Language of document : ECLI:EU:T:2021:102

Υπόθεση T161/18

Anthony Braesch κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

 Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο πενταμελές τμήμα)
της 24ης Φεβρουαρίου 2021

«Προσφυγή ακυρώσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση για την προληπτική αναδιάρθρωση της Banca Monte dei Paschi di Siena – Προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης – Απόφαση με την οποία η ενίσχυση κηρύσσεται συμβατή με την εσωτερική αγορά – Ένσταση απαραδέκτου – Ιδιότητα του ενδιαφερομένου – Έννομο συμφέρον – Ενεργητική νομιμοποίηση – Παραδεκτό»

1.      Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Διοικητική διαδικασία – Ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Έννοια – Κάτοχοι ομολόγων που επικαλούνται σημαντική οικονομική απώλεια προκύπτουσα από τα μέτρα ενίσχυσης – Εμπίπτουν – Προϋπόθεση

(Άρθρο 108 § 2 ΣΛΕΕ· κανονισμός 2015/1589 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχείο ηʹ)

(βλ. σκέψεις 35-41)

2.      Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Έννομο συμφέρον – Απαίτηση περί γεγενημένου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος – Εκτίμηση κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής – Προσφυγή δυνάμενη να προσπορίσει όφελος στον προσφεύγοντα – Βάρος απόδειξης

(Άρθρα 107 § 3, στοιχείο βʹ, 108 § 2 και 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· κανονισμός 2015/1589 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχείο ηʹ)

(βλ. σκέψεις 45, 46, 51)

3.      Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Έννομο συμφέρον – Ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δυνάμενη να ωφελήσει τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο ένδικου βοηθήματος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Παραδεκτό – Δυνατότητα του δικαστή της Ένωσης να εκτιμήσει την πιθανότητα του βασίμου του ένδικου βοηθήματος ενώπιον του εθνικού δικαστή – Αποκλείεται

(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ)

(βλ. σκέψεις 47, 48, 52, 53)

4.      Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η συμβατότητα κρατικής ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά χωρίς να κινηθεί επίσημη διαδικασία έρευνας – Προσφυγή των ενδιαφερομένων κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Προσφυγή που αποσκοπεί στη διασφάλιση των διαδικαστικών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων – Παραδεκτό – Λόγοι ακυρώσεως που μπορούν να προβληθούν

(Άρθρα 108 §§ 2 και 3 και 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· κανονισμός 2015/1589 του Συμβουλίου, άρθρα 1, στοιχείο ηʹ, 4 §§ 3 και 4 και 6 § 1· οδηγία 2014/59 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

(βλ. σκέψεις 59-64)

Σύνοψη

Το 2008 η ιταλική τράπεζα Banca Monte dei Paschi di Siena (στο εξής: BMPS) προέβη σε αύξηση κεφαλαίου κατά 950 εκατομμύρια ευρώ με αποκλειστική κάλυψη από την J. P. Morgan Securities Ltd (στο εξής: JPM) δυνάμει συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ τους (στο εξής: συμβάσεις FRESH). Η JPM έλαβε τα αναγκαία κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της πράξης αυτής από τη Mitsubishi UFJ Investor Services & Banking (Λουξεμβούργο) SA (στο εξής: MUFJ), η οποία εξέδωσε, προς τούτο, ομόλογα αποκαλούμενα ομόλογα FRESH, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Οι κάτοχοι των ομολόγων αυτών εισπράττουν ποσά υπό τη μορφή τοκομεριδίων που τους μεταβιβάζονται από την MUFJ.

Στα τέλη του 2016, η BMPS υπέβαλε αίτηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης υπό τη μορφή προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας. Κατόπιν της αίτησης αυτής, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενίσχυση για την ανακεφαλαιοποίηση της BMPS ύψους 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ενίσχυση αυτή θα προσετίθετο σε ατομική ενίσχυση ρευστότητας ύψους δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ υπέρ της BMPS, την οποία η Επιτροπή είχε εγκρίνει προσωρινά με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 2016.

Με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2017, η Επιτροπή ενέκρινε, κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου εξέτασης, τόσο την ενίσχυση ρευστότητας ύψους δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ υπέρ της BMPS όσο και την ενίσχυση για την προληπτική ανακεφαλαιοποίηση της BMPS ύψους 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ (στο εξής: απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων). Κρίθηκε ότι τα εν λόγω μέτρα ενίσχυσης, συνοδευόμενα από σχέδιο αναδιάρθρωσης και από τις δεσμεύσεις που προσφέρθηκαν να αναλάβουν οι ιταλικές αρχές, συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις συμβατές με την εσωτερική αγορά (1) για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Οι κάτοχοι των ομολόγων FRESH (στο εξής: προσφεύγοντες), εκτιμώντας ότι η ακύρωση των συμβάσεων FRESH προέκυπτε από το σχέδιο αναδιάρθρωσης που συνόδευε τα μέτρα ενίσχυσης και ότι είχαν υποστεί σημαντική οικονομική απώλεια λόγω της ακύρωσης αυτής, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων. Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου με την αιτιολογία ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον ούτε νομιμοποιούνται ενεργητικώς κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

Το τρίτο πενταμελές τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής. Με την απόφασή του, το εν λόγω τμήμα εφαρμόζει, στο καινοφανές αυτό πραγματικό πλαίσιο, τη νομολογία που καθορίζει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από ενδιαφερόμενα μέρη κατά απόφασης της Επιτροπής για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων έναντι κοινοποιηθείσας ενίσχυσης.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφυγή ακυρώσεως αφορά απόφαση της Επιτροπής για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (2), το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι τόσο το έννομο συμφέρον των προσφευγόντων όσο και η ενεργητική νομιμοποίησή τους να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης αυτής εξαρτώνται από τον χαρακτηρισμό τους ως «ενδιαφερόμενων μερών» τα οποία μπορούν να μετάσχουν στην επίσημη διαδικασία έρευνας επί των κρατικών ενισχύσεων.

Ο κανονισμός περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (3) ορίζει την έννοια του «ενδιαφερόμενου μέρους», η οποία είναι συνώνυμη της έννοιας του ενδιαφερομένου κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ως, μεταξύ άλλων, κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή ερμηνεύεται ευρέως στη νομολογία, μπορεί να περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που είναι σε θέση να καταδείξει ότι υπάρχει κίνδυνος η χορήγηση κρατικής ενίσχυσης να έχει συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής του.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφεύγοντες κατέδειξαν, επαρκώς κατά νόμον, ότι υπάρχει κίνδυνος η λήψη των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης και, ως εκ τούτου, η έκδοση της απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων να έχουν συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής τους, οπότε πρέπει να χαρακτηριστούν ως ενδιαφερόμενα μέρη. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι δεσμεύσεις των ιταλικών αρχών σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, οι οποίες θα προκαλούσαν, κατά τους προσφεύγοντες, σημαντική οικονομική απώλεια για τους κατόχους των ομολόγων FRESH, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κοινοποιηθέντων μέτρων ενίσχυσης και, συνεπώς, η απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων αφορά τα εν λόγω μέτρα και τις εν λόγω δεσμεύσεις στο σύνολό τους. Δεδομένου ότι, με την απόφαση αυτή, επετράπη η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων ενίσχυσης και συγχρόνως κατέστησαν υποχρεωτικές οι δεσμεύσεις αυτές, η κατάσταση των προσφευγόντων θίγεται κατ’ ανάγκην από όλα τα εν λόγω στοιχεία και οι τελευταίοι μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους μόνο ζητώντας την ακύρωση της ως άνω απόφασης στο σύνολό της.

Ακολούθως, το Γενικό Δικαστήριο αναλύει το ζήτημα αν οι προσφεύγοντες έχουν έννομο συμφέρον και αν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων.

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ως ενδιαφερόμενα μέρη, οι προσφεύγοντες έχουν έννομο συμφέρον για την ακύρωση της απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων, το περιεχόμενο της οποίας συνδέεται στενά με τις δεσμεύσεις των ιταλικών αρχών σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης της BMPS. Συγκεκριμένα, η ακύρωσή της είναι δυνατόν να τους ωφελήσει, στο μέτρο που θα οδηγούσε στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας οι προσφεύγοντες θα είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις και να επηρεάσουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα των κοινοποιηθέντων μέτρων ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Εξάλλου, η ακύρωση της απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα του ένδικου βοηθήματος που ασκήθηκε από τους προσφεύγοντες ενώπιον των λουξεμβουργιανών δικαστηρίων κατά της καταγγελίας των συμβάσεων FRESH.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνται, επίσης, ενεργητικώς να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων, καθόσον, με την απόφαση αυτή, τα επίμαχα μέτρα ενίσχυσης κρίνονται συμβατά με την εσωτερική αγορά, χωρίς να κινηθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι μια τέτοια απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά κάθε ενδιαφερόμενο μέρος κατά την έννοια του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (4). Συγκεκριμένα, εκείνοι υπέρ των οποίων έχουν προβλεφθεί τα διαδικαστικά δικαιώματα του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του κανονισμού αυτού (5) μπορούν να επιτύχουν την τήρησή τους μόνον εάν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Συνεπώς, η ιδιαίτερη ιδιότητα των ενδιαφερόμενων μερών κατά την έννοια του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ, η οποία συναρτάται με το ειδικό αντικείμενο της προσφυγής, αρκεί για την εξατομίκευση, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, των προσφευγόντων οι οποίοι αμφισβητούν την απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικώς.


1      Βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά τις ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους.


2      Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9, στο εξής: κανονισμός περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ). Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο, ενώ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, το κηρύσσει συμβιβάσιμο με την εσωτερική αγορά. Η απόφαση αυτή καλείται «απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων».


3      Άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ.


4      Άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ.


5      Άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ.