Language of document : ECLI:EU:C:2021:719

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ – Άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 1206/2001 – Συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις – Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Άρθρο 5, παράγραφος 1 – Ανεξόφλητες απαιτήσεις – Δικαστικές αποφάσεις – Διαταγές πληρωμής – Επίδοση – Οφειλέτης που διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του επιληφθέντος δικαστηρίου»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑208/20 και C‑256/20,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski Rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία) με αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020 (C‑208/20) και της 10ης Ιουνίου 2020 (C‑256/20), οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 14 Μαΐου 2020 και στις 10 Ιουνίου 2020, στο πλαίσιο των δικών

«Toplofikatsia Sofia» EAD,

«CHEZ Elektro Bulgaria» AD,

«Agentsia za control na prosrocheni zadalzhenia» EOOD (C‑208/20),

και

«Toplofikatsia Sofia» EAD (C‑256/20),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, και M. Safjan, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η «Agentsia za control na prosrocheni zadalzhenia» EOOD, εκπροσωπούμενη από τον Y. B. Yanakiev,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Heller και τον I. Zaloguin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 174, σ. 1), καθώς και του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών, στη μεν υπόθεση C‑208/20, μεταξύ των «Toplofikatsia Sofia» EAD, «CHEZ Elektro Bulgaria» AD και «Agentsia za control na prosrocheni zadalzhenia» EOOD, στη δε υπόθεση C‑256/20, μεταξύ της Toplofikatsia Sofia, αφενός, και φυσικών προσώπων, αφετέρου, τα οποία δεν κατέστησαν διάδικοι, με αντικείμενο την είσπραξη ανεξόφλητων απαιτήσεων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 1206/2001

3        Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1206/2001:

«1.      Ο παρών κανονισμός ισχύει σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις όταν το δικαστήριο ενός κράτους μέλους παραγγέλλει, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας:

α)      στο αρμόδιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους τη διεξαγωγή αποδείξεων, ή

β)      τη διεξαγωγή αποδείξεων απευθείας σε άλλο κράτος μέλος.

2.      Δεν επιτρέπεται παραγγελία για τη διεξαγωγή αποδείξεων εάν οι αποδείξεις δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ήδη αρχίσει να εκδικάζονται ή πρόκειται να εκδικασθούν.

[…]»

4        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Η παραγγελία υποβάλλεται μέσω του εντύπου Α ή, αναλόγως, του εντύπου Θ του παραρτήματος και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

[…]

β)      το όνομα και τη διεύθυνση των διαδίκων και, ενδεχομένως, των εκπροσώπων τους».

 Ο κανονισμός 1215/2012

5        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii).»

6        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

7        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»

 Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Υπόθεση C208/20

8        Το αιτούν δικαστήριο, Sofiyski Rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία), έχει επιληφθεί τριών διαφορών.

9        Η πρώτη διαφορά αφορά αγωγή την οποία άσκησε η Toplofikatsia Sofia προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη απαιτήσεως σχετικής με την παροχή θερμικής ενέργειας σε κτίριο ευρισκόμενο στη Σόφια (Βουλγαρία) έναντι φυσικού προσώπου, κατόπιν μη ανευρέσεώς του στην αναγραφόμενη στο δικόγραφο διεύθυνση, στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής σε βάρος του. Οι έρευνες που διενήργησε το δικαστήριο αυτό επιβεβαίωσαν ότι η διεύθυνση αυτή ήταν η μόνιμη και τρέχουσα διεύθυνση του ως άνω προσώπου, όπως αυτή έχει καταχωριστεί στο εθνικό μητρώο πληθυσμού. Ωστόσο, κατά δήλωση γείτονα, το εν λόγω πρόσωπο διαβιοί στη Γαλλία εδώ και επτά έτη.

10      Στη δεύτερη διαφορά, το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε, κατόπιν αιτήσεως της CHEZ Elektro Bulgaria, προμηθεύτριας ηλεκτρικής ενέργειας, διαταγή πληρωμής κατά φυσικού προσώπου για μη εξοφληθέντα τιμολόγια τα οποία αφορούσαν την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε ακίνητο ευρισκόμενο στη Σόφια και διέταξε να επιδοθεί στον καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής στην υποδεικνυόμενη από την CHEZ Elektro Bulgaria διεύθυνση, η οποία αντιστοιχεί στη μόνιμη και τρέχουσα διεύθυνση του προσώπου αυτού, όπως αναγράφεται στο εθνικό μητρώο πληθυσμού. Ωστόσο, κατέστη αδύνατο να ανευρεθεί στη διεύθυνση αυτή το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο, βάσει πληροφοριών που παρέσχε ένας γείτονας, διαβιοί στη Γερμανία εδώ και ένα έτος.

11      Στην τρίτη διαφορά, το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε, κατόπιν αιτήσεως εταιρίας εισπράξεως απαιτήσεων, της Agentsia za control na prosrocheni zadalzhenia, διαταγή πληρωμής κατά φυσικού προσώπου, το οποίο δεν αποπλήρωσε το δάνειο που είχε λάβει από πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Σόφια, και διέταξε να επιδοθεί στον καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής στην υποδεικνυόμενη από την ως άνω εταιρία διεύθυνση, η οποία αντιστοιχεί στη μόνιμη και τρέχουσα διεύθυνση του προσώπου αυτού, όπως αναγράφεται στο εθνικό μητρώο πληθυσμού. Ωστόσο, κατέστη αδύνατο να ανευρεθεί στη διεύθυνση αυτή το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο, βάσει πληροφοριών που παρέσχε η μητέρα του, διαβιοί στη Γερμανία εδώ και τρία έτη.

12      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, όπως ακριβώς δυνάμει του βουλγαρικού δικαίου υποχρεούται να διενεργήσει αυτεπαγγέλτως ελέγχους σχετικά με τη διεύθυνση στη Βουλγαρία των προσώπων στα οποία πρέπει να επιδοθεί δικαστική πράξη, υποχρεούται να διενεργήσει τέτοιους ελέγχους ζητώντας πληροφορίες και από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, όταν προκύπτει ότι ο παραλήπτης δικαστικής αποφάσεως, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, διαβιοί σ’ αυτό το κράτος μέλος.

13      Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012. Συναφώς, ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι, όταν είναι πιθανό ή βέβαιο ότι ένας οφειλέτης δεν έχει τη συνήθη διαμονή του εντός της περιφέρειάς του, δεν επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του οφειλέτη αυτού ή ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής δεν αποκτά εκτελεστότητα. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν, στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω διάταξη του επιβάλλει να ακυρώσει αυτεπαγγέλτως τη διαταγή πληρωμής.

14      Υπό τις συνθήκες αυτές το Sofiyski Rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, [ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, οι αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισοδυναμίας των δικονομικών μέτρων στις διαδικασίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, καθώς και το άρθρο 1, [παράγραφος 1], στοιχείο αʹ, του κανονισμού [1206/2001], να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου προβλέπει ότι το δικαστήριο αυτό αναζητεί αυτεπαγγέλτως τη διεύθυνση του εναγομένου στο ίδιο κράτος και διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο οφείλει να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση του εναγομένου από τις αρμόδιες αρχές του κράτους διαμονής του;

2)      Πρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού [1215/2012], σε συνδυασμό με την αρχή ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει τα δικονομικά δικαιώματα με σκοπό την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, κατά τον προσδιορισμό του τόπου συνήθους διαμονής του οφειλέτη ως απαιτούμενη από το εθνικό δίκαιο προϋπόθεση για τη διεξαγωγή μονομερούς τυπικής διαδικασίας χωρίς διεξαγωγή αποδείξεων, όπως στην περίπτωση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, να ερμηνεύει κάθε βάσιμη υπόνοια ότι ο οφειλέτης έχει τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης ως έλλειψη νομικής βάσης για την έκδοση διαταγής πληρωμής ή, ενδεχομένως, ως λόγο βάσει του οποίου η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά εκτελεστότητα;

3)      Πρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού [1215/2012], σε συνδυασμό με την αρχή ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει τα δικονομικά δικαιώματα με σκοπό την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο το οποίο, μετά την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά ορισμένου οφειλέτη, διαπίστωσε ότι αυτός πιθανώς δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος του δικαστηρίου, και υπό την προϋπόθεση ότι τούτο συνιστά κώλυμα για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποχρεούται να ακυρώσει αυτεπαγγέλτως την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, μολονότι δεν υφίσταται καμία σχετική ρητή διάταξη νόμου;

4)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα, πρέπει οι εκεί μνημονευθείσες διατάξεις να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να ακυρώσει την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, σε περίπτωση που προέβη σε έλεγχο και διαπίστωσε με βεβαιότητα ότι ο οφειλέτης δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος του επιληφθέντος δικαστηρίου;»

 Υπόθεση C256/20

15      Στην υπόθεση αυτή, το αιτούν δικαστήριο, Sofiyski Rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας), εξέδωσε, κατόπιν αιτήσεως της Toplofikatsia Sofia, διαταγή πληρωμής κατά φυσικού προσώπου για μη εξοφληθέντα τιμολόγια τα οποία αφορούσαν την παροχή θερμικής ενέργειας σε ακίνητο ευρισκόμενο στη Σόφια και διέταξε την επίδοσή της στη μόνιμη και τρέχουσα διεύθυνση του καθού. Ωστόσο, μετά από δύο απόπειρες, δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του προσώπου αυτού, το οποίο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε ο διαχειριστής της συνιδιοκτησίας, διαβιοί στη Γερμανία και σπανίως βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski Rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία έχουν πανομοιότυπη διατύπωση με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑208/20

17      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ισοδυναμίας, καθώς και το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1206/2001 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση που, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, τα δικαστήριά του οφείλουν να αναζητήσουν αυτεπαγγέλτως την εντός αυτού του κράτους μέλους διεύθυνση των προσώπων στα οποία πρέπει να επιδοθεί δικαστική πράξη, τα εν λόγω δικαστήρια οφείλουν επίσης, όταν προκύπτει ότι ένα πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί δικαστική απόφαση διαμένει σε άλλο κράτος μέλος, να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση του προσώπου αυτού από τις αρμόδιες αρχές του κράτους διαμονής του.

18      Όσον αφορά, πρώτον, τη ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, καθώς και των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ισοδυναμίας, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, πρέπει να υφίσταται μεταξύ της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία σύνδεσμος τέτοιος ώστε η ερμηνεία αυτή να ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την απόφαση την οποία πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο (διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 2021, Bezirkshauptmannschaft Kirchdorf, C‑293/20, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2021:44, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει τονίσει τη σημασία της παραθέσεως, από το εθνικό δικαστήριο, των συγκεκριμένων λόγων που το ώθησαν να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Συναφώς, είναι απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο, με την ίδια την απόφαση περί παραπομπής, να παρέχει έναν ελάχιστο αριθμό διευκρινίσεων όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία, καθώς και τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Adusbef κ.λπ., C‑686/18, EU:C:2020:567, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Οι απαιτήσεις αυτές σχετικά με το περιεχόμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί σχολαστικώς το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Οι ίδιες αυτές απαιτήσεις αποτυπώνονται και στο σημείο 15 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικών με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2019, C 380, σ. 1) (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Adusbef κ.λπ., C 686/18, EU:C:2020:567, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Εν προκειμένω, αφενός, ουδόλως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C‑208/20 ότι οι διαφορές των κύριων δικών έχουν οιαδήποτε σχέση με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, καθώς και με τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ισοδυναμίας.

22      Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο δεν παραθέτει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, είναι αναγκαία η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και αρχών για την επίλυση των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιόν του ούτε εξηγεί τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ αυτών και της επίμαχης στις κύριες δίκες εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως.

23      Κατά συνέπεια, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο καθόσον αφορά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και αρχών.

24      Όσον αφορά, δεύτερον, την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1206/2001, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάταξη αυτή, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν δικαστήριο κράτους μέλους παραγγέλλει, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας του, στο αρμόδιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους τη διεξαγωγή αποδείξεων.

25      Η αναζήτηση, όμως, της διευθύνσεως προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί δικαστική απόφαση δεν συνιστά «διεξαγωγή αποδείξεων», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

26      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, η παραγγελία διεξαγωγής αποδείξεων πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση των διαδίκων.

27      Επομένως, αίτημα δικαστηρίου κράτους μέλους με αντικείμενο την αναζήτηση, εντός άλλου κράτους μέλους, της διευθύνσεως προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί δικαστική απόφαση δεν διέπεται από τον κανονισμό 1206/2001 και, επομένως, ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες.

28      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1206/2001 έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο κράτους μέλους ζητεί πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση, σε άλλο κράτος μέλος, προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί δικαστική απόφαση.

 Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑208/20 και επί των τριών προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C‑256/20

29      Με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20 και με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C‑256/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε δικαστήριο κράτους μέλους να εκδώσει διαταγή πληρωμής κατά οφειλέτη και, ενδεχομένως, να αποκτήσει η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκτελεστότητα ή ότι επιβάλλει στο δικαστήριο να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, όταν είναι πιθανό ή βέβαιο ότι ο οφειλέτης δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού.

30      Δυνάμει της διατάξεως αυτής, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε ορισμένο κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού.

31      Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ζητούμενη από το αιτούν δικαστήριο προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι «αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης» στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Ως εκ τούτου, η διαδικασία προδικαστικής αποφάσεως προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση [απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία), C‑510/19, EU:C:2020:953, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

32      Εν προκειμένω, από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει διαταγές πληρωμής σε βάρος των καθών των κύριων δικών και ότι διαπίστωσε, το πρώτον κατά το στάδιο της επιδόσεως των εν λόγω διαταγών πληρωμής στους καθών, ότι αυτοί δεν κατοικούσαν πλέον στην περιφέρειά του, αλλά πιθανότατα σε άλλο κράτος μέλος, σε άγνωστες διευθύνσεις.

33      Κατά συνέπεια, υπό τις περιστάσεις αυτές, η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 δεν παρίσταται προδήλως αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο η δυνατότητα να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του για την έκδοση των εν λόγω διαταγών πληρωμής, δεδομένου ότι το δικαστήριο αυτό τις έχει ήδη εκδώσει και, ως εκ τούτου, αναγνώρισε κατ’ ανάγκην τη δικαιοδοσία αυτή πριν εκδώσει τις διαταγές πληρωμής.

34      Επομένως, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20 και το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑256/20 είναι απαράδεκτα καθόσον αφορούν το ζήτημα αν η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει, υπό τις περιστάσεις αυτές, σε δικαστήριο κράτους μέλους να εκδώσει διαταγή πληρωμής κατά οφειλέτη, όταν είναι πιθανό ή βέβαιο ότι ο εν λόγω οφειλέτης δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού.

35      Όσον αφορά το ζήτημα αν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει οι εκδοθείσες από το εθνικό δικαστήριο διαταγές πληρωμής να αποκτήσουν εκτελεστότητα ή ότι επιβάλλει στο δικαστήριο αυτό την υποχρέωση να ακυρώσει τις εν λόγω διαταγές, αρκεί η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή δεν έχει καμία σχέση με τους δικονομικούς κανόνες των κρατών μελών που διέπουν, αφενός, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δικαστικές αποφάσεις αποκτούν εκτελεστότητα και, αφετέρου, το κύρος των αποφάσεων αυτών.

36      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 1215/2012 δεν έχει σκοπό να ενοποιήσει τους δικονομικούς κανόνες των κρατών μελών, αλλά να κατανείμει τη διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά την επίλυση αστικών και εμπορικών διαφορών στις σχέσεις μεταξύ των κρατών αυτών και να διευκολύνει την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων (απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Nothartová, C‑306/17, EU:C:2018:360, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Καθόσον δε ο κανονισμός αυτός δεν προσδιορίζει ούτε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δικαστικές αποφάσεις αποκτούν εκτελεστότητα ούτε τις προϋποθέσεις που διέπουν το κύρος των αποφάσεων αυτών, οι προϋποθέσεις αυτές εμπίπτουν, επομένως, στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Nothartová, C 306/17, EU:C:2018:360, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η λύση που θα κληθεί να δεχθεί το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά το ζήτημα αν μια διαταγή πληρωμής αποκτά εκτελεστότητα ή όσον αφορά το κύρος της σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

39      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑208/20 και στα τρία προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C‑256/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να αποκτήσει εκτελεστότητα η διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί σε βάρος οφειλέτη και ότι δεν επιβάλλει την ακύρωσή της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

40      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο κράτους μέλους ζητεί πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση, σε άλλο κράτος μέλος, προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί δικαστική απόφαση.

2)      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να αποκτήσει εκτελεστότητα η διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί σε βάρος οφειλέτη και ότι δεν επιβάλλει την ακύρωσή της.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.