Language of document : ECLI:EU:T:2021:628

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 29ης Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Πρόσβαση στα έγγραφα – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Έγγραφα σχετικά με διαδικασία ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως κατόπιν αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται ασύμβατη με την εσωτερική αγορά η εν λόγω ενίσχυση και διατάσσεται η ανάκτησή της – Άρνηση παροχής πρόσβασης – Εξαίρεση που αφορά την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου – Υπερισχύον δημόσιο συμφέρον – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Στην υπόθεση T‑569/19,

AlzChem Group AG, με έδρα το Trostberg (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους A. Borsos και J. Guerrero Pérez, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις C. Ehrbar και K. Herrmann,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2019) 5602 τελικό της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2019, περί αρνήσεως παροχής στην προσφεύγουσα πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως κατόπιν αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε ασύμβατη με την εσωτερική αγορά η εν λόγω ενίσχυση και διατάχθηκε η ανάκτησή της,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους D. Spielmann, πρόεδρο, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια) και R. Mastroianni, δικαστές,

γραμματέας: Η. Πολλάλης, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Μαρτίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Με την απόφαση (ΕΕ) 2015/1826, της 15ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.33797 (2013/C) (πρώην 2013/NN) (πρώην 2011/CP) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Σλοβακία υπέρ της NCHZ (ΕΕ 2015, L 269, σ. 71), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η Novácke chemické závody, a.s. (στο εξής: NCHZ), σλοβακική επιχείρηση χημικών, έλαβε παράνομη και ασύμβατη με την εσωτερική αγορά κρατική ενίσχυση στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσής της. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η ενίσχυση αυτή έπρεπε να επιστραφεί από την NCHZ καθώς και από τη Fortischem, a.s., ως οικονομικό διάδοχό της.

2        Η προσφεύγουσα, AlzChem Group AG, είναι γερμανική επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της χημείας, η οποία παρενέβη ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως 2015/1826.

3        Κατά της αποφάσεως 2015/1826 ασκήθηκαν δύο προσφυγές για μερική ακύρωσή της. Με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, Fortischem κατά Επιτροπής (T‑121/15, EU:T:2019:684), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τη μία προσφυγή ως αβάσιμη. Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, AlzChem κατά Επιτροπής (T‑284/15, EU:T:2018:950), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 2 της αποφάσεως 2015/1826.

4        Με έγγραφο της 12ης Απριλίου 2019, η προσφεύγουσα υπέβαλε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αίτηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43). Η αίτηση αυτή αφορούσε τα σχετικά έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή, μεταξύ των οποίων καταλέγονταν φύλλα υπολογισμού Excel, έγγραφα Word ή εσωτερικές βάσεις δεδομένων που περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ανάκτησης και σχετικά με το ποσό της κρατικής ενισχύσεως που είχε ανακτήσει η Σλοβακική Δημοκρατία βάσει της αποφάσεως 2015/1826 (στο εξής: ζητηθέντα έγγραφα).

5        Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση με έγγραφο της 24ης Απριλίου 2019, με την αιτιολογία ότι η αίτηση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Επισήμανε επίσης ότι δεν είχε προβληθεί κανένα επιχείρημα δυνάμενο να αποδείξει τη συνδρομή υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων και ότι δεν ήταν δυνατή η μερική πρόσβαση.

6        Με έγγραφο της 15ης Μαΐου 2019, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή επιβεβαιωτική αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Έβαλε κατά της άρνησης της Επιτροπής υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η αίτησή της δεν αφορούσε κανένα έγγραφο το οποίο ενέπιπτε στο πεδίο των εξαιρέσεων που επικαλέστηκε η Επιτροπή και ότι υφίστατο υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που δικαιολογούσε τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων. Επιπλέον, ζήτησε μερική πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα ή πρόσβαση σε αυτά εντός των γραφείων της Επιτροπής.

7        Στις 11 Ιουνίου 2019, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η επιβεβαιωτική αίτησή της ήταν υπό εξέταση, αλλά ότι δεν θα λάμβανε απάντηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ότι η προθεσμία απαντήσεως στην αίτηση αυτή παρατεινόταν κατά δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Την 1η Ιουλίου 2019, η Επιτροπή δήλωσε στην προσφεύγουσα ότι δεν κατέστη δυνατό να συγκεντρωθούν όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πλήρη εξέταση της αιτήσεώς της και για την έκδοση τελικής αποφάσεως και ότι θα της διαβιβαζόταν τελική απόφαση το συντομότερο δυνατόν.

II.    Η προσβαλλόμενη απόφαση

8        Με την απόφαση C(2019) 5602 τελικό, της 22ας Ιουλίου 2019 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει στην προσφεύγουσα πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, εκτιμώντας ότι αυτά ενέπιπταν, αφενός, στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 που αφορά την προστασία των δραστηριοτήτων έρευνας, και, αφετέρου, στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 που αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων.

9        Πρώτον, όσον αφορά την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα δεν περιλαμβάνονταν μόνο στον διοικητικό φάκελο της έρευνας σχετικά με κρατική ενίσχυση, αλλά συνδέονταν επίσης με έρευνα για την εφαρμογή της αποφάσεως σχετικά με παράνομη κρατική ενίσχυση.

10      Αφενός, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία, υφίσταται γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας κατά το οποίο η γνωστοποίηση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου της διαδικασίας σχετικά με κρατικές ενισχύσεις θίγει τους σκοπούς των ερευνών επί των ενισχύσεων αυτών, ακόμη και αν πρόκειται για περατωθείσα διαδικασία. Έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα, τα οποία περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ανάκτησης της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως την οποία υποχρεούνταν να διεξαγάγουν οι σλοβακικές αρχές δυνάμει της αποφάσεως 2015/1826, αποτελούσαν μέρος του διοικητικού φακέλου της έρευνας σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση, η οποία δεν είχε ανακτηθεί πλήρως.

11      Αφετέρου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά το στάδιο της ανάκτησης παράνομης κρατικής ενισχύσεως, εξασφαλίζει, με την ενεργό συνδρομή του κράτους μέλους το οποίο αυτή αφορά, την ορθή εφαρμογή της αποφάσεως σχετικά με την ως άνω ενίσχυση και, ως εκ τούτου, οι ενέργειές της και τα ληφθέντα μέτρα συνδέονται αναπόσπαστα με την έρευνά της επί της εν λόγω ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, επισήμανε ότι το στάδιο της ανάκτησης κρατικής ενίσχυσης εντάσσεται στο πλαίσιο δομημένης και τυποποιημένης διαδικασίας η οποία συνιστά έρευνα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Έκρινε ότι, αφ’ ης στιγμής η μη συμμόρφωση προς απόφαση σχετικά με κρατική ενίσχυση μπορεί να οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως, το στάδιο της εφαρμογής της αποφάσεως αυτής πρέπει να θεωρηθεί ως προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία όπως εκείνη του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, ως προς την οποία το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας. Επομένως, η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε να βλάψει τον διάλογο με τη Σλοβακική Δημοκρατία, για τον οποίο είναι ουσιώδες να υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης.

12      Δεύτερον, όσον αφορά την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή επισήμανε ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας των εγγράφων που ανήκουν σε κάποιον από τους φακέλους της, ανεξαρτήτως του εάν η αίτηση παροχής πρόσβασης αφορά περατωθείσα ή εκκρεμή διαδικασία ελέγχου. Εν προκειμένω, τα ζητηθέντα έγγραφα περιλαμβάνουν λεπτομερείς πληροφορίες σε σχέση με την πρόοδο και τα διάφορα στάδια της κινηθείσας διαδικασίας ανάκτησης από τις οικείες εταιρίες. Οι εμπορικές αυτές πληροφορίες είναι ευαίσθητες. Λαμβανομένης υπόψη της διμερούς φύσεως του σταδίου εκτέλεσης της αποφάσεως σχετικά με παράνομη κρατική ενίσχυση, τυχόν πρόωρη γνωστοποίηση εγγράφων που αφορούν την πρόοδο της διαδικασίας ανάκτησης από τις οικείες επιχειρήσεις, πριν από την πραγματική ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής, θα έβλαπτε τις εν λόγω επιχειρήσεις και θα έθιγε τελικώς τους σκοπούς της διαδικασίας περί κρατικών ενισχύσεων αντί να συμβάλει στη διαφάνεια.

13      Τρίτον, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση παροχής μερικής πρόσβασης λόγω της ύπαρξης γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας που ισχύει επί των ζητηθέντων εγγράφων.

14      Τέταρτον, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εκτιμήσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα προς απόδειξη της συνδρομής υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος ήταν αρκετά γενικές. Κατά την ίδια, το γεγονός ότι τα ζητηθέντα έγγραφα αφορούσαν έρευνα διοικητικής φύσεως και όχι νομοθετικές πράξεις –ως προς τις οποίες η νομολογία έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη μεγαλύτερης διαφάνειας– και το γεγονός ότι η Επιτροπή θα δημοσίευε, μετά την οριστική ολοκλήρωση της διαδικασίας ανάκτησης, τις πληροφορίες σχετικά με την ανάκτηση της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως –μεταξύ των οποίων και το επιστραφέν ποσό, το απολεσθέν ποσό και το ποσό των ανακτηθέντων τόκων– συνηγορούσαν ακόμη περισσότερο υπέρ της διαπιστώσεως περί μη συνδρομής υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος εν προκειμένω.

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

15      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Αυγούστου 2019, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

16      Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Μαρτίου 2021.

17      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Σκεπτικό

19      Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο μεν πρώτος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, ο δε δεύτερος από παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως της αρνήσεως παροχής πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα υπό μορφή μη εμπιστευτικού κειμένου ή στα γραφεία της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, και το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού.

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό των πράξεων κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και σχετικά με την προθεσμία ασκήσεώς της

20      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον κανονισμό 1049/2001 φαίνεται να παρουσιάζει ορισμένες ανακολουθίες και αντιφάσεις όσον αφορά τον προσδιορισμό της πράξης κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας ασκήσεώς της. Συγκεκριμένα, από την ανάλυση της νομολογίας, ιδίως δε της αποφάσεως της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής (T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511), συνάγεται ότι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως περί αρνήσεως παροχής πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 καθορίζεται από την τελευταία ημέρα κατά την οποία η Επιτροπή όφειλε να εκδώσει απόφαση. Κατά την προσφεύγουσα, παρά το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 22 Ιουλίου 2019, εντούτοις αφετηρία της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής είναι η 5η Ιουνίου 2019, δεδομένου ότι η απουσία απαντήσεως κατά την ημερομηνία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως αρνητική απόφαση δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

21      Αντιθέτως, όσον αφορά την πράξη κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή, στις περιπτώσεις που η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, η πράξη αυτή είναι, αναλόγως των περιστάσεων, είτε η σιωπηρή απορριπτική απόφαση είτε τόσο η σιωπηρή απόφαση όσο και η ρητή απόφαση είτε η ρητή απορριπτική απόφαση. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα ζητεί, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο ενδέχεται να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει και τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση που προκύπτει από τη μη έκδοση αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής μέχρι και τις 5 Ιουνίου 2019, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

22      Επιπλέον, η προσφεύγουσα τονίζει τα δυνητικά αρνητικά και απρόβλεπτα αποτελέσματα της νομολογίας που αφορά την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως ρητής αποφάσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκδοσή της έπεται της σιωπηρής αποφάσεως. Κατά την ίδια, προκύπτει μεταξύ άλλων από την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής (T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511), και από τη διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2012, ClientEarth κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑278/11, EU:T:2012:593), ότι, καίτοι η πράξη κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή είναι η ρητή απόφαση, η εν λόγω προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της σιωπηρής αποφάσεως. Η προσφεύγουσα θα όφειλε επομένως να αναδιατυπώσει το δικόγραφο της προσφυγής της που στρέφεται κατά της σιωπηρής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, προκειμένου να λάβει υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η αρχική προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που απαιτείτο να διαθέτει η προσφεύγουσα για την προετοιμασία της προσφυγής της. Πλην όμως, η νομολογιακής προελεύσεως συντόμευση των νομίμων προθεσμιών εντός των οποίων οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τη Συνθήκη ΛΕΕ ενδέχεται να περιορίσει αδικαιολόγητα τα δικαιώματα αυτά και να συνιστά παράβαση των άρθρων 42 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

23      Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας, οι ενημερώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή στις 11 Ιουνίου και την 1η Ιουλίου 2019 ήταν εντελώς παραπλανητικές και φύσεως τέτοιας ώστε να εμποδίζουν την πρόσβασή της στη δικαιοσύνη και ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να τις επικρίνει.

24      Η Επιτροπή αντικρούει τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας περί ανακολουθιών και αντιφάσεων της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και εκείνους περί δυνητικώς παραπλανητικής συμπεριφοράς εκ μέρους της.

25      Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην αίτηση παροχής πρόσβασης της προσφεύγουσας ούτε εντός της αρχικής προθεσμίας ούτε εντός της προθεσμίας απαντήσεως κατόπιν της πρώτης παρατάσεως, στις 11 Ιουνίου 2019, περίσταση η οποία αντιστοιχεί στην περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, αλλά εν συνεχεία εξέδωσε ρητή απορριπτική απόφαση, η οποία αποτελεί την προσβαλλόμενη απόφαση.

26      Σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, η οποία περιγράφεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, πρώτον, η απουσία απαντήσεως εκ μέρους της Επιτροπής πρέπει να εκληφθεί ως σιωπηρή απόφαση περί αρνήσεως παροχής πρόσβασης. Ειδικότερα, η δεύτερη παράταση της προθεσμίας, την 1η Ιουλίου 2019, δεν μπορεί να συνιστά έγκυρη παράταση της προθεσμίας διότι, βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει την αρχική προθεσμία μόνο μία φορά και, κατά τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας, λογίζεται ότι εκδόθηκε σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης παροχής πρόσβασης (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511, σκέψεις 38 και 40, και διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2012, Steinberg κατά Επιτροπής, T‑17/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:625, σκέψη 99). Συναφώς, τονίζεται ότι η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 έχει επιτακτικό χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, Co-Frutta κατά Επιτροπής, T‑355/04 και T‑446/04, EU:T:2010:15, σκέψεις 60 και 70) και δεν μπορεί να παραταθεί πέραν των περιστάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, άλλως το άρθρο αυτό θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι ο αιτών δεν θα γνώριζε πλέον έπειτα από ποια ακριβώς ημερομηνία θα μπορούσε να ασκήσει την προσφυγή ή να υποβάλει την καταγγελία που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Housieaux, C‑186/04, EU:C:2005:248, σκέψη 26). Μια τέτοια σιωπηρή απόφαση περί αρνήσεως παροχής πρόσβασης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2012, Steinberg κατά Επιτροπής, T‑17/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:625, σκέψη 101).

27      Εντούτοις, με τη ρητή και οριστική απάντηση που έδωσε εν συνεχεία η Επιτροπή επί της επιβεβαιωτικής αιτήσεως, αρνούμενη την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα, προέβη σιωπηρώς σε ανάκληση της σιωπηρής αποφάσεως περί αρνήσεως παροχής πρόσβασης [πρβλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 88 και 89, διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2012, Steinberg κατά Επιτροπής, T‑17/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:625, σκέψεις 101, και απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Espírito Santo Financial (Portugal) κατά ΕΚΤ, T‑251/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:234, σκέψη 34]. Η εν λόγω ρητή απόφαση μπορεί συνεπώς να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

28      Εάν ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως κατά της σιωπηρής αποφάσεως, ο προσφεύγων χάνει το έννομο συμφέρον του, λόγω της εκδόσεως της ρητής αποφάσεως, και θα θεωρηθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της συγκεκριμένης προσφυγής [πρβλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 88 και 89, της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511, σκέψη 48, της 2ας Ιουλίου 2015, Typke κατά Επιτροπής, T‑214/13, EU:T:2015:448, σκέψη 36, και της 26ης Απριλίου 2018, Espírito Santo Financial (Portugal) κατά ΕΚΤ, T‑251/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:234, σκέψη 36]. Ο προσφεύγων μπορεί επίσης να προσαρμόσει τα αιτήματα και τους λόγους ακυρώσεως εντός της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται προς τούτο στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2011, Enviro Tech Europe και Enviro Tech International κατά Επιτροπής, T‑291/04, EU:T:2011:760, σκέψη 94). Αν η ρητή απόφαση εκδόθηκε πριν από την άσκηση της προσφυγής κατά της σιωπηρής αποφάσεως, μια τέτοια προσφυγή η οποία ασκείται εν συνεχεία είναι απαράδεκτη (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511, σκέψη 47).

29      Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέδωσε ρητή απόφαση, δυστυχώς, βέβαια, μετά τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της σιωπηρής αποφάσεως και πριν από την άσκηση προσφυγής κατ’ αυτής. Ως εκ τούτου, με την έκδοση της εν λόγω ρητής αποφάσεως, η Επιτροπή ανακάλεσε τη σιωπηρή απόφαση και, εν προκειμένω, η απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως είναι η ρητή απόφαση περί αρνήσεως παροχής πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα, της 22ας Ιουλίου 2019, η οποία είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.

30      Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά της ρητής αποφάσεως πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και όχι με αφετηρία την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Επιπλέον, κακώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2012, ClientEarth κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑278/11, EU:T:2012:593), ήταν αντίστοιχα με αυτά της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη, η προσφυγή ακυρώσεως, η οποία είχε ως αντικείμενο σιωπηρή απορριπτική απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2011, είχε ασκηθεί το πρώτον στις 25 Μαΐου 2011 και, ως εκ τούτου, ήταν απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Επομένως, ουδόλως προκύπτει από την ως άνω διάταξη ότι προσφυγή κατά ρητής αποφάσεως πρέπει να κατατεθεί εντός της προθεσμίας που ισχύει για την προσφυγή ακυρώσεως κατά της προγενέστερης σιωπηρής αποφάσεως.

31      Εν προκειμένω, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία την 22α Ιουλίου 2019 στις 24:00. Μολονότι, βεβαίως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να παρατείνει την προθεσμία απαντήσεως μετά το πέρας της πρώτης παρατάσεως, τούτο δεν σημαίνει ότι η περίσταση αυτή δύναται να καταστήσει παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να δικαιολογείται η ακύρωσή της, δεδομένου ότι η Επιτροπή απάντησε στην αίτηση πριν η προσφεύγουσα αντλήσει συνέπειες από την έλλειψη εμπρόθεσμης απαντήσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, C‑477/10 P, EU:C:2012:394, σκέψη 89, και διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2012, Steinberg κατά Επιτροπής, T‑17/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:625, σκέψη 102). Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είχε στη διάθεσή της τη νόμιμη προθεσμία για την προετοιμασία της προσφυγής της, η οποία μπορούσε να ασκηθεί μέχρι και τις 2 Οκτωβρίου 2019, κατ’ εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και των άρθρων 58 και 60 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

2.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001

32      Κατά την προσφεύγουσα, η πλάνη περί το δίκαιο και η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του θεμελιώδους δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, το οποίο ανταποκρίνεται στον σκοπό της ενίσχυσης της νομιμότητας των διοικητικών οργάνων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους λήψεως αποφάσεων και κατοχυρώνεται στο άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε εξαίρεση από το δικαίωμα αυτό ή οποιοσδήποτε περιορισμός του πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Η προσφεύγουσα επικαλείται τον αντιφατικό χαρακτήρα των θέσεων που έχει λάβει η Επιτροπή όσον αφορά τη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της ανάκτησης των κρατικών ενισχύσεων.

33      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως χωρίζεται σε πέντε σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αίτηση παροχής πρόσβασης δεν αφορούσε κανένα έγγραφο σχετικό με έρευνα ή ανήκον σε φάκελο σχετικό με έρευνα και ότι, ως εκ τούτου, δεν επηρέαζε ούτε τον σκοπό έρευνας του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 ούτε τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής την οποία αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Με το δεύτερο σκέλος, υποστηρίζει ότι η αίτηση παροχής πρόσβασης δεν μπορούσε να απορριφθεί ούτε βάσει της προστασίας του σκοπού έρευνας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 ούτε βάσει της προστασίας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Με το τρίτο σκέλος, υποστηρίζει ότι η αίτηση παροχής πρόσβασης δεν αφορούσε καμία πληροφορία ή στοιχείο εμπορικού ενδιαφέροντος που έχρηζε προστασίας δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού. Με το τέταρτο σκέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ο τρόπος με τον οποίον έγινε, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφαρμογή των εξαιρέσεων από τη γνωστοποίηση των σχετικών με την ανάκτηση πληροφοριών εισήγαγε δυσμενείς διακρίσεις. Με το πέμπτο σκέλος, διατείνεται ότι αποκλείεται η εφαρμογή οποιασδήποτε εξαιρέσεως από τη γνωστοποίηση, διότι υφίσταται υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

34      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

35      Προκαταρκτικώς διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα με τα δικόγραφά της, η άρνηση παροχής πρόσβασης στην προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, και όχι στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού. Εξάλλου, η προσφεύγουσα το παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και τούτο σημειώθηκε στα πρακτικά. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματά της είναι αλυσιτελή, καθόσον αφορούν προβαλλόμενη εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 και πρέπει να απορριφθούν.

36      Το άρθρο 1 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι σκοπός του τελευταίου είναι να παράσχει στο κοινό το δικαίωμα της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, C‑178/18 P, EU:C:2020:24, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, η διοικητική δραστηριότητα της Επιτροπής δεν επιτάσσει τόσο ευρεία πρόσβαση στα έγγραφα όσο η νομοθετική δραστηριότητα θεσμικού οργάνου της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, AlzChem κατά Επιτροπής, T‑451/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:588, σκέψη 80).

38      Προκύπτει, επίσης, από το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο καθιερώνει συναφώς καθεστώς εξαιρέσεων, ότι το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης υπόκειται εντούτοις σε ορισμένους περιορισμούς που στηρίζονται σε λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος. Δεδομένου ότι τέτοιου είδους εξαιρέσεις συνιστούν απόκλιση από την αρχή της κατά το δυνατόν ευρύτερης προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, C‑178/18 P, EU:C:2020:24, σκέψεις 52 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Όταν θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης που έχει επιληφθεί αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφο αποφασίζει να απορρίψει την αίτηση αυτή βάσει μιας από τις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001, οφείλει, κατ’ αρχήν, να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η πρόσβαση στο έγγραφο αυτό μπορεί να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύεται με την εν λόγω εξαίρεση, ο δε κίνδυνος μιας τέτοιας προσβολής πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός (βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, C‑178/18 P, EU:C:2020:24, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή ο εν λόγω οργανισμός επιτρέπεται, εντούτοις, να στηρίζεται, συναφώς, σε γενικά τεκμήρια τα οποία ισχύουν για ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, δεδομένου ότι παρεμφερείς εκτιμήσεις γενικού χαρακτήρα ενδέχεται να έχουν εφαρμογή επί αιτήσεων γνωστοποιήσεως που αφορούν έγγραφα της ίδιας φύσεως (βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, C‑178/18 P, EU:C:2020:24, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Ο σκοπός των τεκμηρίων αυτών έγκειται, επομένως, στη δυνατότητα του εμπλεκόμενου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης να κρίνει ότι η γνωστοποίηση ορισμένων κατηγοριών εγγράφων θίγει, κατ’ αρχήν, το συμφέρον που προστατεύεται με την εξαίρεση την οποία επικαλείται, στηριζόμενο σε τέτοιες γενικές εκτιμήσεις, χωρίς να υποχρεούται να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση καθενός από τα ζητηθέντα έγγραφα (βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, C‑178/18 P, EU:C:2020:24, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Όπως, κατά τη νομολογία, οι εξαιρέσεις από τη γνωστοποίηση για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται αυστηρά, δεδομένου ότι παρεκκλίνουν από την αρχή της όσον το δυνατόν ευρύτερης πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα που κατέχει θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης (αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2011, Σουηδία κατά MyTravel και Επιτροπής, C‑506/08 P, EU:C:2011:496, σκέψη 75, και της 3ης Ιουλίου 2014, Συμβούλιο κατά in ’t Veld, C‑350/12 P, EU:C:2014:2039, σκέψη 48), ομοίως και η αναγνώριση και η εφαρμογή γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας πρέπει να γίνεται κατά τρόπο αντίστοιχα αυστηρό (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 81).

43      Τέλος, κατά τη νομολογία, η ύπαρξη γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας δεν αποκλείει τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι συγκεκριμένο έγγραφο, του οποίου ζητείται η γνωστοποίηση, δεν καλύπτεται από το εν λόγω τεκμήριο ή ότι υφίσταται, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τελευταίο σκέλος της περιόδου, του κανονισμού 1049/2001, υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου (αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 62, και της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 66).

44      Υπό το πρίσμα των νομολογιακών αρχών που υπομνήσθηκαν ανωτέρω πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

45      Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση καθενός από τα ζητηθέντα έγγραφα, αλλά εκτίμησε κατ’ ουσίαν ότι τα εν λόγω έγγραφα καλύπτονταν από δύο γενικά τεκμήρια εμπιστευτικότητας τα οποία είχαν εφαρμογή επί των εγγράφων που αφορούσαν την πρόοδο της διαδικασίας ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως και τα ανακτηθέντα ποσά, κατόπιν της αποφάσεώς της με την οποία διατάχθηκε η ανάκτηση της εν λόγω ενισχύσεως. Τα τεκμήρια που εφάρμοσε η Επιτροπή στηρίζονται, αφενός, στην εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού έρευνας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 και, αφετέρου, στην εξαίρεση που αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτων προσώπων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού.

1.      Επί του πρώτου και του δευτέρου σκέλους, με τα οποία προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση παροχής πρόσβασης δεν μπορούσε να απορριφθεί με έρεισμα την προστασία του σκοπού έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο4, παράγραφος2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001

46      Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αίτησή της δεν αφορούσε κανένα έγγραφο σχετικό με έρευνα ή ανήκον σε φάκελο σχετικό με έρευνα, είτε επρόκειτο για την κρατική ενίσχυση που διαπιστώθηκε με την απόφαση 2015/1826 είτε για μελλοντική απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Αφορούσε συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονταν με τη πρόοδο της εφαρμογής της αποφάσεως 2015/1826 και, επομένως, στοιχεία τα οποία είχαν συλλεχθεί μετά την έκδοσή της. Δεδομένου ότι η αίτησή της δεν αφορούσε επιχειρήματα ουσίας προβληθέντα από τη Σλοβακική Δημοκρατία, ενδεχόμενη ευδοκίμησή της δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πλήττει τη βούληση των κρατών μελών να συνεργαστούν με την Επιτροπή στο πλαίσιο των ερευνών που διενεργεί. Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός της αίτησής της από την Επιτροπή ως αφορώσας έγγραφα ή πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε φάκελο υπόθεσης ή έγγραφα σχετικά με έρευνα δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη νομολογία. Ως εκ τούτου, η αίτησή της δεν έθιγε τον σκοπό έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

47      Με το δεύτερο σκέλος, πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αίτησή της αφορούσε έγγραφα ή πληροφορίες που περιλαμβάνονταν επισήμως στον σχετικό φάκελο στον οποίο στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 προκειμένου να την απορρίψει. Κατά την προσφεύγουσα, η πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι πλήττει τη βούληση των κρατών μελών να συνεργαστούν με την Επιτροπή, διότι η αίτησή της δεν αφορούσε αναλύσεις ή εσωτερικά σημειώματα που περιείχαν την εκτίμηση της Επιτροπής επί συγκεκριμένης υποθέσεως ή έρευνας.

48      Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, κατά την Επιτροπή, οι ζητηθείσες πληροφορίες σχετικά με το στάδιο της ανάκτησης της κρατικής ενίσχυσης συνδέονται με άλλες έρευνες, μεταξύ άλλων με τη σχετική με τη διαδικασία ανάκτησης του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9), και με τη σχετική με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, διά κατ’ αναλογίαν παραπομπής στη διαδικασία «EU-Pilot». Εντούτοις, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στις εν λόγω διαδικασίες ούτε στο έγγραφο της 24ης Απριλίου 2019 ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ανέφερε την ύπαρξη σχετικής διαδικασίας κινηθείσας κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας. Δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί νέα πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμούς.

49      Δεύτερον, η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα ζητηθέντα έγγραφα σχετικά με την πρόοδο της ανάκτησης της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν για τον λόγο ότι περιέχουν ουσιώδεις πληροφορίες. Ποσοτικά στοιχεία μπορούσαν να παρασχεθούν χωρίς να γίνει γνωστοποίηση ουσιωδών στοιχείων, για παράδειγμα με διαβίβαση εγγράφου στο οποίο να αναγράφεται ότι είχε ανακτηθεί ορισμένο ποσοστό της κρατικής ενίσχυσης ή ότι δεν είχε ανακτηθεί κανένα ποσό. Εν πάση περιπτώσει, συνιστά πρακτική της Επιτροπής να διαβιβάζει ουσιώδεις πληροφορίες με τις απαντήσεις της στις αιτήσεις παροχής πρόσβασης σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001.

50      Τρίτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε διασταλτική ερμηνεία των εξαιρέσεων από τη γενική αρχή της γνωστοποιήσεως των δημοσίων εγγράφων, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 1049/2001, όταν βάσει της πρακτικής της είναι σαφές ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλείται δεν έχουν εφαρμογή ως προς την αίτηση παροχής πρόσβασης στα έγγραφα. Μνημονεύει ενδεικτικώς έξι υποθέσεις στις οποίες η Επιτροπή γνωστοποίησε, πριν από την κίνηση διαδικασιών λόγω παραβάσεως, πληροφορίες αντίστοιχες με εκείνες που ζητούνταν με την αίτηση.

51      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

52      Πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, πρώτον, το γεγονός ότι τα ζητηθέντα έγγραφα αφορούν στάδιο έρευνας, μεταξύ άλλων διότι η έρευνα σχετικά με την κρατική ενίσχυση περατώθηκε, κατ’ αυτήν, με την απόφαση 2015/1826. Δεύτερον, αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να προβάλει την εξαίρεση που αφορά την προστασία του σκοπού έρευνας την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

53      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα στηριζόμενη σε δύο ξεχωριστές βάσεις. Αφενός, έκρινε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα ανήκαν στον φάκελο σχετικά με την κρατική ενίσχυση που διαπιστώθηκε με την απόφαση 2015/1826 και ότι, ως εκ τούτου, καλύπτονταν από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας που κάλυπτε την έρευνα σχετικά με την επίμαχη κρατική ενίσχυση. Έκρινε επομένως ότι στα εν λόγω έγγραφα έχει εφαρμογή το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας σχετικά με τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου διαδικασίας ελέγχου κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτό αναγνωρίστηκε στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (C‑139/07 P, EU:C:2010:376, σκέψη 61), και υπομνήσθηκε, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 2016, Sea Handling κατά Επιτροπής (C‑271/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:557, σκέψεις 36 έως 38), της 13ης Μαρτίου 2019, AlzChem κατά Επιτροπής (C‑666/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:196, σκέψη 31), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Chambre de commerce et d’industrie métropolitaine Bretagne-Ouest (port de Brest) κατά Επιτροπής (T‑39/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:560, σκέψη 62).

54      Αφετέρου, η Επιτροπή επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι η διαδικασία ανάκτησης μπορούσε να οδηγήσει απευθείας στην κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και έκρινε ότι το στάδιο εφαρμογής της αποφάσεώς της σχετικά με την ενίσχυση αυτή έπρεπε να θεωρηθεί ως προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, παρόμοια με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ. Αφού υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας το οποίο ισχύει επί εγγράφων που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο έρευνας σχετικής με διαδικασία λόγω παραβάσεως, θεώρησε ότι η συλλογιστική που ακολουθήθηκε για την αναγνώριση ενός τέτοιου τεκμηρίου εφαρμόζεται mutatis mutandis και για την άρνηση γνωστοποίησης των ζητηθέντων εγγράφων. Έκρινε, επομένως, ότι τα έγγραφα αυτά καλύπτονταν, βάσει κατ’ αναλογίαν εφαρμογής, από το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας που αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με το προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, όπως αυτό αναγνωρίστηκε στην απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής (C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 65), και υπομνήσθηκε μεταξύ άλλων στις αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2017, Justice & Environment κατά Επιτροπής (T‑727/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:18, σκέψη 46), και της 5ης Δεκεμβρίου 2018, Campbell κατά Επιτροπής (T‑312/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:876, σκέψη 29).

55      Επομένως, πρέπει να προσδιοριστεί αν η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενίσχυσης καλύπτονται από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 και, εν συνεχεία, εφόσον υφίσταται ή εφόσον πρέπει να αναγνωριστεί τέτοιο τεκμήριο, αν η Επιτροπή το εφάρμοσε εν προκειμένω χωρίς να υποπέσει, με την απόφασή της, σε πλάνη εκτιμήσεως.

1)      Επί της υπάρξεως γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας

56      Πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τη νομολογία (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω), το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας το οποίο αφορά τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου που αναφέρεται σε διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων καλύπτει ρητώς τα έγγραφα που εντάσσονται στο πλαίσιο της έρευνας που διενεργεί η Επιτροπή ώστε να καταλήξει, με απόφασή της, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι υφίσταται κρατική ενίσχυση και να διατάξει τυχόν ανάκτησή της. Αντιθέτως, ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει ως τώρα κληθεί να αποφανθεί επί αρνήσεως παροχής πρόσβασης σε έγγραφα που συνδέονται με το στάδιο εκτέλεσης μιας τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής από το οικείο κράτος μέλος.

57      Ως εκ τούτου, μολονότι η αναγνώριση του γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας στη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω αφορά ασφαλώς τον διοικητικό φάκελο στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου κινηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καλύπτει εντούτοις κατά τρόπο βέβαιο μόνον τα έγγραφα της διοικητικής διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή με την οποία αυτή διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης και διατάσσει την ανάκτησή της.

58      Επιπλέον, τα έγγραφα που αφορούν το στάδιο εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή διατάσσει την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως μπορούν ασφαλώς να εμπίπτουν τυπικώς στον ίδιο φάκελο με εκείνον στον οποίο ανήκουν τα έγγραφα της έρευνας που διενεργήθηκε από την Επιτροπή και που την οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής, όπως άλλωστε παραδέχεται η προσφεύγουσα. Πράγματι, όλα τα έγγραφα αφορούν το ίδιο ή τα ίδια εθνικά μέτρα. Εντούτοις, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, οι εξαιρέσεις από τη γνωστοποίηση που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 υπόκεινται σε στενή ερμηνεία και αυστηρή εφαρμογή, καθόσον παρεκκλίνουν από την αρχή της κατά το δυνατόν ευρύτερης πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα που κατέχουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Επομένως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας στον τομέα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτό αναγνωρίστηκε από τη νομολογία (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω), καλύπτει κατ’ ανάγκην τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία εκτέλεσης της αποφάσεως της Επιτροπής, επειδή, όπως υποστηρίζεται, ανήκουν στον ίδιο διοικητικό φάκελο.

59      Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν τα έγγραφα που αφορούν το στάδιο εκτέλεσης της αποφάσεως της Επιτροπής από το οικείο κράτος μέλος μπορούν επίσης να καλύπτονται από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, είτε πρόκειται για αυτό που αναγνωρίζεται από τη νομολογία στον τομέα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο θα θεωρηθεί επομένως ότι καλύπτει και τα έγγραφα αυτά, είτε πρόκειται για άλλο γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας.

60      Συναφώς, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει συναγάγει πλείονα κριτήρια για την αναγνώριση γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας, τα οποία αφορούν τα οικεία έγγραφα και την προσβολή του συμφέροντος που προστατεύει η επίμαχη εξαίρεση.

1)      Επί των οικείων εγγράφων

61      Από τη νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου ένα γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας να προβληθεί εγκύρως κατά του προσώπου το οποίο ζητεί πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001, είναι αναγκαίο τα επίμαχα έγγραφα να ανήκουν στην ίδια κατηγορία εγγράφων ή να είναι έγγραφα της ίδιας φύσεως (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2018, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, T‑729/15, EU:T:2018:67, σκέψη 25· πρβλ. επίσης αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 50, και της 17ης Οκτωβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, EU:C:2013:671, σκέψη 72).

62      Σε όλες τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις με τις οποίες έγινε δεκτή η εφαρμογή τέτοιων τεκμηρίων, η επίμαχη άρνηση πρόσβασης αφορούσε ένα σύνολο εγγράφων σαφώς προσδιορισμένων με βάση την κοινή τους ένταξη σε φάκελο σχετικό με ορισμένη εν εξελίξει διοικητική ή ένδικη διαδικασία (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2018, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, T‑729/15, EU:T:2018:67, σκέψη 28· πρβλ. επίσης αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψη 128, της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψεις 49 και 50, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψεις 69 και 70).

63      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει βεβαίως κρίνει ότι το σύνολο των εγγράφων του διοικητικού φακέλου που αφορά διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων συνιστά ενιαία κατηγορία (πρβλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 64). Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 56 ανωτέρω, ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει κληθεί να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τα έγγραφα που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως και διατάσσει την ανάκτησή της, αφενός, και τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης της εν λόγω αποφάσεως, αφετέρου, ανήκουν στην ίδια κατηγορία εγγράφων. Πάντως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, ακόμη και αν ανήκουν ενδεχομένως στον ίδιο φάκελο της Επιτροπής, γεγονός παραμένει ότι, stricto sensu, εμπίπτουν σε δύο διαφορετικές κατηγορίες εγγράφων.

64      Αντιθέτως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως αποτελούν ενιαία κατηγορία, καθόσον προσδιορίζονται σαφώς με βάση την κοινή τους ένταξη στον φάκελο που αφορά διοικητική διαδικασία, μεταγενέστερη εκείνης που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.

2)      Επί της προσβολής του συμφέροντος που προστατεύει η προβαλλόμενη εξαίρεση

65      Κατά τη νομολογία, η εφαρμογή των γενικών τεκμηρίων εμπιστευτικότητας υπαγορεύεται από την επιτακτική ανάγκη εξασφάλισης της ομαλής διεξαγωγής των οικείων διαδικασιών και της επίτευξης των σκοπών τους. Ως εκ τούτου, η αναγνώριση ενός τέτοιου τεκμηρίου μπορεί να στηρίζεται στο ότι η πρόσβαση στα έγγραφα ορισμένων διαδικασιών είναι ασύμβατη με την ομαλή διεξαγωγή τους και στο ενδεχόμενο υπάρξεως κινδύνου υπονομεύσεως των εν λόγω διαδικασιών, εξυπακουομένου ότι τα γενικά τεκμήρια εμπιστευτικότητας παρέχουν τη δυνατότητα να διασφαλισθεί η ακέραιη διεξαγωγή της διαδικασίας, μέσω του περιορισμού της αναμείξεως τρίτων (αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, AlzChem κατά Επιτροπής, T‑451/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:588, σκέψη 21, και της 5ης Φεβρυαρίου 2018, MSD Animal Health Innovation και Intervet international κατά EMA, T‑729/15, EU:T:2018:67, σκέψη 26).

66      Η αναγνώριση γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας υπέρ μιας νέας κατηγορίας εγγράφων προϋποθέτει, επομένως, ότι έχει προηγουμένως αποδειχθεί ότι η γνωστοποίηση του είδους των εγγράφων που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή μπορεί, κατά τρόπο ευλόγως προβλέψιμο, να θίξει πράγματι το συμφέρον που προστατεύει η επίμαχη εξαίρεση (απόφαση της 28ης Μαΐου 2020, Campbell κατά Επιτροπής, T‑701/18, EU:T:2020:224, σκέψη 39).

67      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει κατ’ αρχάς να προσδιοριστεί αν τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως σχετίζονται με στάδιο έρευνας, όπερ αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Εν συνεχεία, θα πρέπει, ενδεχομένως, να εκτιμηθεί αν τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας έρευνας δικαιολογούν την αναγνώριση γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας που να καλύπτει τα εν λόγω έγγραφα.

i)      Επί της υπάρξεως έρευνας

68      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε, μεταξύ άλλων, την προστασία του σκοπού έρευνας, εντούτοις η κατά τη διάταξη αυτή έννοια της «έρευνας» δεν ορίζεται από τον εν λόγω κανονισμό.

69      Κατά τη νομολογία, η έννοια της έρευνας που απαντά στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ερμηνεύεται, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του συνήθους νοήματός της και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:639, σκέψη 45). Δεδομένου ότι η έννοια της «έρευνας» εντάσσεται σε εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατά τον οποίο όλα τα έγγραφα πρέπει να καθίστανται προσβάσιμα, υπόκειται σε στενή ερμηνεία και αυστηρή εφαρμογή (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:280, σημείο 101).

70      Χωρίς να απαιτείται να υπάρξει εξαντλητικός ορισμός της έννοιας της «έρευνας» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί έρευνα μια δομημένη και τυποποιημένη διαδικασία της Επιτροπής με αντικείμενο τη συλλογή και την ανάλυση πληροφοριών προκειμένου το εν λόγω θεσμικό όργανο να μπορέσει να λάβει θέση στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που του απονέμουν οι Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ. Η διαδικασία αυτή δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να σκοπεί στον εντοπισμό ή τη δίωξη παραβάσεως ή παρατυπίας. Η έννοια της «έρευνας» μπορεί να καλύπτει επίσης τη δραστηριότητα της Επιτροπής που σκοπεί στη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών προκειμένου να αξιολογηθεί μια συγκεκριμένη κατάσταση (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter, C‑331/15 P, EU:C:2017:639, σκέψεις 46 και 47).

71      Τέλος, όπως επισήμανε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τις διαδικασίες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η έννοια της «έρευνας» δεν στοχεύει αποκλειστικά στην προστασία του σκοπού έρευνας που αφορά ορισμένη επιχείρηση [πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Chambre de commerce et d’industrie métropolitaine Bretagne-Ouest (port de Brest) κατά Επιτροπής, T‑39/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:560, σκέψη 70].

72      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, αυτή συλλέγει και αξιολογεί τις πληροφορίες που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος προκειμένου να κρίνει αν, μεταξύ άλλων, το κράτος μέλος έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη ανάκτηση της ενίσχυσης και, εφόσον παραστεί ανάγκη, προκειμένου να αποφασίσει ότι θα προσφύγει στο Δικαστήριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

73      Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 70 ανωτέρω, μια τέτοια δραστηριότητα συνιστά δομημένη και τυποποιημένη διαδικασία της Επιτροπής, σκοπός της οποίας είναι η συλλογή και η ανάλυση πληροφοριών προκειμένου το θεσμικό αυτό όργανο να μπορέσει να λάβει θέση στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του.

74      Επιπλέον, σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1589 προβλέπει ότι, «[ε]φόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο […] σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ».

75      Επισημαίνεται ότι το άρθρο 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν προβλέπει προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, σε αντίθεση με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το στάδιο ελέγχου της εκτέλεσης της αποφάσεώς της με την οποία επιβάλλεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί αντίστοιχο του προ της ασκήσεως της προσφυγής σταδίου της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί σε έρευνα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Wathelet στις προτάσεις του στην υπόθεση Γαλλία κατά Schlyter (C‑331/15 P, EU:C:2017:280, σημείο 99), η έννοια της «έρευνας» που προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 καλύπτει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, όπως προκύπτει από την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής (C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 70), και τις διερευνητικές ενέργειες που μπορούν να οδηγήσουν στην κίνηση της ως άνω διαδικασίας (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψεις 62 και 65).

76      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα και κατά τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή, η διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως αντιστοιχεί σε έρευνα, την οποία διεξάγει η Επιτροπή, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, όπως αυτή ορίζεται στη νομολογία.

77      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, αν ο δικαιολογητικός λόγος που εξέθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής (C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738), είχε εφαρμογή ως προς έγγραφα τα οποία η Επιτροπή θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο μελλοντικών πιθανών διαδικασιών παραβάσεων, η αρχή της προσβάσεως στα έγγραφα και ο κανονισμός 1049/2001 θα καθίσταντο κενά περιεχομένου. Κατ’ αυτήν, σχεδόν όλα τα έγγραφα τα οποία συγκεντρώνει η Επιτροπή σε οποιοδήποτε πλαίσιο ενδέχεται πράγματι να μην υπόκεινται σε γνωστοποίηση, αφού κάθε έγγραφο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο διαδικασιών δυνάμενων να επηρεάσουν έρευνες που ενδέχεται να διεξαγάγει η Επιτροπή, ανεξαρτήτως των περιστάσεων υπό τις οποίες η Επιτροπή απέκτησε το έγγραφο. Αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται για ενδεχόμενες έρευνες, αλλά για συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, αφετηρία της οποίας είναι απόφαση της Επιτροπής που καθορίζει τον σκοπό της έρευνας που θα ακολουθήσει την έκδοσή της, ενόψει νέας αποφάσεως που θα λάβει η Επιτροπή σχετικά με προσφυγή στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

78      Επιπλέον, μολονότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του σταδίου εκδόσεως της αποφάσεως που αφορά κρατική ενίσχυση και του σταδίου ελέγχου της εκτέλεσης της αποφάσεως αυτής, στον βαθμό που το δεύτερο είναι συνέπεια του πρώτου, δεν μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, υφίσταται διαδικαστική συνέχεια μεταξύ των δύο αυτών σταδίων. Ειδικότερα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι έρευνες που διεξάγονται κατά τη διάρκεια καθενός εκ των ως άνω σταδίων διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον λόγο κινήσεώς τους και τον σκοπό που επιδιώκουν. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία που προβάλλει συναφώς η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

ii)    Επί της προσβολής της προστασίας του σκοπού έρευνας

79      Κατά τη νομολογία, για να δικαιολογηθεί η άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφο του οποίου ζητείται η γνωστοποίηση, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, το έγγραφο αυτό να αφορά δραστηριότητα που μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της Ένωσης πρέπει επίσης να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο είναι ικανή να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύει προβλεπόμενη στην ως άνω διάταξη εξαίρεση (αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψη 116, της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 44, και της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψη 68).

80      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το στάδιο ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί αντίστοιχο του προ της ασκήσεως προσφυγής σταδίου της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 75 ανωτέρω).

81      Πλην όμως, κατά πάγια νομολογία, δύναται να υποτεθεί ότι η γνωστοποίηση εγγράφων σχετικών με διαδικασία λόγω παραβάσεως, στο στάδιο της διαδικασίας αυτής που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής, ενδέχεται να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της ως άνω διαδικασίας, καθώς και να μεταβάλει την εξέλιξή της και ότι, συνεπώς, αυτή η γνωστοποίηση θα έθιγε, κατ’ αρχήν, την προστασία των σκοπών έρευνας, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 (αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 65, και της 11ης Μαΐου 2017, Σουηδία κατά Επιτροπής, C‑562/14 P, EU:C:2017:356, σκέψη 40).

82      Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι ο έλεγχος τον οποίο καλείται να ασκήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως συνιστά διοικητική αρμοδιότητα, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια και βρίσκεται σε διμερή διάλογο με τα οικεία κράτη μέλη. Αντιθέτως, δεν υφίστανται υπέρ άλλων ενδιαφερομένων, πλην των εν λόγω κρατών μελών ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις των οποίων η τήρηση υπόκειται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, ClientEarth κατά Επιτροπής, T‑111/11, EU:T:2013:482, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

83      Επομένως, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή δικαιούται να διαφυλάσσει το απόρρητο των εγγράφων τα οποία συγκεντρώνονται στο πλαίσιο έρευνας σχετικής με διαδικασία λόγω παραβάσεως και των οποίων η γνωστοποίηση θα μπορούσε να θίξει το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ της ίδιας και του οικείου κράτους μέλους, με σκοπό τη συναινετική λύση όσον αφορά τις παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης που ενδεχομένως θα εντοπιστούν (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, ClientEarth κατά Επιτροπής, T‑111/11, EU:T:2013:482, σκέψη 60).

84      Όσον αφορά τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή είναι διμερής, καθόσον διεξάγεται μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, πλην του προαναφερθέντος κράτους μέλους, δεν έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής και δεν τους αναγνωρίζεται κάποιος ιδιαίτερος ρόλος.

85      Ως εκ τούτου, αν τα ενδιαφερόμενα μέρη, πλην του οικείου κράτους μέλους, ήταν σε θέση να αποκτήσουν, βάσει του κανονισμού 1049/2001, πρόσβαση στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, η γνωστοποίηση αυτή θα μπορούσε να μεταβάλει τη φύση και την εξέλιξη μιας τέτοιας διμερούς διαδικασίας, καθόσον θα παρέσχε, ενδεχομένως, σε τρίτους τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των πληροφοριών που προσκόμισε το οικείο κράτος μέλος, θίγοντας συνακόλουθα την προστασία του σκοπού της έρευνας.

86      Ειδικότερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως, είναι απαραίτητη η ειλικρινής συνεργασία και η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους που ευθύνεται για τη χορήγηση της ενίσχυσης προκειμένου να δύνανται αμφότεροι να εκφραστούν ελεύθερα. Μολονότι το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής και μολονότι αυτή οφείλει να μεριμνήσει για την εκτέλεση της αποφάσεώς της, η εφαρμογή της αποφάσεως περί ανάκτησης απαιτεί εντούτοις επικοινωνία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών του οικείου κράτους μέλους, ιδίως –αλλά όχι μόνον– όταν το κράτος αυτό αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατά την ανάκτηση.

87      Πράγματι, ο διμερής διάλογος μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους μπορεί να εξασφαλίσει την ειλικρινή συνεργασία του κράτους αυτού, με ταυτόχρονη μέριμνα εκ μέρους της Επιτροπής για την ορθή εκτέλεση της αποφάσεώς της το συντομότερο δυνατόν. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η γνωστοποίηση εγγράφων σχετικών με τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως θα υπονόμευε την παρακολούθηση της διαδικασίας αυτής και τη βούληση των κρατών μελών να παράσχουν λεπτομερείς εξηγήσεις ιδίως ως προς την πρόοδο της ανάκτησης και ως προς τις δυσχέρειες που ανακύπτουν συναφώς. Θα μπορούσε έτσι να αποδειχθεί ακόμη δυσχερέστερη για την Επιτροπή η συγκέντρωση τέτοιων πληροφοριών καθώς και, εφόσον απαιτηθεί, η έναρξη διαδικασίας διαπραγματεύσεως και η επίτευξη συμφωνίας με το οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να τεθεί τέρμα στην παράβαση που προσάπτεται ενδεχομένως στο κράτος αυτό και συνίσταται στη μη εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, ώστε να διασφαλιστεί η τήρηση του δικαίου της Ένωσης και να αποφευχθεί η άσκηση ένδικης προσφυγής δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (πρβλ. κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 63).

88      Επομένως, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που προβλήθηκαν σε σχέση με διαδικασία λόγω παραβάσεως, και ιδίως σε σχέση με το προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιό της, οι οποίοι υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 81 και 83 ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης θέσης του οικείου κράτους μέλους στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ’ αρχήν, η γνωστοποίηση εγγράφων σχετικών με τη διαδικασία αυτή θα υπονόμευε τον διάλογο και, ως εκ τούτου, τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του εν λόγω κράτους μέλους.

89      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως συνιστούν τμήμα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής σχετικά με το επίμαχο εθνικό μέτρο ή τα επίμαχα εθνικά μέτρα, το οποίο πρέπει να διακρίνεται από το τμήμα που αφορά το στάδιο χαρακτηρισμού του μέτρου ή των μέτρων ως κρατικής ενισχύσεως (βλ. σκέψη 63 ανωτέρω). Ομοίως, το στάδιο της έρευνας που προηγείται της εκδόσεως αποφάσεως σχετικά με κρατική ενίσχυση πρέπει να διακρίνεται από εκείνο του ελέγχου της εκτέλεσης της αποφάσεως αυτής (βλ. σκέψη 78 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως δεν καλύπτονται από το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας που αφορά τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου ο οποίος αναφέρεται σε διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτό αναγνωρίζεται από τη νομολογία (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω).

90      Αντιθέτως, οι λόγοι που οδήγησαν στην αναγνώριση γενικού τεκμηρίου, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ισχύει επί των εγγράφων που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο έρευνας σχετικής με ενδεχόμενη διαδικασία λόγω παραβάσεως δικαιολογούν την αναγνώριση γενικού τεκμηρίου, βάσει της ίδιας διάταξης, το οποίο έχει ισχύ επί των εγγράφων που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως (βλ. σκέψη 88 ανωτέρω).

91      Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως καλύπτονταν από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

92      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή εφάρμοσε, εν προκειμένω, το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας που μνημονεύεται στη σκέψη 91 ανωτέρω, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως.

2)      Επί της εφαρμογής του γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας στα ζητηθέντα έγγραφα

93      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, όπως παραδέχεται η προσφεύγουσα, ότι η μη συμμόρφωση προς την απόφασή της με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση της ενίσχυσης από το οικείο κράτος μέλος μπορούσε να οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η συλλογιστική που ακολουθήθηκε για την αναγνώριση της ύπαρξης γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας ισχύοντος επί των εγγράφων που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με διαδικασία λόγω παραβάσεως ίσχυε mutatis mutandis για την άρνηση γνωστοποιήσεως των επίμαχων εν προκειμένω εγγράφων.

94      Συναφώς, μολονότι είναι αληθές ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στη διαδικασία ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού 2015/1589, εντούτοις γίνεται αρκούντως σαφής αναφορά στη διαδικασία ανακτήσεως και, επομένως, είναι άνευ σημασίας το ότι η Επιτροπή δεν μνημόνευσε τη συγκεκριμένη διάταξη.

95      Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 4 ανωτέρω, η προσφεύγουσα ζήτησε πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα της Επιτροπής που περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της ανάκτησης και σχετικά με το ποσό της κρατικής ενισχύσεως που ανακτήθηκε από τη Σλοβακική Δημοκρατία βάσει της αποφάσεως 2015/1826.

96      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι τα ζητηθέντα έγγραφα καλύπτονταν από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, ερειδόμενο στην εξαίρεση σχετικά με την προστασία του σκοπού έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ισχύει επί εγγράφων που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως (βλ. σκέψη 91 ανωτέρω).

97      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα.

98      Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, τυχόν αποδοχή της αιτήσεως που υπέβαλε για πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δεν θα μπορούσε να πλήξει τη βούληση της Σλοβακικής Δημοκρατίας να συνεργαστεί με την Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνάς της. Ακόμη και αν, όπως υποστηρίζει, η αίτησή της δεν αφορά επιχειρήματα ουσίας προβληθέντα από το κράτος αυτό, τούτο είναι αληθές μόνο στο μέτρο που τα εν λόγω επιχειρήματα αφορούν τον χαρακτηρισμό των εθνικών μέτρων που εξετάζονται στην απόφαση 2015/1826. Αντιθέτως, η αίτησή της είναι δυνατό να αφορά επιχειρήματα ουσίας του συγκεκριμένου κράτους όσον αφορά την εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως.

99      Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, μολονότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά σε πολλά νομολογιακά προηγούμενα, εντούτοις κανένα από αυτά δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Κατ’ αυτήν, η απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2001, Petrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑191/99, EU:T:2001:284), η διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2012, ClientEarth κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑278/11, EU:T:2012:593), και η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Chambre de commerce et d’industrie métropolitaine Bretagne-Ouest (port de Brest) κατά Επιτροπής (T‑39/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:560), αφορούσαν αιτήσεις πρόσβασης σε «έγγραφα ουσίας» καταρτισθέντα από την Επιτροπή σχετικά με ενδεχόμενη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και όχι ειδικές πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως.

100    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε την τρίτη απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 99 ανωτέρω προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι οι πραγματοποιούμενες από την ίδια ενέργειες κατά το στάδιο της εφαρμογής αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε παράνομος χαρακτήρας κρατικής ενισχύσεως συνιστούν έρευνα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Γαλλία κατά Schlyter (C‑331/15 P, EU:C:2017:639), στην οποία είχε πρόθεση να αναφερθεί η προσφεύγουσα με τα δικόγραφά της, όπως διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ενώ είχε εσφαλμένως αναφέρει την «απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής». Τέλος, η Επιτροπή επικαλέστηκε τις δύο πρώτες αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 99 ανωτέρω προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η συλλογιστική που ακολουθήθηκε σε σχέση με την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας καλύπτοντος τα έγγραφα που αφορούν έρευνες οι οποίες ενδέχεται να καταλήξουν σε διαδικασία λόγω παραβάσεως ισχύει mutatis mutandis επί εγγράφων όπως τα επίμαχα εν προκειμένω. Πλην όμως, κρίθηκε ότι οι συλλογιστικές αυτές της Επιτροπής δεν ενείχαν πλάνη περί το δίκαιο.

101    Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό, όπως ανέφερε το Δικαστήριο στην απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής (C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738), ότι πληροφορίες σχετικά με διαδικασία λόγω παραβάσεως είναι δυνατό να εμπίπτουν στην εξαίρεση που αφορά την προστασία του σκοπού έρευνας, η ίδια δεν έχει υπόψη της καμία διαδικασία λόγω παραβάσεως κινηθείσα κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας μετά την έκδοση της αποφάσεως 2015/1826. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καθόσον το κράτος αυτό υποχρεούται να ανακτήσει την επίμαχη κρατική ενίσχυση δυνάμει της αποφάσεως 2015/1826 και δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης ανακτήσεως, ουδόλως είναι αναγκαίο να «κινηθεί» νέα διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ή να «κινηθεί» διαδικασία δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ κατά του εν λόγω κράτους. Επιπλέον, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει επίσης η προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν κάνει λόγο, στα δικόγραφά της, για διαδικασία λόγω παραβάσεως κινηθείσα κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας σε σχέση με την εκτέλεση της αποφάσεως 2015/1826.

102    Τέταρτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε διασταλτική ερμηνεία των εξαιρέσεων από τη γενική αρχή της γνωστοποιήσεως των δημοσίων εγγράφων, την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 1049/2001, όταν βάσει της πρακτικής που ακολουθεί η ίδια είναι σαφές ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλείται δεν έχουν εφαρμογή ως προς την αίτηση παροχής πρόσβασης στα έγγραφα. Μνημονεύει ενδεικτικώς έξι υποθέσεις στις οποίες η Επιτροπή είχε, κατ’ αυτήν, δημοσιεύσει, πριν από την κίνηση διαδικασιών λόγω παραβάσεως, ανακοινωθέντα Τύπου περιέχοντα πληροφορίες αντίστοιχες με αυτές που ζητούσε η ίδια με την αίτησή της. Με τα εν λόγω ανακοινωθέντα καθώς και με το από Ιουνίου 2015 έγγραφό της με το οποίο ενημέρωνε την AlzChem Trostberg AG σχετικά με την πρόοδο της ανάκτησης από τρίτους ορισμένων προστίμων στον τομέα των συμπράξεων, η Επιτροπή απέδειξε, συνακόλουθα, ότι ήταν δυνατόν να προσκομισθούν ποσοτικά στοιχεία χωρίς να γνωστοποιηθούν ουσιώδη στοιχεία. Εν προκειμένω, θα μπορούσε επομένως να περιοριστεί σε γνωστοποίηση μόνον των ποσοτικών πληροφοριών που αφορούν την πρόοδο της ανάκτησης της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως.

103    Συναφώς, αφενός, επισημαίνεται ότι, στις έξι υποθέσεις που μνημονεύει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή αποφάσισε να δημοσιεύσει, μέσω ανακοινωθέντων Τύπου, ορισμένες πληροφορίες, όπως είναι η απόφασή της να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά καθενός από τα έξι οικεία κράτη μέλη. Ωστόσο, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, η δημοσίευση τέτοιων ανακοινωθέντων δεν θίγει τη δυνατότητα εφαρμογής του γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας στα έγγραφα που αφορούν το στάδιο εκτέλεσης της αποφάσεως 2015/1826 (πρβλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2018, Campbell κατά Επιτροπής, T‑312/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:876, σκέψη 38). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, όταν δεν έχει ακόμα αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.

104    Αφετέρου, στον βαθμό που η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αίτηση παροχής μερικής πρόσβασης στα επίμαχα έγγραφα, με πρόσβαση μόνο σε ορισμένες πληροφορίες, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της έννοιας του εγγράφου και της έννοιας της πληροφορίας. Το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση σε ένα έγγραφο των θεσμικών οργάνων αφορά μόνον έγγραφα και όχι πληροφορίες υπό ευρεία έννοια και δεν συνεπάγεται για τα όργανα αυτά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε αίτημα παροχής πληροφοριών εκ μέρους ιδιώτη (απόφαση της 25ης Απριλίου 2007, WWF European Policy Programme κατά Συμβουλίου, T‑264/04, EU:T:2007:114, σκέψη 76).

105    Επιπλέον, στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να της διαβιβάσει έγγραφο στο οποίο να αναγράφεται ότι είχε ανακτηθεί ορισμένο ποσοστό της παράνομης και μη συμβατής με την εσωτερική αγορά κρατικής ενισχύσεως, τούτο ισοδυναμεί με γνωστοποίηση στην προσφεύγουσα ουσιώδους πληροφορίας, αντιθέτως προς ό,τι υπαινίσσεται η ίδια. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία έχει εφαρμογή γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, όπως τα ζητηθέντα, το εν λόγω τεκμήριο σημαίνει ότι τα έγγραφα που καλύπτονται από αυτό εξαιρούνται από την υποχρέωση πλήρους ή μερικής γνωστοποιήσεως του περιεχομένου τους (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 68, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, AlzChem κατά Επιτροπής, T‑451/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:588, σκέψεις 93 και 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

106    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

2.      Επί του τετάρτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται εφαρμογή των εξαιρέσεων από τη γνωστοποίηση των σχετικών με την ανάκτηση της ενίσχυσης πληροφοριών η οποία συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις

107    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εφάρμοσε κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εξαιρέσεις από τη γνωστοποίηση των πληροφοριών που αφορούν την ανάκτηση της κρατικής ενίσχυσης. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι, σε έξι υποθέσεις του τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δημοσιοποίησε πληροφορίες σχετικά με ποσά τα οποία δεν είχαν ανακτηθεί, τούτο δε πριν κινηθεί διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά των οικείων κρατών μελών και ενώ εκκρεμούσαν ένδικες διαδικασίες σε σχέση με την υποκείμενη απόφαση περί κρατικών ενισχύσεων. Το προβαλλόμενο συμφέρον διασφαλίσεως της εν εξελίξει έρευνας ή των εμπορικών συμφερόντων δεν εμπόδισε τότε την Επιτροπή να γνωστοποιήσει τα ονόματα των δικαιούχων, με αποτέλεσμα τον προσδιορισμό ή τη δυνατότητα προσδιορισμού τους.

108    Δεύτερον, η προσφεύγουσα επικαλείται με το υπόμνημα απαντήσεως την εκ μέρους της Επιτροπής γνωστοποίηση ποσοτικών και ουσιωδών πληροφοριών σχετικά με το στάδιο της εισπράξεως προστίμων στον τομέα των συμπράξεων, ενώ ορισμένες από τις αποφάσεις περί επιβολής τους αποτελούσαν αντικείμενο διαδικασιών ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.

109    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

110    Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ορίζει ότι «[ό]λοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Πριν το άρθρο 6 ΣΕΕ προσδώσει νομικά δεσμευτική ισχύ στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει ότι η αρχή της ισότητας αποτελεί μία από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης τις οποίες πρέπει να σέβεται κάθε δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, Ruckdeschel κ.λπ., 117/76 και 16/77, EU:C:1977:160, σκέψη 7). Η τήρηση της αρχής αυτής επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις, ούτε κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, Franz Egenberger, C‑313/04, EU:C:2006:454, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

111    Πρώτον, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, με το έγγραφο της 24ης Απριλίου 2019, η Επιτροπή αρνήθηκε να της παράσχει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα με την αιτιολογία ότι η απόφαση 2015/1826 αποτελούσε αντικείμενο εκκρεμούς διαδικασίας και ότι, ως εκ τούτου, είχε εφαρμογή το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εκτίμηση αυτή δεν περιλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι η Επιτροπή, στην απόφαση που εκδίδει προς απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση, ουδόλως υποχρεούται να διατηρήσει τη νομική βάση στην οποία στήριξε την απάντησή της στην αρχική αίτηση (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T‑210/15, EU:T:2017:224, σκέψη 83). Επομένως, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, σε τέσσερις από τις έξι υποθέσεις περί κρατικών ενισχύσεων που μνημόνευσε η προσφεύγουσα σε σχέση με τις οποίες δημοσιεύθηκε ανακοινωθέν Τύπου, οι αποφάσεις της Επιτροπής δυνάμει των οποίων το οικείο κράτος μέλος υπείχε υποχρέωση ανάκτησης της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως αποτελούσαν αντικείμενο προσφυγής που εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όσον αφορά την απόφαση 2015/1826.

112    Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς η Επιτροπή εκτίμησε ότι η έρευνα σχετικά με την ανάκτηση της ενίσχυσης είχε περατωθεί στις έξι υποθέσεις τις οποίες μνημονεύει, ενώ η έννοια των εν εξελίξει ερευνών, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καλύπτει τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία οι διαδικασίες συνεχίζονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Η κατάσταση ήταν επομένως, κατά την προσφεύγουσα, η ίδια στις έξι αυτές υποθέσεις και εν προκειμένω. Πέραν των όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 103 ανωτέρω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται ότι χορηγήθηκε κρατική ενίσχυση συνεπάγεται ότι το θεσμικό αυτό όργανο εκτιμά ότι η έρευνά του για τον προσδιορισμό του αν υπήρξε κρατική ενίσχυση το οδήγησε στη συναγωγή συμπεράσματος, αντιθέτως, το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης έχει ως συνέπεια ότι τα σχετικά με την εν λόγω έρευνα έγγραφα εξακολουθούν να καλύπτονται από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας. Το ίδιο ισχύει και ως προς τα έγγραφα που αφορούν το στάδιο της ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως όταν η Επιτροπή αποφασίζει να προσφύγει στο Δικαστήριο, διότι εκτιμά ότι η απόφασή της περί ανακτήσεως της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως δεν εκτελέστηκε. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι η έρευνα σχετικά με την ανάκτηση της ενίσχυσης είχε ολοκληρωθεί στις έξι υποθέσεις που μνημονεύει, δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ αυτών και της υπό κρίση υπόθεσης σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής του γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας που ισχύει επί των εγγράφων που αφορούν τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως.

113    Ωστόσο, όσον αφορά τις έξι υποθέσεις που μνημονεύει η προσφεύγουσα, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε πρόσβαση σε έγγραφα, αλλά ενημέρωσε το κοινό, μέσω ανακοινωθέντων Τύπου, σχετικά με την απόφασή της να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των οικείων κρατών μελών, για τον λόγο ότι, κατά την κρίση της, δεν είχαν προβεί σε εκτέλεση αποφάσεων περί ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως. Επομένως, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, η περίπτωση των έξι αυτών υποθέσεων διαφέρει από την περίπτωση της υπό κρίση υπόθεσης, καθόσον η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή είχε λάβει την απόφαση να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας, επικαλούμενη μη εκτέλεση της αποφάσεως 2015/1826 (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω).

114    Δεύτερον, όσον αφορά τις υποθέσεις περί καταβολής προστίμων τις οποίες μνημονεύει η προσφεύγουσα, διαπιστώνεται ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι νέα, καθόσον προσκομίστηκαν κατά το στάδιο υποβολής του υπομνήματος απαντήσεως. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν προέβαλε κανένα στοιχείο προκειμένου να αποδείξει ότι δεν ήταν στην κατοχή της κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής τα προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία είναι, αφενός, η αίτηση παροχής πρόσβασης στα έγγραφα την οποία υπέβαλε η AlzChem Trostberg δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 σε σχέση με το ποσό των προστίμων που κατέβαλαν πράγματι οι αποδέκτες πλειόνων αποφάσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο υποθέσεων του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης (παράρτημα C.1 του υπομνήματος απαντήσεως) και, αφετέρου, η απάντηση της Επιτροπής επί της αιτήσεως αυτής (παράρτημα C.2 του υπομνήματος απαντήσεως), αλλά ούτε και προέβαλε στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία με την προσφυγή. Ως εκ τούτου, η προσκόμισή τους κατά το στάδιο υποβολής του υπομνήματος απαντήσεως είναι εκπρόθεσμη και τα παραρτήματα C.1 και C.2 του υπομνήματος απαντήσεως είναι απαράδεκτα βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

115    Εν πάση περιπτώσει, πέραν του γεγονότος ότι, σε αντίθεση με τη διαδικασία ανακτήσεως που κινήθηκε κατόπιν της αποφάσεως 2015/1826, τρεις από τις επτά μνημονευθείσες περιπτώσεις είχαν περατωθεί και ότι η Επιτροπή, με το από 11ης Ιουνίου 2005 έγγραφό της, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα C.2, δεν παρέσχε πρόσβαση σε έγγραφα, αλλά γνωστοποίησε πληροφορίες, η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως εντάσσεται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, σε διαφορετικό νομικό πλαίσιο από εκείνο της καταβολής προστίμου που επιβλήθηκε με απόφαση την οποία εκδίδει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Όπως εκθέτει η Επιτροπή, η υποχρέωση ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως δεν είναι κύρωση που επιβάλλεται στον δικαιούχο της ενισχύσεως, ούτε άλλωστε στο οικείο κράτος μέλος, και η διαδικασία ανακτήσεως διεξάγεται αποκλειστικά με το κράτος αυτό, αποδέκτη της αποφάσεως περί ανακτήσεως, ως το μόνο μέρος που παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ), ενώ πρόστιμο επιβληθέν σε επιχείρηση συνιστά κύρωση για την εκ μέρους της παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Το σύνολο των διαφορών αυτών συνεπάγεται ότι δεν πρόκειται για παρόμοιες καταστάσεις.

116    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων. Κατά συνέπεια, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί του πέμπτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται συνδρομή υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος

117    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτησή της αφορούσε έγγραφα τα οποία καλύπτονταν από τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, πρώτον, όφειλε να τα γνωστοποιήσει λόγω συνδρομής υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενου στη διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

118    Δεύτερον, η προσφεύγουσα επικαλείται τη σημασία της διαφάνειας και του δημοσίου ελέγχου επί των ενεργειών της Επιτροπής. Συνεπώς, η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού της προστασίας των σκοπών έρευνας και δεν πρέπει να επιτρέπεται στην Επιτροπή να τη χρησιμοποιεί με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τον έλεγχο του κοινού. Μολονότι η προσφεύγουσα δεν προσάπτει στην Επιτροπή μη κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η λήψη μια τέτοιας απόφασης εμπίπτει στη διακριτική της ευχέρεια, το θεσμικό αυτό όργανο είναι εντούτοις, κατά την προσφεύγουσα, υπεύθυνο έναντι των πολιτών της Ένωσης για την αδράνειά του.

119    Η προστασία του προϋπολογισμού των κρατών μελών από τα καταστροφικά αποτελέσματα του αγώνα για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων και η εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής συνιστούν, έκαστη, υπερισχύον δημόσιο συμφέρον και όχι ιδιωτικό συμφέρον της προσφεύγουσας. Όπως σημείωσε η Επιτροπή στη μελέτη της σχετικά με την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο των κανόνων της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων, δύο γερμανικοί οργανισμοί έχουν τονίσει το δημόσιο συμφέρον που συνδέεται με την ανάκτηση των παράνομων κρατικών ενισχύσεων.

120    Η προσφεύγουσα επισημαίνει επιπλέον ότι ο δικαστής της Ένωσης προέβη σε στενή ερμηνεία και αυστηρή εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001, οι οποίες επικρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ κάθε εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα ή οποιοσδήποτε περιορισμός του δικαιώματος αυτού πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Δεδομένου ότι η αίτησή της δεν αφορά έγγραφο ή πληροφορία που περιλαμβάνεται στον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της NCHZ, δεν πρέπει να επιτραπεί στην Επιτροπή να περιορίσει ακόμη περισσότερο το θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης για πρόσβαση στα έγγραφα.

121    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

122    Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία», μεταξύ άλλων, «του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον».

123    Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 ανωτέρω, ένα γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας το οποίο στηρίζεται στην εξαίρεση που αφορά την προστασία του σκοπού έρευνας την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 δεν αποκλείει τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι υφίσταται υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των οικείων εγγράφων.

124    Κατά πάγια νομολογία, απόκειται στον επικαλούμενο την ύπαρξη υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος να προβάλει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη γνωστοποίηση των σχετικών εγγράφων (βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ. επίσης απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Sea Handling κατά Επιτροπής, C‑271/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:557, σκέψη 40).

125    Συνεπώς, το καθεστώς των εξαιρέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001, και μεταξύ άλλων στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, βασίζεται σε στάθμιση των συμφερόντων που συγκρούονται σε συγκεκριμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αφενός, των συμφερόντων που θα ευνοούνταν από τη γνωστοποίηση των σχετικών εγγράφων και, αφετέρου, των συμφερόντων που θα απειλούνταν από τη γνωστοποίηση αυτή. Η απόφαση επί αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα εξαρτάται από το ζήτημα ποιο είναι το συμφέρον που πρέπει να υπερισχύσει στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, AlzChem κατά Επιτροπής, T‑451/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:588, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

126    Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

127    Εν προκειμένω, πρώτον, στο δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει τη συνδρομή υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος το οποίο συνίσταται στη διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Εντούτοις, παρέλκει η εξέταση της αιτιάσεως αυτής, διότι, ερωτηθείσα συναφώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε την έλλειψη άμεσου συνδέσμου μεταξύ της αρνήσεως παροχής πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα και της αποτελεσματικότητας του δικαστικού ελέγχου τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Δήλωσε επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη την αναφορά στη συνδρομή υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος συνιστάμενου στη διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής, όπως αυτή απαντά στον τίτλο του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, δήλωση η οποία σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.

128    Δεύτερον, η προσφεύγουσα επικαλείται, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 1049/2001, τη σημασία της διαφάνειας και του δημοσίου ελέγχου επί των ενεργειών της Επιτροπής, στην οποία δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού με μοναδικό σκοπό να καλύψει την αδράνειά της και να αποφύγει τον έλεγχο του κοινού.

129    Επισημαίνεται ότι το συμφέρον περί διαφάνειας συνιστά βεβαίως δημόσιο συμφέρον, στον βαθμό που έχει αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2018, Arca Capital Bohemia κατά Επιτροπής, T‑440/17, EU:T:2018:898, σκέψη 76· πρβλ. επίσης απόφαση της 12ης Μαΐου 2015, Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής, T‑480/11, EU:T:2015:272, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εντούτοις, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 37 ανωτέρω, όσον αφορά τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο των ενεργειών της Επιτροπής, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης έχουν αναγνωρίσει ότι η διοικητική δραστηριότητά της δεν απαιτεί την ίδια έκταση προσβάσεως στα έγγραφα με εκείνη που απαιτείται στο πλαίσιο της νομοθετικής δραστηριότητας θεσμικού οργάνου της Ένωσης. Εν προκειμένω, τα ζητηθέντα έγγραφα εντάσσονται προδήλως στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, ήτοι διαδικασίας ανάκτησης κρατικής ενισχύσεως κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής.

130    Επιπλέον, γενικές εκτιμήσεις σχετικά με την αρχή της διαφάνειας και το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται σχετικά με το έργο των θεσμικών οργάνων δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη γνωστοποίηση εγγράφων σχετικών με τη διαδικασία ελέγχου της εκτέλεσης της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία μπορεί να καταλήξει σε άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και είναι αντίστοιχη του προ της ασκήσεως προσφυγής σταδίου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως (βλ. σκέψη 75 ανωτέρω) (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑612/13 P, EU:C:2015:486, σκέψεις 91 και 93).

131    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στην Επιτροπή, όταν θεωρεί ότι κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει, να εκτιμήσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά του κράτους αυτού, να προσδιορίσει τις διατάξεις τις οποίες αυτό παρέβη και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ σε σχέση με το εν λόγω κράτος. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα ή ένας πολίτης δεν δικαιούται να απαιτήσει από την Επιτροπή να λάβει συγκεκριμένη θέση ή να ασκήσει προσφυγή κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας (πρβλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψεις 60 και 61).

132    Ως εκ τούτου, ο σκοπός που επικαλείται η προσφεύγουσα υπέρ της γνωστοποίησης των ζητηθέντων εγγράφων, ο οποίος συνίσταται στην άσκηση ελέγχου επί της δράσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της εκτέλεσης της επίμαχης αποφάσεως 2015/1826, ισοδυναμεί με άρνηση, αντιθέτως προς όσα αυτή υποστηρίζει, της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το εν λόγω θεσμικό όργανο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ενώ το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας που αφορά το σύνολο των σχετικών με μια τέτοια διαδικασία εγγράφων αποσκοπεί ακριβώς στην προστασία, μεταξύ άλλων, του λυσιτελούς χαρακτήρα της δράσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο αυτό (πρβλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψεις 61, 63 και 65).

133    Επιπλέον, η Επιτροπή, όπως ορθώς επισήμανε η ίδια, μεριμνά ώστε να ενημερώνει το κοινό σχετικά με την πρόοδο συγκεκριμένων φακέλων παραβάσεων μέσω δημοσιεύσεως ανακοινωθέντων Τύπου (πρβλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2017, Justice & Environment κατά Επιτροπής, T‑727/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:18, σκέψη 60).

134    Εξάλλου, η προσφεύγουσα επικαλείται, κατ’ ουσίαν, το δημόσιο συμφέρον της εκτέλεσης των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον της προστασίας του προϋπολογισμού των κρατών μελών από τα καταστροφικά αποτελέσματα που προκαλεί ο αγώνας για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων και αυτό της υποχρεώσεως επανεντάξεως των παράνομων και μη συμβατών με την εσωτερική αγορά κρατικών ενισχύσεων στον προϋπολογισμό των κρατών μελών τα οποία αφορά απόφαση εκδοθείσα σχετικά με κρατική ενίσχυση. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, ωστόσο, να γίνει δεκτό. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η παροχή στην προσφεύγουσα πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα δεν διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον της προστασίας του προϋπολογισμού των κρατών μελών μέσω της ανακτήσεως των παράνομων κρατικών ενισχύσεων.

135    Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο δικαστής της Ένωσης προέβη σε αυστηρή εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001, ενώ κάθε εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα ή οποιοσδήποτε περιορισμός του δικαιώματος αυτού πρέπει να ερμηνεύεται στενά και ότι, κατ’ ουσίαν, η αίτησή της δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που αποσκοπεί στην προστασία του σκοπού έρευνας. Πλην όμως, στον βαθμό που αμφισβητεί το γεγονός ότι η αίτησή της για πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα μπορούσε να καλυφθεί από την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η επιχειρηματολογία της αφορά ζήτημα διαφορετικό από το κατά πόσον, σε περίπτωση εφαρμογής εξαιρέσεως, τυχόν συνδρομή υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος καθιστά δυνατό τον αποκλεισμό μιας τέτοιας εφαρμογής. Επομένως, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους. Κατά τα λοιπά, η επιχειρηματολογία αυτή εξετάστηκε και απορρίφθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

136    Ως εκ τούτου, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, καθώς και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί το τρίτο σκέλος του, καθόσον η εξαίρεση που αποσκοπεί στην προστασία των ερευνών που διενεργούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αποτελούσε αυτοτελή και επαρκή βάση για να δικαιολογηθεί η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθόσον ενδεχόμενη πλάνη την οποία ενέχει το δεύτερο σημείο της αιτιολογίας της εν λόγω αποφάσεως, σχετικά με την εξαίρεση που αποσκοπεί στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων, και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, δεν θα ασκούσε εν πάση περιπτώσει επιρροή επί της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής.

3.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως της αρνήσεως να παρασχεθεί πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα σε μορφή μη εμπιστευτικού κειμένου ή στα γραφεία της Επιτροπής

137    Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι πρότεινε, με την επιβεβαιωτική αίτηση, να της παρασχεθεί πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα σε μορφή μη εμπιστευτικού κειμένου ή στα γραφεία της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι, λόγω της εφαρμογής του γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας στις γνωστοποιήσεις που αφορούσαν μέρος μόνον των εγγράφων, δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, εφόσον αντέκρουσε όλους τους λόγους που μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άρνηση γνωστοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα γενικά τεκμήρια εμπιστευτικότητας που επικαλέστηκε η Επιτροπή, προκύπτει a contrario από τη συλλογιστική της Επιτροπής ότι έπρεπε να είχε κάνει δεκτή την αίτησή της, τουλάχιστον χορηγώντας της μερική πρόσβαση ή πρόσβαση εντός των γραφείων της, σύμφωνα, αντιστοίχως, με το άρθρο 4, παράγραφος 6, και το άρθρο 10 του κανονισμού 1049/2001. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους της αρνήσεώς της να το πράξει.

138    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

139    Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξης και πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στον δε δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Salzgitter, C‑408/04 P, EU:C:2008:236, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

140    Επιπροσθέτως, υπενθυμίζεται ότι η παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως συνιστά λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από παράβαση ουσιώδους τύπου, ο οποίος διαφέρει, αυτός καθεαυτόν, από τον λόγο που στηρίζεται στην ανακρίβεια της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, ο έλεγχος της οποίας εμπίπτει στην εξέταση του βασίμου της αποφάσεως αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67, και της 19ης Ιουνίου 2009, Qualcomm κατά Επιτροπής, T‑48/04, EU:T:2009:212, σκέψη 179). Ειδικότερα, η αιτιολογία μιας αποφάσεως συνίσταται στην επίσημη έκφραση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή. Αν οι ως άνω λόγοι ενέχουν πλάνη, αυτή πλήττει την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως, αλλά όχι την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής παρά την προβολή λόγων που ενέχουν πλάνη (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, C‑413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 181 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

141    Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξέτασε τη δυνατότητα να παράσχει στην προσφεύγουσα μερική πρόσβαση στα οικεία έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001. Διευκρίνισε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα καλύπτονταν εντούτοις από γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας ερειδόμενο στις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού και ότι το τεκμήριο αυτό απέκλειε τη δυνατότητα παροχής μερικής πρόσβασης στον φάκελο. Παρέπεμψε συναφώς στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Sea Handling κατά Επιτροπής (C‑271/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:557, σκέψη 61).

142    Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για παροχή πρόσβασης στα έγγραφα σε μορφή μη εμπιστευτικού κειμένου ή στα γραφεία της. Ως εκ τούτου, παρέσχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση αυτή και παρέσχε στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.

143    Εξάλλου, καθόσον η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον αντέκρουσε όλους τους λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άρνηση γνωστοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων, η Επιτροπή έπρεπε να είχε κάνει δεκτό το αίτημά της να της επιτραπεί η πρόσβαση στα έγγραφα αυτά σε μορφή μη εμπιστευτικού κειμένου ή στις εγκαταστάσεις της, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν προβάλλει έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά αμφισβητεί το βάσιμο της αποφάσεως αυτής. Ούτε αυτή η επιχειρηματολογία όμως μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να γίνει δεκτή. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε σε πλάνη εκτιμήσεως απορρίπτοντας την αίτηση της προσφεύγουσας για παροχή πρόσβασης στα ζητηθέντα έγγραφα επικαλούμενη γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή.

144    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

145    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

V.      Επί των δικαστικών εξόδων

146    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την AlzChem Group AG στα δικαστικά έξοδα.

Spielmann

Spineanu-Matei

Mastroianni

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 29 Σεπτεμβρίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.