Language of document : ECLI:EU:C:2020:234

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C558/18 και C563/18

Miasto Łowicz
κατά
Skarb Państwa – Wojewoda Łódzki

και

Prokurator Generalny
κατά
VX κ.λπ.

(αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως τις οποίες υπέβαλαν το Sąd Okręgowy w Łodzi και το Sąd Okręgowy w Warszawie)

 Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 26ης Μαρτίου 2020

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Κράτος δικαίου – Αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Πειθαρχικό καθεστώς των εθνικών δικαστών – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Παραδεκτό – Ερμηνεία αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου – Έννοια»

1.        Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Περιεχόμενο

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47, εδ. 2, και 51 § 1)

(βλ. σκέψεις 32-36, 59)

2.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Γενικά ή υποθετικά ερωτήματα – Έλλειψη συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς της κύριας δίκης και της διατάξεως του δικαίου της Ένωσης την οποία αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα και των διαφορών των κύριων δικών – Απαράδεκτο

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

(βλ. σκέψεις 45, 49, 51-53, 60 και διατακτ.)

3.        Προδικαστικά ερωτήματα – Παραπομπή ζητήματος στο Δικαστήριο – Αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων – Έκταση – Εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό να υποβάλει προδικαστική ερωτήματα ή να εμμείνει στη σχετική προδικαστική παραπομπή, επ’ απειλή της λήψεως πειθαρχικών μέτρων – Δεν επιτρέπεται

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

(βλ. σκέψεις 56, 57)


Σύνοψη

To Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτες δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με τα μέτρα με τα οποία θεσπίστηκε το 2017 στην Πολωνία σύστημα πειθαρχικής διαδικασίας για τους δικαστές

Ωστόσο, η υποβολή από εθνικό δικαστή προδικαστικού ερωτήματος το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την κίνηση πειθαρχικών διαδικασιών σε βάρος του

Με την απόφαση Miasto Łowicz και Prokurator Generalny (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑558/18 και C‑563/18), η οποία εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου 2020, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου έκρινε απαράδεκτες τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που είχαν υποβληθεί από το πρωτοδικείο Łódź (Πολωνία) και το πρωτοδικείο Βαρσοβίας (Πολωνία). Με τις δύο αυτές αιτήσεις, τα αιτούντα δικαστήρια υπέβαλαν κατ’ ουσίαν στο Δικαστήριο το ερώτημα εάν η νέα πολωνική ρύθμιση σχετικά με το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών είναι συμβατή με το δικαίωμα των πολιτών σε πραγματική δικαστική προστασία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

Η πρώτη υπόθεση (C‑558/18) έχει ως αντικείμενο διαφορά μεταξύ του πολωνικού δήμου Łowicz και του Δημοσίου Ταμείου, σχετικά με αίτημα κρατικής επιχορήγησης. Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι είναι πολύ πιθανό η απόφαση που θα εκδώσει στην υπόθεση αυτή να είναι δυσμενής για το Δημόσιο Ταμείο. Η δεύτερη υπόθεση (C‑563/18) αφορά ποινική διαδικασία κατά τριών προσώπων για αδικήματα που είχαν διαπράξει το 2002 και το 2003, στο πλαίσιο της οποίας το αιτούν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει το ενδεχόμενο να τους επιβληθεί κατ’ εξαίρεση μειωμένη ποινή βάσει των διατάξεων του ποινικού κώδικα, καθόσον τα εν λόγω πρόσωπα συνεργάστηκαν με τις διωκτικές αρχές, παραδεχόμενα τα πραγματικά περιστατικά που τους προσάπτονται. Σύμφωνα με τις δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, εάν εκδοθούν τέτοιες αποφάσεις στις υποθέσεις των κύριων δικών, υπάρχει φόβος ασκήσεως πειθαρχικών διώξεων κατά των δικαστών των μονομελών δικαστικών σχηματισμών που εκδικάζουν τις εν λόγω υποθέσεις. Τα αιτούντα δικαστήρια παραθέτουν τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα στην Πολωνία και εκτιμούν ότι, λόγω των μεταρρυθμίσεων αυτών, δεν διασφαλίζεται πλέον η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία των πειθαρχικών διαδικασιών κατά δικαστικών λειτουργών και θίγεται η ανεξαρτησία των πολωνικών δικαστηρίων. Τα αιτούντα δικαστήρια επισημαίνουν, ειδικότερα, ότι στον Υπουργό Δικαιοσύνης έχει πλέον ανατεθεί σημαντική εξουσία ασκήσεως επιρροής όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες κατά τακτικών δικαστών και τονίζουν ότι η εξουσία αυτή δεν συνοδεύεται από προσήκουσες εγγυήσεις. Τα αιτούντα δικαστήρια φρονούν ότι με τις ως άνω εκτεθείσες πειθαρχικές διαδικασίες παρέχεται στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία μέσο απομακρύνσεως των δικαστών των οποίων οι αποφάσεις δεν είναι της αρεσκείας των εν λόγω εξουσιών και, επομένως, οι πειθαρχικές διαδικασίες αποτελούν μέσο ασκήσεως επιρροής επί των αποφάσεων που εκδίδουν οι δικαστές.

Αφού επιβεβαίωσε την αρμοδιότητά του να ερμηνεύει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του παραδεκτού των δύο αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Συναφώς, υπενθύμισε καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η ζητούμενη προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι «αναγκαία» για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης». Διευκρίνισε επίσης ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαδικασία προδικαστικής αποφάσεως προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο, αφού τόνισε την ιδιαιτερότητα της αποστολής του στο πλαίσιο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, η οποία συνίσταται στο να συνδράμει το αιτούν δικαστήριο στην επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, εν συνεχεία αποφάνθηκε ότι πρέπει να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω διαφοράς και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία. Ο σύνδεσμός αυτός πρέπει να είναι τέτοιος ώστε η εν λόγω ερμηνεία να ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την απόφαση την οποία πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι οι διαφορές των κύριων δικών ουδόλως συνδέονται με το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το οποίο αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα. Έκρινε, κατά συνέπεια, ότι τα αιτούντα δικαστήρια δεν καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο αυτό, προκειμένου να συναγάγουν την επί της ουσίας λύση που πρέπει να δοθεί στις εν λόγω ένδικες διαφορές. Δεύτερον, αφού υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει παραδεκτά προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες όφειλε να εφαρμόσει το αιτούν δικαστήριο για να εκδώσει την απόφασή του (1), το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των δύο συνεκδικαζομένων υποθέσεων δεν έχουν τέτοιο περιεχόμενο. Τρίτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα δεν φαίνεται ούτε δυνάμενη να παράσχει στα αιτούντα δικαστήρια ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης η οποία θα καθιστά δυνατή την επίλυση δικονομικών ζητημάτων του εθνικού δικαίου προκειμένου να αποφανθούν επί της ουσίας των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (2). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν προκύπτει η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της διατάξεως του δικαίου της Ένωσης την οποία αφορούν τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα και των διαφορών των κύριων δικών, συνδέσμου λόγω του οποίου η ζητούμενη ερμηνεία θα παρίστατο αναγκαία προκειμένου να μπορέσουν τα αιτούντα δικαστήρια, εφαρμόζοντας τα διδάγματα εκ της ερμηνείας αυτής, να εκδώσουν τις αποφάσεις τους επί των εκκρεμών ενώπιόν τους διαφορών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, συνεπώς, ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα έχουν γενικό χαρακτήρα και, για τον λόγο αυτόν, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.

Τέλος, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι προσκρούουν στο δίκαιο της Ένωσης εθνικές διατάξεις που εκθέτουν τους εθνικούς δικαστές σε κίνδυνο πειθαρχικών διαδικασιών λόγω του ότι υπέβαλαν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (3). Συγκεκριμένα, το ενδεχόμενο κινήσεως πειθαρχικών διαδικασιών δύναται να θίξει την εκ μέρους των οικείων δικαστών αποτελεσματική άσκηση της ευχέρειας να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως και να ασκούν τα καθήκοντα του επιφορτισμένου με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης δικαστή, τα οποία τους έχουν ανατεθεί από τη Συνθήκη. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, συναφώς, ότι το να μη διατρέχουν οι εθνικοί δικαστές τον κίνδυνο πειθαρχικών διαδικασιών για τέτοιους λόγους αποτελεί, εξάλλου, εγγύηση συμφυή με την ανεξαρτησία τους.


1      Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Weryński (C-283/09, EU:C:2011:85).


2      Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982).


3      Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2018, Miasto Łowicz και Prokuratura Okręgowa w Płocku (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-558/18 και C-563/18, EU:C:2018:923).