Language of document : ECLI:EU:T:2009:480

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 2ας Δεκεμβρίου 2009 (*)

«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχώρισης του εικονιστικού κοινοτικού σήματος SOLVO – Προγενέστερα λεκτικά και εικονιστικά κοινοτικά και εθνικά σήματα VOLVO – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009]»

Στην υπόθεση T‑434/07,

Volvo Trademark Holding AB, με έδρα το Göteborg (Σουηδία), εκπροσωπούμενη από τους T. Dolde, V. von Bomhard και A. Renck, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από την S. Laitinen και τον A. Folliard-Monguiral,

καθού,

αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Elena Grebenshikova, κάτοικος Αγίας Πετρούπολης (Ρωσία), εκπροσωπούμενη από τον M. Björkenfeldt, δικηγόρο,

που έχει ως αντικείμενο προσφυγή κατά της απόφασης του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), της 2ας Αυγούστου 2007 (υπόθεση R 1240/2006-2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Volvo Trademark Holding AB και της Elena Grebenshikova,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. W. H. Meij (εισηγητή), πρόεδρο, V. Vadapalas και T. Tchipev, δικαστές,

γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Νοεμβρίου 2007,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 3 Μαρτίου 2008,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως του Γραφείου που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Μαρτίου 2008,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 4ης Ιουνίου 2009,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 26 Νοεμβρίου 2003, η προσφεύγουσα, Elena Grebenshikova, υπέβαλε αίτηση καταχώρισης κοινοτικού σήματος ενώπιον του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (EE 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L, 78, σ. 1)].

2        Η αίτηση καταχώρισης σήματος αφορούσε το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:

Image not found

3        Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση σήματος υπάγονταν στις κλάσεις 9, 39 και 42, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.

4        Η αίτηση καταχώρισης του κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 47/2004, της 22ας Νοεμβρίου 2004.

5        Στις 17 Φεβρουαρίου 2005 η προσφεύγουσα Volvo Trademark Holding AB άσκησε, βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009), ανακοπή κατά της καταχώρισης του οικείου σήματος.

6        Η ανακοπή βασιζόταν σε δύο προγενέστερες καταχωρίσεις κοινοτικών σημάτων με αριθμούς 2347193 και 2361087, αντιστοίχως, καθώς και σε τέσσερις προγενέστερες καταχωρίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο με αριθμούς 747362, 1102971, 1552528 και 1552529, αντιστοίχως, που αφορούν το λεκτικό σημείο VOLVO.

7        Η ανακοπή στηριζόταν επίσης στην προγενέστερη καταχώριση στο Ηνωμένο Βασίλειο με αριθμό 747361, που αφορά το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:

Image not found

8        Τα προγενέστερα σήματα, των οποίων τη φήμη εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, κάλυπταν ευρύ φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών. Ειδικότερα, το κοινοτικό σήμα αριθ. 2361087 αφορούσε, μεταξύ άλλων, τα «λογισμικά πληροφορικής», τα οποία υπάγονται στην κλάση 9.

9        Η ανακοπή στηριζόταν στο σύνολο των προϊόντων και υπηρεσιών που κάλυπταν τα προγενέστερα σήματα και στρεφόταν κατά του συνόλου των προϊόντων που αφορούσε η αίτηση καταχώρισης σήματος.

10      Οι λόγοι ανακοπής είναι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009].

11      Την 1η Ιουνίου 2005 η παρεμβαίνουσα περιόρισε την αίτησή της καταχώρισης κοινοτικού σήματος στα «προγράμματα πληροφορικής για σύστημα διαχείρισης αποθεμάτων και προγράμματα πληροφορικής για σύστημα τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων», τα οποία υπάγονται στην κλάση 9.

12      Με απόφαση της 23ης Αυγούστου 2006, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή με την αιτιολογία ότι τα επίδικα σημεία δεν ήταν όμοια. Προς τούτο, εξέτασε την ανακοπή λαμβάνοντας υπόψη μόνον το προγενέστερο κοινοτικό σήμα αριθ. 2361087, το οποίο στηριζόταν στο λεκτικό σημείο VOLVO και κάλυπτε προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 9 και 42, και έκρινε ότι το στοιχείο αυτό δεν επηρέαζε αρνητικά την άποψη της προσφεύγουσας.

13      Στις 21 Σεπτεμβρίου 2006 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του τμήματος ανακοπών.

14      Με απόφαση της 2ας Αυγούστου 2007 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα την επομένη, το δεύτερο τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή της προσφεύγουσας. Όπως και το τμήμα ανακοπών, το τμήμα προσφυγών εξέτασε τη βασιμότητα της ανακοπής λαμβάνοντας υπόψη το προγενέστερο κοινοτικό σήμα αριθ. 2361087, το οποίο στηρίζεται στο λεκτικό σημείο VOLVO.

15      Όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα επίδικα σήματα δεν ήταν όμοια και ότι, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή. Όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, πέραν της έλλειψης ομοιότητας μεταξύ των επίδικων σημάτων, ότι δεν υφίστατο κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ των δύο σημείων το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει την εντύπωση ότι υφίστατο οικονομική σχέση μεταξύ τους.

 Αιτήματα των διαδίκων

16      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το Γραφείο στα δικαστικά έξοδα.

17      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα ζήτησε επίσης από το Πρωτοδικείο να καταδικάσει την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.

18      Το Γραφείο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

19      Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας και στα δικαστικά έξοδα της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας.

 Σκεπτικό

20      Η προσφεύγουσα επικαλείται δύο λόγους ακύρωσης, αντλούμενους από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, αντιστοίχως.

 Επί του πρώτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94

 Επιχειρήματα των διαδίκων

21      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι τα επίδικα σημεία δεν ήταν όμοια και προβάλλει επί τούτου τέσσερα επιχειρήματα. Πρώτον, η διαφορά στο αρχικό γράμμα των επίμαχων σημείων δεν αρκεί για να αποκλεισθεί κάθε είδους ομοιότητα μεταξύ των σημείων αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι τέσσερα από τα πέντε γράμματα που τα συνθέτουν είναι όμοια και βρίσκονται στην ίδια θέση. Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών επικεντρώθηκε στην επανάληψη του γράμματος «v» στα προγενέστερα σήματα, χωρίς να αποδώσει καμία σημασία στην επανάληψη του φωνήεντος «o», το οποίο ωστόσο περιλαμβάνεται στα επίδικα σημεία. Τρίτον, το τμήμα προσφυγών αδικαιολόγητα στηρίχθηκε στην ιδιαίτερη γραφιστική απεικόνιση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, χωρίς να λάβει υπόψη ότι τα προγενέστερα λεκτικά σήματα ενδέχεται επίσης να απεικονίζονται γραφιστικώς με παρόμοιο τρόπο. Τέταρτον και τελευταίον, το τμήμα προσφυγών απέδωσε υπερβολική σημασία στο εικονιστικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Συνεπώς, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το τμήμα προσφυγών θα έπρεπε να αξιολογήσει σφαιρικά τον κίνδυνο σύγχυσης.

22      Το Γραφείο υποστηρίζει, καταρχάς, ότι τα εξειδικευμένα λογισμικά στον τομέα των συστημάτων διαχείρισης αποθεμάτων και τερματικών σταθμών εμπορευματοκιβωτίων απευθύνονται σε επαγγελματίες, οι οποίοι θα επιδείξουν σχετικώς αυξημένη προσοχή.

23      Ακολούθως, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, δεδομένων των διαφορών σε οπτικό και ηχητικό επίπεδο, δικαιολογημένα τα επίδικα σημεία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως όμοια. Ως εκ τούτου, όσον αφορά την οπτική ομοιότητα των επίδικων σημείων, το Γραφείο επισημαίνει ότι το πρώτο γράμμα τους είναι διαφορετικό και ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση έχει ιδιαίτερη γραμματοσειρά η οποία έχει σημαντικό ρόλο στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί. Το Γραφείο αναφέρει επίσης ότι στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση κυριαρχεί η έντονη ασυμμετρία, ενώ το προγενέστερο λεκτικό σημείο εμφανίζει συμμετρία λόγω της επανάληψης του συνόλου γραμμάτων «vo». Το εικονιστικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελεί, εξάλλου, σημαντικό παράγοντα της διαφοροποίησης των δύο σημάτων σε οπτικό επίπεδο. Όσον αφορά την ηχητική ομοιότητα, το Γραφείο υποστηρίζει ότι η διαφορά στο πρώτο γράμμα των επίδικων σημείων αρκεί για να μη θεωρηθούν ως όμοια.

24      Η παρεμβαίνουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η ανάλυση του τμήματος προσφυγών είναι ακριβής. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, το παράδοξο φαινόμενο κατά το οποίο, όταν ένα σήμα είναι πολύ γνωστό, οι καταναλωτές μπορούν να το διακρίνουν κατά μείζονα λόγο από τα άλλα σήματα επισημαίνοντας τις μεταξύ τους διαφορές, με συνέπεια να μειώνεται ο κίνδυνος σύγχυσης. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι τα επίδικα σήματα διαφέρουν σε εννοιολογικό επίπεδο, λόγω του διαφορετικού σημασιολογικού περιεχομένου το οποίο είναι δυνατόν να δοθεί στους όρους «solvo» και «volvo» στα λατινικά. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παρεμβαίνουσα ενέμεινε στο ότι οι όροι αυτοί προέρχονται από τα λατινικά.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

25      Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, σε περίπτωση ανακοπής εκ μέρους του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, οσάκις, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα.

26      Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος σύγχυσης υφίσταται όταν είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο κοινό η πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή οι σχετικές υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, εν ανάγκη, από επιχειρήσεις που έχουν οικονομικό σύνδεσμο μεταξύ τους. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος σύγχυσης πρέπει να αξιολογείται σφαιρικά, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα σχετικά σημεία και τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν εν προκειμένω επιρροή [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T-162/01, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), Συλλογή 2003, σ. II‑2821, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

27      Στη συνολική αυτή εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των σημάτων και των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Συναφώς, η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει κάποιου βαθμού αλληλεξάρτηση μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη, οπότε ένας χαμηλός βαθμός ομοιότητας μεταξύ των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμιστεί από έναν υψηλό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των σημάτων και αντιστρόφως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. Ι-5507, σκέψη 17, και της 22ας Ιουνίου 1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I-3819, σκέψη 19).

28      Eν προκειμένω, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι η προσφεύγουσα επικαλείται προς στήριξη της ανακοπής της επτά προγενέστερα σήματα, τα οποία στηρίζονται τόσο στο λεκτικό σημείο VOLVO όσο και στο εικονιστικό σημείο που απεικονίζεται στη σκέψη 7. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί, πάντως, την πρωτοβουλία του τμήματος ανακοπών και του τμήματος προσφυγών να εκτιμήσουν την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης χωρίς να λάβουν υπόψη το προγενέστερο κοινοτικό σήμα αριθ. 2361087, που αφορά το λεκτικό σημείο VOLVO. Στο μέτρο που αυτό το λεκτικό σημείο παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και η καταχώριση αυτή αφορά, μεταξύ άλλων προϊόντων και υπηρεσιών, τα λογισμικά πληροφορικής και, κατ’ επέκταση, τα προϊόντα που είναι όμοια με τα καλυπτόμενα από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, ήτοι τα προγράμματα πληροφορικής για συστήματα διαχείρισης αποθεμάτων και τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απλή συνεκτίμηση του εν λόγω προγενέστερου σήματος δεν ήταν ικανή να θίξει τα συμφέροντα της προσφεύγουσας.

29      Διαπιστώνεται, ακολούθως, ότι η ταυτότητα των επίμαχων προϊόντων δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Το μοναδικό ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των διαδίκων είναι η ομοιότητα των σημείων.

30      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά την οπτική, ηχητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθεμένων σημείων, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους [βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2003, T‑292/01, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), Συλλογή 2003, σ. II‑4335, σκέψη 47, και της 13ης Ιουνίου 2006, T‑153/03, Inex κατά ΓΕΕΑ – Wiseman (Παράσταση δέρματος αγελάδας), Συλλογή 2006, σ. II‑1677, σκέψη 26].

31      Εξάλλου, έχει ήδη κριθεί ότι δύο σήματα είναι παρόμοια οσάκις, κατά την αντίληψη του ενδιαφερομένου κοινού, υπάρχει τουλάχιστον μερική ταυτότητα μεταξύ τους σε οπτικό, ακουστικό ή/και εννοιολογικό επίπεδο [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑6/01, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ – Hukla Germany (MATRATZEN), Συλλογή 2002, σ. II-4335, σκέψη 30, και της 20ής Απριλίου 2005, T‑211/03, Faber Chimica κατά ΓΕΕΑ – Nabersa (Faber), Συλλογή 2005, σ. II‑1297, σκέψη 26].

32      Κρίσιμα, εν προκειμένω, είναι, αφενός, ένα εικονιστικό σημείο αποτελούμενο από το λεκτικό στοιχείο «solvo», το οποίο αποδίδεται με ιδιαίτερη γραμματοσειρά, καθώς και από ένα γραφιστικό στοιχείο το οποίο βρίσκεται στα δεξιά του λεκτικού στοιχείου και, αφετέρου, το λεκτικό σημείο VOLVO.

33      Όσον αφορά την ομοιότητα σε οπτικό επίπεδο, διαπιστώνεται ότι το λεκτικό στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση δεσπόζει στην εικόνα του σημείου αυτού που το ενδιαφερόμενο κοινό συγκρατεί στη μνήμη του, οπότε το εικονιστικό στοιχείο που βρίσκεται στα δεξιά του λεκτικού στοιχείου δεν κυριαρχεί στη γενική εντύπωση που δημιουργεί το σημείο αυτό.

34      Το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η διαφορά στο πρώτο γράμμα των επίδικων σημείων και η ιδιαίτερη γραμματοσειρά του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση συνιστούν σημαντικές διαφορές αποκλείουσες κάθε ομοιότητα σε οπτικό επίπεδο.

35      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η γραμματοσειρά του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελούσε ιδιαιτέρως διακριτικό στοιχείο, το οποίο διαφοροποιεί σαφώς το σήμα αυτό από το προγενέστερο λεκτικό σήμα VOLVO. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι η γραμματοσειρά αυτή επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, στο μέτρο που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο λεκτικό στοιχείο του.

36      Η σημαντική διαφορά που δημιουργεί αυτή η ιδιαίτερη γραμματοσειρά ενισχύεται, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, από την παρουσία του εικονιστικού στοιχείου του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί, συναφώς, να υποστηρίξει ότι το τμήμα προσφυγών απέδωσε υπερβολική σημασία στο εν λόγω εικονιστικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά την έλλειψη οπτικής ομοιότητας των επίδικων σημείων δεν στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην παρουσία του εν λόγω εικονιστικού στοιχείου, καθόσον η σχετική με την έλλειψη οπτικής ομοιότητας εκτίμηση βασίζεται πρωτίστως και ορθώς στην ιδιαίτερη γραμματοσειρά που χρησιμοποιείται για την απόδοση του λεκτικού στοιχείου του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση.

37      Η προσφεύγουσα δεν μπορεί, επιπλέον, να υποστηρίξει ότι το προγενέστερο λεκτικό σημείο είναι δυνατό να απεικονισθεί γραφιστικώς κατά τρόπο παρεμφερή με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Πράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι η εξέταση της ομοιότητας των επίδικων σημάτων λαμβάνει υπόψη τα σήματα αυτά στο σύνολό τους, όπως καταχωρίστηκαν ή όπως ζητήθηκε η καταχώρισή τους. Ως λεκτικό σήμα νοείται, ωστόσο, το σήμα που αποτελείται αποκλειστικώς από γράμματα, λέξεις ή συνδυασμούς λέξεων, τυπωμένων με τη συνήθη γραμματοσειρά, χωρίς συγκεκριμένο εικονιστικό στοιχείο. Η προστασία που εξασφαλίζει η καταχώριση ενός λεκτικού σήματος αφορά τη λέξη που δηλώνεται στην αίτηση με την οποία ζητείται η καταχώριση και όχι τις ιδιαίτερες εικονιστικές ή γραφιστικές πτυχές που ενδέχεται να λάβει αυτό το σήμα. Δεν πρέπει, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της εξέτασης της ομοιότητας, η δυνητική γραφιστική απεικόνιση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση στο μέλλον [βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Faber, σκέψεις 36 και 37, και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 13ης Φεβρουαρίου 2007, T‑353/04, Ontex κατά ΓΕΕΑ – Curon Medical (CURON), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 74, και της 22ας Μαΐου 2008, T‑254/06, Radio Regenbogen Hörfunk in Baden κατά ΓΕΕΑ (RadioCom), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43].

38      Όσον αφορά την ομοιότητα σε ηχητικό επίπεδο, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα επίδικα σημεία ήταν διαφορετικά λόγω του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο προφέρεται το πρώτο γράμμα τους, καθόσον το «s» του στοιχείου «solvo» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι συριστικό σύμφωνο ενώ το «v» του σήματος VOLVO χειλικό.

39      Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, αν η διαφορά στο πρώτο γράμμα των επίδικων σημείων τα καθιστά ανόμοια από ηχητικής άποψης, τα τέσσερα γράμματα «olvo» που ακολουθούν εξακολουθούν να προφέρονται με όμοιο τρόπο διατηρώντας αναγκαστικά, ως εκ τούτου, ορισμένο βαθμό ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, Τ-388/00, Institut für Lernsysteme κατά ΓΕΕΑ – ELS Educational Services (ELS), Συλλογή 2002, σ. II‑4301, σκέψεις 69 έως 73].

40      Μολονότι είναι γεγονός, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών, ότι η αρχή ενός σημείου είναι σημαντική για τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σημείο αυτό, η ύπαρξη ορισμένου βαθμού ομοιότητας δεν μπορεί, εν προκειμένω, να μη γίνει δεκτή, λαμβανομένου υπόψη ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα καθενός από τα επίδικα σημεία, ήτοι τέσσερα από τα πέντε γράμματά τους, προφέρεται με όμοιο τρόπο.

41      Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, στο μέτρο που δεν δέχθηκε την ύπαρξη ορισμένου βαθμού ηχητικής ομοιότητας μεταξύ των επίδικων σημείων.

42      Όσον αφορά την ομοιότητα σε εννοιολογικό επίπεδο, η προσφεύγουσα δέχεται την ανάλυση του τμήματος προσφυγών κατά την οποία ο καταναλωτής πιθανότατα δεν διαθέτει αρκετές γνώσεις ώστε να διακρίνει τις λατινικές ρίζες των επίδικων σημείων. Μόνον η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι από τις λατινικές ρίζες των επίμαχων σημάτων προκύπτει έλλειψη ομοιότητας σε εννοιολογικό επίπεδο.

43      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει, πάντως, ότι δεν είναι πολύ πιθανόν ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής να αντιληφθεί τη σημασία που είναι δυνατό να αποδοθεί στα επίδικα σήματα λόγω των λατινικών ριζών τους, στο μέτρο που, εν γένει, είναι μάλλον απίθανο να είναι πολλοί οι καταναλωτές που θα συνδέσουν τα στοιχεία των εν λόγω σημάτων με τα λατινικά. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εννοιολογική ομοιότητα διαδραματίζει, εν προκειμένω, επουσιώδη ρόλο στην εκτίμηση της ομοιότητας των επίδικων σημείων.

44      Συνεπώς, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, ναι μεν το τμήμα προσφυγών ορθώς δέχθηκε ότι το σήμα SOLVO του οποίου ζητείται η καταχώριση και το προγενέστερο λεκτικό σημείο VOLVO δεν είναι όμοια από οπτικής και εννοιολογικής άποψης, πλην όμως υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης αποκλείοντας οποιαδήποτε ομοιότητα σε ηχητικό επίπεδο.

45      Το Γραφείο υποστηρίζει, πάντως, ότι, εν προκειμένω, τα επίμαχα προϊόντα, ήτοι τα εξειδικευμένα λογισμικά στον τομέα των συστημάτων διαχείρισης αποθεμάτων και τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων, απευθύνονται σε επαγγελματίες που επιδεικνύουν σχετικά υψηλό βαθμό προσοχής, ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον έλεγχο της νομιμότητας της εκτίμησης του τμήματος προσφυγών σχετικά με την ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων.

46      Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, πάντως, ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη το ενδιαφερόμενο κοινό κατά την εκτίμηση της ομοιότητας των επίδικων σημείων. Με το επιχείρημά του, επομένως, το Γραφείο δεν επιδιώκει να παράσχει στοιχεία προς διευκρίνιση της περιλαμβανόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίας, αλλά να προβάλει έναν επιπλέον λόγο προς επίρρωση της βασιμότητας της διαπίστωσης στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή. Υπενθυμίζεται ότι η νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξης πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Δεκεμβρίου 2003, T‑16/02, Audi κατά ΓΕΕΑ (TDI), Συλλογή 2003, σ. II‑5167, σκέψη 63, και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T‑247/01, eCopy κατά ΓΕΕΑ (ECOPY), Συλλογή 2002, σ. II‑5301, σκέψη 46].

47      Συναφώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως υποστήριξε το Γραφείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το ζήτημα του καθορισμού του ενδιαφερόμενου κοινού αποτελεί νομική προϋπόθεση δυνάμενη να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως και για πρώτη φορά από το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ο καθορισμός του ενδιαφερόμενου κοινού στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία τα οποία πρέπει να εκτιμώνται, καταρχάς, από το Γραφείο τηρουμένου του άρθρου 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, και μπορούν, αν παραστεί ανάγκη, να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή υπό το πρίσμα των προβαλλόμενων από τους διαδίκους επιχειρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων.

48      Eπιπλέον, επισημαίνεται ότι ναι μεν κατά τη νομολογία η ανάλυση της ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων σημείων, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης, πρέπει να πραγματοποιείται, όπως και η εκτίμηση αυτή, σε σχέση με την εντύπωση που δημιουργούν στο ενδιαφερόμενο κοινό τα επίμαχα σημεία [απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Ιουνίου 2004, T‑185/02, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ – DaimlerChrysler (PICARO), Συλλογή 2004, σ. II‑1739, σκέψη 53· βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Φεβρουαρίου 2007, T‑256/04, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ – Altana Pharma (RESPICUR), Συλλογή 2007, σ. II‑449, σκέψη 58], πλην όμως τούτο ισχύει, κατ’ ουσίαν, μόνο στο μέτρο που οι ιδιαιτερότητες των οικείων καταναλωτών μπορούν να επηρεάσουν την εντύπωση που σχηματίζουν όσον αφορά την ομοιότητα των επίδικων σημείων. Η περίπτωση αυτή συντρέχει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την εντύπωση που δημιουργείται ως προς τον βαθμό ηχητικής και εννοιολογικής ομοιότητας, η οποία ενδέχεται να αποτελεί συνάρτηση της γλώσσας και του πολιτιστικού υπόβαθρου των εν λόγω καταναλωτών, ή ακόμη και των γνώσεών τους σε ορισμένους εξειδικευμένους τομείς που ενίοτε καθορίζονται από την επαγγελματική ιδιότητά τους.

49      Αντιθέτως, η εντύπωση του ενδιαφερόμενου κοινού, στο μέτρο που είναι ικανή να επηρεάσει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, ήτοι τη σύνδεση των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών με την ίδια επιχείρηση ή με επιχειρήσεις συνδεδεμένες οικονομικώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά το στάδιο της συνολικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης. Η περίπτωση αυτή συντρέχει όσον αφορά τον αυξημένο βαθμό προσοχής που συνήθως επιδεικνύει το επαγγελματικό κοινό.

50      Eν προκειμένω, δεδομένης της ύπαρξης ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των επίδικων σημείων όσον αφορά μία από τις εξεταζόμενες κρίσιμες πτυχές, ήτοι την ηχητική ομοιότητα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν πληρούται μία από τις βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τμήμα προσφυγών οφείλει να εκτιμήσει συνολικώς τον κίνδυνο σύγχυσης, προκειμένου να εκτιμήσει αν, λαμβανομένου υπόψη του διαπιστωθέντος βαθμού ηχητικής ομοιότητας μεταξύ των επίδικων σημείων, της ταυτότητας των επίμαχων προϊόντων και της φήμης του προγενέστερου σημείου, είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο κοινό στο οποίο απευθύνονται τα επίμαχα προϊόντα η πεποίθηση ότι τα επίμαχα προϊόντα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

51      Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, πάντως, ότι, όταν ένα σήμα είναι ιδιαιτέρως γνωστό στους καταναλωτές, παραδόξως οι καταναλωτές αυτοί μπορούν να το διακρίνουν κατά μείζονα λόγο από τα άλλα σήματα επισημαίνοντας τις μεταξύ τους διαφορές, με συνέπεια να μειώνεται ο κίνδυνος σύγχυσης.

52      Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όσο εντονότερος είναι ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος, τόσο αυξάνει καταρχήν ο κίνδυνος σύγχυσης [απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 24· απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Νοεμβρίου 2003, T‑85/02, Díaz κατά ΓΕΕΑ – Granjas Castelló (CASTILLO), Συλλογή 2003, σ. II‑4835, σκέψη 44]. Περαιτέρω, χωρίς να προδικάζεται η βασιμότητα της πρότασης της παρεμβαίνουσας εν προκειμένω, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη κατά το στάδιο της συνολικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης και ότι δεν είναι ικανό να αναιρέσει την εκτίμηση ότι υφίσταται ορισμένου βαθμού ομοιότητα μεταξύ των επίδικων σημάτων.

53      Eν προκειμένω, εφόσον το τμήμα προσφυγών δεν προέβη σε συνολική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακύρωσης πρέπει να γίνει δεκτός και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί στη βάση αυτή.

 Επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94

 Επιχειρήματα των διαδίκων

54      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακύρωσης, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης κρίνοντας ότι τα επίδικα σημεία δεν ήταν αρκούντως όμοια. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα επίδικα σημεία δεν είναι αρκούντως όμοια για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, είναι, εν πάση περιπτώσει, αρκούντως παρεμφερή για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.

55      Το Γραφείο υποστηρίζει ότι, μολονότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 απαιτεί χαμηλότερο βαθμό ομοιότητας των σημείων σε σχέση με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, είναι ωστόσο αδύνατο, εν πάση περιπτώσει, να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω σύνδεσμος μεταξύ των επίδικων σημάτων, στο μέτρο που τα σήματα αυτά διαφέρουν κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και, συνεπώς, δεν εμφανίζουν καμία απολύτως ομοιότητα.

56      Η παρεμβαίνουσα αμφισβητεί τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου ακύρωσης και υποστηρίζει ότι τα επίδικα σήματα δεν αφορούν την ίδια αγορά. Επισημαίνει ότι ο σύνδεσμος μεταξύ των σημάτων πρέπει να έχει επιπτώσεις στην οικονομική συμπεριφορά του καταναλωτή και ότι δεν αρκεί ένα σημείο να παραπέμπει σε προγενέστερο σήμα.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

57      Το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 προβλέπει ότι, «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώρηση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρηθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου κοινοτικού σήματος, τα σήμα αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση, χωρίς εύλογη αιτία, του αιτούμενου σήματος θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη».

58      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40, σ. 1) (του οποίου το κανονιστικό περιεχόμενο είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο με αυτό του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94), προκύπτει ότι, για να πληρούται η προϋπόθεση της ομοιότητας, δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, από το ενδιαφερόμενο κοινό, μεταξύ του προγενεστέρου σήματος που χαίρει φήμης και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Αρκεί ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των σημάτων αυτών να έχει ως αποτέλεσμα το ενδιαφερόμενο κοινό να συνδέει τα σήματα αυτά [απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑408/01, Adidas-Salomon και Adidas Benelux, Συλλογή 2003, σ. I‑12537, σκέψη 31· βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Απριλίου 2008, T‑181/05, Citigroup και Citibank κατά ΓΕΕΑ – Citi (CITI), Συλλογή 2008, σ. II-669, σκέψη 64].

59      Η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (προαναφερθείσα απόφαση Adidas-Salomon και Adidas Benelux, σκέψη 30). Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι κρίσιμα στοιχεία είναι ο βαθμός ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, η φύση και ο βαθμός ομοιότητας των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, το εύρος της φήμης του προγενέστερου σήματος, η ένταση του διακριτικού χαρακτήρα, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με τη χρήση, του προγενέστερου σήματος, ή ακόμη ο κίνδυνος σύγχυσης για το ενδιαφερόμενο κοινό (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, C‑252/07, Intel Corporation, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42).

60      Το τμήμα προσφυγών δέχθηκε ότι δεν υφίστατο επαρκής βαθμός ομοιότητας μεταξύ των επίδικων σημείων ώστε το κοινό να μπορέσει να τα συνδέσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.

61      Το συμπέρασμα αυτό απορρέει, πάντως, εν μέρει, από την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ως προς την ομοιότητα των επίμαχων σημείων για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Από την εξέταση του πρώτου λόγου ακύρωσης προκύπτει, πάντως, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης κρίνοντας ότι δεν υφίστατο καμία απολύτως ομοιότητα μεταξύ επίδικων σημείων, καθόσον τα σημεία αυτά εμφανίζουν ορισμένου βαθμού ομοιότητα σε ηχητικό επίπεδο.

62      Στο μέτρο που αυτό το σφάλμα εκτίμησης είναι ικανό να επηρεάσει την εξέταση του κατά πόσον το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να συνδέσει τα επίμαχα σημεία, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού ομοιότητάς τους, διαπιστώνεται ότι το τμήμα προσφυγών προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.

63      Συνεπώς, ο λόγος ακύρωσης πρέπει να γίνει δεκτός και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί επίσης στη βάση αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

64      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον έχει διατυπώσει σχετικό αίτημα ο νικήσας διάδικος. Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 2ας Αυγούστου 2007 (υπόθεση R 1240/2006-2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Volvo Trademark Holding AB και της Elena Grebenshikova.

2)      Καταδικάζει το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) στα δικαστικά έξοδά του, καθώς και κατά το ήμισυ στα δικαστικά έξοδα της Volvo Trademark Holding.

3)      Καταδικάζει την Ε.Grebenshikova στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και κατά το ήμισυ στα δικαστικά έξοδα της Volvo Trademark Holding.

Meij

Vadapalas

Tchipev

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Δεκεμβρίου 2009.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.