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψεις 97 και 115).

159    Τρίτον, ο προαναφερθείς κύριος λόγος που υπαγόρευσε τις επίμαχες επενδυτικές αποφάσεις συνιστούσε κριτήριο διαφοροποίησης ή σύγκρισης πρόσφορο και επαρκές για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι των υποκείμενων στο PSI ιδιωτών πιστωτών, περιλαμβανομένων των εναγόντων, και ειδικότερα για τη σύγκριση των αντίστοιχων καταστάσεων των εν λόγω επενδυτών, πέραν του γεγονότος ότι κατείχαν όλοι ελληνικά χρεόγραφα. Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει ως προς ενδεχόμενους δευτερεύοντες ή συμπληρωματικούς ως προς τον κύριο λόγο λόγους, οι οποίοι μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν την απόφαση των επενδυτών αυτών να αποκτήσουν ελληνικά χρεόγραφα. Πράγματι, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, δεν είναι δυνατόν να διακριθούν σαφώς οι επενδυτές που ενήργησαν αμιγώς σε ιδιωτικό επίπεδο, ως αποταμιευτές, από εκείνους που ενήργησαν στο πλαίσιο θεσμικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, ή ακόμη και χάριν κερδοσκοπίας, ούτε να γίνει επαρκής διαφοροποίηση μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία θα μπορούσαν να ανήκουν σε μία από τις δύο αυτές ομάδες επενδυτών. Μια τέτοια διάκριση όχι μόνο θα ήταν τεχνητή, αλλά θα απαιτούσε επίσης λεπτομερή επαλήθευση των πραγματικών λόγων, κατ’ ανάγκη υποκειμενικών, που υπαγόρευσαν τις σχετικές επενδυτικές αποφάσεις, όπερ θα ενείχε τον κίνδυνο να συμπεριλαμβάνεται ο εκάστοτε επενδυτής στη μια ή στην άλλη κατηγορία κατά εντελώς τυχαίο τρόπο (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, § 137).

160    Συγκεκριμένα, θα ήταν πολύ δυσχερές και χρονοβόρο να επιχειρηθεί, για τους σκοπούς του PSI, σαφής διάκριση μεταξύ των ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αφενός, και των θεσμικών ή επαγγελματιών επενδυτών, αφετέρου, ή ακόμη και να προσδιοριστούν μόνον οι «αποταμιευτές» εντός της πρώτης κατηγορίας επενδυτών. Επιπλέον, προκειμένου να προσδιοριστεί η ακριβής κατανομή του ελληνικού δημόσιου χρέους μεταξύ των εν λόγω επενδυτών, θα ήταν αναγκαίο να απαγορευθούν ή να «παγώσουν» οι ανταλλαγές τίτλων από ένα δεδομένο χρονικό σημείο πριν από την έκδοση του νόμου 4050/2012, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις μιας μη εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις απαλλαγής από το PSI ορισμένων επενδυτών οι οποίοι πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, που είναι όμως δύσκολο να καθοριστούν. Ωστόσο, η ανακοίνωση και μόνον μιας τέτοιας κίνησης πριν από αυτό το χρονικό ορόσημο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μαζική μεταβίβαση τίτλων προς τις κατηγορίες κατόχων τίτλων που απαλλάσσονται, όπερ θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την επιτυχία της σχεδιαζόμενης επιχείρησης αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους μέσω του PSI (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, §§ 137 και 138).

161    Η ως άνω εκτίμηση δεν αναιρείται από το ενημερωτικό σημείωμα του ΓΛΚ της 24ης Φεβρουαρίου 2012, με το οποίο είχε διαπιστωθεί ότι φυσικά πρόσωπα είχαν αγοράσει στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά τίτλων ελληνικά χρεόγραφα συνολικής αξίας 1,3 δισεκατομμυρίων και 962 εκατομμυρίων ευρώ αντιστοίχως, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζονται τα κρίσιμα νομικά και πραγματικά κριτήρια στα οποία στηρίχθηκε η ως άνω διαπίστωση. Δεν αναιρείται εξάλλου ούτε από το αόριστο και διφορούμενο επιχείρημα των εναγόντων, το οποίο αντλείται πιθανώς από τη διαπίστωση του ΕΔΔΑ, η οποία αποσκοπεί στη σύνοψη των επιχειρημάτων των εναγόντων στη σχετική υπόθεση (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR0063066:0721JUD006306614, § 76), κατά την οποία τα φυσικά πρόσωπα κατείχαν μόλις το 1,09 % του ελληνικού δημόσιου χρέους.

162    Τέταρτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, λόγω της σημαντικής θέσης τους ως πιστωτών και της μεγαλύτερης χρηματοοικονομικής ισχύος τους, ορισμένοι θεσμικοί ή επαγγελματίες επενδυτές, οι οποίοι συνήθως είναι νομικά πρόσωπα, είναι κατά κανόνα ικανότεροι από τους ιδιώτες ή αποταμιευτές επενδυτές να διαπραγματευθούν με το κράτος που εκδίδει τα χρεόγραφα και να επηρεάσουν τις αποφάσεις του σχετικά με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους του, είναι αδύνατο να καθοριστεί σαφής και πρακτική διαχωριστική γραμμή μεταξύ, αφενός, των εν λόγω θεσμικών ή επιχειρηματιών επενδυτών και, αφετέρου, των μικρότερων επενδυτών με υποδεέστερη οικονομική ισχύ ή των φυσικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα. Επιπλέον, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί νομικών ή φυσικών προσώπων, δεν αποδεικνύεται ότι οι «μικροί» ιδιώτες επενδυτές ή αποταμιευτές δεν είχαν τη δυνατότητα να οργανωθούν και να επηρεάσουν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που κατέληξε στην έκδοση του νόμου 4050/2012 ή, τουλάχιστον, την έκβαση της διαδικασίας προσφοράς ανταλλαγής τίτλων, προσπαθώντας να επιτύχουν μια μειοψηφία αρνησικυρίας ώστε να εμποδίσουν την ενεργοποίηση των CAC, παραδείγματος χάριν, προσφεύγοντας σε ενώσεις προστασίας καταναλωτών, μικρών επιχειρήσεων ή αποταμιευτών.

163    Ως εκ τούτου, τα στοιχεία διαφοροποίησης που προέβαλαν οι ενάγοντες για να αποδείξουν ότι οι ιδιώτες επενδυτές και οι θεσμικοί και επαγγελματίες επενδυτές δεν βρίσκονταν, ως κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, σε συγκρίσιμες καταστάσεις δεν τεκμηριώνονται ούτε ασκούν επιρροή δεδομένου του σκοπού των επίδικων μέτρων, o οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο. Στο πλαίσιο αυτό, τυχόν λόγοι αποταμίευσης ή κάποιοι άλλοι δευτερεύοντες οικονομικοί λόγοι που ώθησαν έναν ιδιώτη δανειστή, υποκείμενο στο PSI, να επενδύσει σε ελληνικά χρεόγραφα δεν συνιστά κρίσιμο στοιχείο διαφοροποίησης με γνώμονα τον ανωτέρω σκοπό (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides αρχείων & κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 200, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, §§ 134 και 137). Αντιθέτως, υπό το πρίσμα του εν λόγω σκοπού, τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν a priori σε καταστάσεις είτε πανομοιότυπες είτε συγκρίσιμες, δεδομένου ότι είχαν αποκτήσει ελληνικά χρεόγραφα αποκλειστικά προς το ιδιωτικό περιουσιακό τους συμφέρον, ή ακόμη προς κερδοφορία ή κερδοσκοπία, και είχαν αποδεχθεί τον κίνδυνο απώλειας που αυτά ενείχαν, έχοντας επίγνωση της κατάστασης οικονομικής κρίσης στην οποία βρισκόταν τότε η Ελληνική Δημοκρατία.

164    Επιπλέον, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η προβαλλόμενη από τους ενάγοντες διαφοροποίηση ασκεί επιρροή με γνώμονα την αρχή της ίσης μεταχείρισης, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ των δήθεν «μικροκαταθετών» και των «μεγάλων επενδυτών» καθορίζοντας, μεταξύ άλλων, ένα κατώτατο όριο επένδυσης ύψους 100 000 ευρώ, κάτω από το οποίο τα χρεόγραφα θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από το PSI. Πράγματι, όπως εκτίθεται στη σκέψη 160 ανωτέρω και όπως έκρινε το ΕΔΔΑ (απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, §§ 137 και 138), η ανακοίνωση και μόνον της εισαγωγής μιας τέτοιας απαλλαγής θα είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική μεταβίβαση τέτοιων τίτλων προς τις εξαιρεθείσες κατηγορίες κατόχων τίτλων, όπερ θα μπορούσε να υπονομεύσει την επιτυχία του PSI στο σύνολό του. Επιπλέον, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι, μετά την έκδοση του νόμου 4050/2012, ήταν δυνατό να προβλεφθεί νομικώς μια τέτοια διαφοροποίηση, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός είχε ήδη καθορίσει σαφώς τα κριτήρια που διέπουν το PSI και την ενεργοποίηση των CAC για το σύνολο των επιλέξιμων ελληνικών χρεογράφων, χωρίς ωστόσο να προβλέψει πιθανές απαλλαγές.

165    Η διάκριση που επιχειρούν οι ενάγοντες μεταξύ ιδιωτών επενδυτών και θεσμικών ή επαγγελματιών επενδυτών δεν τεκμηριώνεται εξάλλου ούτε από τις διατάξεις της οδηγίας 2004/39. Μολονότι η οδηγία αυτή απέβλεπε στην προστασία των «ιδιωτών πελατών» ως επενδυτών σε «κινητές αξίες», όπως διαπραγματεύσιμα ομόλογα ή χρεόγραφα, η προστασία αυτή ήταν μόνο προληπτική και σχετιζόταν μόνο με τον τρόπο με τον οποίο οι «επιχειρήσεις επενδύσεων», συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών τραπεζών, προσέφεραν, πωλούσαν και διαχειρίζονταν τις αξίες αυτές (βλ., μεταξύ άλλων, την αιτιολογική σκέψη 44 και το άρθρο 19 σχετικά με τις απαιτήσεις διαφάνειας των συναλλαγών και τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε πελάτες). Ομοίως, στο μέτρο που η οδηγία αυτή προέβλεπε ειδικές υποχρεώσεις ενημέρωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων έναντι των πελατών τους όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των προτεινόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων της κατάλληλης πληροφόρησης «σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών» (άρθρο 19, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση), οι ως άνω υποχρεώσεις δεν αφορούσαν ούτε τις συνέπειες της επέλευσης των κινδύνων αυτών ούτε, κατά μείζονα λόγο, το ζήτημα αν, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης δημόσιου χρέους, οι «ιδιώτες πελάτες» έπρεπε ή όχι να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους «επαγγελματίες πελάτες», στους οποίους περιλαμβάνονται τα πιστωτικά ιδρύματα.

166    Επομένως, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν επαρκώς κατά νόμον ότι βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη άλλων ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι θεσμικοί ή επαγγελματίες επενδυτές, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος με το οποίο προβάλλεται κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί η ύπαρξη ενδεχομένως αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την εν λόγω ίση μεταχείριση.

–       Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται άνιση μεταχείριση λόγω του αποκλεισμού της συμμετοχής των δημοσίων πιστωτών, και ειδικότερα του Ευρωσυστήματος, στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους

167    Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, με το οποίο προβάλλεται, ειδικότερα, αφενός, άνιση μεταχείριση των ιδιωτών επενδυτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι ενάγοντες, και, αφετέρου, των δημόσιων πιστωτών, ιδίως των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, πρέπει να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκαν ανάλογες αιτιάσεις (αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 88 έως 92, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψεις 108 έως 117), και την οποία οι ενάγοντες μάταια επιχειρούν να αμφισβητήσουν.

168    Πρώτον, οι ενάγοντες στηρίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι όλοι οι ιδιώτες που έχουν αποκτήσει ελληνικά χρεόγραφα ως αποταμιευτές ή «ιδιώτες» πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφενός, και η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, αφετέρου, βρίσκονταν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών και των σκοπών των σχετικών κανόνων στους οποίους στηρίζονται οι επικρινόμενες ενέργειες, σε συγκρίσιμη ή ακόμη και σε πανομοιότυπη κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης. H επιχειρηματολογία αυτή παραβλέπει ειδικότερα το γεγονός ότι, με την επαναγορά ελληνικών χρεογράφων, ιδίως βάσει της απόφασης 2010/281, η EKT και οι εν λόγω εθνικές κεντρικές τράπεζες ενήργησαν στο πλαίσιο της εκτέλεσης των βασικών αποστολών που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, και, ιδίως, του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ, με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και την ορθή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής, και εντός των ορίων που θέτουν οι διατάξεις της εν λόγω απόφασης (βλ. αιτιολογική σκέψη 5 της εν λόγω απόφασης) (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 88, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 111).

169    Τουτέστιν, το πρόγραμμα επαναγοράς κρατικών χρεογράφων, περιλαμβανομένων των ελληνικών, το οποίο δημιουργήθηκε με την απόφαση 2010/281, στηριζόταν ρητώς στο άρθρο 127, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ και, ιδίως, στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του καταστατικού ΕΣΚΤ, εντασσόταν δε, δεδομένης της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε το Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο των «[εκτάκτων περιστάσεων] που επικρατούν σήμερα στις χρηματαγορές, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι ισχυρές εντάσεις που εκδηλώνονται σε ορισμένους τομείς της αγοράς, παρακωλύοντας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματική άσκηση νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα». Κατά την απόφαση αυτή, το εν λόγω πρόγραμμα προοριζόταν να «[ενταχθεί] στην ενιαία νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος», με σκοπό την «αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας των αγορών τίτλων και [την] αποκατάσταση του προσήκοντος μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής» (αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 της εν λόγω απόφασης). Οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν τους ως άνω λόγους αυτούς καθαυτούς, στηρίζουν δε τη θέση τους περί παρεμφερών καταστάσεων αποκλειστικά και μόνο στην περίσταση ότι τόσο οι ιδιώτες επενδυτές όσο και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος που έχουν αποκτήσει ελληνικά χρεόγραφα είναι πιστωτές του Ελληνικού Δημοσίου με ίδια δικαιώματα (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 89, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 112).

170    Πράγματι, το πρόγραμμα επαναγοράς τίτλων και, κατά συνέπεια, η αγορά κρατικών χρεογράφων, μεταξύ άλλων και ελληνικών, από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος εντασσόταν στα βασικά καθήκοντα του ΕΣΚΤ κατά την έννοια του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, τα μέτρα αυτά στηρίζονταν στην αρμοδιότητα που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ, δυνάμει του οποίου «[για] την επίτευξη των στόχων του ΕΣΚΤ και την εκτέλεση των καθηκόντων του, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν», μεταξύ άλλων, «να συναλλάσσονται στις χρηματαγορές, αγοράζοντας και πωλώντας […] με οριστικές πράξεις (άμεσης και προθεσμιακής εκτελέσεως) […] απαιτήσεις και διαπραγματεύσιμους τίτλους, εκφρασμένους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα […]». Εξάλλου, από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η αγορά κρατικών χρεογράφων από τις εν λόγω τράπεζες στη δευτερογενή αγορά έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την επίτευξη των σκοπών του ΕΣΚΤ και την εκπλήρωση των καθηκόντων του, αποκλειομένου κάθε άλλου ξένου προς το αντικείμενο αυτό κινήτρου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επίτευξη υψηλών επενδυτικών αποδόσεων ή ακόμη και οι κερδοσκοπικές συναλλαγές (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 113· πρβλ., επίσης, απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 90).

171    Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι οι ενάγοντες, ως ιδιώτες επενδυτές ή αποταμιευτές που ενήργησαν για ίδιο λογαριασμό και με γνώμονα το αποκλειστικά ιδιωτικό συμφέρον της μεγιστοποίησης της απόδοσης των επενδύσεών τους, βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Ενώ, κατά το εφαρμοστέο ιδιωτικό δίκαιο, οι κεντρικές τράπεζες απέκτησαν, με την αγορά κρατικών χρεογράφων, όπως και οι ιδιώτες επενδυτές, την ιδιότητα του πιστωτή του κράτους οφειλέτη που έχει εκδώσει τα χρεόγραφα αυτά, το κοινό αυτό στοιχείο δεν δικαιολογεί την παραδοχή ότι βρίσκονται σε παρεμφερή, ή ακόμη και πανομοιότυπη, κατάσταση με τους εν λόγω επενδυτές. Συγκεκριμένα, μια τέτοια προσέγγιση από την άποψη και μόνον του ιδιωτικού δικαίου δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το νομικό πλαίσιο που διέπει την αγορά των εν λόγω τίτλων από τις κεντρικές τράπεζες ούτε τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκονται εν προκειμένω βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του πρωτογενούς δικαίου, των οποίων οι αρχές και οι σκοποί πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της συγκρισιμότητα των επίμαχων καταστάσεων υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 91, και της 24ης Ιανουαρίου 2017, Nausicaa Anadyomène και Banque d’escompte κατά ΕΚΤ, T‑749/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:21, σκέψη 114).

172    Συνάγεται, επομένως, ότι οι ενάγοντες, ως ιδιώτες επενδυτές που αγόρασαν ελληνικά χρεόγραφα αποκλειστικά με γνώμονα το ιδιωτικό περιουσιακό συμφέρον τους, ανεξαρτήτως του ακριβούς κινήτρου των επενδυτικών αποφάσεών τους, βρίσκονταν σε κατάσταση διαφορετική από αυτή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, των οποίων η επενδυτική απόφαση υπαγορεύθηκε αποκλειστικά από σκοπούς γενικού συμφέροντος, όπως είναι αυτοί που διαλαμβάνονται στο άρθρο 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ. Επομένως, δεδομένου ότι οι επίμαχες καταστάσεις δεν είναι συγκρίσιμες, η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 92).

173    Δεύτερον, εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν προβάλλουν κανένα πρόσθετο ή νέο επιχείρημα λόγω του οποίου το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε να μεταβάλει την ως άνω νομολογία. Ειδικότερα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν, από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι η εφαρμογή τόσο του προγράμματος αγοράς τίτλων όσο και της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 συνιστούσαν μέτρα νομισματικής πολιτικής κατά την έννοια του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 282 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ.

174    Η ανωτέρω εκτίμηση επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, προκειμένου να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στη νομισματική πολιτική, πρέπει να λαμβάνονται κυρίως υπόψη οι σκοποί του μέτρου αυτού, αλλά και τα μέσα που αυτό θέτει σε εφαρμογή προς επίτευξή τους. Τουτέστιν, όταν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων αποσκοπεί, αφενός, στη διασφάλιση του ενιαίου χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής, συντελεί στην επίτευξη των σκοπών της πολιτικής αυτής, στον βαθμό που αυτή πρέπει, κατά το άρθρο 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να είναι «ενιαία». Επιπλέον, στον βαθμό που ένα τέτοιο πρόγραμμα αποσκοπεί, αφετέρου, στη διασφάλιση της ορθής μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, ο σκοπός αυτός καθιστά δυνατή τη διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής και, συγχρόνως, συμβάλει στην υλοποίηση της κύριας επιδίωξής της που είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Συγκεκριμένα, η ικανότητα του Ευρωσυστήματος να επηρεάζει μέσω των αποφάσεών του νομισματικής πολιτικής την εξέλιξη των τιμών εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τη μετάδοση των εκ μέρους του παρωθήσεων της νομισματικής αγοράς στους διάφορους τομείς της οικονομίας, οπότε μια μη αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής θα καθιστούσε ανενεργούς τις αποφάσεις του Ευρωσυστήματος σε ένα τμήμα της ζώνης του ευρώ και, συνεπώς, θα έθιγε τον ενιαίο χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής. Εξάλλου, εφόσον μια μη αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνει το Ευρωσύστημα, επηρεάζεται κατ’ ανάγκη και η ικανότητά του να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών. Κατά συνέπεια, μέτρα αποσκοπούντα στη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού μετάδοσης μπορούν να σχετίζονται με τον κύριο σκοπό που καθορίζεται στο άρθρο 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα αγοράς τίτλων δύναται ενδεχομένως να συντελεί επίσης στη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ, που εμπίπτει στην οικονομική πολιτική, δεν ανατρέπει την ως άνω ανάλυση, καθότι ένα μέτρο νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μέτρο οικονομικής πολιτικής απλώς και μόνον επειδή ενδέχεται να έχει έμμεσες συνέπειες για τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 46 έως 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψεις 61 και 63).

175    Όσον αφορά τα μέσα που δύνανται να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη των σκοπών του Ευρωσυστήματος και την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για την επίτευξη των σκοπών ενός τέτοιου προγράμματος εξαγοράς, το Δικαστήριο διευκρίνισε κατ’ ουσίαν ότι η εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος συνεπαγόταν νομισματικές συναλλαγές στις δευτερογενείς αγορές του δημοσίου χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του καταστατικού ΕΣΚΤ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 53 και 54, και της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Weiss κ.λπ., C‑493/17, EU:C:2018:1000, σκέψη 69). Εξ αυτού το Δικαστήριο συνήγαγε, ειδικότερα, ότι, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών ενός τέτοιου προγράμματος εξαγοράς τίτλων και των μέσων που προβλέπονται για την επίτευξή τους, το εν λόγω πρόγραμμα ενέπιπτε στον τομέα της νομισματικής πολιτικής και απέρριψε το επιχείρημα ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος εξαγοράς τίτλων εξαρτάται από την πλήρη τήρηση των προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής του ΕΤΧΣ ή του ΕΜΣ και ότι μπορεί, ενδεχομένως, να ενισχύσει, παρεμπιπτόντως, τα κίνητρα για την τήρηση των προγραμμάτων αυτών, η υλοποίηση των οποίων συνδέεται με σκοπούς οικονομικής πολιτικής. Κατά το Δικαστήριο, τέτοιες έμμεσες συνέπειες δεν μπορούν να συνεπάγονται ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να εξομοιώνεται με μέτρο οικονομικής πολιτικής, στον βαθμό που από τα άρθρα 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη του σκοπού της σταθερότητας των τιμών, το Ευρωσύστημα στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 55 έως 59).

176    Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η αγορά κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές υπό την προϋπόθεση της τήρησης προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στην οικονομική πολιτική οσάκις διενεργείται από τον ΕΜΣ δεν συνεπάγεται ότι τούτο πρέπει να ισχύει εξίσου όταν το μέσον αυτό χρησιμοποιείται από το Ευρωσύστημα στο πλαίσιο προγράμματος εξαγοράς τίτλων. Συγκεκριμένα, η διαφορά μεταξύ των σκοπών που επιδιώκουν ο ΕΜΣ και το Ευρωσύστημα είναι, συναφώς, καθοριστική. Ενώ ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, η παρέμβαση του ΕΜΣ αποσκοπεί, αντιθέτως, στη διασφάλιση της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ, ο δε σκοπός αυτός δεν εμπίπτει στη νομισματική πολιτική (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ., C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 63 και 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

177    Από τις ως άνω σκέψεις προκύπτει ότι, μολονότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους εμπίπτει, κατά κύριο λόγο, στην οικονομική πολιτική και, ως εκ τούτου, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, γεγονός στο οποίο ανταποκρίνεται, εν προκειμένω, η θέσπιση από τον Έλληνα νομοθέτη του νόμου 4050/2012, ωστόσο όλα τα συνοδευτικά μέτρα που λαμβάνει το Ευρωσύστημα, δυνάμει του άρθρου 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 282, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ, εντάσσονται στη νομισματική πολιτική. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον μια τέτοια αναδιάρθρωση ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την επιδίωξη του κύριου σκοπού της νομισματικής πολιτικής, ήτοι στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, καθώς και στην εύρυθμη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. Αντιθέτως, το ότι τα συνοδευτικά αυτά μέτρα αποσκοπούν στη στήριξη μέτρων οικονομικής πολιτικής υπό στενή έννοια, ήτοι στην αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν σημαίνει ότι μπορούν να εξομοιωθούν προς αυτά. Τούτο δεν αφορά μόνο την εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος αγορά ελληνικών χρεογράφων στη δευτερογενή αγορά ομολόγων βάσει του προγράμματος αγοράς τίτλων κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ (βλ. την απόφαση 2010/281 περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 7 ανωτέρω), αλλά επίσης κάθε άλλο μέτρο που συνδέεται με τη διαχείριση τέτοιων τίτλων, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης ή της ανταλλαγής ως actus contrarius, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012.

178    Συγκεκριμένα, η σύναψη και η εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας ανταλλαγής, σκοπός των οποίων ήταν να παρασχεθεί στις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος η δυνατότητα να αποφύγουν το PSI και την εφαρμογή των CAC, εντάσσονταν στο πλαίσιο της άσκησης των βασικών αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, καθόσον αποσκοπούσαν στη διατήρηση του περιθωρίου χειρισμών των εν λόγω κεντρικών τραπεζών και στη διασφάλιση της συνέχισης της ομαλής λειτουργίας του Ευρωσυστήματος. Ο τελευταίος αυτός σκοπός προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, ότι οι κεντρικές τράπεζες θα εξακολουθούσαν να δέχονται τα ελληνικά χρεόγραφα ως κατάλληλες ασφάλειες για τις χρηματοπιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού ΕΣΚΤ (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 108), κάτι που δεν θα ήταν δυνατόν σε περίπτωση δυσμενούς βαθμολόγησης των εν λόγω τίτλων, και ακόμη λιγότερο σε περίπτωση κουρέματος, ήτοι επιλεκτικής στάσης πληρωμών [βλ. Κατευθυντήρια γραμμή 2011/817/ΕΕ της ΕΚΤ, της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (ΕΚΤ/2011/14) (ΕΕ 2011, L 331, σ. 1), και το παράρτημα I αυτής, με τίτλο «Γενική τεκμηρίωση για τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος», σημεία 6.3.1 και 6.3.2, όπου τίθενται τα κριτήρια που διέπουν τόσο την ελάχιστη απαίτηση όσον αφορά την πιστοληπτική διαβάθμιση ή το ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης όσο και την αυξημένη πιστοληπτική διαβάθμιση για τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία]. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση 2010/268/ΕΕ, της 6ης Μαΐου 2010, σχετικά με προσωρινά μέτρα που αφορούν την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων που εκδίδει ή εγγυάται η [Ε]λληνική [Κ]υβέρνηση (EKT/2010/3) (ΕΕ 2010, L 117, σ. 102), η ΕΚΤ, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Ελληνικής Δημοκρατίας, είχε μάλιστα αναγκαστεί να αναστείλει προσωρινά τις «ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος για τα ελάχιστα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως καθορίζονται στους κανόνες του για το πλαίσιο αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας σε σχέση με τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία [στο σημείο] 6.3.2 της Γενικής τεκμηρίωσης» (άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης), προκειμένου να παράσχει στο Ευρωσύστημα τη δυνατότητα να συνεχίσει να δέχεται τα ελληνικά χρεόγραφα ως «αποδεκτές ασφάλειες για τους σκοπούς των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, ανεξάρτητα από την εξωτερική τους πιστοληπτική διαβάθμιση» (άρθρο 2 της ίδιας απόφασης) (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψεις 6 και 7).

179    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα επιχειρήματα των εναγόντων σχετικά με τον χαρακτηρισμό του αποκλεισμού του Ευρωσυστήματος από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ως μέτρου οικονομικής πολιτικής. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η ΕΚΤ ενώπιον του Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου), καθώς και από παράβαση του άρθρου 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τα οποία έχουν ήδη απορριφθεί στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου ισχυρισμού περί ελλείψεως νομιμότητας (βλ. σκέψεις 109 και 110 ανωτέρω).

180    Τρίτον, στο μέτρο που οι ενάγοντες προβάλλουν άνιση μεταχείριση σε σχέση με την ΕΤΕπ και την Επιτροπή, ή ακόμη και την Ένωση, επισημαίνεται ότι, ασφαλώς, τα ελληνικά χρεόγραφα που κατείχαν αυτοί οι θεσμικοί πιστωτές εξαιρέθηκαν επίσης από το PSI και από την εφαρμογή των CAC (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω), χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2015.

181    Εντούτοις, όσον αφορά την ιδιότητα της ΕΤΕπ ως κατόχου κρατικών χρεογράφων, από την αποστολή δημόσιου συμφέροντος που της έχει ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 309 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, το άρθρο 21, παράγραφοι 1 έως 3, και το άρθρο 26, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 5 σχετικά με το καταστατικό της ΕΤΕπ, προκύπτει ότι ο οργανισμός αυτός βρισκόταν επίσης σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων.

182    Συγκεκριμένα, το άρθρο 309 ΣΛΕΕ ορίζει ότι η ΕΤΕπ «έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην ισόρροπη και απρόσκοπτη ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς για το συμφέρον της Ένωσης προσφεύγοντας στην κεφαλαιαγορά και στους ιδίους της πόρους» και ότι, «[γ]ια τον σκοπό αυτόν, χωρίς να επιδιώκει κέρδος, διευκολύνει με την παροχή δανείων και εγγυήσεων τη χρηματοδότηση των κατωτέρω σχεδίων, σε όλους τους τομείς της οικονομίας». Ομοίως, το άρθρο 21, παράγραφοι 1 έως 3, του πρωτοκόλλου αριθ. 5 εξουσιοδοτεί την ΕΤΕπ, μεταξύ άλλων, να πραγματοποιεί τοποθετήσεις στις χρηματαγορές, να αγοράζει ή να πωλεί τίτλους και να ενεργεί κάθε άλλη χρηματοδοτική εργασία σε σχέση με το αντικείμενό της (παράγραφος 1), υποχρεώνοντάς τη να ενεργεί «από συμφώνου με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή με τις εθνικές κεντρικές τους τράπεζες». Τέλος, το άρθρο 26, παράγραφος 2, του εν λόγω πρωτοκόλλου προβλέπει ότι «[τ]α περιουσιακά στοιχεία της [ΕΤΕπ] δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε επίταξη ή απαλλοτρίωση, υπό οποιαδήποτε μορφή». Τουτέστιν, τυχόν υποχρεωτική συμμετοχή της ΕΤΕπ στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία ισοδυναμούσε με παρέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας (βλ. σκέψεις 121 έως 126 ανωτέρω) και, ως εκ τούτου, με μια μορφή «απαλλοτρίωσης», θα συνεπαγόταν ενδεχομένως παράβαση της απαγόρευσης που προβλέπει το άρθρο 26, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 5, η οποία σκοπεί στη διαφύλαξη της αποστολής δημόσιου συμφέροντος της ΕΤΕπ βάσει του άρθρου 309 ΣΛΕΕ.

183    Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ΕΤΕπ βρισκόταν σε διαφορετική πραγματική και νομική κατάσταση από εκείνη των ιδιωτών επενδυτών, ο αποκλεισμός της από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάφωρη προσβολή του δικαιώματος των εναγόντων σε ίση μεταχείριση.

184    Όσον αφορά τη θέση του πιστωτή της Ένωσης, επισημαίνεται ότι τη θέση αυτή υπέχει, ειδικότερα, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κατά την έννοια του άρθρου 317 ΣΛΕΕ, και, ειδικότερα, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των «δημοσιονομικών πράξεων» κατά την έννοια του άρθρου 321, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και των δημοσιονομικών κανονισμών κατά την έννοια του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, την εγγραφή στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων ή της Ένωσης των εγγυήσεων των δανειοδοτικών και δανειοληπτικών πράξεων που συνάπτουν οι Κοινότητες ή η Ένωση (άρθρο 4, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού 1605/2002· άρθρο 7, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού 966/2012). Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, βάσει του άρθρου 1, τρίτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ένωσης, «[τ]α περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού της Ένωσης δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου».

185    Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι τα ελληνικά χρεόγραφα που κατείχε η Ένωση όχι μόνον ήταν εγγεγραμμένα στον προϋπολογισμό της και τα διαχειριζόταν, εν μέρει, η Επιτροπή ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή και, εν μέρει, η ΕΤΕπ προς το δημόσιο συμφέρον της Ένωσης, αλλά επίσης ετύγχαναν ιδιαίτερης προστασίας έναντι πράξεων απαλλοτρίωσης εκ μέρους των κρατών μελών. Προς αυτό ακριβώς το συμφέρον, αφενός, η Επιτροπή διέθετε ένα πρώτο χαρτοφυλάκιο τίτλων ονομαστικής αξίας 46 εκατομμυρίων ευρώ για λογαριασμό της υπό εκκαθάριση Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), καθώς και ένα δεύτερο χαρτοφυλάκιο τίτλων ονομαστικής αξίας 5 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο κατείχε το κοινό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης των θεσμικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΣΥΑ). Αφετέρου, η ΕΤΕπ διαχειριζόταν τρία χαρτοφυλάκια ελληνικών χρεογράφων συνολικής ονομαστικής αξίας 55,7 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων 40,7 εκατομμύρια ευρώ κατείχε το Ταμείο Εγγυήσεων για τις εξωτερικές δράσεις που είχε συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 480/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009 (ΕΕ 2009, L 145, σ. 10), 10 εκατομμύρια ευρώ κατείχε ο Μηχανισμός χρηματοδότησης με επιμερισμό των κινδύνων και 5 εκατομμύρια ευρώ κατείχε το μέσο εγγύησης των δανείων για προγράμματα σχετικά με το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών (ΔΕΔ-Μ).

186    Επομένως, οι ενάγοντες δεν μπορούν βασίμως να υποστηρίζουν ότι οι ιδιώτες κάτοχοι που είχαν επενδύσει σε ελληνικά χρεόγραφα αποκλειστικά προς το ιδιωτικό περιουσιακό τους συμφέρον βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη της Ένωσης, ως κατόχου ελληνικών χρεογράφων με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση και διατήρηση του προϋπολογισμού της και την υλοποίηση των πολιτικών και των αποστολών της προς το δημόσιο συμφέρον.

187    Ως εκ τούτου, η αιτίαση περί άνισης μεταχείρισης των ιδιωτών επενδυτών έναντι της Ένωσης πρέπει επίσης να απορριφθεί.

188    Τέταρτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η απομείωση και τα ενιαία ή ισότιμα κριτήρια που διέπουν τα νέα χρεόγραφα που προσέφερε το Ελληνικό Δημόσιο εισάγουν δήθεν δυσμενείς διακρίσεις, καθότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των τίτλων που αντηλλάγησαν βάσει του PSI, ιδίως όσον αφορά την εναπομένουσα διάρκεια, το τοκομερίδιο και την τρέχουσα εμπορική αξία, αρκεί η υπόμνηση ότι, στην απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Μαμάτας κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2016:0721JUD006306614, §§ 133, 135 και 138), το ΕΔΔΑ απέρριψε ανάλογη αιτίαση και επικύρωσε, ως προς τούτο, τη νομιμότητα της υπ’ αριθ. 1116/2014 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα) της 21ης Μαρτίου 2014. Πράγματι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 133 ανωτέρω, ήταν ανέφικτος ο υπολογισμός της απομείωσης βάσει της αγοραίας αξίας καθενός από τους τίτλους σε ορισμένη ημερομηνία –η οποία είχε ήδη επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την υποβάθμιση της φερεγγυότητας του Ελληνικού Δημόσιου– και των αντίστοιχων λήξεών τους. Κατά τα λοιπά, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης δημόσιου χρέους βάσει του μηχανισμού των CAC, δεν είναι παράλογη η εναρμόνιση των όρων έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων των τοκομεριδίων και των λήξεων, νέων τίτλων, των οποίων η χρηματοδότηση πρέπει να διασφαλίζεται με τη στήριξη ενός τρίτου διακυβερνητικού οργανισμού, ήτοι εν προκειμένω του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τυχόν αναδιάρθρωση «ανά τίτλο» θα ήταν τεχνικώς εφικτή και επαρκής για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών δημόσιου συμφέροντος. Αντιθέτως, δεδομένου ότι οι σκοποί αυτοί μπορούσαν να επιτευχθούν αποτελεσματικά μόνο με βάση την ονομαστική αξία των επιλέξιμων ελληνικών χρεογράφων, το κριτήριο αυτό ήταν και λυσιτελές και κατάλληλο για τη σύγκριση των συγκεκριμένων καταστάσεων υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

189    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η ανωτέρω αιτίαση, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το επιχείρημα των εναγόντων ότι τυχόν σύγκριση «ανά τίτλο» θα τους παρείχε πλεονέκτημα ή θα δικαιολογούσε τη διαφοροποίησή τους από άλλους ιδιώτες κατόχους τίτλων, με βάση το είδος των ελληνικών χρεογράφων που διέθεταν.

190    Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομιμότητας λόγω κατάφωρης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

191    Κατά συνέπεια, βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, δεδομένου ότι δεν συντρέχει κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ενάγοντες, η οποία να δύναται να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ή της ΕΚΤ, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, το δε Γενικό Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί της αιτιώδους συνάφειας ή επί της προβαλλόμενης ζημίας.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή.

2)      Ο QI και οι λοιποί ενάγοντες τα ονόματα των οποίων παρατίθενται στο παράρτημα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

3)      Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Frimodt Nielsen

Kreuschitz

Półtorak

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Φεβρουαρίου 2022.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Ο κατάλογος των λοιπών εναγόντων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.


2      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.