Language of document : ECLI:EU:C:2019:512

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 19ης Ιουνίου 2019 (1)

Υπόθεση C93/18

Ermira Bajratari

κατά

Secretary of State for the Home Department,

παρισταμένου του:

AIRE Centre

[αίτηση του Court of Appeal in Northern Ireland
(εφετείου Βόρειας Ιρλανδίας, Ηνωμένο Βασίλειο)]

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας ανιόντος σε ευθεία γραμμή ανηλίκων πολιτών της Ένωσης – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ – Προϋπόθεση επαρκών πόρων – Πόροι αποτελούμενοι από εισοδήματα προερχόμενα από εργασία που παρέχεται χωρίς άδεια διαμονής και εργασίας»






I.      Εισαγωγή

1.        Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας, Ηνωμένο Βασίλειο) ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ (2).

2.        Τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν, κατ’ ουσίαν, την επάρκεια των πόρων που πρέπει να διαθέτει ένας πολίτης της Ένωσης όταν οι πόροι αυτοί, οι οποίοι τίθενται στη διάθεση των ανήλικων τέκνων πολιτών της Ένωσης, προέρχονται από έσοδα από την εργασία που ασκεί σε κράτος μέλος ο πατέρας τους, υπήκοος τρίτου κράτους, ο οποίος, ενώ είχε λάβει άδεια διαμονής και εργασίας στο παρελθόν, δεν διαθέτει πλέον τέτοια άδεια στο εν λόγω κράτος μέλος λόγω λήξεως της ισχύος του δελτίου διαμονής του.

3.        Καίτοι το Δικαστήριο θα εξετάσει για πρώτη φορά το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα, πρέπει, πάντως, να τονιστεί ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, ιδίως στην απόφαση Zhu και Chen (3).

4.        Κατά συνέπεια, η παρούσα υπόθεση θα παράσχει ειδικότερα στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2004/38, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)      “πολίτης της Ένωσης”: κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους·

2)      “μέλος της οικογένειας”:

[…]

β)      ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α ο πολίτης της Ένωσης έχει σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο, και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής·

[...]

δ)      οι συντηρούμενοι απευθείας ανιόντες καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου ή του (της) συντρόφου, όπως ορίζεται στο στοιχείο β)·

3)      “κράτος μέλος υποδοχής”: το κράτος μέλος στο οποίο μεταβαίνει ο πολίτης της Ένωσης προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.»

6.        Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Δικαιούχοι», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και [για] τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 2 που τους συνοδεύουν ή πηγαίνουν να τους συναντήσουν.»

7.        Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», προβλέπει στην παράγραφό του 1, στοιχείο βʹ, τα εξής:

«1.      Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:

[...]

β)      διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, […]

[...]».

8.        Το άρθρο 14 της οδηγίας 2004/38, το οποίο επιγράφεται «Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής», ορίζει στην παράγραφό του 2 τα εξής:

«Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 7, 12 και 13, ενόσω πληρούν τους όρους των άρθρων αυτών.

[...]»

2.      Η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου

9.        Η μόνη διάταξη την οποία παραθέτει το Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας) στην απόφαση περί παραπομπής είναι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Immigration Act 1971 (νόμου του 1971 περί μεταναστεύσεως), κατά το οποίο όποιος δεν έχει τη βρετανική ιθαγένεια πρέπει να διαθέτει άδεια διαμονής, εργασίας και εγκατάστασης στο Ηνωμένο Βασίλειο (4).

III. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

10.      Η Ermira Bajratari, Αλβανίδα υπήκοος, διαμένει στη Βόρεια Ιρλανδία από το 2012. Για το χρονικό διάστημα από τις 13 Μαΐου 2009 έως τις 13 Μαΐου 2014, ο σύζυγός της, Durim Bajratari, επίσης Αλβανός υπήκοος που διαμένει στη Βόρεια Ιρλανδία, ήταν κάτοχος δελτίου διαμονής το οποίο του επέτρεπε να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το δελτίο αυτό του χορηγήθηκε λόγω της προηγούμενης σχέσης του με την κ. Toal, υπήκοο του Ηνωμένου Βασιλείου (5), η οποία έληξε στις αρχές του 2011.

11.      Μετά τη λήξη της σχέσης του με την κ. Toal, ο σύζυγος της Ε. Bajratari εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο το 2011 για να συνάψει γάμο στην Αλβανία με την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, αλλά επέστρεψε στη Βόρεια Ιρλανδία το 2012. Το δελτίο διαμονής του ουδέποτε ανεκλήθη.

12.      Το ζεύγος έχει τρία τέκνα, όλα γεννημένα στη Βόρεια Ιρλανδία, εκ των οποίων τα δύο έχουν αποκτήσει πιστοποιητικό ιρλανδικής ιθαγένειας.

13.      Από το 2009, ο σύζυγος της Ε. Bajratari άσκησε διάφορες επαγγελματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, ως εργαζόμενος σε εστιατόριο στη Βόρεια Ιρλανδία, αλλά από τις 12 Μαΐου 2014, ημερομηνία λήξης της ισχύος του δελτίου διαμονής του, εργάζεται παρανόμως.

14.      Η οικογένεια δεν μετακόμισε ποτέ ούτε διέμεινε ποτέ σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πέραν του Ηνωμένου Βασιλείου.

15.      Μετά τη γέννηση του πρώτου της τέκνου, Ιρλανδού υπηκόου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε αίτηση στο Home Office (Υπουργείο Εσωτερικών, Ηνωμένο Βασίλειο), προκειμένου να της αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει της οδηγίας 2004/38, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια του τέκνου της, πολίτη της Ένωσης, και ισχυριζόμενη ότι τυχόν άρνηση να της χορηγηθεί άδεια διαμονής θα στερούσε το τέκνο της από την απόλαυση των δικαιωμάτων του ως πολίτη της Ένωσης.

16.      H αίτηση αυτή απορρίφθηκε για δύο χωριστούς λόγους, αφενός, διότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν είχε την ιδιότητα του «μέλους της οικογένειας» υπό την έννοια της οδηγίας 2004/38 και, αφετέρου, διότι το τέκνο της δεν πληρούσε την προϋπόθεση της οικονομικής αυτάρκειας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας.

17.      Στις 8 Ιουνίου 2015, το First-tier Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [πρωτοδικείο διοικητικών διαφορών (τμήμα μετανάστευσης και ασύλου, Ηνωμένο Βασίλειο)] απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Ε. Bajratari κατά της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών. Στις 6 Οκτωβρίου 2016, το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [εφετείο διοικητικών διαφορών (τμήμα μετανάστευσης και ασύλου, Ηνωμένο Βασίλειο] απέρριψε το ένδικο μέσο της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα υπέβαλε τότε στο αιτούν δικαστήριο αίτηση άδειας να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της απόφασης του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [εφετείου διοικητικών διαφορών (τμήμα μετανάστευσης και ασύλου)].

18.      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει στο παρελθόν ότι η προϋπόθεση που επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, σύμφωνα με την οποία ο πολίτης της Ένωσης πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους, συντρέχει εφόσον ο εν λόγω πολίτης έχει στη διάθεσή του τους πόρους αυτούς και ότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση σχετική με την προέλευση των πόρων αυτών, τους οποίους θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να παρέχει ο υπήκοος τρίτου κράτους (6). Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει, πάντως, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ειδικά ως προς το ζήτημα αν πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα από παράνομη κατά το εθνικό δίκαιο απασχόληση.

19.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας), με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2017 που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Φεβρουαρίου 2018, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Δύναται εισόδημα από παράνομη κατά το εθνικό δίκαιο απασχόληση να θεμελιώσει, εν όλω ή εν μέρει, την ύπαρξη επαρκών πόρων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της [οδηγίας 2004/38];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, [της οδηγίας αυτής], όταν η απασχόληση θεωρείται επισφαλής αποκλειστικά λόγω του παράνομου χαρακτήρα της;»

20.      Στις 6 Νοεμβρίου 2018, το Δικαστήριο απηύθυνε στο αιτούν δικαστήριο αίτηση παροχής διευκρινίσεων, βάσει του άρθρου 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στην οποία το αιτούν δικαστήριο απάντησε στις 12 Δεκεμβρίου 2018 (7).

21.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και το AIRE Centre (8), οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Δανίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

22.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 24 Ιανουαρίου 2019, υποβλήθηκαν προφορικές παρατηρήσεις εξ ονόματος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, του AIRE Centre, των Κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και του Βασιλείου της Δανίας και της Επιτροπής.

IV.    Ανάλυση

1.      Επί του ζητήματος αν εξακολουθεί να υφίσταται η διαφορά της κύριας δίκης

23.      Τόσο από το γράμμα όσο και την οικονομία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής προϋποθέτει ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την εκδοθείσα από το Δικαστήριο προδικαστική απόφαση (9). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να ελέγχει αυτεπαγγέλτως αν μια διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης εξακολουθεί να εκκρεμεί (10).

24.      Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την απόρριψη της αίτησης για αναγνώριση του παράγωγου δικαιώματος διαμονής την οποία υπέβαλε η Ε. Bajratari δυνάμει της οδηγίας 2004/38, δεδομένου ότι το Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας) επελήφθη αιτήσεως άδειας ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της απόφασης του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [εφετείου διοικητικών διαφορών (τμήμα μετανάστευσης και ασύλου)].

25.      Ωστόσο, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι το Crown Solicitor’s Office (νομική υπηρεσία του Στέμματος, Βόρεια Ιρλανδία) ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο, στις 22 Φεβρουαρίου και στις 6 Μαρτίου 2018, δηλαδή μετά την υποβολή της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, για το γεγονός ότι τα πιστοποιητικά ιρλανδικής ιθαγένειας των τέκνων της Ε. Bajratari είχαν ακυρωθεί με το αιτιολογικό ότι ο σύζυγός της δεν είχε πλέον παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο κατόπιν της λήξεως της σχέσεώς του με υπήκοο του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια του 2011.

26.      Συναφώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι τα τέκνα της Ε. Bajratari δεν έχουν πλέον την ιθαγένεια της Ένωσης και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν, καθόσον η ιρλανδική ιθαγένεια ανακλήθηκε αφότου οι αρμόδιες αρχές διαπίστωσαν ότι χορηγήθηκε ενώ ο πατέρας τους δεν ήταν πλέον κάτοχος έγκυρης άδειας διαμονής. Κατά συνέπεια, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στερείται αντικειμένου και τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο έχουν υποθετικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα συναφώς και θα πρέπει να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.

27.      Ωστόσο, από τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει επίσης ότι, στις 12 Απριλίου 2018, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έλαβε την άδεια να προσβάλει με ένδικο βοήθημα (judicial review) τις αποφάσεις που ακύρωσαν τα πιστοποιητικά ιρλανδικής ιθαγένειας των δύο πρώτων τέκνων της.

28.      Υπό τις συνθήκες αυτές, ζητήθηκε από το Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείο Βόρειας Ιρλανδίας) να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο τις συνέπειες ενδεχόμενης ανακλήσεως των πιστοποιητικών ιρλανδικής ιθαγένειας των δύο πρώτων τέκνων της Ε. Bajratari στη διαδικασία της κύριας δίκης, καθώς τις συνέπειες της ανακλήσεως αυτής για τα προδικαστικά ερωτήματα.

29.      Σε διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 2018, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε ότι, μολονότι ήταν πιθανόν η ενώπιόν του διαφορά να καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της απώλειας της ιρλανδικής ιθαγένειας των δύο αυτών τέκνων, η διαφορά εξακολουθούσε, πάντως, να υφίσταται μέχρι την ημέρα εκείνη και παρέμενε εκκρεμής (11).

30.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η διαφορά της κύριας δίκης εξακολουθεί πάντοτε να εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και η απάντηση του Δικαστηρίου στο υποβληθέν ερώτημα παραμένει χρήσιμη για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς.

2.      Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

31.      Με τα δύο του προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα ανήλικο τέκνο που είναι πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής του, όταν οι πόροι αυτοί προέρχονται από εισόδημα αντλούμενο από δραστηριότητα την οποία ασκεί παράνομα, χωρίς άδεια διαμονής και εργασίας, στο εν λόγω κράτος μέλος ο πατέρας του, υπήκοος τρίτου κράτους.

32.      Πριν απαντήσω στο ερώτημα αυτό, θα εξετάσω εν συντομία, πρώτον, το ζήτημα κατά πόσον η κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και των δύο ανήλικων τέκνων της, που ουδέποτε μετακόμισαν ούτε διέμειναν σε κράτος μέλος εκτός αυτού στον οποίο γεννήθηκαν και έχουν την κατοικία τους, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2004/38. Θα εγκύψω, δεύτερον, στο ακόλουθο ερώτημα: πληρούν τα τέκνα της Ε. Bajratari τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, πράγμα που οφείλει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο, οι πόροι αποτελούνται από τα εισοδήματα του πατέρα τους, υπηκόου τρίτου κράτους, τα οποία προέρχονται από εργασία η οποία παρέχεται χωρίς άδεια διαμονής ούτε εργασίας;

1.      Επί της υπάρξεως δικαιώματος διαμονής που αναγνωρίζεται στον πολίτη της Ένωσης και στα μέλη της οικογένειάς του εντός του κράτους μέλους υποδοχής βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2004/38

33.      Επιβάλλεται η υπόμνηση, κατ’ αρχάς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, «δικαιούχοι» των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία αυτή είναι «όλοι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 2 που τους συνοδεύουν ή πηγαίνουν να τους συναντήσουν».

34.      Eν προκειμένω, η Ε. Bajratari είναι Αλβανίδα υπήκοος, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων ιρλανδικής ιθαγένειας, των οποίων ασκεί την επιμέλεια και τα οποία διαμένουν από τη γέννησή τους στο ίδιο κράτος μέλος, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο (12).

35.      Συναφώς, το γεγονός ότι τα τέκνα αυτά δεν άσκησαν ποτέ το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διέμειναν πάντοτε στο κράτος μέλος στο οποίο γεννήθηκαν και έχουν τη διαμονή τους θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια του «δικαιούχου» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 (13). Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η κατάσταση του υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος γεννήθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν άσκησε ποτέ το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν, να θεωρηθεί ως αμιγώς εσωτερική κατάσταση και να στερήσει από τον εν λόγω υπήκοο τη δυνατότητα να επωφεληθεί στο κράτος μέλος υποδοχής από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των προσώπων (14).

36.      Τα δύο πρώτα τέκνα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, στο μέτρο που διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι, μπορούν, κατά συνέπεια, να επικαλεστούν το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

37.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και η οδηγία 2004/38 παρέχουν κατ’ αρχήν στα τέκνα της Ε. Bajratari δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.

38.      Διευκρινίζεται συναφώς ότι το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχουν την ιθαγένειά τους αναγνωρίζεται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ καθώς και από τις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της (15).

39.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν τα τέκνα της Ε. Bajratari, πολίτες της Ένωσης, πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, οπότε θα πρέπει να της χορηγηθεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών.

2.      Πληρούν τα τέκνα της Ε. Bajratari, πολίτες της Ένωσης, τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38;

40.      Παράγωγο δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών μπορεί να χορηγηθεί στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης μόνον εάν τα δύο πρώτα τέκνα της, ανήλικοι πολίτες της Ένωσης, πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, δηλαδή, ειδικότερα, αν διαθέτουν για τον εαυτό τους και για τα μέλη της οικογένειάς τους «επαρκείς πόρους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος [αυτό]» (16).

41.      Όσον αφορά την προϋπόθεση της πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, δεν αμφισβητήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών.

42.      Αντιθέτως, η αρχή αυτή έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία ο πολίτης της Ένωσης πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους (17).

43.      Συναφώς, η ανάλυση που περιλαμβάνει η απόφαση περί παραπομπής καταδεικνύει ότι το αιτούν δικαστήριο γνωρίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38. Διατηρεί, ωστόσο, αμφιβολίες ως προς το αν η νομολογία αυτή εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση.

44.      Κατά συνέπεια, θα αρχίσω την ανάλυσή μου υπενθυμίζοντας τη νομολογία αυτή.

1)      Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία ο πολίτης της Ένωσης πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους για την άσκηση του δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής

45.      Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως ως προς την προϋπόθεση των επαρκών πόρων κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 σε υποθέσεις παρόμοιες με αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης.

46.      Στην απόφαση Zhu και Chen (18), η ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, σε σχέση με τα εργαλεία που παρείχε το δίκαιο της Ένωσης πριν από την οδηγία 2004/38, ότι «αρκεί οι υπήκοοι των κρατών μελών να “διαθέτουν” τους αναγκαίους πόρους χωρίς η διάταξη αυτή να επιβάλλει την παραμικρή υποχρέωση όσον αφορά την προέλευση των πόρων αυτών», οι οποίοι μπορούν να παρέχονται, μεταξύ άλλων, από τον υπήκοο τρίτου κράτους, συγγενή των οικείων ανηλίκων πολιτών (19). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, αφενός, ότι «η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθόσον οι διατάξεις που καθιερώνουν θεμελιώδεις αρχές όπως αυτή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων πρέπει να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας» και, αφετέρου, ότι η αντίθετη ερμηνεία «θα προσέθετε στην προϋπόθεση αυτή, όπως αυτή διατυπώνεται στην εν λόγω οδηγία, μια απαίτηση σχετική με την προέλευση των πόρων, η οποία θα αποτελούσε δυσανάλογη ανάμιξη στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής το οποίο εγγυάται [το άρθρο 21 ΣΛΕΕ], καθόσον δεν είναι απαραίτητη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών» (20).

47.      Το Δικαστήριο επανέλαβε την ως άνω ερμηνεία της προϋποθέσεως της επάρκειας των πόρων, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Alokpa και Moudoulou (21) και Rendón Marín (22).

48.      Στην απόφαση Rendón Marín (23), η οποία εκδόθηκε από το τμήμα μείζονος συνθέσεως, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στις σκέψεις 45 έως 47 της αποφάσεως Zhu και Chen (24), υπενθύμισε, πρώτον, ότι η άρνηση του κράτους μέλους υποδοχής να επιτρέψει στον γονέα, υπήκοο κράτους μέλους ή τρίτου κράτους, ο οποίος ασκεί την επιμέλεια ανήλικου πολίτη της Ένωσης, να διαμείνει με τον πολίτη αυτόν στο κράτος μέλος υποδοχής θα στερούσε το δικαίωμα διαμονής του τελευταίου από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι η εκ μέρους ενός παιδιού μικρής ηλικίας απόλαυση του δικαιώματος διαμονής προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ότι το παιδί αυτό έχει δικαίωμα να συνοδεύεται από το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλειά του και, συνεπώς, ότι το πρόσωπο αυτό είναι σε θέση να διαμένει μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής αυτής (25). Το Δικαστήριο υπενθύμισε, δεύτερον, ότι, αν το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και η οδηγία 2004/38 αναγνωρίζουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής στον μικρής ηλικίας ανήλικο υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, οι ίδιες αυτές διατάξεις επιτρέπουν και στον γονέα που ασκεί την επιμέλεια του υπηκόου αυτού να διαμένει μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής (26).

49.      Εάν εφαρμοστεί η νομολογία αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης, τούτο σημαίνει ότι, στο μέτρο που τα τέκνα της Ε. Bajratari πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή για να απολαύσουν δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2004/38 και η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ασκεί την επιμέλεια των τέκνων της, πράγμα που οφείλει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο, η προσφεύγουσα μπορεί να επικαλεστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει των ίδιων αυτών διατάξεων.

50.      Μολονότι το γεγονός ότι τα εν λόγω τέκνα διαθέτουν, χάρη στον πατέρα τους, υπήκοο τρίτου κράτους, επαρκείς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν συνιστά εμπόδιο για τη συνδρομή της προϋποθέσεως των επαρκών πόρων που θέτει η διάταξη αυτή, όπως ερμηνεύθηκε από τη νομολογία που παρατέθηκε στα σημεία 46 και 47 των προτάσεων αυτών, θα πρέπει, πάντως, να εξεταστεί το ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της παρούσας υποθέσεως και στο οποίο θα αφιερώσω το υπόλοιπο της αναλύσεώς μου: τα εισοδήματα που αντλούνται από δραστηριότητα η οποία ασκείται χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «επαρκείς πόροι» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής;

2)      Μπορούν τα εισοδήματα που αντλούνται από εργασία η οποία παρέχεται χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής να χαρακτηριστούν ως «επαρκείς πόροι» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38;

51.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, η εργασία του συζύγου της Ε. Bajratari πριν και μετά τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής του, στις 12 Μαΐου 2014 (27).

52.      Από την απόφαση περί παραπομπής καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης προκύπτει ότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 2009 και του Φεβρουαρίου του 2018, ο σύζυγος της Ε. Bajratari εργάστηκε ως αρχιμάγειρας σε εστιατόριο στο Μπέλφαστ (Βόρεια Ιρλανδία). Επιπλέον, η Ε. Bajratari διευκρινίζει ότι, έκτοτε, ο σύζυγός της εργάζεται ως υπεύθυνος σε πλυντήριο αυτοκινήτων.

53.      Συναφώς, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης επιβεβαίωσε ότι, κατόπιν της λήξεως της ισχύος του δελτίου διαμονής του το 2014, ο σύζυγος της Ε. Bajratari δεν διέθετε πλέον άδεια εργασίας και διαμονής, αλλά συνέχισε, παρά ταύτα, να εργάζεται στο εστιατόριο που απασχολούνταν από το 2009. Επομένως, η απασχόληση του συζύγου της Ε. Bajratari κατέστη παράνομη αποκλειστικά και μόνο λόγω της λήξεως της ισχύος του δελτίου διαμονής του. Παρά τη λήξη της ισχύος του δελτίου αυτού, ο σύζυγος της Ε. Bajratari συνέχισε να καταβάλει τους φόρους και τις εισφορές του στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εργοδότης του παρακρατούσε περιοδικά ποσά στην πηγή (28).

54.      Υπό τις συνθήκες αυτές, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο της ιθαγένειάς τους αναγνωρίζεται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ, καθώς και από τις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της (29), η δε εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και προϋποθέσεων πρέπει να γίνεται τηρουμένων των ορίων που επιβάλλονται από το δίκαιο της Ένωσης και συμφώνως προς τις γενικές αρχές του δικαίου αυτού και ιδίως προς την αρχή της αναλογικότητας (30).

55.      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί αν η ενδεχόμενη άρνηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στην Ε. Bajratari, με το σκεπτικό ότι τα εισοδήματα που κερδίζει ο σύζυγός της χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής δεν συνιστούν επαρκείς πόρους υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, συνιστά μέτρο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.

56.      Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέταση της αρχής της αναλογικότητας επιβάλλει να εξακριβωθεί αν τα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν για να εξαρτηθεί το δικαίωμα διαμονής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και των τέκνων της από τα νόμιμα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.

57.      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας 2004/38 είναι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 1 έως 4, να διευκολυνθεί η άσκηση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο απονέμει απευθείας στους πολίτες της Ένωσης το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί ιδίως στην ενίσχυση του δικαιώματος αυτού (31). Στο πλαίσιο αυτού του κύριου σκοπού, η προϋπόθεση των επαρκών πόρων που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας αυτής, αφορά τον ειδικό σκοπό να μην καταστούν τα πρόσωπα αυτά «υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής» (32).

58.      Από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στο σημείο 46 των προτάσεων αυτών προκύπτει ότι αρκεί οι υπήκοοι των κρατών μελών να «διαθέτουν» τους απαραίτητους πόρους και ότι η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν επιβάλλει «την παραμικρή υποχρέωση όσον αφορά την προέλευση των πόρων αυτών» (33). Κατά το Δικαστήριο, η αντίθετη ερμηνεία θα προσέθετε στην προϋπόθεση αυτή, όπως αυτή διατυπώνεται στην εν λόγω οδηγία, μια απαίτηση σχετική με την προέλευση των πόρων η οποία θα αποτελούσε δυσανάλογη ανάμιξη στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής το οποίο εγγυάται το άρθρο 21 ΣΛΕΕ, καθόσον δεν είναι απαραίτητη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών (34).

59.      Επομένως, είναι προφανές ότι το γεγονός ότι ο πατέρας των τέκνων της Ε. Bajratari, πολιτών της Ένωσης μικρής ηλικίας, άρχισε να εργάζεται το 2009, ενώ το δελτίο διαμονής του βρισκόταν σε ισχύ, και ότι συνέχισε να ασκεί την ίδια δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μετά την ημερομηνία λήξεως της ισχύος του εν λόγω δελτίου διαμονής, χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ικανό για να προστεθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 απαίτηση σχετική με την προέλευση των «επαρκών πόρων», η οποία δεν προβλέπεται από τη διάταξη αυτή.

60.      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι από την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, της 2ας Ιουλίου 2009, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για την καλύτερη ενσωμάτωση και εφαρμογή της οδηγίας 2004/38 (35), προκύπτει ότι, για να θεωρηθούν «επαρκείς», οι πόροι δεν χρειάζεται να είναι κατ’ ανάγκη περιοδικοί και μπορούν να έχουν τη μορφή συσσωρευμένου κεφαλαίου (36). Πράγματι, μόνον η είσπραξη παροχών κοινωνικής πρόνοιας μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί επιρροή για την εξακρίβωση του αν το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (37). Συναφώς το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός και μόνον ότι υπήκοος κράτους μέλους λαμβάνει παροχή κοινωνικής πρόνοιας δεν αρκεί για να αποδείξει ότι αυτός αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής» (38).

61.      Πράγματι, το άρθρο 14, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει ότι «η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής πολίτη της Ένωσης ή ενός μέλους της οικογένειάς του δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης». Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής (39).

62.      Το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει ότι από την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμήσει αν ο δικαιούχος παροχής κοινωνικής πρόνοιας αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει, πριν λάβει μέτρα απελάσεως, να εξετάζει αν ο ενδιαφερόμενος αντιμετωπίζει προσωρινές δυσκολίες και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής και την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου, καθώς και το ποσό της ενισχύσεως που του χορηγήθηκε (40).

63.      Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των τριών αυτών κριτηρίων που απαριθμούνται στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2004/38, οι εθνικές αρχές πρέπει να αξιολογούν, μεταξύ άλλων, το χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγήθηκε το επίδομα, τον βαθμό ένταξης του πολίτη της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς του στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής, ειδικά ζητήματα θέματα που αφορούν την ηλικία, την κατάσταση της υγείας, την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση και το αν ο πολίτης της Ένωσης (ή τα μέλη της οικογένειάς του) έχει ιστορικό εξαρτήσεως σε μεγάλο βαθμό από την κοινωνική πρόνοια, καθώς και τη διάρκεια συνεισφοράς του πολίτη αυτού (ή των μελών της οικογένειάς του) στη χρηματοδότηση της κοινωνικής πρόνοιας στο κράτος μέλος υποδοχής (41).

64.      Εν προκειμένω, όχι μόνο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι τα τέκνα της Ε. Bajratari προσέφυγαν στην κοινωνική πρόνοια εντός του κράτους μέλους υποδοχής (42), αλλά επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση –και πρέπει να εξακριβωθεί από το αιτούν δικαστήριο–, ότι ο σύζυγος της Ε. Bajratari και πατέρας των τέκνων της συνέχισε να συμβάλλει, μετά τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής του, στη χρηματοδότηση της κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής μέσω των φόρων και των εισφορών που παρακρατούνταν περιοδικά στην πηγή.

65.      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω κατ’ αρχάς ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 53 των προτάσεων αυτών, ο φερόμενος ως παράνομος χαρακτήρας της απασχολήσεως του συζύγου της Ε. Bajratari οφείλεται κατ’ αρχήν στο γεγονός και μόνον ότι έληξε η ισχύς του δελτίου διαμονής του. Επιπλέον, η δραστηριότητα την οποία άσκησε πριν από τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής και την οποία εξακολούθησε να ασκεί μετά τη λήξη της ισχύος του δεν ήταν καθεαυτήν παράνομη, πολλώ μάλλον, κατά τη γνώμη μου, επειδή τα εισοδήματα από την απασχόληση αυτή υποβλήθηκαν σε φορολόγηση και στην καταβολή εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι η περίπτωση εργαζομένου ο οποίος καταβάλλει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές –πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει–, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς την προστασία των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών.

66.      Επιπλέον, η επάρκεια των πόρων και ο παράνομος χαρακτήρας τους λόγω του ότι αντλούνται από εγκληματική δραστηριότητα είναι, αναμφιβόλως, δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Επομένως, η συνέπεια της διαφοράς αυτής για την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν μπορεί παρά να είναι έμμεση: εάν, για παράδειγμα, οι πόροι τους οποίους διαθέτουν τα ανήλικα τέκνα που είναι πολίτες της Ένωσης, μέσω άλλου πολίτη της Ένωσης ή υπηκόου τρίτου κράτους, αντλούνται από εγκληματική δραστηριότητα, όπως η διακίνηση ναρκωτικών, και το πρόσωπο αυτό καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως, τότε, κατ’ αρχήν, τα τέκνα αυτά δεν θα διαθέτουν πλέον στην πράξη πόρους για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες τους.

67.      Επιβάλλεται η παρατήρηση, στη συνέχεια, ότι το κράτος μέλος υποδοχής όχι μόνον ανέχθηκε την παρουσία του συζύγου της Ε. Bajratari, παρά την απώλεια της άδειας εργασίας και διαμονής του στις 12 Μαΐου 2014, επί πέντε έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων, υπενθυμίζω, αυτός συνέχισε να καταβάλλει φορολογικές και ασφαλιστικές εισφορές, αλλά, όπως επίσης επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την περίοδο αυτή, στις 26 Ιουλίου 2016, χορηγήθηκε στο δεύτερο τέκνο του πιστοποιητικό ιρλανδικής ιθαγένειας.

68.      Επιπλέον, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το δικαίωμα των διακινουμένων πολιτών της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των τέκνων που είναι πολίτες της Ένωσης, να διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος θα αποδυναμωνόταν σημαντικά εάν ανά πάσα στιγμή ήταν δυνατή η αφαίρεση του δικαιώματος αυτού βάσει πλημμελώς οριζομένων παραβάσεων, τις οποίες θα διέπρατταν τα πρόσωπα που έχουν την επιμέλειά τους ή τα συντηρούν, είτε στο κράτος μέλος υποδοχής είτε αλλού. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του πολύ ευρέος φάσματος πράξεων που μπορούν να χαρακτηρισθούν παράνομες, όχι μόνον σε ένα μόνο κράτος μέλος, αλλά και από ένα κράτος μέλος σε άλλο και από μια χρονική περίοδο σε μια άλλη, η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο ανασφάλειας δικαίου και πολλαπλασιασμό καταστάσεων στις οποίες το δικαίωμα διαμονής ενός πολίτη της Ένωσης θα μπορούσε να αμφισβητηθεί λόγω της υπάρξεως αμφιβολιών όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες αποκτήθηκαν οι πόροι που έχει στη διάθεσή του (43).

69.      Τέλος, υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσει τα εισοδήματα που αντλούνται από απασχόληση η οποία ασκείται στο κράτος μέλος υποδοχής χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής λόγω λήξεως της ισχύος του δελτίου διαμονής πρέπει να θεωρηθεί ως δυσανάλογα επαχθές μέτρο που θίγει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία και την ελεύθερη διαμονή των ανήλικων τέκνων μικρής ηλικίας που είναι πολίτες της Ένωσης, καθόσον δεν είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της προστασίας των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών.

70.      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, είμαι της γνώμης ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, αρκεί το γεγονός ότι τα εισοδήματα προέρχονται από εργασία που παρέχεται χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο πολίτης της Ένωσης διαθέτει «επαρκείς πόρους» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38.

71.      Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι τα τέκνα της Ε. Bajratari όχι μόνον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2004/38 αλλά και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38. Κατά συνέπεια, η Ε. Bajratari μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής αντλούμενο από το δικαίωμα διαμονής των τέκνων της.

3.      Εξέταση του επιχειρήματος που αφορά την ένσταση περί δημόσιας τάξεως που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο

72.      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, στο μέτρο που ο σύζυγος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης διαμένει παρανόμως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, η εργασία του είναι καθεαυτήν παράνομη. Συναφώς, η εν λόγω Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, στην εσωτερική έννομη τάξη της, η εργασία χωρίς άδεια θεωρείται αντίθετη στη δημόσια τάξη και επισύρει την επιβολή αστικών και ποινικών κυρώσεων όχι μόνο για τον εργοδότη αλλά, από τις 12 Ιουλίου 2016, και για τον εργαζόμενο (44).

73.      Ομολογουμένως, όπως υποστηρίζουν η Δανική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, από τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να διενεργούν ελέγχους ως προς την ύπαρξη των πόρων, τη νομιμότητα, το ύψος και τη διαθεσιμότητά τους. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο έλεγχος από τα κράτη μέλη της υπάρξεως επαρκών πόρων ή της νομιμότητάς τους αφορά αποκλειστικά το κατά πόσον υπάρχει εγκληματικός χαρακτήρας ή κατάχρηση δικαιώματος (45) και, κατά συνέπεια, αν το κεφάλαιο VI της οδηγίας 2004/38 τυγχάνει ή όχι εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση πολίτη της Ένωσης ή των μελών της οικογένειάς του. Επομένως, ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο, για να επιδιώξουν τον κολασμό παραβάσεων που διαπράττονται όταν ο παράνομος χαρακτήρας των εισπραττομένων εσόδων οφείλεται στην άσκηση εγκληματικής δραστηριότητας, όπως, για παράδειγμα, η διακίνηση ναρκωτικών. Στην περίπτωση αυτή, από το κεφάλαιο VI της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν εξαίρεση που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.

74.      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, ως δικαιολογητικοί λόγοι παρεκκλίσεως από το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης ή των μελών των οικογενειών τους, οι έννοιες της «δημόσιας τάξης» και της «δημόσιας ασφάλειας» πρέπει να ερμηνεύονται στενά και, ως εκ τούτου το περιεχόμενό τους δεν δύναται να καθορίζεται μονομερώς από τα κράτη μέλη χωρίς έλεγχο από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (46).

75.      Όσον αφορά την έννοια της «δημόσιας τάξης», το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αυτή προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός της κοινωνικής διαταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (47).

76.      Όσον αφορά την έννοια της «δημόσιας ασφάλειας», το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι αυτή καλύπτει τόσο την εσωτερική ασφάλεια του κράτους μέλους όσο και την εξωτερική του ασφάλεια και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να θιγεί από την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών και των βασικών δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και από τον κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνυπάρξεως των λαών ή από την προσβολή των στρατιωτικών συμφερόντων. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών από συμμορίες ή της τρομοκρατίας εμπίπτει στην έννοια της «δημόσιας ασφάλειας» (48).

77.      Υπενθυμίζω ότι από το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38 συνάγεται ότι, για να είναι δικαιολογημένα, τα μέτρα περιορισμού του δικαιώματος διαμονής πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ιδίως για λόγους δημόσιας τάξης, πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του συγκεκριμένου προσώπου (49).

78.      Εν προκειμένω, όπως συνάγεται από τα σημεία 64 έως 69 των προτάσεων αυτών, είναι προφανές ότι η άρνηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στην Ε. Bajratari, η οποία στηρίζεται στο σχετικό με την ένσταση της δημόσιας τάξης επιχείρημα που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν πληροί καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις.

79.      Τούτου δοθέντος, φρονώ ότι άλλα επιχειρήματα, τα οποία θα εκθέσω εν συντομία κατωτέρω, μπορούν να στηρίξουν το συμπέρασμά μου ότι τα τέκνα της Ε. Bajratari όχι μόνον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2004/38, αλλά και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 και ότι, κατά συνέπεια, η Ε. Bajratari μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής αντλούμενο από το δικαίωμα διαμονής των τέκνων της.

4.      Επί της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 2004/38 και του άρθρου 21 ΣΛΕΕ

80.      Επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι απάντηση αντίθετη προς αυτή που μόλις πρότεινα θα στερούσε από την πρακτική του αποτελεσματικότητα το δικαίωμα διαμονής που παρέχουν η οδηγία 2004/38 και το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η οδηγία 2004/38 και των σκοπών που αυτή επιδιώκει, οι διατάξεις της δεν μπορούν να ερμηνεύονται περιοριστικά και δεν πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καθίστανται άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (50).

81.      Για τον λόγο αυτόν, στην απόφαση Zhu και Chen (51), το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα τέκνα μικρής ηλικίας που είναι πολίτες της Ένωσης δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν τα ίδια στις ανάγκες τους, κρίνοντας ότι η μη αναγνώριση στον γονέα, υπήκοο κράτους μέλους ή τρίτου κράτους, ο οποίος ασκεί την επιμέλεια ανήλικου πολίτη της Ένωσης, του δικαιώματος διαμονής με τον εν λόγω πολίτη εντός του κράτους μέλους υποδοχής θα στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα το δικαίωμα διαμονής του πολίτη της Ένωσης, δεδομένου ότι η άσκηση του δικαιώματος διαμονής από τέκνο μικρής ηλικίας προϋποθέτει κατ’ ανάγκην το δικαίωμα του τέκνου αυτού να συνοδεύεται από το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλειά του και, συνεπώς, τη δυνατότητα του εν λόγω προσώπου να διαμένει με το ανήλικο τέκνο στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής αυτής (52).

82.      Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η αρχή αυτή, που διατυπώθηκε από το Δικαστήριο για πρώτη φορά στην απόφαση Zhu και Chen (53) στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας 2004/38 και του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, επιβεβαιώθηκε, στη συνέχεια, στην απόφαση Ruiz Zambrano (54), στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 20 ΣΛΕΕ. Πράγματι, στη σκέψη 44 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει, πράγματι να θεωρηθεί ότι μια τέτοια άρνηση χορηγήσεως άδειας διαμονής θα έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα εν λόγω τέκνα, που είναι πολίτες της Ένωσης, να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης προκειμένου να συνοδεύσουν τους γονείς τους. Ομοίως, αν στο πρόσωπο αυτό δεν χορηγηθεί άδεια εργασίας, διατρέχει τον κίνδυνο να μη διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των αναγκών του και των αναγκών της οικογένειάς του, πράγμα που επίσης θα είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα του, που είναι πολίτες της Ένωσης, να εγκαταλείψουν το έδαφός της. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι εν λόγω πολίτες της Ένωσης αδυνατούν στην πράξη να ασκήσουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που αποκτούν από την ιδιότητά τους του πολίτη της Ένωσης» (55).

83.      Από την ανάγνωση των δύο αυτών αποφάσεων προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι το Δικαστήριο στήριξε τη συλλογιστική του στην ίδια αρχή: ένα παιδί δεν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκείς πόρους και, κατά συνέπεια, οι πόροι αυτοί πρέπει να προέρχονται από το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλειά του. Εάν γίνει δεκτό ότι ένα παιδί μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκείς πόρους που προέρχονται από το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλειά του, θα ήταν παράλογο να μην χορηγείται στο πρόσωπο αυτό δικαίωμα διαμονής και, κατά συνέπεια, η δυνατότητα να εργαστεί. Στην περίπτωση μιας τέτοιας αρνήσεως, δημιουργείται φαύλος κύκλος, δηλαδή διατυπώνεται κυκλικό επιχείρημα το οποίο θα στερούσε πλήρως από την πρακτική τους αποτελεσματικότητα το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και την οδηγία 2004/38. Η άρνηση αυτή θα είχε ως συνέπεια κανένα τέκνο που είναι ανήλικος πολίτης της Ένωσης, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, να μην πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα τέκνα αυτά, εάν ήσαν ενήλικες, θα είχαν όχι μόνον την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, που προορίζεται να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών (56), αλλά και την ιδιότητα του εργαζομένου.

84.      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, εφόσον το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας αποτελεί, ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου της Ένωσης, τον γενικό κανόνα, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς και τηρουμένων των ορίων που επιβάλλονται από το δίκαιο της Ένωσης και την αρχή της αναλογικότητας (57).

85.      Εν προκειμένω, τα τέκνα της Ε. Bajratari έχουν την ιρλανδική ιθαγένεια και διέμεναν πάντοτε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ruiz Zambrano (58), τα τέκνα είχαν την ιθαγένεια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούσαν ανέκαθεν. Εάν τα τέκνα της Ε. Bajratari είχαν τη βρετανική ιθαγένεια, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα εφαρμοζόταν η νομολογία που διέπλασε η απόφαση Ruiz Zambrano.

86.      Ανακύπτει, επομένως, το ακόλουθο ερώτημα: δεν θα ήταν εντελώς παράλογο να έχει ένα παιδί που είναι πολίτης της Ένωσης περισσότερα δικαιώματα βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ από εκείνα που θα είχε εάν είχαν εφαρμογή στην περίπτωσή του το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και η οδηγία 2004/38, όπως στην κρινόμενη υπόθεση;

87.      Φρονώ ότι η απάντηση είναι καταφατική.

88.      Κατά συνέπεια, μολονότι τα τέκνα της Ε. Bajratari έχουν ιθαγένεια διαφορετική από αυτή του κράτους μέλους της διαμονής τους, στο οποίο, πάντως, γεννήθηκαν και διαμένουν έκτοτε, φρονώ ότι η αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Zhu και Chen (59) και Ruiz Zambrano (60) πρέπει να εφαρμοστεί εν προκειμένω.

89.      Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ σκόπιμο, αφενός, να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, να ληφθεί υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου, που αναγνωρίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη αυτού.

V.      Πρόταση

90.      Υπό το πρίσμα του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Court of Appeal in Northern Ireland (εφετείου Βόρειας Ιρλανδίας, Ηνωμένο Βασίλειο) ως εξής:

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, έχει την έννοια ότι τέκνο μικρής ηλικίας που είναι πολίτης της Ένωσης διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνει κατά τη διάρκεια της διαμονής του το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, όταν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι πόροι αυτοί προέρχονται από εισοδήματα που αντλούνται από εργασία την οποία παρέχει παρανόμως, χωρίς άδεια διαμονής και εργασίας, στο εν λόγω κράτος μέλος, ο πατέρας του, υπήκοος τρίτου κράτους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011 (ΕΕ 2011, L 141, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, και ΕΕ 2005, L 197, σ. 34) (στο εξής: οδηγία 2004/38).


3      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


4      Από τις παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι, κατά τον κρίσιμο για την κρινόμενη υπόθεση χρόνο, το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38 μεταφέρθηκε στο εθνικό του δίκαιο με το άρθρο 4 του Immigration (European Economic Area) Regulations 2006 [νόμου του 2006 περί μεταναστεύσεως (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος)]. Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι, την 1η Φεβρουαρίου 2017, ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε από τον Immigration (European Economic Area) Regulations 2016 [νόμο του 2016 περί μεταναστεύσεως (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος)], αλλά ότι καμία τροποποίηση του τελευταίου αυτού νόμου δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση.


5      Από τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι η κ. Toal είναι Ιρλανδή υπήκοος. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στη βρετανική ιθαγένεια της κ. Toal, είναι πολύ πιθανόν αυτή να έχει διπλή ιθαγένεια, βρετανική και ιρλανδική.


6      Πρβλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 28 και 30), και της 10ης Οκτωβρίου 2013, Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 27).


7      Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό κατωτέρω, στα σημεία 28 έως 30 των προτάσεων αυτών.


8      Το παρεμβαίνον στην κύρια δίκη AIRE Centre (Advice on Individual Rights in Europe) είναι κοινωφελής οργανισμός που παρέχει πληροφορίες και γνωμοδοτήσεις σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης και το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ιδίως σχετικά με τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη, στις 4 Νοεμβρίου 1950, και του οποίου την παρέμβαση στην κρινόμενη υπόθεση δέχθηκε το αιτούν δικαστήριο στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.


9      Βλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, UGT-Rioja κ.λπ. (C‑428/06 έως C‑434/06, EU:C:2008:488, σκέψη 39), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 24).


10      Βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 24).


11      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως του αιτούντος δικαστηρίου με την εν λόγω διάταξη, και σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, θα θεωρήσω, στο πλαίσιο της αναλύσεώς μου, ότι τα δύο πρώτα τέκνα της Ε. Bajratari είναι μέχρι σήμερα πολίτες της Ένωσης.


12      Επιβάλλεται η υπόμνηση, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η αίτηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής που υπέβαλε η Ε. Bajratari στηρίζεται αποκλειστικά μόνο στο καθεστώς του προσώπου που ασκεί την επιμέλεια των δύο τέκνων της, ιρλανδικής ιθαγένειας.


13      Πρβλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2011, Dereci κ.λπ. (C‑256/11, EU:C:2011:734, σκέψη 57), της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 42), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 40).


14      Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C‑148/02, EU:C:2003:539, σκέψεις 13 και 27), της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 19), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 42). Στο πλαίσιο του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, βλ. αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124, σκέψεις 43 και 44), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS (C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψη 29).


15      Βλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 26), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 45).


16      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το πρώτο τέκνο γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία την 1η Μαΐου 2013 και έλαβε πιστοποιητικό ιρλανδικής ιθαγένειας στις 15 Ιουλίου 2013. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει απλώς ότι στο ένα από τα δύο άλλα τέκνα χορηγήθηκε πιστοποιητικό ιρλανδικής ιθαγένειας. Συναφώς, από τις παρατηρήσεις της Ε. Bajratari προκύπτει ότι το δεύτερο αυτό τέκνο γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία τον Νοέμβριο του 2014. Λαμβανομένων υπόψη των ημερομηνιών γεννήσεως των τέκνων αυτών, δεν μπορώ, κατ’ αρχήν, να αποκλείσω ότι απέκτησαν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38. Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα διαμονής τους δεν υπόκειται στις προϋποθέσεις του κεφαλαίου III της οδηγίας 2004/38 και ιδίως σε αυτές του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, αυτής· το ενδεχόμενο αυτό πρέπει να εξακριβωθεί από το αιτούν δικαστήριο.


17      Βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων.


18      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


19      Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 28 και 30). Πιο πρόσφατα, όσον αφορά τους πόρους που παρέχει ο υπήκοος τρίτου κράτους, σύζυγος του πολίτη της Ένωσης, βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψεις 74 και 77). Όσον αφορά τους πόρους που παρέχει ο υπήκοος τρίτου κράτους σύντροφος που διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής, βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψεις 40, 46 και 51).


20      Βλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 31 και 33), της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψεις 40 και 41), καθώς και της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 75).


21      Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2013 (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 27).


22      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016 (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 48).


23      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016 (C‑165/14, EU:C:2016:675).


24      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


25      Απόφασης της 13 Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψεις 51 και 52). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2013, Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 28).


26      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 52). Βλ. και απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2013, Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 29).


27      Από τις γραπτές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και του Ηνωμένου Βασιλείου συνάγεται ότι ο σύζυγος της Ε. Bajratari μετέβη στη Βόρεια Ιρλανδία τον Σεπτέμβριο του 2002 και ότι, από το 2005, είχε σταθερή σχέση με Ιρλανδή υπήκοο, η οποία έληξε κατά το έτος 2011. Λαμβανομένου υπόψη ότι έζησε στη Βόρεια Ιρλανδία με πολίτη της Ένωσης μεταξύ του 2005 και του 2011, η Επιτροπή παρατήρησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, το 2011, μπορούσε να ζητήσει την αναγνώριση δικαιώματος μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38. Το γεγονός ότι έλαβε το δελτίο διαμονής του το 2008 δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η χορήγηση δελτίου διαμονής σε υπήκοο κράτους μέλους δεν πρέπει να θεωρείται ως πράξη συστατική δικαιωμάτων, αλλά ως πράξη με την οποία διαπιστώνεται από το κράτος μέλος η ατομική κατάσταση υπηκόου άλλου κράτους μέλους [ή των μελών της οικογένειάς του] υπό το πρίσμα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Βλ. αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2011, Dias (C‑325/09, EU:C:2011:498, σκέψη 48), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Petrea (C‑184/16, EU:C:2017:684, σκέψη 32).


28      Απαντώντας σε ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι το ετήσιο εισόδημα του συζύγου της Ε. Bajratari ανερχόταν σε 17 000 λίρες στερλίνες (GBP) το 2014 και σε 20 000 GBP τα προηγούμενα έτη.


29      Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 26), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 45).


30      Αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 91), της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 32), καθώς και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 45).


31      Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 82), της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ. (C‑673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 18), και της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C‑483/17, EU:C:2019:309, σκέψη 23).


32      Αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Ziolkowski και Szeja (C‑424/10 και C‑425/10, EU:C:2011:866, σκέψη 40), της 4ης Οκτωβρίου 2012, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 60), καθώς και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 54).


33      Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 28 και 30), της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψεις 40, 46 και 51), καθώς και της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψεις 74 και 77).


34      Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 31 και 33), της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψεις 40 και 41), καθώς και της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 75).


35      COM(2009) 313 τελικό (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής).


36      Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, σ. 8.


37      Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, σ. 9.


38      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 75).


39      Βλ. κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπή, σ. 9.


40      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 69).


41      Βλ. κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, σ. 8 και 9. Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι από την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι «[δ]εν θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης επ’ ουδενί κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας».


42      Άλλωστε, υπενθυμίζω ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας των τέκνων που διατυπώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν αμφισβητήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών. Πρβλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.


43      Μπορεί να φανταστεί κάποιος, μεταξύ άλλων, την περίπτωση προσώπου που δεν τήρησε την προθεσμία καταβολής του φόρου εισοδήματος ή απλώς αμέλησε να πληρώσει τον τελευταίο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.


44      Η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρεται και στη δημόσια ασφάλεια.


45      Οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Τσεχικής Δημοκρατίας χαρακτηρίζουν καταχρηστική την περίπτωση κατά την οποία συγγενής αποκτά, χάρη στην παράνομη απασχόλησή του, δικαίωμα εργασίας λόγω της αποκτήσεως δικαιώματος διαμονής. Κατά τις ως άνω Κυβερνήσεις, κάτι τέτοιο καταλήγει στην επίκληση παράνομης συμπεριφοράς για τη στοιχειοθέτηση δικαιώματος, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με κατάχρηση δικαιώματος η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38. Πάντως, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από κανένα στοιχείο της αποφάσεως περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη πρακτικής η οποία συνιστά κατάχρηση δικαιώματος απαιτείται, αφενός, η συνδρομή ενός συνόλου αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η ρύθμιση της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση αυτή σκοπός και, αφετέρου, η ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο συνίσταται στη βούληση του ενδιαφερομένου να αποκομίσει όφελος από τη ρύθμιση της Ένωσης δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αντλήσει το όφελος αυτό»: αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Σλοβακίας (C‑364/10, EU:C:2012:630, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 58), και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:2450, σκέψη 54).


46      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, van Duyn (41/74, EU:C:1974:133, σκέψη 18), της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri (C‑482/01 και C‑493/01, EU:C:2004:262, σκέψεις 64 και 65), της 7ης Ιουνίου 2007, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑50/06, EU:C:2007:325, σκέψη 42), καθώς και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS (C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψη 37). Το Ηνωμένο Βασίλειο, παραθέτοντας εν μέρει τη σκέψη 23 της αποφάσεως της 22ας Μαΐου 2012, P.I. (C‑348/09, EU:C:2012:300), διατείνεται ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν, σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους που μπορεί να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας. Πάντως, στη σκέψη 23 της αποφάσεως αυτής διαλαμβάνονται τα εξής: «Καίτοι, κατ’ ουσίαν, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν, σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες που ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο, τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας, ιδίως ως δικαιολογητικό λόγο για παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, εν τούτοις, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, με αποτέλεσμα το περιεχόμενό τους να μην μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς έλεγχο εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Υπενθυμίζω ότι η απόφαση εκείνη αφορούσε την ερμηνεία της έννοια των «επιτακτικών λόγων δημόσιας ασφάλειας» που περιλαμβάνονται στο άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 στο πλαίσιο της ποινικής καταδίκης πολίτη της Ένωσης σε στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας επτά ετών και έξη μηνών για σεξουαλική κακοποίηση, σεξουαλικό εξαναγκασμό και βιασμό ανήλικης. Η προσθήκη έμφασης δική μου. Βλ., προσφάτως, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ. (C‑673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


47      Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1975, Rutili (36/75, EU:C:1975:137, σκέψη 28), της 10ης Ιουλίου 2008, Jipa (C‑33/07, EU:C:2008:396, σκέψη 23), καθώς και της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS (C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψη 38).


48      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS (C‑304/14, EU:C:2016:674, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


49      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 59).


50      Αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Eind (C‑291/05, EU:C:2007:771, σκέψη 43), της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 84), της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ. (C‑673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 39), και της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C‑483/17, EU:C:2019:309, σκέψη 38).


51      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


52      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψεις 51 και 52). Βλ. και απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2013, Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 28).


53      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


54      Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, (C‑34/09, EU:C:2011:124, σκέψεις 43 και 44).


55      Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124, σκέψη 44). Η υπογράμμιση δική μου.


56      Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk (C‑184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 31). Βλ., προσφάτως, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ. (C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 31).


57      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 70).


58      Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011 (C‑34/09, EU:C:2011:124).


59      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004 (C‑200/02, EU:C:2004:639).


60      Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011 (C‑34/09, EU:C:2011:124).