Language of document : ECLI:EU:C:2021:104

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟY

της 10ης Φεβρουαρίου 2021 (1)

Υπόθεση C719/19

FS

κατά

Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid

[αίτηση του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Άρθρο 21 ΣΛΕΕ – Δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Άρθρο 15 – Απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας – Παράνομη διαμονή πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής – Απόφαση απομάκρυνσης – Αναχώρηση του πολίτη της Ένωσης από το κράτος μέλος υποδοχής – Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης – Άρθρα 5, 6 και 7 – Δυνατότητα του πολίτη της Ένωσης να αποκτήσει εκ νέου νέο δικαίωμα εισόδου ή διαμονής κατά την επανείσοδό του στο κράτος μέλος υποδοχής»






I.      Εισαγωγή

1.        Μπορεί πολίτης της Ένωσης, όταν έχει απολέσει το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους του οποίου δεν έχει την ιθαγένεια και, για τον λόγο αυτό, έχει εκδοθεί εις βάρος του απόφαση απομάκρυνσης κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ (2) (στο εξής: οδηγία περί διαμονής), να προβάλει νέο δικαίωμα διαμονής βάσει της οδηγίας αυτής, σε περίπτωση άμεσης επανεισόδου του στο εν λόγω κράτος μέλος αφού είχε εγκαταλείψει το έδαφός του σε εκτέλεση της ως άνωαποφάσεως απομάκρυνσης; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, επί πόσο χρονικό διάστημα πρέπει ο πολίτης αυτός να διαμείνει εκτός του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, προτού μπορέσει να αποκτήσει εκ νέου δικαίωμα διαμονής στο ίδιο κράτος μέλος;

2.        Αυτά είναι τα ερωτήματα που εγείρονται στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να προσδιορίσει πότε παύει να παράγει έννομα αποτελέσματα μια απόφαση απομάκρυνσης η οποία εκδόθηκε «για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, καθώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί, επομένως, πολίτης της Ένωσης να αποκτήσει εκ νέου δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής.

3.        Τα ερωτήματα αυτά παρέχουν στο Δικαστήριο την αφορμή να αποφανθεί για πρώτη φορά τόσο επί των διαχρονικών αποτελεσμάτων μιας τέτοιας αποφάσεως απομάκρυνσης όσο και, γενικότερα, επί της σχέσης του άρθρου 15, αρχικώς, με το άρθρο 5 (δικαίωμα εισόδου), ακολούθως, με το άρθρο 6 (δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες) και, τέλος, με το άρθρο 7 της προαναφερθείσας οδηγίας (δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών)(3).

4.        Οι απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα δεν είναι προφανείς. Αφενός, τα εν λόγω ερωτήματα καταδεικνύουν τη λεπτή ισορροπία που πρέπει να επιτυγχάνεται μεταξύ δύο δυσχερώς συμβιβάσιμων δικαιωμάτων: του δικαιώματος των πολιτών της Ένωσης να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης και του δικαιώματος των κρατών μελών να απομακρύνουν από το έδαφός τους τα πρόσωπα που δεν έχουν δικαίωμα διαμονής σε αυτό. Αφετέρου, τα ίδια αυτά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν εντός του ιδιαίτερου κανονιστικού πλαισίου της απουσίας ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Ένωσης (4), όπερ δυσχερώς συμβιβάζεται με την ίδια την έννοια της «απομάκρυνσης» πολίτη της Ένωσης από ένα κράτος μέλος σε ένα άλλο.

5.        Στις παρούσες προτάσεις θα εκθέσω τους λόγους που στηρίζουν τις θέσεις μου, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:

–        απόφαση απομάκρυνσης η οποία έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής δεν είναι δυνατόν να παύσει να παράγει αποτελέσματα εκ του λόγου και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, διότι τούτο θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας·

–        η πρόταση να διατηρούνται συστηματικώς σε ισχύ τα αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης επί ορισμένο χρονικό διάστημα, και δη για τουλάχιστον τρεις μήνες, μετά την αναχώρηση του ενδιαφερομένου, θα είχε ως συνέπεια την επιβολή ενός αδικαιολόγητου περιορισμού στο δικαίωμα διαμονής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και συγκεκριμενοποιείται με την εν λόγω οδηγία, και

–        απόκειται στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να εκτιμούν τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης οι οποίες εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής, και κατά μείζονα λόγο τη δυνατότητα επίκλησης νέου δικαιώματος διαμονής, επί τη βάσει εμπεριστατωμένης εξέτασης της κατάστασης του ενδιαφερομένου, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων περιστάσεων και, ιδίως, του κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος όντως έπαυσε πραγματικά να διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής και του κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος να αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του ίδιου αυτού κράτους μέλους.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας περί διαμονής, «[ε]νόσω οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, δεν θα πρέπει να απελαύνονται. Ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης. […] Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης επ’ ουδενί κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.»

7.        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής παρέχει, μεταξύ άλλων, σε κάθε πολίτη της Ένωσης ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο δικαίωμα εισόδου στο έδαφος των κρατών μελών.

8.        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας παρέχει στους πολίτες της Ένωσης δικαίωμα διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες «χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση» πέραν της απαίτησης κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου.

9.        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας παρέχει στους πολίτες της Ένωσης δικαίωμα διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή β) διαθέτουν, αφενός, επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, και, αφετέρου, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή γ) είναι φοιτητές και πληρούν, κατ’ ουσίαν, τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που αναφέρθηκαν υπό το στοιχείο βʹ.

10.      Το άρθρο 14 της οδηγίας περί διαμονής ορίζει στις παραγράφους του 1 και 2 ότι οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας, ενόσω δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 7, 12 και 13 της οδηγίας, ενόσω πληρούν τους όρους των αντίστοιχων άρθρων. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές, το άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας περί διαμονής ορίζει ότι δεν λαμβάνεται επ’ ουδενί μέτρο απομάκρυνσης κατά των ως άνω πολιτών της Ένωσης εφόσον είναι α) μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή β) εισήλθαν στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να αναζητήσουν εργασία.

11.      Το άρθρο 15 της οδηγίας περί διαμονής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικαστικές εγγυήσεις», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «[ο]ι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας.» Κατά την παράγραφο 2 του προαναφερθέντος άρθρου, «[η] λήξη ισχύος του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου βάσει του οποίου ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στο κράτος μέλος υποδοχής […] δεν αποτελεί λόγο απέλασης από το κράτος μέλος υποδοχής». Τέλος, στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «[τ]ο κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει η παράγραφος 1».

12.      Το άρθρο 30 της οδηγίας περί διαμονής ορίζει, στην παράγραφο 3, ότι «[η] κοινοποίηση [κάθε αποφάσεως που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής] περιέχει […], ενδεχομένως, την προθεσμία που τάσσεται στον ενδιαφερόμενο να εγκαταλείψει την επικράτεια του κράτους μέλους. Με εξαίρεση τις δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατεπείγοντος, η τασσόμενη προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός από την ημερομηνία της κοινοποίησης».

Β.      Το δίκαιο των Κάτω Χωρών

13.      Ο Vreemdelingenwet 2000 (νόμος του 2000 περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495), προβλέπει στα άρθρα 61 και 62 ότι αλλοδαπός ο οποίος δεν έχει νόμιμη διανομή ή δεν έχει πλέον νόμιμη διαμονή οφείλει να εγκαταλείψει οικειοθελώς τις Κάτω Χώρες εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήξη της νόμιμης διαμονής. Το άρθρο 63, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου ορίζει ότι αλλοδαπός ο οποίος δεν έχει νόμιμη διαμονή και δεν εγκατέλειψε οικειοθελώς τις Κάτω Χώρες εντός της προθεσμίας αυτής δύναται να απομακρυνθεί.

III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14.      Ο FS, εκκαλών της κύριας δίκης, είναι Πολωνός πολίτης ο οποίος, στις 9 Νοεμβρίου 2017, εγγράφηκε στο μητρώο μη κατοίκων των Κάτω Χωρών (5).

15.      Με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2018, ο Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υφυπουργός) διαπίστωσε ότι ο FS δεν είχε νόμιμη διαμονή, καθόσον δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών (6), και τον διέταξε ναεγκαταλείψει την επικράτεια των Κάτω Χωρών. Συναφώς, ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι ο FS είχε συλληφθεί κατ’ επανάληψη από την αστυνομία ως ύποπτος διαπράξεως κλοπών από καταστήματα και κλοπών πορτοφολιών.

16.      Με απόφαση του Υφυπουργού της 25ης Σεπτεμβρίου 2018 απορρίφθηκε ως αβάσιμη η διοικητική προσφυγή του FS κατά της αποφάσεως της 1ης Ιουνίου 2018. Ο Υφυπουργός αναγνώρισε μεν ότι ο FS δεν συνιστούσε, λόγω της συμπεριφοράς του, κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, κατά την έννοια του άρθρου 27 της οδηγίας περί διαμονής, πλην όμως έταξε προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων για οικειοθελή αναχώρηση, πέραν της οποίας ο FS θα μπορούσε να απομακρυνθεί λόγω της παράνομης διαμονής του. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι αυτή η απόφαση απομάκρυνσης συνιστά «απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής. Δεδομένου ότι ο FS δεν άσκησε προσφυγή κατά της εις βάρος του αποφάσεως, αυτή κατέστη απρόσβλητη (στο εξής: απόφαση απομάκρυνσης).

17.      Στις 23 Οκτωβρίου 2018 ο FS συνελήφθη από τη γερμανική αστυνομία για φερόμενη κλοπή από κατάστημα. Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους της κύριας δίκης ότι ο FS απέδειξε ότι είχε εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες εντός της προθεσμίας των τεσσάρων εβδομάδων που του είχε ταχθεί, ήτοι πριν από τις 24 Οκτωβρίου 2018. Ο δε FS δήλωσε ότι, μετά την αποχώρησή του, της οποίας η ακριβής ημερομηνία δεν προκύπτει από τη δικογραφία της υποθέσεως, διέμενε σε φίλους του στο Kaldenkirchen (Γερμανία), ακριβώς δίπλα στα σύνορα Κάτω Χωρών και Γερμανίας. Ο FS ανέφερε επίσης ότι, λόγω της εξάρτησής του από τη μαριχουάνα, μετέβαινε καθημερινώς στις Κάτω Χώρες προκειμένου να προμηθευτεί. Τέλος, δήλωσε ότι εισήλθε στις Κάτω Χώρες στις 21 Νοεμβρίου 2018 διότι είχε κλητευθεί να εμφανιστεί στις 23 Νοεμβρίου 2018 ενώπιον ανακριτή.

18.      Στις 22 Νοεμβρίου 2018 το προσωπικό ενός σουπερμάρκετ ακινητοποίησε τον FS λόγω υποψιών ότι είχε κλέψει. Κληθείσα επιτόπου, η αστυνομία προέβη στη σύλληψή του επειδή δεν ήταν σε θέση να επιδείξει αποδεικτικό ταυτότητας. Κατόπιν της σύλληψης αυτής, ο FS κρατήθηκε από την αστυνομία ενόψει της ακρόασης που προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές από την εθνική νομοθεσία.

19.      Με την από 23 Νοεμβρίου 2018 απόφαση του Υφυπουργού, ο FS τέθηκε υπό διοικητική κράτηση με σκοπό την απομάκρυνσή του προς τη χώρα καταγωγής του, την Πολωνία (στο εξής: απόφαση διοικητικής κράτησης). Η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής στηρίχθηκε στον κίνδυνο να διαφύγει ο FS τον έλεγχο αλλοδαπών και να αποφύγει ή/και να παρεμποδίσει την προετοιμασία της αναχώρησης ή της διαδικασίας απομάκρυνσης. Ο κίνδυνος αυτός οφειλόταν στο γεγονός ότι, πρώτον, ο FS είχε διαφύγει για ορισμένο χρονικό διάστημα τον έλεγχο αλλοδαπών, δεύτερον, είχε εκδοθεί εις βάρος του απόφαση απομάκρυνσης βάσει της οποίας όφειλε να εγκαταλείψει την ολλανδική επικράτεια και δεν συμμορφώθηκε με αυτήν εντός της προθεσμίας που του τάχθηκε με την απόφαση εκείνη (7), τρίτον, δεν είχε κατοικία ούτε σταθερή διαμονή, τέταρτον, δεν διέθετε επαρκείς πόρους και, πέμπτον, ήταν ύποπτος τελέσεως αξιόποινης πράξεως ή υπήρχαν εις βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις.

20.      Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2018, το rechtbank Den Haag, zittingsplaats Groningen (πρωτοδικείο Χάγης, δικάζον στο Groningen, Κάτω Χώρες, στο εξής: rechtbank) έκρινε αβάσιμη την προσφυγή που άσκησε ο FS κατά της αποφάσεως διοικητικής κράτησης και απέρριψε το αίτημά του για επιδίκαση αποζημίωσης. Κατά της αποφάσεως αυτής ο FS άσκησε έφεση ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες).

21.      Στις 18 Δεκεμβρίου 2018 ο FS άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως απομάκρυνσής του στην Πολωνία, η οποία προβλεπόταν για τις 21 Δεκεμβρίου 2018. Ο FS υπέβαλε επίσης αίτηση προς τον voorzieningenrechter van de rechtbank Den Haag (δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του πρωτοδικείου της Χάγης, Κάτω Χώρες, στο εξής: voorzieningenrechter) για τη λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να απαγορευθεί η απομάκρυνσή του.

22.      Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2018, ο voorzieningenrechter, αφενός, έκανε δεκτή την αίτηση προσωρινών μέτρων, κρίνοντας ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ο FS διέμενε τη δεδομένη χρονική στιγμή παρανόμως στις Κάτω Χώρες και, αφετέρου, ανέστειλε την εκτέλεση της αποφάσεως του Υφυπουργού περί απομάκρυνσης του FS για τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την έκδοση της αποφάσεως του Υφυπουργού επί της διοικητικής προσφυγής.

23.      Με απόφαση της ίδιας ημέρας και επί τη βάσει της αποφάσεως του voorzieningenrechter, ο Υφυπουργός ήρε τη διοικητική κράτηση του FS.

24.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο FS, παρά την άρση της διοικητικής κράτησής του, εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την έφεση ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας), επειδή σε περίπτωση που η κράτησή του κριθεί παράνομη θα δικαιούται αποζημίωση. Τούτο θα συμβεί εφόσον διαπιστωθεί ότι ο FS είχε στις 23 Νοεμβρίου 2018 (την ημέρα κατά την οποία τέθηκε υπό διοικητική κράτηση) δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει του δικαίου της Ένωσης.

25.      Ως προς το ζήτημα αυτό, στο πλαίσιο της εφέσεως ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας), οι διάδικοι της κύριας δίκης υποστήριξαν δύο αντίθετες απόψεις.

26.      Αφενός, ο FS προσάπτει στο rechtbank ότι δεν αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή του της 7ης Δεκεμβρίου 2018, δεδομένου ότι ο ίδιος εγκατέλειψε τις Κάτω Χώρες εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την απόφαση απομάκρυνσης, όπερ σημαίνει ότι την ημέρα κατά την οποία τέθηκε υπό διοικητική κράτηση είχε εκ νέου δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής.

27.      Αφετέρου, ο Υφυπουργός αναγνωρίζει ότι ο FS απέδειξε ότι είχε εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την απόφαση απομάκρυνσης, αλλά ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν είχε εξαντλήσει τα έννομα αποτελέσματά της και ότι, συνεπώς, ο FS δεν μπορούσε να αποκτήσει εκ νέου δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες. Ειδικότερα, τα έννομα αυτά αποτελέσματα θα είχαν εκλείψει μόνον εάν ο FS, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (8), είχε εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει και τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής και εάν μπορούσε να αποδείξει «πραγματική διαμονή» χρονικής διάρκειας άνω των τριών μηνών σε αυτό το άλλο κράτος μέλος. Πλην όμως, λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων του FS σχετικά με τη διαμονή του στη Γερμανία, τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω. Κατά τον Υφυπουργό, μόνον η συγκεκριμένη ερμηνεία μπορεί να αποκλείσει τις καταχρήσεις δικαιώματος· σε διαφορετική περίπτωση, θα αρκούσε να διαμείνει ο FS μία μόνον ημέρα στη Γερμανία για να εξουδετερώσει τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως απομάκρυνσης και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να επανεισέλθει και να διαμείνει εκ νέου νομίμως στις Κάτω Χώρες.

28.      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ως προς το σημείο αυτό ότι, εφόσον δεν αμφισβητείται πλέον ότι ο FS εγκατέλειψε την επικράτεια των Κάτω Χωρών εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην απόφαση απομάκρυνσης, το ζήτημα της νομιμότητας της διοικητικής του κράτησης εξαρτάται από το εάν είχε εκ νέου δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες κατά την ημερομηνία εκείνη, και δη δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής. Το τελευταίο αυτό ζήτημα εξαρτάται, με τη σειρά του, από τα έννομα αποτελέσματα που παράγει μια απόφαση απομάκρυνσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ούτε από το γράμμα του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας αλλά ούτε και από την οικονομία της προκύπτει εάν μια απόφαση απομάκρυνσης εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την αναχώρηση του ενδιαφερομένου από το κράτος μέλος υποδοχής ή εάν πρέπει η απόφαση αυτή να θεωρείται ότι έχει εκτελεστεί κατά τον χρόνο της αναχώρησης.

29.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της [οδηγίας περί διαμονής] την έννοια ότι απόφαση απομάκρυνσης πολίτη της Ένωσης από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, εκδοθείσα βάσει της ανωτέρω διατάξεως, έχει εκτελεστεί πλήρως και παύει να παράγει έννομα αποτελέσματα από τη στιγμή που ο πολίτης της Ένωσης έχει αποδεδειγμένα εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την απόφαση αυτή για την οικειοθελή αναχώρησή του;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει ο πολίτης της Ένωσης, σε περίπτωση άμεσης επανεισόδου του στο κράτος μέλος υποδοχής, το προβλεπόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της [οδηγίας περί διαμονής] δικαίωμα διαμονής για χρονικό διάστημα έως τριών μηνών ή δύναται το κράτος υποδοχής να εκδώσει νέα απόφαση απομάκρυνσης, με σκοπό να εμποδίσει τον πολίτη της Ένωσης να εισέρχεται επανειλημμένως στο έδαφός του για σύντομο κάθε φορά διάστημα;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: υποχρεούται στην περίπτωση αυτή ο πολίτης της Ένωσης να διαμείνει για ορισμένο χρονικό διάστημα εκτός του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής και ποιο είναι το διάστημα αυτό;»

30.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο FS, η Ολλανδική, η Τσεχική και η Δανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πλην της Τσεχικής Κυβερνήσεως, όλοι οι ανωτέρω ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 16 Νοεμβρίου 2020. Η Βελγική Κυβέρνηση, η οποία δεν είχε καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις, εξέθεσε επίσης τα επιχειρήματά της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

IV.    Ανάλυση

Α.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

31.      Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά έναν Πολωνό πολίτη, τον FS, εις βάρος του οποίου εκδόθηκε απόφαση απομάκρυνσης κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, καθόσον απώλεσε το δικαίωμα διαμονής του στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 7 της ίδιας οδηγίας. Αφού εγκατέλειψε οικειοθελώς το συγκεκριμένο κράτος μέλος εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην απόφαση απομάκρυνσης, ο πολίτης αυτός ισχυρίζεται ότι διέμεινε στην οικία φίλων του στη Γερμανία πλησίον των συνόρων με τις Κάτω Χώρες, όπου μετέβαινε καθημερινά για να αγοράσει μαριχουάνα. Έναν μήνα μετά την αναχώρησή του συνελήφθη από την ολλανδική αστυνομία διότι δεν ήταν σε θέση να επιδείξει δελτίο ταυτότητας και τέθηκε υπό διοικητική κράτηση με σκοπό την απομάκρυνσή του στη χώρα καταγωγής του, με την αιτιολογία ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του κίνδυνος να διαφύγει τον έλεγχο αλλοδαπών και να αποφύγει ή/και να παρεμποδίσει την προετοιμασία της απομάκρυνσής του. Ο κίνδυνος αυτός οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι, κατ’ ουσίαν, δεν είχε συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση απομάκρυνσης, διότι δεν απέδειξε ότι διέμενε πραγματικά σε άλλο κράτος μέλος.

32.      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν μια απόφαση απομάκρυνσης η οποία έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής θεωρείται ότι έχει εκτελεστεί πλήρως εκ του λόγου και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκατέλειψε το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, με συνέπεια, σε περίπτωση επανεισόδου του, να αποκτά νέο δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες βάσει του άρθρου 6 της ίδιας οδηγίας, ή εάν η απόφαση απομάκρυνσης εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την αναχώρησή του. Στην τελευταία περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επί πόσο χρονικό διάστημα η απόφαση παράγει τα αποτελέσματα αυτά.

33.      Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι η απάντηση στα ερωτήματα που προεκτέθηκαν είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία άπτεται της νομιμότητας της αποφάσεως διοικητικής κράτησης. Εάν τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως απομάκρυνσης εξέλιπαν εκ του λόγου και μόνον ότι ο FS μετέβη στη Γερμανία, έστω και για μία μόνον ημέρα, τότε, ήδη με την επανείσοδό του στις Κάτω Χώρες, θα είχε νέο δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής. Ελλείψει δε νέας αποφάσεως απομάκρυνσης, η απόφαση διοικητικής κράτησης θα ήταν παράνομη και ο FS θα δικαιούνταν, ως εκ τούτου, αποζημίωση.

34.      Πάντως, το ενδιαφέρον των προδικαστικών ερωτημάτων υπερβαίνει τα όρια του ελαφρώς ασυνήθιστου πραγματικού πλαισίου της υπό κρίση υποθέσεως. Ειδικότερα, τα προδικαστικά ερωτήματα εντάσσονται σε μια ευρύτερη προβληματική, σχετικά με το πώς μπορεί ένα κράτος μέλος να απομακρύνει στην πράξη από το έδαφός του (για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας) πολίτη της Ένωσης ο οποίος, μετά από περίοδο νόμιμης διαμονής, εξακολουθεί να διαμένει εκεί χωρίς ωστόσο να πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας περί διαμονής, με κίνδυνο να καταστεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Η προβληματική αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στον βαθμό που, εντός του χώρου Σένγκεν (9), επιτρέπεται η διέλευση των εσωτερικών συνόρων χωρίς τη διενέργεια ελέγχων. Κατά συνέπεια, τα μέσα που διαθέτουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εξακριβώσουν ότι η απομάκρυνση παρανόμως διαμένοντος πολίτη της Ένωσης όντως διεκπεραιώθηκε είναι πολύ περιορισμένα.

35.      Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω διαπιστώσεων, η εξέταση των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως απομάκρυνσης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής είναι συνυφασμένη με τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη διάταξη συνδέεται με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου III της ίδιας οδηγίας, οι οποίες αφορούν το δικαίωμα διαμονής. Κρίνω επομένως σκόπιμο, προτού ξεκινήσω την ανάλυσή μου, να προχωρήσω σε μια σύντομη επισκόπηση του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου (υπό 1), η οποία θα συμβάλει και στην αποσαφήνιση του περιεχομένου των προδικαστικών ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου (υπό 2).

1.      Επί του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου

36.      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ιθαγένεια της Ένωσης –όπως θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (10)– παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη, αφενός, των περιορισμών και των προϋποθέσεων που ορίζονται στις Συνθήκες και, αφετέρου, των μέτρων που λαμβάνονται προς εφαρμογή τους. Σήμερα, το δικαίωμα αυτό απονέμεται στους πολίτες της Ένωσης από το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 45 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Η οδηγία περί διαμονής, η οποία διέπει, πιο συγκεκριμένα, τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών αποσκοπεί στη διευκόλυνση και την ενίσχυση της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος (11).

37.      Η οδηγία περί διαμονής προβλέπει δύο καθεστώτα διαμονής για τους πολίτες της Ένωσης: το «δικαίωμα διαμονής», το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου III και περιλαμβάνει το δικαίωμα διαμονής «έως τρεις μήνες» και το δικαίωμα διαμονής «άνω των τριών μηνών» (στο εξής, από κοινού: προσωρινή διαμονή), και το «δικαίωμα μόνιμης διαμονής», το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου IV και υπόκειται στις προϋποθέσεις των άρθρων 16 έως 18. Κατωτέρω θα εξεταστεί μόνον η προσωρινή διαμονή, η οποία μας απασχολεί εν προκειμένω, και από την εξέταση αυτή θα προκύψουν και οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας.

α)      Το δικαίωμα προσωρινής διαμονής που προβλέπεται στην οδηγία περί διαμονής

1)      Το δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες

38.      Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους έως τρεις μήνες χωρίς να υπόκεινται σε κανέναν όρο ή διατύπωση πλην της υποχρεώσεως κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου. Μολονότι το άρθρο 6 δεν επιβάλλει καμία προϋπόθεση σχετική με τους οικονομικούς πόρους του πολίτη της Ένωσης, στο άρθρο 14, παράγραφος 1, προβλέπει τη διατήρηση αυτού του δικαιώματος διαμονής για τρεις μήνες υπό τον όρο ότι ο πολίτης δεν αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους (12). Ο κανόνας εντάσσεται στην ίδια λογική με το άρθρο 24, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο παρέχει στο κράτος μέλος υποδοχής τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να μη χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής.

39.      Όσον αφορά τον έλεγχο των ως άνω προϋποθέσεων διαμονής, μολονότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να επιβάλει στους πολίτες της Ένωσης υποχρέωση εγγραφής τους στα μητρώα των αρμόδιων αρχών (13), δικαιούται, εντούτοις, να τους επιβάλει την υποχρέωση να αποδεικνύουν την ταυτότητα και την ιθαγένειά τους, υπό τον όρο ότι η ίδια υποχρέωση επιβάλλεται και στους δικούς του υπηκόους όσον αφορά το δελτίο ταυτότητάς τους (14). Ωστόσο το κράτος μέλος υποδοχής δεν επιτρέπεται να αμφισβητήσει το δικαίωμα διαμονής με μόνη αιτιολογία ότι ένας πολίτης δεν επέδειξε κάποιο από τα προαναφερθέντα έγγραφα, ιδίως όταν ο ενδιαφερόμενος είναι, παρά ταύτα, σε θέση να αποδείξει, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ιθαγένειά του με άλλα μέσα (15).

2)      Το δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών

40.      Οι πολίτες της Ένωσης έχουν επίσης δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εάν πληρούν τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ, της οδηγίας περί διαμονής, ήτοι, κατ’ ουσίαν, εφόσον: α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί σε αυτό το κράτος μέλος, ή β) διαθέτουν επαρκείς πόρους και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας εκεί, ή γ) είναι φοιτητές και διαθέτουν επαρκείς πόρους και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας.

41.      Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους πολίτες της Ένωσης να εγγραφούν σε μητρώα από τις αρμόδιες αρχές, αλλά η προθεσμία εγγραφής δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερη των τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης (16). Επιπλέον, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί διαμονής, όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία περί του κατά πόσον ο πολίτης της Ένωσης ή τα μέλη της οικογένειάς του πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγχουν τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων. Ο έλεγχος αυτός δεν επιτρέπεται, εντούτοις, να είναι συστηματικός. Τέλος, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να γνωστοποιήσει, μετά την είσοδο στο έδαφός του, την παρουσία του σε αυτό, εντός προθεσμίας η οποία πρέπει να είναι εύλογη και να μην εισάγει διακρίσεις (17).

3)      Το παράγωγο δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας

42.      Τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης μπορούν να διαμένουν στο έδαφος των κρατών μελών εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2 (για διαμονή έως τρεις μήνες), ή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαμονής (για διαμονή άνω των τριών μηνών), ήτοι εφόσον συνοδεύουν τον πολίτη της Ένωσης ο οποίος έχει δικαίωμα διαμονής ή μεταβαίνουν εκεί για να τον συναντήσουν και να εγκατασταθούν μαζί του (18).

β)      Οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής

43.      Στην οδηγία περί διαμονής δεν περιλαμβάνονται μόνον κανόνες οι οποίοι διέπουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διαφόρων ειδών δικαιωμάτων διαμονής που προβλέπονται στην οδηγία, αλλά θεσπίζεται επίσης ένα σύνολο διατάξεων για τη ρύθμιση της κατάστασης που προκύπτει από την απώλεια ενός εξ αυτών των δικαιωμάτων.

44.      Η οδηγία περί διαμονής προβλέπει συναφώς δύο περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εκδώσουν αποφάσεις απομάκρυνσης: όταν μια τέτοια απόφαση λαμβάνεται «για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας» (άρθρο 27 της οδηγίας) ή όταν η απόφαση αυτή λαμβάνεται «για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας» (άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας)(19).

45.      Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, στην οποία εμπίπτει η υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται καταρχάς ότι το άρθρο 15, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας, αφορά μόνον τους δικαιούχους προσωρινής διαμονής και όχι τους δικαιούχους μόνιμης διαμονής (20). Αντιθέτως δε προς ό,τι ισχύει για τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 27 της οδηγίας περί διαμονής (21), οι περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται να λαμβάνουν περιοριστικές της ελεύθερης κυκλοφορίας αποφάσεις, περιλαμβανομένων των αποφάσεων απομάκρυνσης, δεν προκύπτουν ρητώς από το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας. Ειδικότερα, στην τελευταία αυτή διάταξη δεν διευκρινίζεται ποιοι είναι οι «άλλοι λόγοι [πλην εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 27 της εν λόγω οδηγίας]».

46.      Παρότι οι σχετικές ρυθμίσεις δεν περιέχουν ρητούς ορισμούς, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο 15 της οδηγίας περί διαμονής υπό την έννοια ότι προβλέπει το καθεστώς το οποίο ισχύει όταν παύει να υφίσταται δικαίωμα προσωρινής διαμονής δυνάμει της ως άνω οδηγίας, ιδίως όταν πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του που, κατά το παρελθόν, είχε δικαίωμα προσωρινής διαμονής δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις αυτού του δικαιώματος διαμονής και, ως εκ τούτου, μπορεί καταρχήν να απομακρυνθεί από το κράτος μέλος υποδοχής (22).

47.      Από τις ανωτέρω σκέψεις μπορεί επομένως να συναχθεί ότι ο προσδιορισμός των λόγων που δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής μπορεί να γίνει μόνο βάσει συνδυασμένης ερμηνείας των λοιπών διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας σχετικά με τις προϋποθέσεις του δικαιώματος προσωρινής διαμονής.

48.      Καταρχάς, από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής προκύπτει ότι οι περιοριστικές της ελεύθερης κυκλοφορίας αποφάσεις αφορούν τόσο τους πολίτες της Ένωσης όσο και τα μέλη των οικογενειών τους (23). Όσον αφορά τους πολίτες της Ένωσης, είναι συνεπώς δυνατή η έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1 (διαμονή έως τρεις μήνες), ή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ (διαμονή άνω των τριών μηνών), της οδηγίας, όπως αυτές εκτίθενται στα σημεία 38 και 40 των παρουσών προτάσεων. Όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε επίσης να ληφθεί λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων αναγνώρισης ή διατήρησης του παράγωγου δικαιώματος διαμονής, όπως εκτίθενται στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.

49.      Πλην όμως, η οδηγία περί διαμονής προβλέπει δύο εξαιρέσεις από τον κανόνα ότι η έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης δικαιολογείται όταν δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις προσωρινής διαμονής.

50.      Αφενός, στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας περί διαμονής διευκρινίζεται ότι τόσο οι πολίτες της Ένωσης όσο και τα μέλη των οικογενειών τους, «[ε]νόσω […] δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, δεν θα πρέπει να απελαύνονται» (24). Η συγκεκριμένη απαίτηση είναι πράγματι συνεπής, πρώτον, με το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η λήξη ισχύος του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου βάσει του οποίου κατέστη δυνατή η είσοδος στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής δεν συνιστά επαρκή λόγο απομάκρυνσης από το κράτος μέλος υποδοχής, δεύτερον, με το άρθρο 14, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι η προσφυγή πολίτη της Ένωσης στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απομάκρυνσης, και, τρίτον, με τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, και του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας, σχετικά με την προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (βλ. ανωτέρω σημείο 38 των παρουσών προτάσεων).

51.      Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο διαμονής δυνάμει του άρθρου 6 ή του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής, τυχόν απόφαση απομάκρυνσης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε περίπτωση που η προϋπόθεση διαμονής η οποία δεν πληρούται συνδέεται με το κριτήριο του υπέρμετρου βάρους για το κοινωνικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις σχετικά με την κατοχή ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου σαφώς δεν αρκούν, αυτές καθ’ εαυτές, για να δικαιολογήσουν τέτοιο μέτρο απομάκρυνσης (25).

52.      Αφετέρου, στο άρθρο 14, παράγραφος 4, και στην τελευταία περίοδο της αιτιολογικής σκέψης 16 της οδηγίας περί διαμονής προβλέπεται, κατ’ ουσίαν, ότι δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να λαμβάνεται μέτρο απομάκρυνσης κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους δεν επιτρέπεται να απομακρύνονται ενόσω είναι σε θέση να αποδεικνύουν ότι εξακολουθούν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν όντως πιθανότητες να προσληφθούν (26).

53.      Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο διαμονής δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί απόφαση απομάκρυνσης εις βάρος πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του που δεν πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο αφορά τους εργαζομένους (μισθωτούς ή μη μισθωτούς), τούτο δε ανεξαρτήτως του ενδεχομένου να αποτελεί ο πολίτης ή το μέλος της οικογένειάς του βάρος, ακόμη και υπέρμετρο, για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής.

2.      Επί του περιεχομένου των προδικαστικών ερωτημάτων

54.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι είναι χρήσιμες οι ακόλουθες διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων.

55.      Πρώτον, αξίζει να υπομνησθεί ότι, όπως εξηγεί το αιτούν δικαστήριο, η απόφαση απομάκρυνσης την οποία εξέδωσε ο Υφυπουργός δεν στηρίχθηκε, παρά την παραβατική συμπεριφορά του FS, στο άρθρο 27 αλλά αποκλειστικώς στο άρθρο 15 της οδηγίας περί διαμονής. Το Δικαστήριο δεν καλείται, επομένως, να αποφανθεί επί του ζητήματος κατά πόσον η παραβατική αυτή συμπεριφορά θα μπορούσε να συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 27, και να δικαιολογήσει συναφώς τη λήψη μέτρου απομάκρυνσης (27).

56.      Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι η έκδοση της επίμαχης στην κύρια δίκη αποφάσεως απομάκρυνσης βασίστηκε στη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής, τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως διατυπώθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, αφορούν γενικότερα το σύνολο των αποφάσεων απομάκρυνσης που μπορούν να εκδοθούν βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Όπως όμως υπενθυμίστηκε ανωτέρω, το άρθρο 15 της οδηγίας έχει εφαρμογή όταν παύει να υφίσταται δικαίωμα προσωρινής διαμονής δυνάμει της ίδιας οδηγίας εκ του λόγου ότι συντρέχει κίνδυνος να αποτελέσει ο πολίτης υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Ως εκ τούτου, η απάντηση την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να περιοριστεί στις περιπτώσεις στις οποίες πολίτης της Ένωσης απομακρύνεται αποκλειστικώς για λόγους σχετικούς με το άρθρο 7 της οδηγίας περί διαμονής, έστω και αν, στην πραγματικότητα, οι λόγοι αυτοί συνιστούν την πλειονότητα των λόγων απομάκρυνσης.

57.      Τρίτον, όπως προκύπτει από τα σημεία 45 και 53 των παρουσών προτάσεων, η ανάλυση εκκινεί από την παραδοχή ότι αποκλείεται να πρόκειται για πολίτες της Ένωσης που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής ή είναι μισθωτοί, μη μισθωτοί ή πρόσωπα που αναζητούν εργασία και, άρα, εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί διαμονής.

58.      Τέταρτον και τελευταίον, πρέπει να σημειωθεί ότι, δεδομένης της απουσίας ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Ένωσης, χωρεί εκτίμηση των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων απομάκρυνσης μόνο σε περίπτωση που ο πολίτης ο οποίος απομακρύνθηκε επικαλείται εκ νέου δικαίωμα διαμονής ενώπιον των αρχών κράτους μέλους. Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η εκτίμηση αυτή να διαφοροποιείται αναλόγως του κράτους μέλους που εξετάζει τη νέα αίτηση για χορήγηση δικαιώματος διαμονής. Πράγματι, εάν ο πολίτης, μετά την αναχώρησή του από το κράτος μέλος υποδοχής, επικαλείται εκ νέου δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος (ακόμη και σε τρίτη χώρα), το άλλο κράτος ή η άλλη χώρα δεν έχει, καταρχήν, κανέναν λόγο να μη θεωρήσει ότι έχουν εν τω μεταξύ παύσει τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως απομάκρυνσης η οποία είχε ληφθεί από το κράτος μέλος υποδοχής. Επομένως, η εξέταση που ακολουθεί αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση της υπό κρίση υποθέσεως, κατά την οποία ο πολίτης εγκατέλειψε το κράτος μέλος υποδοχής και επικαλείται εκ νέου δικαίωμα διαμονής στο ίδιο κράτος μέλος, χωρίς να του έχει χορηγηθεί εν τω μεταξύ τυπικώς δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος (28).

Β.      Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων

1.      Επί του ζητήματος κατά πόσον η αναχώρηση πολίτη της Ένωσης συνιστά επαρκές στοιχείο για την εκτέλεση αποφάσεως απομάκρυνσης η οποία έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής

59.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το γεγονός ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής αρκεί, αυτό και μόνον, για να γίνει δεκτό ότι έχει εκτελεστεί πλήρως απόφαση απομάκρυνσης η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, με συνέπεια να παύει η απόφαση αυτή να παράγει διαχρονικά έννομα αποτελέσματα.

60.      Οι μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι κατέθεσαν γραπτές και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις υιοθέτησαν αποκλίνουσες απόψεις. Από τη μία πλευρά, ο FS προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα, όπερ σημαίνει κατ’ ουσίαν ότι μια τέτοια απόφαση απομάκρυνσης έχει εκτελεστεί πλήρως, αφενός, εκ του λόγου και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε πριν από τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και, αφετέρου, από τη στιγμή κατά την οποία συνέβη αυτό. Συνεπώς, ο ενδιαφερόμενος θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί εκ νέου δικαίωμα διαμονής διάρκειας τριών μηνών βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής. Από την άλλη πλευρά, όλες οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν γραπτές και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις, καθώς και η Επιτροπή, συμμερίζονται την άποψη του Υφυπουργού ότι, κατ’ ουσίαν, απλώς και μόνον η αναχώρηση του πολίτη της Ένωσης δεν αρκεί για να εξαντλήσει η απόφαση απομάκρυνσης τα έννομα αποτελέσματά της, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας (29).

61.      Για τους ακόλουθους λόγους, συντάσσομαι με τη δεύτερη άποψη.

62.      Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της διατάξεως, αλλά και το όλο πλαίσιό της καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται. Επιπλέον, η διάταξη αυτή δεν πρέπει ούτε να ερμηνεύεται στενά ούτε, εν πάση περιπτώσει, να στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας (30).

63.      Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής, διαπιστώνεται ότι από τη διατύπωση του άρθρου δεν προκύπτει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσαν να εκτιμηθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης που εκδίδονται βάσει του άρθρου αυτού. Ειδικότερα, η παράγραφος 1 της συγκεκριμένης διατάξεως αναφέρει απλώς ότι «[ο]ι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας […] για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας», η δε παράγραφος 2 ότι «[η] λήξη ισχύος του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου […] δεν αποτελεί λόγο απέλασης» και η παράγραφος 3 ότι «[τ]ο κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης […]».

64.      Επιπλέον, στα άρθρα 30 και 31 της οδηγίας περί διαμονής, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας και τα οποία εφαρμόζονται κατ’ αναλογία (31), καίτοι περιλαμβάνονται διατάξεις που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή κατά την εκτέλεση των αποφάσεων απομάκρυνσης, δεν υπάρχει πρόβλεψη σε σχέση με τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων αυτών (32). Επισημαίνεται συναφώς ότι το άρθρο 30, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι αποφάσεις απομάκρυνσης κοινοποιούνται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο από το εκάστοτε κράτος μέλος, με μνεία της προθεσμίας που του τάσσεται για να εγκαταλείψει το έδαφός του, ενώ παράλληλα ορίζει ότι, «[μ]ε εξαίρεση τις δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατεπείγοντος, η τασσόμενη προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός από την ημερομηνία της κοινοποίησης».

65.      Επομένως, οι διατάξεις αυτές έχουν, κατ’ ουσίαν, ως αποτέλεσμα την παράταση της διαμονής του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση απομάκρυνσης για έναν μήνα, κατ’ ανώτατο όριο, από την κοινοποίηση της σχετικής αποφάσεως. Θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να υποστηριχθεί ότι η παράταση αυτή δεν θα είχε καμία χρησιμότητα εάν αρκούσε, για την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως απομάκρυνσης, να μεταβεί απλώς ο ενδιαφερόμενος σε γειτονικό κράτος μέλος. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του γενικότερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, το άρθρο 30, παράγραφος 3, της οδηγίας περί διαμονής δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων απομάκρυνσης, αλλά μάλλον, αφενός, στο να διασφαλίσει ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί πράγματι να κάνει χρήση των μέσων έννομης προστασίας τα οποία προβλέπουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών (33) και, αφετέρου, στο να του παράσχει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να οργανώσει την αναχώρησή του.

66.      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ούτε βάσει του άρθρου 15 ούτε βάσει των άρθρων 30 και 31 της οδηγίας περί διαμονής μπορεί να δοθεί οριστική απάντηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο μια απόφαση απομάκρυνσης εξαντλεί τα έννομα αποτελέσματά της.

67.      Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 της οδηγίας περί διαμονής, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία επιτρέπει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης «για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας» καθώς και για «άλλους λόγους εκτός [αυτών]» (σημείο 44 των παρουσών προτάσεων). Μολονότι η οδηγία δεν καθορίζει τα μέτρα μέσω των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία, εντούτοις περιλαμβάνει διάταξη που ρυθμίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα ενός από τα μέτρα αυτά, και συγκεκριμένα της αποφάσεως για την επιβολή απαγόρευσης εισόδου στην εθνική επικράτεια.

68.      Ειδικότερα, το άρθρο 32 της οδηγίας περί διαμονής παρέχει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για την άρση της απαγόρευσης εισόδου μετά από «μία εύλογη, ανάλογα με τις περιστάσεις, προθεσμία, και, εν πάση περιπτώσει, μετά την πάροδο τριετίας από την εκτέλεση της οριστικής αποφάσεως απαγόρευσης εισόδου […], [με την επίκληση] στοιχεί[ων] τα οποία αποδεικνύουν ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την απόφαση απαγόρευσης εισόδου».

69.      Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι η οδηγία περί διαμονής ρυθμίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απαγόρευσης εισόδου στην εθνική επικράτεια και ότι δεν περιέχει καμία αντίστοιχη προς το άρθρο 32 διάταξη που να καθορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα άλλων περιοριστικών της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης αποφάσεων, ιδίως των αποφάσεων απομάκρυνσης οι οποίες εκδίδονται βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, δεν αποδεικνύει ούτε, βάσει μιας ερμηνείας κατ’ αναλογίαν, ότι τα αποτελέσματα των αποφάσεων απέλασης εξακολουθούν να ισχύουν για εύλογο χρονικό διάστημα, ούτε, βάσει μιας ερμηνείας εξ αντιδιαστολής, ότι η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να παύει η απόφαση απομάκρυνσης να παράγει έννομα αποτελέσματα εκ του λόγου και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης εγκαταλείπει το κράτος μέλος υποδοχής (34).

70.      Συνεπώς, από τη συστηματική ερμηνεία της οδηγίας περί διαμονής δεν προκύπτει κανένα διαφωτιστικό στοιχείο ως προς τον τρόπο με τον οποίο παύει μια απόφαση απέλασης να αναπτύσσει τα διαχρονικά αποτελέσματά της.

71.      Δεδομένου ότι ούτε από τη γραμματική ούτε από τη συστηματική ερμηνεία μπορούν να αντληθούν οριστικά συμπεράσματα, μόνον η τελεολογική ερμηνεία της οδηγίας περί διαμονής και η πρακτική αποτελεσματικότητά της μπορούν ενδεχομένως να συμβάλουν στην ανάδειξη στοιχείων κρίσιμων για την απάντηση στο πρώτο αυτό ερώτημα.

72.      Επομένως, τρίτον, όσον αφορά τον σκοπό του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής, επισημαίνω εκ προοιμίου ότι η διάταξη αυτή επιδιώκει διττό σκοπό. Αφενός, έχει ως σκοπό να θεσπιστεί, για τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου αυτού, ένα καθεστώς διαδικαστικών εγγυήσεων παρόμοιου με εκείνο το οποίο ισχύει για τις περιοριστικές της ελεύθερης κυκλοφορίας αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 27 της οδηγίας (35). Αφετέρου, στον βαθμό που επιτρέπει την έκδοση περιοριστικών της ελεύθερης κυκλοφορίας αποφάσεων όταν πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του δεν πληροί πλέον ορισμένες από τις προϋποθέσεις προσωρινής διαμονής, το άρθρο 15 επιδιώκει έναν λιγότερο προφανή αλλά εξίσου σημαντικό σκοπό. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό αποτελεί τη μόνη διάταξη της οδηγίας περί διαμονής την οποία μπορούν να επικαλεστούν τα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλίσουν, βάσει του δικαίου της Ένωσης, ότι μπορούν να απομακρύνουν από το έδαφός τους πρόσωπα που δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις προσωρινής διαμονής και αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημά τους κοινωνικής πρόνοιας. Ως εκ τούτου, σκοπός της ως άνω διατάξεως είναι να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, προστατεύοντας συγχρόνως τους δημοσιονομικούς πόρους των κρατών μελών (36).

73.      Ακριβώς σε σχέση με τον δεύτερο αυτό σκοπό του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής πρέπει, κατά την άποψή μου, να εξεταστεί εάν καθ’ εαυτήν η αναχώρηση πολίτη της Ένωσης αρκεί για να εκτελεστεί πλήρως μια απόφαση απομάκρυνσης.

74.      Ως προς το ζήτημα αυτό, εκτιμώ ότι τυχόν ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής υπό την έννοια ότι η απόφαση απομάκρυνσης παύει, τρόπον τινά αυτομάτως, να παράγει έννομα αποτελέσματα από τη στιγμή που ο πολίτης της Ένωσης εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής θα καθιστούσε, κατ’ ουσίαν, άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας όχι μόνον το συγκεκριμένο άρθρο, αλλά και, κατ’ επέκταση, το σύνολο των διατάξεων που καθορίζουν τις προϋποθέσεις του δικαιώματος προσωρινής διαμονής.

75.      Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε στα σημεία 43 έως 53 των παρουσών προτάσεων, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως απομάκρυνσης βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής ενδέχεται να διαφέρουν αναλόγως του είδους του καθεστώτος διαμονής που ίσχυε στην περίπτωση του πολίτη της Ένωσης ή του μέλους της οικογένειάς του πριν από την απομάκρυνσή του. Παρουσιάζουν, ωστόσο, ένα κοινό σημείο – δεν πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απομάκρυνσης ενόσω ο ενδιαφερόμενος δεν αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής.

76.      Είναι όμως προφανές ότι δεν είναι δυνατόν, διασχίζοντας τα σύνορα του κράτους μέλους υποδοχής, ο πολίτης της Ένωσης ή το μέλος της οικογένειάς του να μεταβάλει, από τη μία ημέρα στην άλλη, την κατάστασή του, με συνέπεια να μη συνιστά πλέον τέτοιο υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Εάν ίσχυε αυτό, οι αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής δεν θα είχαν, στην πραγματικότητα, καμία δεσμευτική ισχύ. Πράγματι, η έννοια της «απομάκρυνσης» θα στερούνταν κάθε νοήματος εάν, επί παραδείγματι, μπορούσε ένας πολίτης της Ένωσης να ισχυριστεί ότι συμμορφώθηκε με απόφαση απομάκρυνσης απλώς και μόνον λόγω της στιγμιαίας φυσικής παρουσίας του σε όμορο κράτος μέλος.

77.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής έχει την έννοια ότι απόφαση απομάκρυνσης η οποία έχει εκδοθεί βάσει της διατάξεως αυτής δεν θεωρείται ότι έχει εκτελεστεί πλήρως, ώστε να μην παράγει πλέον έννομα αποτελέσματα, εκ του λόγου και μόνον ότι ο πολίτης της Ένωσης έχει εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

78.      Κατά συνέπεια, μολονότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, απομένει εντούτοις να προσδιοριστεί η χρονική διάρκεια των εννόμων αποτελεσμάτων των αποφάσεων αυτών.

2.      Επί του ζητήματος των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως απομάκρυνσης η οποία λαμβάνεται βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής

79.      Εφόσον η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής ήταν το αποφασιστικό στοιχείο που ελήφθη υπόψη για να μην υιοθετηθεί η άποψη ότι η απόφαση απομάκρυνσης παύει να παράγει έννομα αποτελέσματα επειδή ο ενδιαφερόμενος διέσχισε τα σύνορα του κράτους μέλους υποδοχής, εκτιμώ ότι, για λόγους συνοχής, οι ίδιες απαιτήσεις οι οποίες συνδέονται με τη διατήρηση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας πρέπει να αποτελέσουν την κατευθυντήρια γραμμή και για την ανάλυση σχετικά με τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης.

α)      Το κριτήριο της «ουσιαστικής μεταβολής των περιστάσεων» οι οποίες είχαν δικαιολογήσει την έκδοση της αποφάσεως απομάκρυνσης

80.      Καταρχάς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ένα μέτρο απομάκρυνσης βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής χάνει κατ’ ανάγκην τον λόγο ύπαρξής του και καθίσταται, συνεπώς, παρωχημένο, εάν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου ελήφθη το μέτρο κατορθώσει να αποδείξει ότι, μετά την απομάκρυνσή του, ακόμη και την επομένη της ημέρας κατά την οποία εγκατέλειψε το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, επήλθε «ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων» (37) δυνάμει της οποίας πληροί πλέον τις προϋποθέσεις διαμονής που δεν συνέτρεχαν και είχαν δικαιολογήσει την απόφαση απομάκρυνσής του.

81.      Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή, ο πολίτης της Ένωσης, προκειμένου να επικαλεστεί νέο δικαίωμα διαμονής, ιδίως δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής, πρέπει να μπορεί να αποδείξει ενώπιον της Διοίκησης του κράτους μέλους υποδοχής ότι η απόφαση απομάκρυνσης έχει καταστεί παρωχημένη. Είναι αυτονόητο ότι τέτοια ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων επέρχεται όταν ο πολίτης της Ένωσης μπορεί να θεωρηθεί εκ νέου ως εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) ή ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία στο πρώην κράτος μέλος υποδοχής, δεδομένου ότι ένα τέτοιο καθεστώς αποκλείει την απώλεια του δικαιώματος διαμονής βάσει του άρθρου 15 της ως άνω οδηγίας και, επομένως, δεν συμβιβάζεται με την παράλληλη ύπαρξη μιας αποφάσεως απομάκρυνσης (38).

82.      Παρόλο που παρόμοιες καταστάσεις είναι θεωρητικώς πιθανές, στην πραγματικότητα είναι σπάνιο η ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων να επέλθει λίγο μετά την απομάκρυνση του ενδιαφερομένου. Αντιθέτως, τέτοια μεταβολή θα επέλθει συνήθως αφού έχει προηγηθεί διαμονή σε άλλη χώρα. Τίθεται, κατά συνέπεια, το ερώτημα εάν ο μόνος τρόπος για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να διαμείνει εκ νέου στο κράτος μέλος υποδοχής είναι να αποδείξει μια τέτοια ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων.

83.      Στο ερώτημα αυτό θεωρώ ότι πρέπει σαφώς να δοθεί αρνητική απάντηση. Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς το ίδιο το πνεύμα της οδηγίας περί διαμονής, η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση και την ενίσχυση της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, να γίνει δεκτό ότι μια απόφαση απομάκρυνσης εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της καθ’ όσον χρόνο δεν συντρέχει ουσιαστική μεταβολή της κατάστασης του ενδιαφερομένου. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να διαιωνίζονται τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως απομάκρυνσης, ενδεχομένως επ’ αόριστον, όπερ θα έθετε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στην ελευθερία διαμονής.

84.      Προκειμένου να αποτραπεί μια τέτοια κατάσταση, μπορούν να εξεταστούν δύο λύσεις: η πρώτη είναι να καθοριστεί η χρονική διάρκεια των εννόμων αποτελεσμάτων των αποφάσεων απέλασης λαμβάνοντας υπόψη την ακριβή διάρκεια της διαμονής εκτός του κράτους μέλους υποδοχής μετά την απέλαση, σημείο αναφοράς το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικώς, ενώ η δεύτερη είναι να καθοριστεί η χρονική διάρκεια των αποτελεσμάτων της αποφάσεως απομάκρυνσης όχι αποκλειστικώς βάσει της διάρκειας της διαμονής εκτός του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά βάσει μιας δέσμης άλλων στοιχείων.

85.      Για τους κατωτέρω λόγους, προτείνω να απορριφθεί η πρώτη από τις δύο λύσεις και να γίνει δεκτή η δεύτερη.

β)      Το κριτήριο της «διαμονής για ορισμένο χρονικό διάστημα» εκτός του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής

86.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν ένας πολίτης της Ένωσης εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση απομάκρυνσης κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής πρέπει να διαμείνει για ορισμένο χρονικό διάστημα εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η απόφαση αυτή έχει εκτελεστεί. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει το χρονικό αυτό διάστημα.

87.      Ενώ όλες οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο και η Επιτροπή συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η αναχώρηση από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δεν αρκεί, αυτή και μόνη, για να εξαντλήσει τα αποτελέσματα μιας αποφάσεως απομάκρυνσης, μόνον η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εξάντληση των αποτελεσμάτων επέρχεται όταν ο πολίτης έχει όντως εγκαταλείψει πραγματικά το συγκεκριμένο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα, και δη για τουλάχιστον για τρεις μήνες. Ως προς την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, η Ολλανδική Κυβέρνηση εξήγησε, ειδικότερα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι κατά τους τρεις αυτούς μήνες το πρόσωπο το οποίο έχει απομακρυνθεί από το κράτος μέλος υποδοχής δεν θα μπορεί να επικαλεστεί νέο δικαίωμα διαμονής (πλην της περιπτώσεως της «ουσιαστικής μεταβολής των περιστάσεων»), αλλά θα μπορεί να συνεχίσει να εισέρχεται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας περί διαμονής. Πλην όμως, το δικαίωμα εισόδου χορηγείται μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι συντρέχει ειδικός και συγκεκριμένος λόγος που δικαιολογεί την παρουσία του στη συγκεκριμένη εθνική επικράτεια (παραδείγματος χάριν, ιατρική επίσκεψη ή μεμονωμένη αγορά κ.λπ.). Ελλείψει τέτοιου δικαιολογητικού λόγου, τεκμαίρεται ότι ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται στην εθνική αυτή επικράτεια σε συνέχεια του προγενέστερου δικαιώματός του διαμονής και, επομένως, κατά παράβαση της αποφάσεως απομάκρυνσης.

88.      Η πρόταση την οποία διατυπώνει η Ολλανδική Κυβέρνηση παρουσιάζει αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα από πλευράς αποτελεσματικής εφαρμογής των αποφάσεων απομάκρυνσης. Συγκεκριμένα, το να απαιτείται, σε επίπεδο Ένωσης, η ίδια ελάχιστη χρονική περίοδος διαμονής εκτός του κράτους μέλους υποδοχής σε όλες τις περιπτώσεις εγγυάται μια προβλεψιμότητα και, επομένως, την ασφάλεια δικαίου, υπό την έννοια ότι τόσο οι πολίτες της Ένωσης όσο και τα κράτη μέλη θα μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων για πόσο χρόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει έννομα αποτελέσματα η απόφαση απομάκρυνσης. Η προβλεψιμότητα δε αυτή διασφαλίζεται κατά μείζονα λόγο εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 3, της οδηγίας περί διαμονής, η έναρξη της σχετικής χρονικής περιόδου μπορεί να υπολογίζεται με βάση μια ακριβή ημερομηνία, ήτοι έναν μήνα μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως απομάκρυνσης, χωρίς να απαιτείται απόδειξη πραγματικής απομάκρυνσης, η οποία, δεδομένης της απουσίας εσωτερικών συνόρων, θα ήταν δύσκολο να υπάρξει.

89.      Αν γινόταν, ωστόσο, δεκτό ότι τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης πρέπει πάντοτε να ισχύουν για περίοδο τουλάχιστον τριών μηνών, ο πολίτης της Ένωσης θα υποχρεωνόταν, στην πραγματικότητα, προκειμένου να μπορέσει να επικαλεστεί νέο δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής, να αποδείξει διαμονή τριών μηνών εκτός του κράτους μέλους υποδοχής. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, αντίθετη όχι μόνο προς το γράμμα, αλλά και προς το πνεύμα της οδηγίας περί διαμονής.

90.      Ειδικότερα, αφενός, η προσέγγιση αυτή ανάγει τη διαμονή τριών μηνών εκτός του κράτους μέλους υποδοχής σε sine qua nonπροϋπόθεση του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών. Το δικαίωμα αυτό όμως, λαμβανομένου υπόψη του θεμελιώδους χαρακτήρα του (39), όχι μόνον δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά (40), αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μπορεί να περιοριστεί μόνον εφόσον ο σχετικός περιορισμός προβλέπεται στη Συνθήκη ΛΕΕ ή στο παράγωγο δίκαιο (41).

91.      Ως προς το σημείο αυτό, διαπιστώνεται ότι ουδείς κανόνας του παραγώγου δικαίου, περιλαμβανομένης της οδηγίας περί διαμονής, εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος διαμονής από τους πολίτες της Ένωσης, και πιο συγκεκριμένα από εκείνους εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση απομάκρυνσης, από την προϋπόθεση ότι οφείλουν να αποδείξουν τη διαμονή τους εκτός του κράτους μέλους υποδοχής επί ορισμένο χρονικό διάστημα, είτε τριών μηνών είτε μικρότερο. Αν γινόταν δεκτή η πρόταση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως θα συνιστούσε ως εκ τούτου νομολογιακή κατασκευή, στον βαθμό που το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε τον νομοθέτη της Ένωσης προκειμένου να επιβάλει έναν ειδικό κανόνα όσον αφορά τη χρονική διάρκεια των εννόμων αποτελεσμάτων των αποφάσεων απομάκρυνσης. Η αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης θα αντέβαινε όχι μόνον στο γράμμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αλλά και στις αρχές της θεσμικής ισορροπίας και της κατανομής των αρμοδιοτήτων, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Επιπλέον, τίποτε δεν εμποδίζει τον νομοθέτη της Ένωσης να προβλέψει στην οδηγία περί διαμονής συγκεκριμένη διάρκεια για τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης που εκδίδονται βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, όπως έπραξε σε σχέση με τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απαγόρευσης εισόδου στην εθνική επικράτεια (42).

92.      Αφετέρου, η ως άνω πρόταση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως είναι επίσης αντίθετη προς την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 της οδηγίας περί διαμονής, καθόσον περιέχει, χωρίς νομοθετική πρόβλεψη, έναν πρόσθετο όρο για την άσκησητου δικαιώματος εισόδου ‐την «ειδική και συγκεκριμένη» αιτιολόγηση για την επίσκεψη του πολίτη στο κράτος μέλος υποδοχής. Η άσκηση όμως του δικαιώματος εισόδου, το οποίο αποτελεί έκφραση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης, δυσχερώς συμβιβάζεται με μια τέτοια υποχρέωση αιτιολόγησης, ιδίως διότι, λόγω του υποκειμενικού και εν δυνάμει αυθαίρετου χαρακτήρα της, θα ενείχε τον κίνδυνο να αποθαρρύνονται οι ενδιαφερόμενοι από την άσκηση του δικαιώματος αυτού στην πράξη. Βεβαίως, στο πλαίσιο του χώρου Σένγκεν, δεδομένης της απουσίας ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, η αιτιολόγηση θα απαιτούνταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως σε περιπτώσεις αστυνομικών ελέγχων. Μια τέτοια ωστόσο πρακτική ελέγχου μεγάλης κλίμακας θα γινόταν ενδεχομένως αντιληπτή από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ως έμμεση επιβολή απαγορεύσεως εισόδου στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, στον βαθμό που οι προβαλλόμενοι λόγοι θα μπορούσαν να κρίνονται συστηματικώς ως ανεπαρκείς για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Μια τέτοια πρακτική θα αντέβαινε στο ίδιο το πνεύμα του άρθρου 15, παράγραφος 3, της οδηγίας περί διαμονής, το οποίο απαγορεύει στο κράτος μέλος αυτό να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απομάκρυνσης.

93.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί η πρόταση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης πρέπει συστηματικώς (43)να ισχύουν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών.

94.      Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα τα οποία η Ολλανδική Κυβέρνηση επιχειρεί να αντλήσει από μια a contrario ερμηνεία, αφενός, των σχετικών με την «κατάχρηση» διατάξεων των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής (44) και, αφετέρου, της αποφάσεως της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B.(45), προκειμένου να αποδείξει ότι νέο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής μπορεί να αποκτηθεί μόνον από τη στιγμή που υπήρξε «γνήσια και πραγματική διαμονή» εκτός του κράτους μέλους υποδοχής.

95.      Καταρχάς, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καταχρηστική», κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου και των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής, η συμπεριφορά των προσώπων που, αφότου απομακρυνθούν από το έδαφος κράτους μέλους υποδοχής, επιθυμούν να επανεισέλθουν σε αυτό με σκοπό να διαμείνουν εκεί, εφόσον δεν πρόκειται για τεχνητή συμπεριφορά η οποία έχει ως μοναδικό στόχο την απόκτηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής βάσει του δικαίου της Ένωσης και η οποία, παρότι τυπικώς πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης, εντούτοις δεν εξυπηρετεί τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (46). Αντιθέτως, εν προκειμένω, πρέπει απλώς να κριθεί εάν μπορεί να χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο νέο δικαίωμα διαμονής, τηρουμένων τυπικώς των προϋποθέσεων που προβλέπει η σχετική νομοθεσία.

96.      Ακολούθως, επί της ουσίας, δεν υφίσταται πραγματικό σημείο σύνδεσης μεταξύ της αποφάσεως O. και B. και της περιπτώσεως προσώπου που επιθυμεί να διαμείνει εκ νέου στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς πρόκειται για μη συγκρίσιμες υποθέσεις. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση O. και B., το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει τη δυνατότητα κράτους μέλους να μην αναγνωρίσει δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους, μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης ο οποίος έχει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, κατά την επιστροφή του πολίτη αυτού στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, σε περίπτωση κατά την οποία ο πολίτης, πριν από την επιστροφή του, διέμεινε σε άλλο κράτος μέλος με το οικείο μέλος της οικογένειάς του, απλώς και μόνον υπό την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Η υπόθεση, επομένως, αφορούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης παράγωγου δικαιώματος διαμονής στον υπήκοο τρίτου κράτους και, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, κρίθηκε ότι το κριτήριο της «πραγματικής διαμονής» στο κράτος μέλος υποδοχής του πολίτη της Ένωσης και του μέλους της οικογένειάς του παρέχει παράγωγο δικαίωμα διαμονής, κατά την επιστροφή του πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς του (47). Σε μια περίπτωση, όμως, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, ο ενδιαφερόμενος δεν επιδιώκει να προβάλει παράγωγο δικαίωμα διαμονής το οποίο απέκτησε διά της εγκατάστασής του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος υποδοχής, προκειμένου να αντλήσει εξ αυτού όφελος κατά την επιστροφή του στο κράτος μέλος υποδοχής.

97.      Τέλος, αντιθέτως προς την απόφαση O. και B., ουδείς λόγος συντρέχει να απαιτείται, σε συνέχεια μιας αποφάσεως απομάκρυνσης, «μόνιμη διαμονή» ή «πραγματική διαμονή» σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο το οποίο εξέδωσε τη σχετική απόφαση. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο πολίτης έπαυσε να διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους που εξέδωσε την απόφαση απομάκρυνσης. Πράγματι, η υποχρέωση να εγκαταλείψει την εθνική επικράτεια μετά την έκδοση αποφάσεως απέλασης δεν μπορεί να συνεπάγεται υποχρέωση να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος και να αποκτήσει εκ νέου «πραγματική διαμονή», δεδομένου ότι μια τέτοια υποχρέωση αντιβαίνει στη θεμελιώδη ελευθερία του πολίτη της Ένωσης να διαμένει όπου επιθυμεί στο έδαφος της Ένωσης.

γ)      Τα λοιπά κρίσιμα στοιχεία

98.      Από την παρούσα ανάλυση συνάγεται, αφενός, ότι τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης που εκδίδονται βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής δεν παύουν να ισχύουν εκ του λόγου ότι ο πολίτης εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και, αφετέρου, ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να διατηρούνται καθ’ όσον χρόνο ο πολίτης δεν πληροί εκ νέου τις προϋποθέσεις διαμονής ή διαμονής ορισμένης διάρκειας εκτός του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Επομένως, εκ των ανωτέρω μπορεί να συναχθεί ότι οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να εκτιμούν κατά περίπτωση τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης.

99.      Συναφώς, η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων της οδηγίας περί διαμονής πρέπει μεν να αποτελέσει την κατευθυντήρια γραμμή κατά τον καθορισμό των κρίσιμων στοιχείων, πλην όμως φρονώ ότι τουλάχιστον τρία στοιχεία θα πρέπει να συναπαρτίζουν τη δέσμη των ενδείξεων που θα λαμβάνουν υπόψη οι εθνικές αρχές.

100. Πρώτον, εκτιμώ ότι, για να έχουν επέλθει τα έννομα αποτελέσματα μιας αποφάσεως απομάκρυνσης και για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει εκ νέου δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, είναι αναγκαίο να έχει εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους, τερματίζοντας όντως τη διαμονή του στη συγκεκριμένη χώρα. Στην περίπτωση αυτή, η Διοίκηση οφείλει να ελέγξει εάν ο ενδιαφερόμενος έχει όντως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποδείξει ότι έπαυσε να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος. Τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία διαφέρουν ανάλογα με το είδος της διαμονής, μπορούν να είναι κρίσιμα για να προσδιοριστεί κατά πόσον η διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής όντως τερματίστηκε πραγματικά. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος διέμενε στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας περί διαμονής και απομακρύνθηκε διότι δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις διατήρησης του δικαιώματος αυτού βάσει του άρθρου 14 της ίδιας οδηγίας, τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία οφείλει να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να τεκμηριώσει την πραγματική αναχώρησή του από την εθνική επικράτεια είναι, ως εκ της φύσεώς τους και λόγω του γεγονότος ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε τον χρόνο να ενταχθεί στο κράτος μέλος υποδοχής, ευκολότερο να εξευρεθούν. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πολίτης της Ένωσης ο οποίος ασκεί τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής δεν έχει ως σκοπό να εγκατασταθεί στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τρόπο που να προσφέρεται για τη σύναψη ή τη σύσφιξη οικογενειακών δεσμών εντός του κράτους μέλους αυτού (48). Αντιθέτως, όταν ο ενδιαφερόμενος διέμενε στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας, η απόδειξη ενδέχεται να είναι πιο απαιτητική. Παραδείγματος χάριν, ο πολίτης αυτός πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει αιτηθεί τη διαγραφή του από μητρώο πληθυσμού, τη λύση σύμβασης μίσθωσης ή παροχής ύδατος ή ενέργειας, τη μετακόμιση, την αποεγγραφή από υπηρεσία επαγγελματικής επανένταξης ή τη λήξη άλλων σχέσεων που προϋποθέτουν μόνιμη παρουσία. Συναφώς, διαπιστώνω ότι, μολονότι η χρονική διάρκεια της απουσίας από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δεν πρέπει να είναι, αυτή καθ’ εαυτήν, καθοριστική ούτε να λαμβάνεται υπόψη μεμονωμένα, θα μπορούσε εντούτοις να αποτελέσει ένα από τα σημαντικά στοιχεία τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη οι εθνικές αρχές. Είναι αυτονόητο ότι τυχόν απουσία μακράς διάρκειας συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι όντως η διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής τερματίστηκε πραγματικά και, άρα, υπέρ της παύσης της ισχύος των εννόμων συνεπειών της αποφάσεως απέλασης.

101. Δεύτερον, όπως έχει ήδη καταδειχθεί, οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν πρέπει να υπόκεινται σε μέτρα απομάκρυνσης ενόσω δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Προκειμένου να εκτιμήσει εάν ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος και να προβεί, ενδεχομένως, στην απομάκρυνσή του, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας περί διαμονής, να εξετάσει «εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής, την προσωπική κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε». Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αυτά, οι εθνικές αρχές θα πρέπει συνεπώς να μπορούν να ελέγχουν, βάσει εξατομικευμένης εξέτασης, εάν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση απομάκρυνσης, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής, δεν αποτελεί πλέον υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και δύναται, επομένως, να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 6 της ίδιας οδηγίας. Η εκτίμηση αυτή μπορεί να συνίσταται στην αξιολόγηση της προσωπικής καταστάσεως και της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου μετά την απομάκρυνσή του. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η έννοια της «κοινωνικής πρόνοιας» είναι ευρεία και καλύπτει το σύνολο των χρηματοδοτούμενων από τον κρατικό προϋπολογισμό παροχών για τις οποίες ο πολίτης της Ένωσης δεν έχει καταβάλει εισφορές (49). Παραδείγματος χάριν, όταν ένα πρόσωπο, όπως ο εκκαλών της κύριας δίκης, επιδεικνύει επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά μετά την απομάκρυνσή του (50), η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε να είναι κρίσιμη, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο να αποτελέσει το πρόσωπο αυτό υπέρμετρο βάρος λόγω της κινητοποιήσεως, εξαιτίας της συμπεριφοράς του, σημαντικού μέρους των πόρων της αστυνομίας. Απόκειται, εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον μια τέτοια προσφυγή σε πόρους κοινωνικής πρόνοιας θα στερούνταν εύλογου χαρακτήρα.

102. Τρίτον και τελευταίον, ένα άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη είναι η πρόθεση του ενδιαφερομένου να συμμορφωθεί με την απόφαση απομάκρυνσης και να διαρρήξει τους υφιστάμενους δεσμούς με το κράτος μέλος υποδοχής. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει ωστόσο μια σειρά πρακτικών δυσχερειών κατά την εφαρμογή του, ιδίως διότι φαίνεται δύσκολο να αξιολογηθεί αντικειμενικώς η πραγματική πρόθεση κάποιου να τερματίσει τη διαμονή του. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η εθνική διοικητική αρχή θα αναγκαζόταν να προβεί σε «δίκη προθέσεων», οι οποίες δύσκολα θα μπορούσαν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικές ενδείξεις, ιδίως εάν υφίσταται είτε χρονική εγγύτητα μεταξύ της ημερομηνίας αναχώρησης και του ελέγχου από τη Διοίκηση είτε γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ του τόπου όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος και του κράτους μέλους υποδοχής.

V.      Πρόταση

103. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ως εξής:

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, έχει την έννοια ότι απόφαση απομάκρυνσης, η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος υποδοχής βάσει της ως άνω διατάξεως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει εκτελεστεί πλήρως και ότι παράγει έννομα αποτελέσματα εκ του λόγου και μόνον ότι το πρόσωπο το οποίο αφορά η απόφαση έχει εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους. Απόκειται στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να εκτιμήσουν τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων απομάκρυνσης βάσει εξατομικευμένης εξέτασης της περιπτώσεως του συγκεκριμένου προσώπου, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενη ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων, δυνάμει της οποίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να πληροί εκ νέου τις προϋποθέσεις διαμονής που δεν συνέτρεχαν και είχαν δικαιολογήσει την απόφαση απομάκρυνσης ή, ελλείψει τέτοιας μεταβολής, μια δέσμη στοιχείων όπως, μεταξύ άλλων, τον πραγματικό τερματισμό της διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, στο πλαίσιο του οποίου η χρονική διάρκεια της διαμονής εκτός της επικράτειάς του συνιστά ενδεικτικό και όχι αποφασιστικό κριτήριο, καθώς και τον κίνδυνο να αποτελέσει ο ενδιαφερόμενος υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του ως άνω κράτους μέλους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011 (ΕΕ 2011, L 141, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, και ΕΕ 2007, L 204, σ. 28).


3      Το Δικαστήριο έχει κληθεί να ερμηνεύσει ορισμένες άλλες πτυχές του άρθρου 15 της οδηγίας περί διαμονής, ιδίως το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό, στις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2018, Banger (C‑89/17, EU:C:2018:570, σκέψεις 42 έως 52), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψεις 71 έως 88). Σε ερμηνεία των ίδιων διαδικαστικών εγγυήσεων προέβη και ο γενικός εισαγγελέας M. Szpunar στις προτάσεις του στην υπόθεση G. M. A. (Πρόσωπο που αναζητεί εργασία) (C‑710/19, EU:C:2020:739, σημεία 86 έως 99).


4      Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2006, L 105, σ. 1).


5      Το συγκεκριμένο μητρώο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Μητρώου πληθυσμού και περιλαμβάνει, ειδικότερα, τα στοιχεία των προσώπων που κατοικούν στις Κάτω Χώρες για χρονικό διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών.


6      Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο FS είχε εργαστεί επί πέντε μήνες στις Κάτω Χώρες, αλλά δεν ασκούσε πλέον καμία οικονομική δραστηριότητα, ότι δεν είχε αποδείξει ότι ήταν ακουσίως άνεργος ούτε ότι αναζητούσε εργασία, καθώς και ότι δεν διέθετε επαρκείς πόρους για να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες του.


7      Εν τω μεταξύ ο Υφυπουργός αναθεώρησε την εκτίμηση αυτή, αναγνωρίζοντας ότι ο FS είχε συμμορφωθεί με τη σχετική απόφαση εντός της ταχθείσας προθεσμίας (βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων).


8      Βλ. απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψεις 53 και 56).


9      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπογράφηκε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19) και τέθηκε σε ισχύ στις 26 Μαρτίου 1995.


10      Βλ. άρθρο 8 ΕΚ (ΕΕ 1992, C 191, σ. 1).


11      Με την έκδοση της οδηγίας περί διαμονής, βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να κωδικοποιηθεί σε ενιαία πράξη το προϊσχύσαν παράγωγο δίκαιο το οποίο αφορούσε χωριστά τους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς, τους φοιτητές και άλλα πρόσωπα άνευ επαγγέλματος, προκειμένου να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4). Υπερβαίνοντας την αποσπασματική αυτή προσέγγιση, η εν λόγω οδηγία τροποποίησε ή και κατήργησε το συγκεκριμένο παράγωγο δίκαιο, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό μια νέα διάσταση στην ελευθερία κυκλοφορίας επί τη βάσει της ιθαγένειας της Ένωσης (απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2010, Lassal, C‑162/09, EU:C:2010:592, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


12      Βλ. αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας περί διαμονής, καθώς και απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Dano (C‑333/13, EU:C:2014:2358, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


13      Βλ. άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί διαμονής.


14      Βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005, Oulane (C‑215/03, EU:C:2005:95, σκέψεις 21 και 35).


15      Βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005, Oulane (C‑215/03, EU:C:2005:95, σκέψεις 24 και 25).


16      Βλ. άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί διαμονής.


17      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας περί διαμονής.


18      Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψεις 60 και 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, η οδηγία περί διαμονής προβλέπει περιπτώσεις διατήρησης του παράγωγου δικαιώματος διαμονής όταν η απαίτηση περί συνοδείας του πολίτη της Ένωσης ή μετάβασης με σκοπό τη συνάντηση και την εγκατάσταση μαζί του δεν είναι πλέον δυνατόν να πληρούται, ήτοι σε περίπτωση θανάτου ή αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης (άρθρο 12) ή σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρισμένης συμβίωσης (άρθρο 13). Στις περιπτώσεις αυτές, τα μέλη της οικογένειας που είναι υπήκοοι κράτους μέλους, προκειμένου να διατηρήσουν το δικαίωμά τους διαμονής, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής (άρθρο 12, παράγραφος 1, και άρθρο 13, παράγραφος 1), ενώ τα μέλη της οικογένειας που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας πρέπει να πληρούν τις ειδικές προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται συναφώς στο άρθρο 12, παράγραφος 2, και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah, C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψη 66).


19      Πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε στο άρθρο 27, παράγραφος 1, ούτε στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής γίνεται χρήση του όρου «αποφάσεις απομάκρυνσης», αλλά γίνεται αναφορά γενικότερα σε «περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής» και σε «απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας» αντιστοίχως. Από τις λοιπές, ωστόσο, διατάξεις της οδηγίας συνάγεται ότι μεταξύ των μέτρων αυτών καταλέγονται σαφώς οι «αποφάσεις απέλασης» (βλ., αντιστοίχως, άρθρο 28, παράγραφος 1, και άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της ίδιας οδηγίας).


20      Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαμονής, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να εκδίδουν απόφαση απομάκρυνσης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο έδαφός τους, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.


21      Βλ. κεφάλαιο VI της οδηγίας περί διαμονής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας».


22      Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψη 74).


23      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και είναι δικαιούχοι των παρεχόμενων από αυτήν δικαιωμάτων και τα κατά τον ορισμό του άρθρου 2, σημείο 2, μέλη της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης τα οποία τον συνοδεύουν ή μεταβαίνουν στο κράτος μέλος υποδοχής για να τον συναντήσουν και να εγκατασταθούν μαζί του (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah, C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


24      Στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας περί διαμονής επισημαίνεται ακόμη ότι «[τ]ο κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να εξετάζει εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής, την προσωπική κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε, προκειμένου να εκτιμά εάν ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιάς του και να προβαίνει στην απέλασή του».


25      Η εφαρμογή του κριτηρίου του υπέρμετρου βάρους για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας θα μπορούσε επίσης να αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαμονής, σχετικά με τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης καταχωρισμένης συμβίωσης, προϋποθέσεις οι οποίες δεν συνδέονται με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.


26      Βλ. αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑344/95, EU:C:1997:81, σκέψεις 12 έως 18), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, G. M. A. (Πρόσωπο που αναζητεί εργασία) (C‑710/19, EU:C:2020:1037, σκέψεις 22 έως 27).


27      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαμονής, μέτρα απέλασης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας δικαιολογούνται μόνον εάν η επίμαχη συμπεριφορά συνιστούσε «πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας». Η Επιτροπή έχει επισημάνει επ’ αυτού ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαναλαμβανόμενες πράξεις ελάσσονος εγκληματικότητας θα μπορούσαν, από κοινού, να συνιστούν ενιαία πράξη η οποία αποτελεί αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη. Βλ. σημείο 3.2 της ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για την καλύτερη ενσωμάτωση και εφαρμογή της [οδηγίας περί διαμονής] [COM(2009) 313 τελικό, σ. 12, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής)]. Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη πλειόνων καταδικαστικών αποφάσεων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να αποδειχθεί μια τέτοια απειλή και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω πρόταση της Επιτροπής πρέπει να εφαρμόζεται μόνον κατ’ εξαίρεση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2007, Polat, C‑349/06, EU:C:2007:581, σκέψεις 28 έως 39).


28      Πράγματι, σε περίπτωση χορήγησης νέου δικαιώματος διαμονής από κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος υποδοχής, το νέο δικαίωμα διαμονής θα σήμαινε εκ των πραγμάτων ότι η απόφαση απομάκρυνσης παύει να παράγει αποτελέσματα erga omnes, δηλαδή ακόμη και έναντι του κράτους μέλους υποδοχής.


29      Βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, εάν με κάθε διέλευση των συνόρων εκκινούσε και μια νέα τρίμηνη χρονική περίοδος, τούτο θα οδηγούσε στην de facto αναγνώριση ενός απεριόριστου και αυτόματου δικαιώματος διαμονής για χρονικές περιόδους τριών διαδοχικών μηνών υπέρ πολιτών της Ένωσης που δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 7 της οδηγίας περί διαμονής.


30      Απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C‑483/17, EU:C:2019:309, σκέψεις 37 και 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η φράση «κατ’ αναλογία» πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι οι διατάξεις των άρθρων 30 και 31 της οδηγίας περί διαμονής εφαρμόζονται, στο πλαίσιο του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής, μόνον εφόσον μπορούν πράγματι να εφαρμοσθούν, ενδεχομένως κατόπιν των αναγκαίων προσαρμογών, σε αποφάσεις που εκδίδονται για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah, C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψη 81).


32      Βλ., επίσης, άρθρο 31, παράγραφος 4, της οδηγίας περί διαμονής.


33      Πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ (C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 48).


34      Επιπλέον, παρατηρώ ότι η απόφαση απαγόρευσης εισόδου στην εθνική επικράτεια αποτελεί μέτρο του οποίου η διάρκεια μπορεί, δυνητικά, να είναι απεριόριστη χρονικά («απαγόρευση διά βίου πρόσβασης στην εθνική επικράτεια»), οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα πλήττονταν δυσανάλογα τα πρόσωπα που καλύπτονται από την οδηγία περί διαμονής (βλ. αιτιολογική σκέψη 27). Αντιθέτως, η απόφαση απομάκρυνσης θα μπορούσε να εκτελεστεί στιγμιαία και, ακόμη και αν τα έννομα αποτελέσματα μιας τέτοιας αποφάσεως μπορούν να διατηρηθούν μετά την απομάκρυνση, υπό τη μορφή απαγόρευσης χορηγήσεως νέου δικαιώματος διαμονής, η απαγόρευση αυτή δεν είναι δυνατόν να παρατείνεται επ’ αόριστον, διότι τότε θα επρόκειτο για απόφαση διά βίου απαγόρευσης διαμονής.


35      Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:693, σκέψη 74).


36      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Brey (C‑140/12, EU:C:2013:337, σημείο 44).


37      Η έννοια προέρχεται από το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας περί διαμονής, το οποίο αφορά τις απαγορεύσεις εισόδου στην εθνική επικράτεια, μπορεί όμως να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογίαν, και στις αποφάσεις απομάκρυνσης. Πρβλ., επίσης, απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, Adoui και Cornuaille (115/81 και 116/81, EU:C:1982:183, σκέψη 12).


38      Εξάλλου, τα μέλη της οικογένειας που είχαν, πριν από την απομάκρυνσή τους, παράγωγο δικαίωμα διαμονής πρέπει επίσης να μπορούν να απολαύουν της ίδιας δυνατότητας όταν πληρούν εκ νέου τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, ή του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας περί διαμονής. Ωστόσο, η κατάσταση είναι λιγότερο προφανής για τα μέλη της οικογένειας που επικαλούνται τη «διατήρηση» ενός τέτοιου δικαιώματος, κατά την έννοια των άρθρων 12 και 13 της οδηγίας αυτής, δεδομένου ότι η διατήρηση αυτή προϋποθέτει ότι το επίμαχο δικαίωμα διαμονής δεν έχει διακοπεί. Μια τέτοια διακοπή σαφώς επέρχεται όταν παύει το δικαίωμα διαμονής και εκδίδεται απόφαση απομάκρυνσης. Ως εκ τούτου, όταν το μέλος της οικογένειας έχει απομακρυνθεί, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να επικαλεστεί τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής. Επομένως, μόνον όταν το μέλος της οικογένειας πληροί το ίδιο τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 ή 7 της οδηγίας, δικαιολογεί η ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων εκ νέου δικαίωμα διαμονής. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι διατάξεις της οδηγίας περί διαμονής δεν παρέχουν κανένα αυτοτελές δικαίωμα στους υπηκόους τρίτων χωρών, δεδομένου ότι τα δικαιώματα που τυχόν τους παρέχονται απορρέουν από την εκ μέρους πολίτη της Ένωσης άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας (απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B., C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 36).


39      Βλ. σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.


40      Πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 84), και της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C‑483/17, EU:C:2019:309, σκέψη 38).


41      Υπό την ίδια έννοια, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκησή του πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 52 του Χάρτη, «να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο [του Χάρτη]».


42      Βλ. σημεία 68 και 69 των παρουσών προτάσεων.


43      Τούτο δεν σημαίνει ότι οι έννομες συνέπειες των αποφάσεων απομάκρυνσης δεν μπορούν, βάσει ατομικής αξιολόγησης της κάθε περιπτώσεως, να διατηρηθούν για χρονικό διάστημα πλέον των τριών μηνών.


44      Βλ. υποσημείωση 27, κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, σημείο 4.3, «Άλλες μορφές κατάχρησης», σ. 18.


45      C‑456/12, EU:C:2014:135.


46      Πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψεις 52 επ.), και της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 58).


47      Βλ. απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψεις 56 και 57).


48      Απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 52).


49      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Brey (C‑140/12, EU:C:2013:337, σημείο 41)· βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 61).


50      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, «[μ]ετά την άρση της κρατήσεως, ακόμη δύο καταγγελίες υποβλήθηκαν στην αστυνομία σχετικά με τον αλλοδαπό».