Language of document : ECLI:EU:T:2022:261

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 27ης Απριλίου 2022 (*)

«Εξωσυμβατική ευθύνη – Συνεργασία των αστυνομικών αρχών και άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου των κρατών μελών – Καταπολέμηση του εγκλήματος – Παροχή πληροφοριών από την Ευρωπόλ σε κράτος μέλος – Προβαλλόμενη παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 – Άρθρο 50, παράγραφος 1 – Ηθική βλάβη»

Στην υπόθεση T‑436/21,

Leon Leonard Johan Veen, κάτοικος Oss (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενος από τον T. Lysina, δικηγόρος,

ενάγων,

κατά

Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), εκπροσωπούμενου από τον A. Nunzi, επικουρούμενο από τους G. Ziegenhorn και M. Kottmann, δικηγόρους,

εναγόμενος,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Svenningsen (εισηγητή), πρόεδρο, R. Barents και C. Mac Eochaidh, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτηση για τον καθορισμό ημερομηνίας διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιήθηκε η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αγωγή του δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, ο ενάγων Leon Leonard Johan Veen ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της παράνομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήχθη κατόπιν κατάσχεσης 1,5 τόνου μεθαμφεταμίνης, η σλοβακική αστυνομία ζήτησε τη συνδρομή της Ευρωπόλ, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ και ηʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την Ευρωπόλ και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ 2016, L 135, σ. 53), επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, σε αυτήν ότι ο ενάγων ήταν ύποπτος για συμμετοχή στην παράνομη διακίνηση της ουσίας αυτής.

3        Βάσει πληροφοριών οι οποίες διαβιβάσθηκαν από τα κράτη μέλη και υποβλήθηκαν σε επεξεργασία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία αʹ, γʹ και δʹ, και του άρθρου 31 του κανονισμού 2016/794, η Ευρωπόλ προέβη σε διασταυρούμενο έλεγχο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού και, στη συνέχεια, συνέταξε έκθεση (στο εξής: έκθεση).

4        Η έκθεση, της οποίας ο βαθμός απορρήτου ήταν «Μη διαβαθμισμένο έγγραφο Ευρωπόλ – Βασικός βαθμός προστασίας», κοινοποιήθηκε μόνον στη Γαλλική Δημοκρατία, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Σλοβακική Δημοκρατία και στο United States Drug Enforcement Administration (Ειδικό Σώμα Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ).

5        Στην έκθεση, η οποία έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, το όνομα του ενάγοντος περιλαμβάνεται στην ακόλουθη παράγραφο:

«Both, Leon Leonard Johan Veen and [A] came into noticed in several Dutch investigations concerning suspicious transactions. In addition, Leon Leonard Johan Veen had been reported also in a Swedish investigation concerning drugs trafficking and a Polish investigation concerning fraud.» (Ο Leon Leonard Johan Veen και ο [Α] έχουν εμπλακεί αμφότεροι σε πολλές ολλανδικές έρευνες που αφορούν ύποπτες συναλλαγές. Επιπλέον, ο Leon Leonard Johan Veen κατονομάζεται στο πλαίσιο σουηδικής έρευνας για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και πολωνικής έρευνας για απάτη.)

 Αιτήματα των διαδίκων

6        Ο ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να υποχρεώσει την Ευρωπόλ να του καταβάλει το ποσό των 50 000 ευρώ·

–        να καταδικάσει την Ευρωπόλ στα δικαστικά έξοδα.

7        Η Ευρωπόλ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή·

–        να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

8        Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων επικαλείται ζημιογόνες συμπεριφορές της Ευρωπόλ, οι οποίες απορρέουν από παράνομες πράξεις επεξεργασίας δεδομένων, και αξιώνει χρηματική ικανοποίηση ύψους 50 000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ίδιος συνεπεία των συμπεριφορών αυτών, δυνάμει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.

9        Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, τα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας δεδομένων δικαιούνται αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν είτε εκ μέρους της Ευρωπόλ, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΣΛΕΕ, είτε εκ μέρους του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του.

10      Δεδομένου ότι ο ενάγων άσκησε αγωγή κατά της Ευρωπόλ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αγωγή του πρέπει να εξεταστεί βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ.

 Επί του παραδεκτού

11      Η Ευρωπόλ εκτιμά ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω ασάφειας και αοριστίας του δικογράφου.

12      Δυνάμει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού, εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και δυνάμει του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κάθε εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβάλλονται, καθώς και συνοπτική έκθεση των εν λόγω ισχυρισμών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή, ώστε να μπορεί ο μεν καθού ή εναγόμενος να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής ή αγωγής, χωρίς να χρειαστεί τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και τη ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είναι απαραίτητο, προκειμένου το ένδικο βοήθημα να είναι παραδεκτό, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτό ερείδεται να προκύπτουν κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του σχετικού δικογράφου (βλ. διάταξη της 11ης Μαρτίου 2021, Techniplan κατά Επιτροπής, Τ‑426/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:129, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

13      Ειδικότερα, για να πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις της σαφήνειας και της ακρίβειας, το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία, τα αποδεικτικά στοιχεία ή τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα που καθιστούν δυνατή την εξατομίκευση της συμπεριφοράς που ο ενάγων προσάπτει στο όργανο αυτό, τους λόγους για τους οποίους ο ενάγων θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και να προσδιορίζει τη φύση και την έκταση της ζημίας αυτής (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T‑79/13, EU:T:2015:756, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

14      Εν προκειμένω, από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω δύο συμπεριφορών της Ευρωπόλ, ήτοι, αφενός, της μνείας στην έκθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν (πρώτο αίτημα) και, αφετέρου, της συμπερίληψης από την Ευρωπόλ της ανωτέρω έκθεσης στη δικογραφία της σλοβακικής ποινικής διαδικασίας που έχει κινηθεί εις βάρος του (δεύτερο αίτημα), επικαλείται δε τον παράνομο χαρακτήρα των συμπεριφορών αυτών υπό το πρίσμα των κανόνων δικαίου που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτη, μεταξύ των οποίων και οι διατάξεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση του σεβασμού των προσωπικών του δεδομένων.

15      Επομένως, διαπιστώνεται ότι το αντικείμενο της αγωγής και οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο ενάγων με το εισαγωγικό δικόγραφο προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο του εν λόγω δικογράφου κατά τρόπο αρκούντως κατανοητό. Εξάλλου, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Ευρωπόλ ήταν σε θέση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών.

16      Επιπλέον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ευρωπόλ επί του λόγου απαραδέκτου ο οποίος στηρίζεται στην ανεπάρκεια των προσκομιζόμενων από τον ενάγοντα αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις προβαλλόμενες παράνομες συμπεριφορές και την προβαλλόμενη ζημία, επισημαίνεται ότι τέτοιας φύσεως ζητήματα δεν ανάγονται στην εκτίμηση του παραδεκτού της αγωγής αποζημιώσεως, αλλά στην εκτίμηση του βασίμου αυτής (πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2021, Kočner κατά Ευρωπόλ, T‑528/20, μη δημοσιευθείσα, επί της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2021:631, σκέψη 39).

17      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αγωγή πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας και, επομένως, είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

18      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

19      Αφενός, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απονέμει αρμοδιότητα στον δικαστή της Ένωσης μόνον για την αποκατάσταση της ζημίας που προξενούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή οι υπάλληλοί τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δηλαδή για την αποκατάσταση των ζημιών που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (διάταξη της 9ης Ιουλίου 2019, Scaloni και Figini κατά Επιτροπής, Τ-158/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:491, σκέψη 19, και απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2021, Kočner κατά Europol, Τ-528/20, μη δημοσιευθείσα, επί της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2021:631, σκέψη 59).

20      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η έννοια του «θεσμικού οργάνου», κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει όχι μόνον τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που απαριθμούνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αλλά και όλα τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης που έχουν ιδρυθεί από τις Συνθήκες ή δυνάμει αυτών και προορίζονται να συμβάλουν στην επίτευξη των σκοπών της Ένωσης (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών της Ένωσης, όπως η Ευρωπόλ (πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2021, Kočner κατά Ευρωπόλ, T‑528/20, μη δημοσιευθείσα, επί της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2021:631, σκέψη 60).

21      Αφετέρου, η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θεμελιώνεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις, ήτοι ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στα θεσμικά όργανα της Ένωσης συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 79).

22      Δεδομένου ότι αυτές οι τρεις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, η έλλειψη μιας εξ αυτών αρκεί για την απόρριψη της αγωγής αποζημιώσεως (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 42).

23      Υπό το πρίσμα των προπαρατεθεισών ακριβώς αρχών πρέπει να εξεταστούν τα δύο αιτήματα.

 Επί του πρώτου αιτήματος

24      Ο ενάγων ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του ανακριβούς και μη αποδεδειγμένου χαρακτήρα της μνείας, εκ μέρους της Ευρωπόλ, στην έκθεσή της ότι είχε κινηθεί έρευνα εις βάρος του στη Σουηδία για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και στην Πολωνία για απάτη, ενώ καμία έρευνα που να τον αφορά δεν βρισκόταν σε εξέλιξη ούτε διενεργήθηκε στα κράτη αυτά.

25      Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η μνεία των εν λόγω ανακριβών και μη αποδεδειγμένων πληροφοριών που τον αφορούν συνιστά παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία προσβάλλει το δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και παραβιάζει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Xάρτης). Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές εμφανίζουν τον ενάγοντα ως πρόσωπο εμπλεκόμενο σε παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ή σε απάτη.

26      Κατά τον ενάγοντα, η προσβολή αυτή είναι κατά μείζονα λόγο παράνομη, καθόσον ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του επί των πληροφοριών που περιέχονται στην έκθεση, δεν προηγήθηκε της έκθεσης δικαστική απόφαση ή απόφαση ανεξάρτητης διοικητικής αρχής και η Ευρωπόλ δεν διέθετε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την αλήθεια των πληροφοριών που τον αφορούν.

27      Ως εκ τούτου, ο ενάγων ένιωσε αδικημένος, εθίγη η τιμή και η υπόληψή του και προσεβλήθη το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, ιδίως κατά το μέρος που αφορά τις σχέσεις του με τη σύντροφό του και τον γιο του.

28      Η Ευρωπόλ αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων του ενάγοντος.

29      Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην Ευρωπόλ, επισημαίνεται ότι αποτελεί προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας της έκθεσης ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η έκθεση αυτή παρανόμως περιείχε μνεία περί διεξαγωγής δύο ερευνών σε βάρος του στη Σουηδία και την Πολωνία.

30      Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται ο ενάγων, στην επίμαχη παράγραφο της εν λόγω έκθεσης, παρά τις γλωσσικές της αστοχίες στην αγγλική γλώσσα και τον τρόπο με τον οποίο την ερμήνευσε ο ενάγων, δεν αναφέρεται ότι διενεργήθηκαν σε βάρος του ενάγοντος δύο έρευνες στη Σουηδία και την Πολωνία, αλλά μόνον ότι κατονομάζεται στο πλαίσιο των δύο αυτών ερευνών, όπως τούτο προκύπτει από την ακόλουθη διατύπωση της έκθεσης: «In addition, Leon Leonard Johan Veen had been reported also in a Swedish investigation concerning drugs trafficking and a Polish investigation concerning fraud». (Επιπλέον, ο Leon Leonard Johan Veen κατονομάζεται στο πλαίσιο σουηδικής έρευνας για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και πολωνικής έρευνας για απάτη.) Εξάλλου, στο υπόμνημα αντικρούσεως η Ευρωπόλ εξήγησε ότι, στις περιπτώσεις που έχει σκοπό να καταδείξει, σε έκθεση προς τις εθνικές αστυνομικές αρχές, ότι ένα πρόσωπο είναι ή ήταν ύποπτο στο πλαίσιο έρευνας, πράττει τούτο ρητώς και αναμφίσημα, κάνοντας ιδίως χρήση εκφράσεων όπως «ύποπτος» ή «υπό έρευνα».

31      Επομένως, κακώς ο ενάγων προσάπτει στην Ευρωπόλ ότι παρανόμως μνημόνευσε στην έκθεση το γεγονός ότι εις βάρος του είχαν διενεργηθεί δύο έρευνες στη Σουηδία και την Πολωνία και, ως εκ τούτου, ότι τον ταυτοποίησε ως συμμετέχοντα σε παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ή σε απάτη.

32      Εν πάση περιπτώσει, η μνεία σε έκθεση της Ευρωπόλ πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα σχετικών με πρόσωπο του οποίου το επώνυμο ή τα προσωπικά δεδομένα έχουν συλλεγεί ή αποθηκευθεί από τον εν λόγω οργανισμό δεν μπορεί αφ’ εαυτής να αποτελέσει παράνομη πράξη ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οργανισμού.

33      Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13, η Ευρωπόλ αποτελεί κόμβο ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της πληροφόρησης σχετικά με την εγκληματικότητα μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και έχει ως σκοπό τη στήριξη και την ενίσχυση των ενεργειών των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη ορισμένων σοβαρών μορφών εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

34      Για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων και σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 2016/794, καθήκοντα της Ευρωπόλ είναι, μεταξύ άλλων, η συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής πληροφοριών για την εγκληματικότητα, καθώς και η αμελλητί κοινοποίηση στα κράτη μέλη ενδεχόμενων πληροφοριών και διασυνδέσεων μεταξύ των αξιόποινων πράξεων που τα αφορούν, η κοινοποίηση αυτή μάλιστα μπορεί να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 22 του εν λόγω κανονισμού.

35      Προς τούτο, το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2016/794, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις του 24 και 25, επιτρέπει στην Ευρωπόλ να επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διενεργώντας, μεταξύ άλλων, διασταυρούμενους ελέγχους με στόχο τη συσχέτιση πληροφοριών ή τον εντοπισμό άλλων ουσιωδών συνδέσεων μεταξύ πληροφοριών που σχετίζονται με διαφορετικές κατηγορίες προσώπων.

36      Εντούτοις, το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 2016/794 επιβάλλει στην Ευρωπόλ την υποχρέωση να τηρεί τις εγγυήσεις προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό αυτόν. Όπως προκύπτει από το κεφάλαιο VI του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Εγγυήσεις για την προστασία των δεδομένων», καθώς και από την αιτιολογική του σκέψη 40, η προστασία αυτή είναι αυτοτελής και προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη φύση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο επιβολής του νόμου, πράγμα το οποίο επιτρέπει η δήλωση αριθ. 21 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, η οποία προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΕ και στη Συνθήκη ΛΕΕ και αναγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο επιβολής του νόμου.

37      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 38, παράγραφοι 2, 4, 5 και 7, του κανονισμού 2016/794, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη του 47, προβλέπει ειδικότερα τον επιμερισμό της ευθύνης για θέματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων μεταξύ, ιδίως, της Ευρωπόλ και των κρατών μελών.

38      Ειδικότερα, η Ευρωπόλ είναι ιδίως υπεύθυνη για τη συμμόρφωση προς τις γενικές αρχές στον τομέα της προστασίας των δεδομένων, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 28 του κανονισμού αυτού, με εξαίρεση την απαίτηση ακρίβειας και επικαιροποίησης των εν λόγω δεδομένων, καθώς, επίσης, και για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που εκτελεί η ίδια, πλην εκείνων που απορρέουν από τη διμερή ανταλλαγή δεδομένων που γίνεται με χρήση των δομών της. Τα δε κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την ποιότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παρέχουν στην Ευρωπόλ, καθώς και για τη νομιμότητα της διαβιβάσεως των δεδομένων αυτών.

39      Εν προκειμένω, ο ενάγων δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι, όσον αφορά τη μνεία στην έκθεση του ονόματός του ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, η Ευρωπόλ παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται βάσει του κανονισμού 2016/794 και για τις οποίες μπορεί να υπέχει ευθύνη βάσει του άρθρου 38 του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 50, παράγραφος 1, αυτού.

40      Υπό την έννοια αυτή, ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ούτε, κατά μείζονα λόγο, αποδεικνύει ότι η Ευρωπόλ ενήργησε εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2016/794, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 18, παράγραφος 5, ή υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 18, παράγραφος 2, του ως άνω κανονισμού, διενεργώντας διασταυρούμενο έλεγχο των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της και οι οποίες αφορούν τον ενάγοντα, και, εν συνεχεία, διαβιβάζοντας τις πληροφορίες αυτές υπό καθεστώς απορρήτου σε περιορισμένο αριθμό υπηρεσιών επιβολής του νόμου.

41      Όσον αφορά τον υπαινιγμό του ενάγοντος ότι είναι ψευδείς οι περιεχόμενες στην έκθεση πληροφορίες που τον αφορούν, επισημαίνεται ότι ουδόλως υποστήριξε ότι το όνομά του δεν εμφανίστηκε στο πλαίσιο των ανωτέρω ερευνών.

42      Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι ψευδείς, ο ενάγων ουδόλως απέδειξε ότι η Ευρωπόλ θα μπορούσε να υπέχει ευθύνη για την ανακρίβεια αυτή. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 38 ανωτέρω, η Ευρωπόλ δεν μπορεί να υπέχει ευθύνη για την ενδεχόμενη ανακρίβεια των διαβιβασθέντων από κράτος μέλος στοιχείων. Ο ενάγων ουδόλως προσκόμισε αποδείξεις ή αρχή αποδείξεως από την οποία να προκύπτει, τουλάχιστον, ότι η Ευρωπόλ αλλοίωσε πληροφορίες διαβιβασθείσες από τις σουηδικές και τις πολωνικές αρχές.

43      Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση του ενάγοντος ότι η Ευρωπόλ δεν του παρέσχε δυνατότητα ακροάσεως προτού αναφερθούν στην έκθεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν ή ότι επεξεργάστηκε τα δεδομένα αυτά χωρίς προηγούμενη έγκριση από δικαστή ή από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, αρκεί η επισήμανση ότι τέτοιες υποχρεώσεις δεν προβλέπονται από τον κανονισμό 2016/794.

44      Ειδικότερα, τυχόν επιβολή στην Ευρωπόλ υποχρέωσης ακροάσεως κάθε προσώπου πριν από τη μνεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν σε έκθεση προοριζόμενη αποκλειστικά για συγκεκριμένες αστυνομικές αρχές και υπηρεσίες επιβολής του νόμου θα μπορούσε να υπονομεύσει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 2016/794, καθώς και τη δράση των εν λόγω αρχών και υπηρεσιών, στη στήριξη και την ενίσχυση των οποίων αποσκοπεί ο κανονισμός.

45      Εξάλλου, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που στηρίζονται στην παράβαση των άρθρων 7 και 8, καθώς και του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το τεκμήριο αθωότητας.

46      Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί παραβάσεως των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε περιορισμός της άσκησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται σε αυτόν πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, όπερ συνεπάγεται, ειδικότερα, ότι η νομική βάση που επιτρέπει την επέμβαση στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προσδιορίζει η ίδια το περιεχόμενο του περιορισμού στην άσκηση του οικείου δικαιώματος και ότι η ρύθμιση με την οποία θεσπίζεται μέτρο που επιτρέπει τέτοια επέμβαση πρέπει να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες οι οποίοι να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου και να επιβάλλουν ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις, έτσι ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μεταφέρθηκαν να έχουν επαρκείς εγγυήσεις αποτελεσματικής προστασίας των δεδομένων αυτών έναντι των κινδύνων κατάχρησης [βλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Valsts ieņēmumu dienests (Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για φορολογικούς σκοπούς), C‑175/20, EU:C:2022:124, σκέψεις 54 και 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

47      Όπως, όμως, αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 76 του κανονισμού 2016/794, ο κανονισμός αυτός καταρτίστηκε προκειμένου να διασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, ο σεβασμός του δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του δικαιώματος της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, και επιδιώκει συγχρόνως τον θεμιτό και αναγκαίο σκοπό της αποτελεσματικής καταπολέμησης των σοβαρών μορφών εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή και που υπερβαίνουν τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.

48      Στο πλαίσιο αυτό και, όπως προκύπτει ιδίως από το κεφάλαιο VI του κανονισμού 2016/794, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη του 50, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε σαφείς και ακριβείς κανόνες όσον αφορά το περιεχόμενο των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην Ευρωπόλ, προέβλεψε ελάχιστες απαιτήσεις που διέπουν τη δράση της στον τομέα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εφάρμοσε τη σύσταση ανεξάρτητων, διαφανών και υπεύθυνων δομών εποπτείας.

49      Επομένως, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν απέδειξε ότι η Ευρωπόλ παρέβη τις υποχρεώσεις της με το να αναφέρει στην έκθεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, καμία παράβαση των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη δεν μπορεί να διαπιστωθεί εκ του λόγου αυτού.

50      Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας, αυτός σε ουδεμία επιχειρηματολογία στηρίζεται. Επομένως, δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος.

51      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους της Ευρωπόλ όσον αφορά το πρώτο αίτημα.

52      Όσον αφορά, κατά δεύτερον και εν πάση περιπτώσει, τις προϋποθέσεις σχετικά με το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και της συμπεριφοράς της Ευρωπόλ, επισημαίνεται ότι ο ενάγων περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι η έκθεση ήταν «προβάσιμη» στον εισαγγελέα, στον ανακριτή, στον εθνικό δικαστή και στους διαδίκους, τους οποίους εξάλλου δεν προσδιορίζει.

53      Εφόσον, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι παραβιάστηκε το καθεστώς απορρήτου στο οποίο υπέκειτο η έκθεση της Ευρωπόλ ή ότι είχαν πρόσβαση στην εν λόγω έκθεση άλλα πρόσωπα, πέραν εκείνων προς τα οποία αυτή απευθυνόταν, ο ενάγων αβασίμως υποστηρίζει ότι έθιξε την υπόληψη ή την τιμή του η μνεία στην ανωτέρω έκθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν.

54      Για παρόμοιους λόγους και ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο ενάγων δεν απέδειξε ούτε ότι η μνεία στην έκθεση των ίδιων αυτών προσωπικών δεδομένων επηρέασε τις σχέσεις του με τη σύντροφό του και το τέκνο του, οι οποίοι, υπό το πρίσμα των στοιχείων που υποβλήθηκαν στο Γενικό Δικαστήριο, δεν είχαν πρόσβαση στην εν λόγω έκθεση.

55      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πρώτο αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

 Επί του δευτέρου αιτήματος

56      Ο ενάγων ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της συμπερίληψης, εκ μέρους της Ευρωπόλ, της έκθεσης στη δικογραφία της σλοβακικής ποινικής διαδικασίας που έχει κινηθεί εναντίον του, καθόσον η συμπερίληψη αυτή του προκάλεσε επίσης αίσθημα αδικίας, έθιξε την τιμή και την υπόληψή του και προσέβαλε το δικαίωμά του στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής.

57      Η Ευρωπόλ αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων του ενάγοντος υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν περιέλαβε την έκθεση στη δικογραφία της επίμαχης ποινικής διαδικασίας.

58      Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε καν αρχή αποδείξεως, από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι η Ευρωπόλ περιέλαβε την έκθεση στη δικογραφία της προαναφερθείσας ποινικής διαδικασίας και όχι οι σλοβακικές αρχές επιβολής του νόμου.

59      Επιπλέον, από το σημείο 17 του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ρητώς ότι, κατά τον ίδιο τον ενάγοντα, η Ευρωπόλ κοινοποίησε την έκθεση στις σλοβακικές αστυνομικές αρχές.

60      Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται, εξάλλου, από τη λογική του κανονισμού 2016/794 και από τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην Ευρωπόλ στο πλαίσιο του συστήματος συνεργασίας των υπηρεσιών επιβολής του νόμου που θεσπίζει ο ίδιος αυτός κανονισμός.

61      Πράγματι, από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, προκύπτει ότι καθήκον της Ευρωπόλ είναι η στήριξη και η ενίσχυση των ενεργειών των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού ως «όλες οι αστυνομικές και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων».

62      Ως εκ τούτου, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει ο ενάγων και λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Ευρωπόλ περιέλαβε την έκθεση στη δικογραφία της Σλοβακικής ποινικής διαδικασίας που είχε κινηθεί εναντίον του.

63      Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Ευρωπόλ η ζημία που ο ενάγων υποστηρίζει ότι απορρέει από τη συμπερίληψη της έκθεσης στη δικογραφία της ποινικής διαδικασίας.

64      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το δεύτερο αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, όπως και η αγωγή στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των προτεινόμενων αποδεικτικών μέσων του ενάγοντος, καθώς και επί των αιτημάτων του περί λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγής αποδείξεων και, ειδικότερα, επί του παραδεκτού τους, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί επί της διαφοράς.

 Επί των δικαστικών εξόδων

65      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο ενάγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Ευρωπόλ.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή.

2)      Καταδικάζει τον Leon Leonard Johan Veen στα δικαστικά έξοδα.

Svenningsen

Barents

Mac Eochaidh

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Απριλίου 2022.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβακική.