Language of document : ECLI:EU:C:2013:294

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 8ης Μαΐου 2013 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑204/12 έως C‑208/12

Essent Belgium NV

κατά

Vlaamse Reguleringsinstantie voor de Elektriciteits- en Gasmarkt

[αιτήσεις του rechtbank van eerste aanleg te Brussel (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό – Οδηγία 2001/77/ΕΚ – Εθνικά συστήματα στηρίξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – Υποχρέωση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας να αποκτούν πράσινα πιστοποιητικά – Απαγορεύεται να λαμβάνονται υπόψη εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο»





1.        Είναι συμβατή με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων η θέσπιση ενός συστήματος στηρίξεως της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο χορηγεί πράσινα πιστοποιητικά στους εγκατεστημένους σε ορισμένη περιφέρεια παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και επιβάλλει στους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας να καταθέτουν κάθε έτος έναν αριθμό πράσινων πιστοποιητικών που αντιστοιχεί σε μια ποσόστωση, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιούν εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ);

2.        Αυτό είναι, στην ουσία, το κύριο ζήτημα που τίθεται με τις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, οι οποίες αφορούν επίσης την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (2), και της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (3).

3.        Ευρισκόμενη σε μια ζώνη παρεμβολών και δυνητικής αντιπαραθέσεως δύο πολύ ισχυρών δυνάμεων για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος, οι παρούσες υποθέσεις φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αναγκάζουν το Δικαστήριο να αποδυθεί σε μια δύσκολη και παρακινδυνευμένη προσπάθεια συμφιλιώσεως και αναζητήσεως ισορροπίας μεταξύ των σκοπών αυτών που αμφότεροι είναι θεμελιώδους αξίας.

4.        Παρά ταύτα, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν θα χρειαστεί να αποδυθεί στην προσπάθεια αυτή, επειδή η επίμαχη εθνική ρύθμιση, στο μέτρο που απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από την αλλοδαπή, δεν έχει και δεν μπορεί να έχει ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.

5.        Με τις προτάσεις μου θα υποστηρίξω ότι, μολονότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77 δεν αποκλείει μια εσωτερική ρύθμιση στηρίξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία, χορηγώντας πράσινα πιστοποιητικά στους εγκατεστημένους σε ορισμένη περιφέρεια παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και επιβάλλοντας στους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας να καταθέτουν κάθε έτος έναν αριθμό πράσινων πιστοποιητικών που αντιστοιχεί σε μια ποσόστωση, δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τον ΕΟΧ, παρά ταύτα τα άρθρα 28 ΕΚ και 11 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (4), αποκλείουν μια τέτοια ρύθμιση, η οποία κατά τρόπο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις εμποδίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, χωρίς η ρύθμιση αυτή να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους που ανάγονται στην προστασία του περιβάλλοντος.

I –    Το εφαρμοστέο δίκαιο

 Α       Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Η οδηγία 2001/77

6.        Η οδηγία 2001/77, η οποία, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική της σκέψη 1, εκδόθηκε για να συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος και στην αειφόρο ανάπτυξη, να δημιουργήσει επιτόπιες θέσεις εργασίας, να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, να συμβάλει στην ασφάλεια του εφοδιασμού και στην ταχύτερη επίτευξη των στόχων του πρωτοκόλλου του Κυότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, το οποίο υπογράφτηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1997 (5) και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2002/358/ΕΚ (6), καθόρισε εθνικούς ενδεικτικούς στόχους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να επιτευχθεί συνολικό μερίδιο της τάξεως του 22 % το 2010.

7.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 10, 11 και 14 έως 16 της οδηγίας 2001/77 είχαν ως εξής:

«(10) Η παρούσα οδηγία δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν την αγορά εγγύησης προέλευσης από άλλα κράτη μέλη ή την αντίστοιχη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ως συμβολή στην εκπλήρωση υποχρέωσης εθνικής ποσόστωσης. Ωστόσο, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και να αυξηθεί η διαφάνεια κατά την επιλογή των καταναλωτών μεταξύ ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από μη ανανεώσιμες πηγές και ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές, η εγγύηση προέλευσης της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας είναι αναγκαία. Τα συστήματα εγγύησης προέλευσης δεν συνεπάγονται αφ’ εαυτά δικαίωμα απολαβής των εθνικών μηχανισμών στήριξης που έχουν συσταθεί στα διάφορα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό να καλύπτονται από τέτοια εγγύηση προέλευσης όλες οι μορφές ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

(11)      Είναι σημαντικό να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ εγγυήσεων προέλευσης και ανταλλάξιμων πράσινων πιστοποιητικών.

[…]

(14)      Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διάφορους μηχανισμούς υποστήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των πράσινων πιστοποιητικών, των ενισχύσεων για επενδύσεις, των φορολογικών απαλλαγών ή μειώσεων, των επιστροφών φόρων και των συστημάτων άμεσης στήριξης των τιμών. Ένα σημαντικό μέσο επίτευξης του στόχου της παρούσας οδηγίας είναι η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των μηχανισμών αυτών, έως ότου τεθεί σε λειτουργία κοινοτικό πλαίσιο, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών.

(15)      Είναι πολύ νωρίς για να αποφασισθεί ένα ευρύ κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τα συστήματα στήριξης, λόγω της περιορισμένης πείρας από τα εθνικά συστήματα και του σχετικά μικρού σημερινού μεριδίου στην Κοινότητα της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και η οποία επιδοτείται.

(16)      Ωστόσο, είναι αναγκαίο να προσαρμοστούν, μετά από επαρκή μεταβατική περίοδο, τα συστήματα στήριξης στην αναπτυσσόμενη εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας […].»

8.        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/77 όριζε ότι σκοπός της «είναι η προαγωγή της αύξησης της συμβολής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και η δημιουργία βάσης για ένα μελλοντικό κοινοτικό πλαίσιο στον εν λόγω τομέα».

9.        Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την προώθηση της αύξησης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σύμφωνα με τους εθνικούς ενδεικτικούς στόχους οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 2. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο.»

10.      Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Συστήματα στήριξης», όριζε:

«1.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης [ΕΚ], η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τους οποίους ένας παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας, με βάση κανονισμούς που εκδίδουν οι δημόσιες αρχές, τυγχάνει άμεσης ή έμμεσης στήριξης και οι οποίοι μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν το εμπόριο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι μηχανισμοί αυτοί συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων των άρθρων 6 και 174 της Συνθήκης [ΕΚ].

2.      Η Επιτροπή, το αργότερο στις 27 Οκτωβρίου 2005, υποβάλλει […] έκθεση [η οποία] συνοδεύεται, ενδεχομένως, από πρόταση κοινοτικού πλαισίου για τα συστήματα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Κάθε πρόταση για το πλαίσιο αυτό θα πρέπει:

[…]

β)      να συμβιβάζεται με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας·

[…]».

11.      Το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77, το οποίο επιγράφεται «Εγγύηση προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας», όριζε:

«1.      Τα κράτη μέλη, το αργότερο στις 27 Οκτωβρίου 2003, φροντίζουν ώστε η προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να είναι καθεαυτή εγγυημένη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, με βάση αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, τα οποία καθορίζει κάθε κράτος μέλος. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη φροντίζουν να εκδίδεται εγγύηση προέλευσης, κατόπιν αιτήσεως.

[…]

3.      Οι εγγυήσεις προέλευσης:

–        προσδιορίζουν την πηγή από την οποία έχει παραχθεί η ηλεκτρική ενέργεια, διευκρινίζοντας τις ημερομηνίες και τους τόπους παραγωγής, και, στις περιπτώσεις των υδροηλεκτρικών σταθμών, αναφέρουν την ισχύ,

–        επιτρέπουν στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να αποδεικνύουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που πωλούν παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

4.      Αυτές οι εγγυήσεις προέλευσης, εκδιδόμενες δυνάμει της παραγράφου 2, θα πρέπει να αναγνωρίζονται αμοιβαία από τα κράτη μέλη, αποκλειστικά ως απόδειξη των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 3. Τυχόν άρνηση αναγνώρισης εγγύησης προέλευσης ως απόδειξης, ιδίως για λόγους πρόληψης της απάτης, πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια. […]»

12.      Η οδηγία 2001/77 ενσωματώθηκε στη Συμφωνία ΕΟΧ με την απόφαση 102/2005 της μεικτής επιτροπής του ΕΟΧ, της 8ης Ιουλίου 2005, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2006 και τροποποιεί το παράρτημα IV (Ενέργεια) της εν λόγω Συμφωνίας (7).

13.      Τα άρθρα 2, 3, παράγραφος 2, και 4 έως 8 της οδηγίας 2001/77 καταργήθηκαν από 1ης Απριλίου 2010 με την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (8). Η οδηγία αυτή κατήργησε στο σύνολό της την οδηγία 2001/77 από 1ης Ιανουαρίου 2012.

2.      Η οδηγία 2003/54

14.      Η οδηγία 2003/54 αποτελεί μέρος του «δεύτερου πακέτου ρυθμίσεων για την ενέργεια» που ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε με σκοπό την προοδευτική ελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

15.      Στην αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2003/54 εκτίθενται:

«Η τήρηση των προδιαγραφών περί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση της παρούσας οδηγίας, η δε παρούσα οδηγία θα πρέπει προ πάντων να καθορίζει κοινά ελάχιστα πρότυπα τα οποία θα τηρούνται από όλα τα κράτη μέλη και τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της προστασίας των καταναλωτών, της ασφάλειας του εφοδιασμού, της προστασίας του περιβάλλοντος και των ισοδύναμων επιπέδων ανταγωνισμού σε όλα τα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό οι απαιτήσεις περί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας να μπορούν να ερμηνεύονται σε εθνική βάση, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες και τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου.»

16.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, βάσει της θεσμικής τους οργάνωσης και τηρώντας δεόντως την αρχή της επικουρικότητας, ότι, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας, με σκοπό την επίτευξη μιας ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικώς βιώσιμης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους.

2.      Τηρώντας πλήρως τις οικείες διατάξεις της Συνθήκης [ΕΚ], και ιδίως το άρθρο 86, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας οι οποίες μπορούν να αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας του εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα και τις τιμές παροχής, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του κλίματος και της ενεργειακής αποδοτικότητας. Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους εθνικούς καταναλωτές. […]»

17.      Η οδηγία 2003/54 ενσωματώθηκε στη Συμφωνία ΕΟΧ με την απόφαση 146/2005 της μεικτής επιτροπής του ΕΟΧ, της 2ας Δεκεμβρίου 2005, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2007 και τροποποιεί το παράρτημα IV (Ενέργεια) της εν λόγω Συμφωνίας (9).

 Β –       Το δίκαιο της Φλαμανδικής Περιφέρειας

1.      Το διάταγμα της 17ης Ιουλίου 2000 για την οργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας

18.      Το διάταγμα για την οργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Vlaams decreet houdende de organisatie van de elektriciteitsmarkt), της 17ης Ιουλίου 2000 (10), είχε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει την εφαρμογή των οδηγιών 2001/77 και 2003/54. Το διάταγμα αυτό καταργήθηκε με διάταγμα της 8ης Μαΐου 2009.

19.      Το άρθρο 2, σημείο 17, του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια όριζε ως «[πράσινο] πιστοποιητικό» «ένα μεταβιβάσιμο άυλο αγαθό από το οποίο προκύπτει ότι ένας [παραγωγός] παρήγαγε, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους, συγκεκριμένη ποσότητα [πράσινης] ηλεκτρικής ενέργειας, εκπεφρασμένη σε kWh».

20.      Το άρθρο 22 του διατάγματος αυτού όριζε ότι, «[γ]ια την [πράσινη] ηλεκτρική ενέργεια της οποίας ο παραγωγός αποδεικνύει ότι αυτή παρήχθη στη Φλαμανδική Περιφέρεια [...], η ρυθμιστική αρχή χορηγεί κατόπιν αιτήσεως του παραγωγού ένα πράσινο πιστοποιητικό ανά 1 000 kWh».

21.      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του εν λόγω διατάγματος όριζε ότι «[κ]άθε επιχειρηματίας που προμηθεύει ηλεκτρική ενέργεια σε τελικούς πελάτες συνδεδεμένους με το δίκτυο διανομής ή το δίκτυο μεταφοράς οφείλει κάθε έτος πριν από τις 31 Μαρτίου να καταθέτει στη ρυθμιστική αρχή τον αριθμό [πράσινων] πιστοποιητικών που καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 2».

22.      Το άρθρο 23 bis του ίδιου διατάγματος επέτρεπε την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας σε τελικούς πελάτες εντός της Φλαμανδικής Περιφέρειας «στο μέτρο που ο προμηθευτής καταθέτει στη [Vlaamse Reguleringsinstantie voor de Elektriciteits- en Gasmarkt (11)] τον αντίστοιχο αριθμό [πράσινων] πιστοποιητικών».

23.      Το άρθρο 24 του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια όριζε ότι η Vlaamse regering (Φλαμανδική Κυβέρνηση) (12) «ορίζει τις λεπτομέρειες και τις διαδικασίες χορηγήσεως των [πράσινων] πιστοποιητικών και καθορίζει τα πιστοποιητικά που λαμβάνονται υπόψη για την τήρηση της υποχρεώσεως του άρθρου 23».

24.      Το άρθρο 25 του ίδιου διατάγματος όριζε ότι, «τηρουμένου του άρθρου 23, επιτρέπεται στη Φλαμανδική Κυβέρνηση, μετά από γνώμη της ρυθμιστικής αρχής, να δέχεται, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη ίσων ή ισοδύναμων εγγυήσεων σχετικά με τη χορήγηση τέτοιων πιστοποιητικών, πιστοποιητικά για [πράσινη] ηλεκτρική ενέργεια που δεν παρήχθη στη Φλαμανδική Περιφέρεια».

25.      Το άρθρο 37, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος όριζε ότι «το ποσό του διοικητικού προστίμου για παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 1, ανέρχεται [...] από τις 31 Μαρτίου 2005 […] σε 125 ευρώ για κάθε πιστοποιητικό που λείπει».

2.      Η απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004

26.      Η εφαρμογή του άρθρου 24 του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια διασφαλίστηκε με την απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004.

27.      Στην αρχική της μορφή, η απόφαση αυτή περιείχε το άρθρο 15, παράγραφος 1, το οποίο όριζε ότι, «[γ]ια την τήρηση της υποχρεώσεως καταθέσεως [πράσινων] πιστοποιητικών, η VREG δέχεται μόνον τα [πράσινα] πιστοποιητικά που χορηγήθηκαν για ηλεκτρική ενέργεια παραχθείσα στη Φλαμανδική Περιφέρεια».

28.      Κατόπιν αποφάσεως του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας) η οποία διέταξε την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 15 της αποφάσεως της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004, το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2005, έχουσα εφαρμογή στην υπόθεση C‑204/12, με την οποία καταργήθηκαν στην παράγραφο 1 οι λέξεις «στη Φλαμανδική Περιφέρεια».

29.      Επιπλέον, στη μορφή της υπό την τροποποιητική απόφαση της 8ης Ιουλίου 2005, η οποία έχει εφαρμογή στις υποθέσεις C‑205/12 έως C‑208/12, η απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004 περιείχε επίσης τις ακόλουθες διατάξεις.

30.      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, σημείο 14, της αποφάσεως αυτής όριζε την «εγγύηση προελεύσεως» ως «δικαιολογητικό προς απόδειξη του ότι ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παρασχέθηκε σε [τελικούς] πελάτες προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».

31.      Το άρθρο 13, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο περιλαμβανόταν στο επιγραφόμενο «Καταχώριση των [πράσινων] πιστοποιητικών» τμήμα III, είχε ως εξής:

«§ 2. Σε κάθε [πράσινο] πιστοποιητικό καταχωρίζονται τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

[...]

6°      αν το [πράσινο] πιστοποιητικό μπορεί ή όχι να γίνει δεκτό για την τήρηση της υποχρεώσεως καταθέσεως πιστοποιητικών όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 15·

[...]

§ 3.      Η προβλεπόμενη στην § 2, 6°, μνεία είναι:

1°      “δύναται να γίνει δεκτό”, στην περίπτωση που το [πράσινο] πιστοποιητικό πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 § 1 […]

2°      “δεν δύναται να γίνει δεκτό”, στην περίπτωση που το [πράσινο] πιστοποιητικό δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 § 1 [...]»

32.      Το άρθρο 15, παράγραφος 3, της ίδιας αποφάσεως όριζε ότι «[τ]α [πράσινα] πιστοποιητικά που χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις προελεύσεως σύμφωνα με τις διατάξεις της ενότητας III, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της υποχρεώσεως καταθέσεως πιστοποιητικών υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 13 § 2, 6°, μνεία “δύναται να γίνει δεκτό”».

33.      Τα άρθρα 15 bis και 15 quater της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2005, τα οποία περιλαμβάνονταν στην επιγραφόμενη «Χρησιμοποίηση [πράσινων] πιστοποιητικών ως εγγυήσεως προελεύσεως» ενότητα III, όριζαν:

«Άρθρο 15 bis § 1. Τα [πράσινα] πιστοποιητικά χρησιμοποιούνται ως εγγύηση προελεύσεως, όταν εμφανίζονται στο πλαίσιο πωλήσεως σε [τελικούς] πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας ως ηλεκτρικής ενέργειας προερχομένης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας […]

[...]

Άρθρο 15 quater § 1.  Εγγύηση προελεύσεως από άλλη περιφέρεια ή άλλη χώρα δύναται να εισαχθεί [στη Φλαμανδική Περιφέρεια προκειμένου εκεί να] χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση προελεύσεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο κύριός [της αποδεικνύει στη VREG ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις]:

[…]

§ 2.      Όταν η εγγύηση προελεύσεως εισάγεται από άλλη περιφέρεια ή άλλη χώρα, τα δεδομένα [της] καταχωρίζονται στην κεντρική τράπεζα δεδομένων υπό τη μορφή [πράσινου] πιστοποιητικού με τις ακόλουθες μνείες:

1°      “δεν δύναται να γίνει δεκτό”, όπως η μνεία αυτή προβλέπεται στο άρθρο 13 § 2, 6°·

[...]

Τα [πράσινα] πιστοποιητικά από άλλη περιφέρεια ή άλλη χώρα δύνανται να καταχωριστούν με τη μνεία “δύναται να γίνει δεκτό” στην περίπτωση που η Φλαμανδική Κυβέρνηση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25 [του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια], αποφασίσει να δεχθεί τα περί ων πρόκειται πιστοποιητικά.

Η καταχώριση αυτή [διενεργείται κατόπιν διαβιβάσεως στη VREG, από την αρμόδια αρχή της άλλης περιφέρειας ή της άλλης χώρας, των αναγκαίων δεδομένων της εγγυήσεως προελεύσεως] και αφότου η εγγύηση προελεύσεως οριστικά κατέστη μη χρησιμοποιήσιμη στην άλλη χώρα ή περιφέρεια.

[…]»

II – Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

34.      Η Essent Belgium NV (13), η οποία είναι προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας, είχε μεταξύ του 2003 και του 2009 την υποχρέωση του άρθρου 23, παράγραφος 1, του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια να καταθέτει, κάθε έτος πριν από τις 31 Μαρτίου, ορισμένο αριθμό πράσινων πιστοποιητικών στη φλαμανδική ρυθμιστική αρχή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τη VREG.

35.      Για την τήρηση των υποχρεώσεών της για τα έτη από το 2005 έως το 2009, η Essent κατέθεσε στη VREG, πέραν των πράσινων πιστοποιητικών που προέρχονταν από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εγκατεστημένους στη Φλαμανδική και Βαλλονική Περιφέρεια καθώς και στην Περιφέρεια Βρυξέλλες-πρωτεύουσα, εγγυήσεις προελεύσεως, για το έτος 2005, από παραγωγούς εγκατεστημένους στις Κάτω Χώρες και στη Νορβηγία, για το έτος 2006, από παραγωγούς εγκατεστημένους στη Δανία και στη Νορβηγία και, για τα έτη 2007 έως 2009, από παραγωγούς εγκατεστημένους στη Νορβηγία (14).

36.      Θεωρώντας ότι, εφόσον η Φλαμανδική Κυβέρνηση δεν είχε λάβει κανένα μέτρο εφαρμογής του άρθρου 25 του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια, μπορούσαν να γίνουν δεκτά μόνον τα πράσινα πιστοποιητικά που βεβαίωναν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Φλαμανδική Περιφέρεια, η VREG, βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 2, του διατάγματος αυτού, επέβαλε στην Essent πρόστιμα των οποίων το ύψος ανερχόταν στο ποσό των 542 125 ευρώ για το έτος 2005, στο ποσό των 234 750 ευρώ για το έτος 2006, στο ποσό των 166 125 ευρώ για το έτος 2007, στο ποσό των 281 250 ευρώ για το έτος 2008 και στο ποσό των 302 375 ευρώ για το έτος 2009.

37.      Μετά την από την Essent άσκηση, κατά των αποφάσεων αυτών, προσφυγών ενώπιον του rechtbank van eerste aanleg te Brussel (Βέλγιο), το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει τις διαδικασίες και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Είναι μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στο [διάταγμα για την ηλεκτρική ενέργεια], το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με [την απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004], όπως τροποποιήθηκε με [την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2005] και με [την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2005], κατά την οποία ρύθμιση:

–        οι επιχειρηματίες που παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στους συνδεδεμένους με το δίκτυο διανομής ή το δίκτυο μεταφοράς τελικούς πελάτες έχουν την υποχρέωση να καταθέτουν κάθε έτος στη ρυθμιστική αρχή ορισμένο αριθμό πράσινων πιστοποιητικών (άρθρο 23 του [διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια]),

–        στους επιχειρηματίες που παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια σε συνδεδεμένους με το δίκτυο διανομής ή το δίκτυο μεταφοράς τελικούς πελάτες επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από τη [VREG] όταν έχουν καταθέσει ανεπαρκή αριθμό πράσινων πιστοποιητικών για να τηρηθεί μια υποχρεωτική ποσόστωση πράσινων πιστοποιητικών (άρθρο 37, παράγραφος 2, του [διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια]),

–        διευκρινίζεται ρητώς ότι οι προερχόμενες από άλλες χώρες εγγυήσεις προελεύσεως μπορούν να γίνουν δεκτές υπό ορισμένες προϋποθέσεις για την τήρηση της υποχρεωτικής ποσοστώσεως (άρθρο 15 quater, παράγραφος 2, της αποφάσεως [της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004 όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2005]) (η διευκρίνιση αυτή δεν περιλαμβάνεται στο ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑204/12)],

–        η [VREG] δεν δύναται ή δεν θέλει να λάβει υπόψη εγγυήσεις προελεύσεως από τη Νορβηγία [και τις Κάτω Χώρες] [(διευκρίνιση σχετική μόνο με το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑204/12)] [και τη Δανία] [(διευκρίνιση σχετική μόνο με το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑205/12)] [και τη Δανία/Σουηδία] [(διευκρίνιση σχετική μόνο με το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑206/12)], και τούτο ελλείψει εκτελεστικών μέτρων της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως, η οποία έχει αναγνωρίσει την ισότητα ή ισοδυναμία της καταθέσεως των πιστοποιητικών αυτών (άρθρο 25 του διατάγματος [για την ηλεκτρική ενέργεια] και [i) όσον αφορά την υπόθεση C‑204/12] άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως [της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004 όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2005], [ii) όσον αφορά τις υποθέσεις C‑205/12 έως C‑208/12], άρθρο 15 quater, παράγραφος 2, της αποφάσεως [της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαρτίου 2004 όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2005]), χωρίς η [VREG] να έχει εξετάσει συγκεκριμένα αυτή την ισότητα ή ισοδυναμία,

–        στην πράξη, καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος [για την ηλεκτρική ενέργεια], ελήφθησαν υπόψη, στο πλαίσιο εξετάσεως της τηρήσεως της υποχρεωτικής ποσοστώσεως, μόνο πιστοποιητικά για την παραγωγή πράσινης [ηλεκτρικής ενέργειας] στη Φλαμανδική Περιφέρεια ενώ οι επιχειρηματίες που παρείχαν ηλεκτρική ενέργεια στους συνδεδεμένους με το δίκτυο διανομής ή το δίκτυο μεταφοράς τελικούς πελάτες δεν είχαν καμία δυνατότητα να αποδείξουν ότι οι κατατεθείσες εγγυήσεις προελεύσεως [από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης] [η διευκρίνιση αυτή δεν περιλαμβάνεται στο ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑204/12] πληρούσαν την προϋπόθεση υπάρξεως ίσων ή ισοδύναμων εγγυήσεων όσον αφορά τη χορήγηση των πιστοποιητικών αυτών,

συμβατή με τα άρθρα 28 ΕΚ και 11 της Συμφωνίας ΕΟΧ και/ή τα άρθρα 30 ΕΚ και 13 της Συμφωνίας ΕΟΧ [(στις υποθέσεις C‑207/12 και C‑208/12, το ερώτημα αφορά μόνο τα άρθρα 11 και 13 της Συμφωνίας ΕΟΧ)];

2)      Είναι μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή την οποία αφορά [το πρώτο ερώτημα], συμβατή με το άρθρο 5 της οδηγίας [2001/77] [(στις υποθέσεις C‑207/12 και C‑208/12, το δεύτερο αυτό ερώτημα τίθεται μόνο “στο μέτρο που η εν λόγω διάταξη έχει σημασία για τον ΕΟΧ”)];

3)      Είναι μια εθνική ρύθμιση όπως αυτή την οποία αφορά το [πρώτο ερώτημα] συμβατή με την αρχή της ισότητας και με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ [(υποθέσεις C‑204/12 έως C‑206/12)], στο άρθρο 4 της Συμφωνίας ΕΟΧ [(υποθέσεις C‑207/12 και C‑208/12)] και στο άρθρο 3 της οδηγίας [2003/54] [(στις υποθέσεις C‑207/12 και C‑208/12, το ερώτημα αφορά το εν λόγω άρθρο 3 μόνο “στο μέτρο που η διάταξη αυτή έχει σημασία για τον ΕΟΧ”)];»

III – Ανάλυση

 Α –       Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.      Παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως

38.      Η VREG, η Vlaamse Gewest (Φλαμανδική Περιφέρεια) και η Vlaamse Gemeenschap (Φλαμανδική Κοινότητα) (15) αμφισβητούν το παραδεκτό των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, προβάλλοντας, αφενός, ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο ή να αποφανθεί επί της συμβατότητάς του με το δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, ότι οι αιτήσεις αυτές είναι αλυσιτελείς στο μέτρο που στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο κακώς εξομοίωσε τις εγγυήσεις προελεύσεως με τα πράσινα πιστοποιητικά, ενώ το άρθρο 25 του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια δεν περιλαμβάνει τις εγγυήσεις προελεύσεως.

39.      Η διττή αυτή επιχειρηματολογία ουδόλως με πείθει, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας που προβλέπεται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.

40.      Πρώτον, κατά πάγια νομολογία, μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και οφείλουν να αναλάβουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, απόκειται να εκτιμούν, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσουν να εκδώσουν την απόφασή τους όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτουν στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο, κατ’ αρχήν, οφείλει να αποφανθεί. Το τεκμήριο λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων που θέτουν τα εθνικά δικαστήρια δύναται να τεθεί εκποδών μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και, μεταξύ άλλων, όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (16).

41.      Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, το γεγονός ότι, κατά το γράμμα των τεθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της συμβατότητας διατάξεως του εσωτερικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, παρέχοντάς του τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του δικαίου της Ένωσης τα οποία θα του δώσουν τη δυνατότητα να αποφανθεί το ίδιο επί της συμβατότητας του εσωτερικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης (17).

42.      Τρίτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας του εθνικού δικαίου (18). Πράγματι, το Δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, να λάβει υπόψη το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως το πλαίσιο αυτό ορίζεται από την απόφαση περί παραπομπής.

43.      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο δεν ζητεί ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του περιφερειακού συστήματος στηρίξεως της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, τόσο του πρωτογενούς όσο και του παραγώγου, λόγω του ότι το σύστημα αυτό εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από την αλλοδαπή. Η απόφαση περί παραπομπής καθορίζει σαφώς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία, εξηγώντας τη σχέση που στοιχειοθετεί μεταξύ της εν λόγω ερμηνείας και των περί ων πρόκειται εσωτερικών κανόνων. Επιπλέον, αναφέρει επακριβώς τις έχουσες εφαρμογή διατάξεις του εθνικού δικαίου και τα αποτελέσματα των κανονιστικών τροποποιήσεων που επήλθαν κατά τη διάρκεια του 2005. Εξάλλου, θα σημειώσω ότι η περιεχόμενη στην απόφαση περί παραπομπής περιγραφή του αντικειμένου των διαφορών των κύριων δικών καθώς και του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα τεθέντα ερωτήματα παρέσχε στα ενδιαφερόμενα μέρη, κατά την έννοια του άρθρου 23, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη δυνατότητα να υποβάλουν λυσιτελώς τις παρατηρήσεις τους.

44.      Κατά συνέπεια, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθούν παραδεκτές.

2.      Εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΟΧ και του παραρτήματός της IV (Ενέργεια)

45.      Όσον αφορά τη Συμφωνία ΕΟΧ, θα περιοριστώ να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, έργο του Δικαστηρίου είναι να μεριμνά ώστε οι κανόνες της Συμφωνίας αυτής που στην ουσία είναι πανομοιότυποι με αυτούς της Συνθήκης ΛΕΕ να ερμηνεύονται με ομοιόμορφο τρόπο εντός των κρατών μελών (19).

 Β –       Απάντηση στα ερωτήματα

46.      Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στην ουσία, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77 ή, ενδεχομένως, τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ καθώς και τα άρθρα 11 και 13 της Συμφωνίας ΕΟΧ ή, ακόμη, η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, την οποία διατυπώνουν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 12 ΕΚ, 4 της Συμφωνίας ΕΟΧ και 3 της οδηγίας 2003/54, αποκλείουν εθνική ρύθμιση στηρίξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή από τον ΕΟΧ.

1.      Ερμηνεία της οδηγίας 2001/77

47.      Δύο διιστάμενες ερμηνείες των διατάξεων της οδηγίας 2001/77 προβάλλονται.

48.      Από τη μια πλευρά, η VREG κ.λπ. και η Επιτροπή, στηριζόμενες στη διάκριση μεταξύ του συστήματος αναγνωρίσεως των εγγυήσεων προελεύσεως το οποίο η οδηγία αυτή προβλέπει για να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία της [πράσινης] ηλεκτρικής ενέργειας και του συστήματος των πράσινων πιστοποιητικών που προβλέπονται στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων στηρίξεως, αρνούνται οποιαδήποτε ασυμβατότητα μεταξύ της φλαμανδικής ρυθμίσεως και της εν λόγω οδηγίας.

49.      Κατά την Επιτροπή, από τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 της οδηγίας 2001/77 προκύπτει ότι το σύστημα των εγγυήσεων προελεύσεως, το οποίο το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής προβλέπει για να διευκολύνει το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας και να αυξήσει τη διαφάνεια προς όφελος των καταναλωτών παρέχοντας τη δυνατότητα αποδείξεως ότι η ηλεκτρική ενέργεια παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πρέπει να διακριθεί από το σύστημα των πράσινων πιστοποιητικών που προβλέπουν ορισμένα εθνικά συστήματα στηρίξεως κατά την έννοια του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας. Τα εν λόγω πράσινα πιστοποιητικά, τα οποία δεν υπάγονται σε εναρμονισμένο σύστημα, έχουν σκοπό να επιδοτήσουν την παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας παρέχοντας στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας συμπληρωματικό εισόδημα για να καλυφθεί το πρόσθετο κόστος που συνεπάγεται η παραγωγή αυτή. Αντιθέτως προς τις εγγυήσεις προελεύσεως, είναι μεταβιβάσιμοι τίτλοι, οι οποίοι μπορούν να γίνουν αντικείμενο εμπορίας στη δευτερογενή αγορά όπου οι παραγωγοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Εντεύθεν προκύπτει ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως δεν παρέχουν δικαίωμα αντλήσεως οφέλους από τέτοια εθνικά συστήματα στηρίξεως και ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να αναγνωρίζουν ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη συμβάλλουν στην τήρηση των εθνικών ποσοστώσεων.

50.      Αναπτύσσοντας επιχειρηματολογία που και αυτή στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ των εγγυήσεων προελεύσεως και των πράσινων πιστοποιητικών, η VREG κ.λπ. αρνούνται ότι έχει εφαρμογή το σχετικό με τις εγγυήσεις προελεύσεως άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77, θεωρώντας ότι έχει εφαρμογή το σχετικό με τα συστήματα στηρίξεως άρθρο 4 της οδηγίας αυτής. Κατά τη VREG κ.λπ., οι εγγυήσεις προελεύσεως, οι οποίες προορίζονται για την προαγωγή του εμπορίου πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και για την αύξηση της διαφάνειας, έχουν διαφορετικό σκοπό από αυτόν των πράσινων πιστοποιητικών, τα οποία είναι έγγραφα που συμβάλλουν στην τήρηση της υποχρεωτικής εθνικής ποσοστώσεως για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Διαπιστώνοντας όμως ότι το αιτούν δικαστήριο ρητώς περιόρισε το προδικαστικό ερώτημά του στην εξέταση της συμβατότητας της εσωτερικής ρυθμίσεως με το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77, η VREG κ.λπ. εκθέτουν συναφώς ότι το υπάρχον στη Φλαμανδική Περιφέρεια σύστημα εγγυήσεων προελεύσεως είναι συμβατό με τις προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως.

51.      Από την άλλη πλευρά, η Essent και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη με το αιτιολογικό ότι το επίμαχο σύστημα αποκλείει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη, ενώ κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/77 ένας τέτοιος αποκλεισμός δύναται να γίνει δεκτός μόνο βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων.

52.      Επομένως, κατά την άποψή τους, η φλαμανδική ρύθμιση δεν είναι συμβατή με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εγγυήσεων προελεύσεως.

53.      Δεν έχω κανένα δισταγμό σχετικά με το ερώτημα αυτό, στο οποίο η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές μεθόδους του Δικαστηρίου, με διαδοχική εξέταση του γράμματος, του όλου συστήματος και των σκοπών της οδηγίας 2001/77.

54.      Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι σκοπός των εγγυήσεων προελεύσεως που αναφέρουν την πηγή από την οποία παρήχθη η ηλεκτρική ενέργεια, διευκρινίζοντας τις ημερομηνίες και τους τόπους παραγωγής, είναι να παρασχεθεί στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας η δυνατότητα να αποδεικνύουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που πωλούν παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το άρθρο 5, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας καθιερώνει την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εγγυήσεων προελεύσεως, αλλά περιορίζει την έκταση της αναγνωρίσεως αυτής ορίζοντας ότι οι εγγυήσεις πρέπει να αναγνωρίζονται «αποκλειστικά ως απόδειξη». Το επίρρημα «αποκλειστικά» υλοποιεί την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να περιορίσει τα αποτελέσματα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στην απόδειξη της πράσινης προελεύσεως της παραχθείσας ηλεκτρικής ενέργειας.

55.      Η αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2001/77 διευκρινίζει, επιπλέον, ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να αναγνωρίζουν ότι η απόκτηση εγγυήσεων προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη ή η αντίστοιχη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί συμβολή στην τήρηση μιας υποχρεωτικής εθνικής ποσοστώσεως και ότι, ως εκ της φύσεώς τους, τα προβλεπόμενα συστήματα εγγυήσεων προελεύσεως δεν συνεπάγονται δικαίωμα αντλήσεως οφέλους από τους εθνικούς μηχανισμούς στηρίξεως.

56.      Επομένως, η οδηγία 2001/77 δεν επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από αλλοδαπούς παραγωγούς βάσει ενός εθνικού συστήματος στηρίξεως, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, που βασίζεται στη χορήγηση πράσινων πιστοποιητικών.

57.      Η γραμματική αυτή ερμηνεία επιρρωννύεται από τα διδάγματα που αντλούνται από την ανάλυση του όλου συστήματος της οδηγίας 2001/77. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία αυτή προβαίνει σε σαφή διάκριση μεταξύ του συστήματος των εγγυήσεων προελεύσεως και των εθνικών μηχανισμών στηρίξεως των ανανεώσιμων ενεργειών, στα οποία αφιερώνει δύο χωριστά άρθρα. Ενώ το άρθρο 4 της οδηγίας 2001/77 προβλέπει μόνο μια αξιολόγηση, από την Επιτροπή, της εφαρμογής των μηχανισμών στηρίξεως που εφαρμόζονται εντός των κρατών μελών, εκθέτοντας ρητώς ότι οι μηχανισμοί αυτοί μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του εμπορίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι συμβάλλουν στην επίτευξη των σκοπών των άρθρων 6 και 174 της Συνθήκης ΕΚ, το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας ορίζει και ρυθμίζει τις εγγυήσεις προελεύσεως, οι οποίες νοούνται ως προοριζόμενες για τη διευκόλυνση του εμπορίου πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμοιβαία αναγνώρισή τους. Εντεύθεν προκύπτει ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως και τα πράσινα πιστοποιητικά αποτελούν, στο πλαίσιο της οδηγίας 2001/77, δύο χωριστά και διαφορετικά νομικά έγγραφα.

58.      Τέλος, η ερμηνεία που προτείνω επιβεβαιώνεται από τους σκοπούς της οδηγίας 2001/77, όπως αυτοί απορρέουν ιδίως από τις αιτιολογικές της σκέψεις. Η οδηγία αυτή δεν επιδιώκει πλήρη εναρμόνιση της νομοθεσίας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Περιορίζεται να καθορίσει τους εθνικούς ενδεικτικούς στόχους καταναλώσεως, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη την ελευθερία να επιλέξουν το είδος και το περιεχόμενο των μέτρων που θα λάβουν για την επίτευξη των σκοπών αυτών, με αποτέλεσμα τα εν λόγω κράτη να έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια. Κατά τις αιτιολογικές της σκέψεις 14 έως 16, η οδηγία 2001/77 θεσπίζει ένα μεταβατικό σύστημα κατά τη διάρκεια του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να εφαρμόζουν διαφορετικούς μηχανισμούς στηρίξεως, ένας εκ των οποίων είναι αυτός των πράσινων πιστοποιητικών, για τους οποίους θεωρήθηκε «πρόωρο» να θεσπιστεί κοινοτικό πλαίσιο. Πάντως, το να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να δέχονται τις εγγυήσεις προελεύσεως στο πλαίσιο των συστημάτων στηρίξεως θα κατέληγε στο να περιοριστεί το περιθώριο κινήσεώς τους στον τομέα αυτόν, ενώ είναι πρόδηλο ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε τέτοια πρόθεση.

59.      Κατά συνέπεια, όλα συγκλίνουν στο να θεωρηθεί ότι, αυτή καθ’ εαυτή, η οδηγία 2001/77, η οποία προβλέπει τις εγγυήσεις προελεύσεως και τα πράσινα πιστοποιητικά ως δύο χωριστά και διαφορετικά νομικά έγγραφα, δεν επιβάλλει εξομοίωση των πρώτων με τα δεύτερα στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων στηρίξεως της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

60.      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ καθώς και το άρθρο 11 της Συμφωνίας ΕΟΧ εμποδίζουν μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες.

2.      Ερμηνεία των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων

61.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το οποίο παραπέμπει στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra (20), η υποχρέωση που έχουν οι εγκατεστημένοι στη Φλαμανδική Περιφέρεια προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας να αγοράζουν φλαμανδικά πράσινα πιστοποιητικά αναλύεται, εκ πρώτης όψεως, ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών. Επιπλέον, το rechtbank van eerste aanleg te Brussel παρατηρεί, παραπέμποντας στο περιεχόμενο του εγγράφου που η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου στις 25 Ιουλίου 2001 επ’ ευκαιρία της κοινοποιήσεως της επίμαχης ρυθμίσεως βάσει των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεων των Συνθηκών, ότι τότε οι φλαμανδικές αρχές ρητώς είχαν δεσμευθεί, «για να μη παραβούν τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά, […] να παράσχουν στους εισαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι εισήγαγαν πράσινη ηλεκτρική ενέργεια».

62.      Κατά τη VREG κ.λπ., το αιτούν δικαστήριο εσφαλμένως τεκμαίρει ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως είναι εμπορεύματα κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, ενώ οι εγγυήσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, λαμβανομένου υπόψη του παρεπόμενου και άυλου χαρακτήρα τους. Μόνον η ίδια η ηλεκτρική ενέργεια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εμπόρευμα, αλλά το ζήτημα αν η φλαμανδική ρύθμιση εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος. Εν πάση περιπτώσει, το επίμαχο σύστημα δεν δημιουργεί εμπόδια, επειδή η παραγόμενη στην αλλοδαπή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια δύναται να εισαχθεί ελεύθερα στη Φλαμανδική Περιφέρεια. Όσο για τα πράσινα πιστοποιητικά από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή από τον ΕΟΧ, τα πιστοποιητικά αυτά δεν είναι επίμαχα στις υποθέσεις των κύριων δικών ούτε αποτελούν εμπορεύματα.

63.      Τέλος, αν υποτεθεί ότι μπορεί να εντοπιστεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η VREG κ.λπ. θεωρούν ότι το εμπόδιο αυτό δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και ότι η φλαμανδική ρύθμιση αποτελεί αμερόληπτο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο.

64.      Η Επιτροπή διατείνεται, πρώτον, ότι, μολονότι η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να χαρακτηριστεί ως εμπόρευμα κατά την έννοια των άρθρων 28 ΕΚ και 11 της Συμφωνίας ΕΟΧ, τούτο δεν ισχύει για τις εγγυήσεις προελεύσεως, οι οποίες έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την ηλεκτρική ενέργεια της οποίας το εμπόριο διευκολύνουν. Εξάλλου, η Επιτροπή, ενώ θεωρεί ότι μια ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία συνδυάζει το σύστημα των πράσινων πιστοποιητικών με εκείνο των υποχρεωτικών ποσοστώσεων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το σύστημα που ήταν επίμαχο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση PreussenElektra, στο μέτρο που οι διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας διατηρούν την ελευθερία να προμηθεύονται πράσινη ηλεκτρική ενέργεια προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη ή από χώρες του ΕΟΧ, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η επίμαχη αυτή ρύθμιση να έχει, τουλάχιστον δυνητικά, ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

65.      Παρά ταύτα, η Επιτροπή θεωρεί ότι το εμπόδιο αυτό δικαιολογείται από τον σκοπό προστασίας του περιβάλλοντος. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι η επίμαχη στις κύριες δίκες ρύθμιση συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ευνοεί μια τοπική προσέγγιση της ρυπάνσεως, σύμφωνα με την αρχή της επανορθώσεως, κατά προτεραιότητα στην πηγή, των καταστροφών του περιβάλλοντος, και συνάδει με την υποχρέωση, που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία 2001/77, να καθορίσουν εθνικούς ενδεικτικούς στόχους καταναλώσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεδομένου ότι η Ένωση επιδιώκει με τον τρόπο αυτόν να διασφαλίσει ισόρροπη και αναλογική συμβολή των κρατών μελών στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων στον τομέα της μειώσεως των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

66.      Υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει εναρμόνιση των μηχανισμών δημόσιας στηρίξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Επιτροπή προσθέτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που από κλιματολογικής και γεωγραφικής απόψεως υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει να αποφευχθεί η συγκέντρωση της ρυπάνσεως στις περιοχές όπου είναι δυσχερέστερη η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω ελλείψεως φυσικού πλούτου και να διασφαλιστεί ότι στοχευμένες εθνικές ενισχύσεις θα μπορέσουν να ενθαρρύνουν, επίσης στις περιοχές αυτές, την τοπική παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά την Επιτροπή, η παροχή δημόσιας στηρίξεως σε όλους τους αλλοδαπούς παραγωγούς θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια εισροή στα εθνικά συστήματα που παρέχουν τους πιο γενναιόδωρους όρους, πράγμα το οποίο θα καθιστούσε επισφαλή την τήρηση της υποχρεώσεως όλων των κρατών μελών να επιτύχουν τους εθνικούς στόχους τους.

67.      Η Essent, η οποία παρατηρεί ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να θεωρείται εμπόρευμα (21), εκθέτει ότι η επίμαχη ρύθμιση θεσπίστηκε κατά παράβαση της απαγορεύσεως των ποσοτικών περιορισμών κατά την εισαγωγή και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η άρνηση, η οποία στηρίζεται μόνο στη γεωγραφική προέλευση, να ληφθούν υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή από τον ΕΟΧ, χωρίς να εξεταστεί η ισοδυναμία τους με τα πράσινα πιστοποιητικά που χορηγούνται εντός της Φλαμανδικής Περιφέρειας, εμποδίζει την εισαγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας.

68.      Η προσφεύγουσα στις κύριες δίκες θεωρεί ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν δύναται να δικαιολογηθεί από τον σκοπό προστασίας του περιβάλλοντος, καθόσον οι αλλοδαπές εγγυήσεις προελεύσεως επιδιώκουν, υπό το πρίσμα αυτό, τον ίδιο σκοπό με τα πράσινα πιστοποιητικά, δηλαδή την αύξηση της παραγωγής και της καταναλώσεως πράσινης ενέργειας στην εσωτερική αγορά. Προσθέτει ότι ο σκοπός ενθαρρύνσεως της τοπικής παραγωγής δεν δύναται να γίνει δεκτός ως δικαιολογητικός λόγος, επειδή ο σκοπός αυτός δεν απορρέει από το διάταγμα για την ηλεκτρική ενέργεια και μάλιστα αντιβαίνει στον σκοπό, τον οποίο αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του εν λόγω διατάγματος, να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά τρόπο «που συνάδει με την αγορά». Επιπλέον, η ενθάρρυνση της τοπικής παραγωγής θα κατέληγε σε διακρίσεις λόγω προελεύσεως υπέρ των Φλαμανδών παραγωγών.

69.      Για να απαντήσω στο ερώτημα που τέθηκε, θα χωρίσω τη συλλογιστική μου σε τρία στάδια, εξετάζοντας, πρώτον, αν εν προκειμένω έχουν εφαρμογή οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας τω εμπορευμάτων, δεύτερον, αν η επίμαχη ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο της απαγορεύσεως των εμποδίων και, τρίτον, τους πιθανούς δικαιολογητικούς λόγους.

 α)     Δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων

70.      Πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι, ελλείψει εναρμονίσεως, από την οδηγία 2001/77, των συστημάτων στηρίξεως των ανανεώσιμων ενεργειών, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να οφείλουν να σέβονται τις κατοχυρωμένες από τις Συνθήκες θεμελιώδεις ελευθερίες, στις οποίες περιλαμβάνεται η ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

71.      Για να έχει εφαρμογή η ελευθερία αυτή, πρέπει η εθνική ρύθμιση να έχει αντίκτυπο στην κυκλοφορία ενός εμπορεύματος κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ. Πριν εξετάσω αν συντρέχει τέτοια περίπτωση στις υποθέσεις των κύριων δικών, θεωρώ αναγκαίο να εκθέσω διά βραχέων τη λειτουργία του συστήματος των πράσινων πιστοποιητικών που προβλέπει η φλαμανδική ρύθμιση.

72.      Θα υπενθυμίσω, ευθύς εξαρχής, ότι οι πολιτικές για την προώθηση των ανανεώσιμων ενεργειών δύνανται να χρησιμοποιούν διάφορα μέσα, όπως τα συστήματα εγγυημένων τιμών αγοράς, οι δημοπρασίες ή οι ρυθμίσεις περί πράσινων πιστοποιητικών. Έχοντας εισαχθεί σε διάφορα κράτη μέλη, τα πιστοποιητικά αυτά υπόκεινται σε κανόνες λειτουργίας που χαρακτηρίζονται από την ετερογένειά τους (22).

73.      Όσον αφορά ειδικότερα την επίμαχη στις κύριες δίκες φλαμανδική ρύθμιση, το σύστημα πράσινων πιστοποιητικών που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2001 στηρίζεται σε διττό μηχανισμό, αφενός, χορηγήσεως πράσινων πιστοποιητικών στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και, αφετέρου, παράλληλης θεσπίσεως υποχρεωτικών ποσοστώσεων για τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας.

74.      Από τη μια πλευρά, πράσινα πιστοποιητικά χορηγούνται στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας για προκαθορισμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας παραχθείσα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή από σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής ποιότητας. Εφόσον είναι δυνατή η πώληση των πιστοποιητικών αυτών, ο μηχανισμός αξιοποιεί την παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας παρέχοντας στους παραγωγούς τη δυνατότητα να αμειφθούν όχι μόνον από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο, αλλά και από την πώληση πιστοποιητικών στην αγορά.

75.      Από την άλλη πλευρά, στους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας επιβάλλεται υποχρέωση αγοράς ορισμένης ποσοστώσεως πράσινων πιστοποιητικών, η οποία υπολογίζεται σε συνάρτηση με τη συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που πωλούν στους καταναλωτές. Οι διανομείς που δεν μπορούν να καλύψουν την απαιτούμενη κάθε έτος ποσόστωση πράσινων πιστοποιητικών οφείλουν να καταβάλουν διοικητικό πρόστιμο, του οποίου το ύψος καθορίζεται με προοδευτική κλίμακα και αντιστοιχεί de facto σε μια ανώτατη τιμή, τα δε έσοδα από τα πρόστιμα διατίθενται για τη χρηματοδότηση ενός ταμείου στηρίξεως των προγραμμάτων για την ανάπτυξη των πράσινων ενεργειών.

76.      Σαφέστατα, το σύστημα αυτό, το οποίο εμφανίζεται να έχει ως σκοπό την ενθάρρυνση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στη Φλαμανδική Περιφέρεια, δύναται να έχει αντίκτυπο στην εισαγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από την αλλοδαπή. Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως ή τα πράσινα πιστοποιητικά είναι, αυτά καθ’ εαυτά, εμπορεύματα κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Αρκεί η διαπίστωση ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία έχει δώσει ευρύ ορισμό στην έννοια του εμπορεύματος (23), προκύπτει αναντίρρητα ότι η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να χαρακτηριστεί ως εμπόρευμα (24), οπότε, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, κατ’ αρχήν δεν πρέπει να εμποδίζεται η κυκλοφορία της.

77.      Έρχομαι τώρα να εξετάσω αν υπάρχει περιορισμός.

 β)     Ύπαρξη περιορισμού στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων

78.      Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (25). Επομένως, πρέπει να καθοριστεί το αποτέλεσμα που μια εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, δύναται να έχει επί της ελεύθερης κυκλοφορίας της ηλεκτρικής ενέργειας.

79.      Δεν αμφισβητώ ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν εμποδίζει τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας να εισάγουν πράσινη ηλεκτρική ενέργεια από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή από τον ΕΟΧ. Παρά ταύτα, παραμένει το γεγονός ότι το σύστημα αυτό είναι ικανό να εμποδίσει, έστω και έμμεσα, την κυκλοφορία της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας.

80.      Πράγματι, αφενός, το εν λόγω σύστημα ευνοεί από οικονομικής απόψεως τους εγκατεστημένους στη Φλαμανδική Περιφέρεια παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τους άλλους παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, επειδή η πώληση των πράσινων πιστοποιητικών τούς παρέχει τη δυνατότητα να έχουν πρόσθετα έσοδα πέραν εκείνων που έχουν από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας.

81.      Αφετέρου, το σύστημα αυτό δύναται να αποθαρρύνει τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας να εισαγάγουν πράσινη ηλεκτρική ενέργεια της οποίας η προέλευση αποδεικνύεται με εγγυήσεις προελεύσεως, επειδή η εισαγωγή της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας δεν θα μπορέσει να ληφθεί υπόψη για την επίτευξη των ποσοστώσεων που τους επιβάλλονται, οπότε θα πρέπει, παράλληλα με την αγορά της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας, της οποίας η τιμή μπορεί να είναι υψηλότερη από την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από συμβατικές πηγές, να αποκτήσουν φλαμανδικά πράσινα πιστοποιητικά.

82.      Επομένως, η επίμαχη εθνική ρύθμιση, η οποία ευνοεί την εμπορία της παραγόμενης στη Φλαμανδική Περιφέρεια πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και περιορίζει στον ίδιο βαθμό τις δυνατότητες εισαγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να θεωρηθεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών.

83.      Επιπλέον, το μέτρο αυτό συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις εφόσον, με το εν λόγω μέτρο, το πλεονέκτημα από την πώληση πράσινων πιστοποιητικών παρέχεται μόνο στη φλαμανδική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και όχι στην παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ή από τον ΕΟΧ.

84.      Αν υποτεθεί ότι τα επιχειρήματα της VREG κ.λπ. πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι θέτουν υπό αμφισβήτηση την ομοιότητα μεταξύ της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας που εισάγεται από άλλα κράτη μέλη, της οποίας η προέλευση πιστοποιείται με εγγύηση προελεύσεως, και της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται στη Φλαμανδική Περιφέρεια, της οποίας την προέλευση εγγυάται ένα πράσινο πιστοποιητικό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η VREG κ.λπ. δεν διατείνονται ότι τα φλαμανδικά πράσινα πιστοποιητικά παρέχουν πρόσθετη εγγύηση όσον αφορά την απόδειξη της πράσινης προελεύσεως της παραχθείσας ηλεκτρικής ενέργειας. Η φλαμανδική ρύθμιση, η οποία ορίζει το πράσινο πιστοποιητικό ως έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ένας παραγωγός παρήγαγε, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους, συγκεκριμένη ποσότητα οικολογικής ηλεκτρικής ενέργειας (26), δέχεται ότι τα πιστοποιητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση προελεύσεως. Όπως η VREG κ.λπ. ομολόγησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η μόνη διαφορά μεταξύ των πράσινων πιστοποιητικών και των εγγυήσεων προελεύσεως έγκειται στο ότι τα πράσινα πιστοποιητικά χορηγούνται σε παραγωγούς που παράγουν στη Φλαμανδική Περιφέρεια. Με άλλα λόγια, η ηλεκτρική ενέργεια την οποία εγγυάται ένα πράσινο πιστοποιητικό δεν είναι «πιο πράσινη» από την ηλεκτρική ενέργεια την οποία πιστοποιεί μια εγγύηση προελεύσεως, η μόνη δε διαφορά μεταξύ των δύο ανάγεται στη γεωγραφική προέλευσή τους.

85.      Mένει να εξεταστεί αν δικαιολογείται αυτό το γενεσιουργό δυσμενών διακρίσεων εμπόδιο.

 γ)     Δικαιολόγηση του εμποδίου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων

i)      Αρχή

86.      Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί σκοπό γενικού συμφέροντος, ο οποίος δικαιολογεί περιορισμούς των ελευθεριών τις οποίες κατοχυρώνουν οι Συνθήκες. Μάλιστα, έχει διαμορφώσει πρωτότυπη νομολογία στον τομέα αυτόν, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία του περιβάλλοντος.

87.      Κατά την παραδοσιακή προσέγγιση που εν γένει ακολουθεί το Δικαστήριο όσον αφορά τη δυνατότητα δικαιολογήσεως περιορισμών στο εμπόριο εντός της Ένωσης, μόνο μέτρα που έχουν αδιακρίτως εφαρμογή επί των εμπορευμάτων ή επί των παρεχομένων υπηρεσιών, όποια και αν είναι η προέλευσή τους, δύνανται να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Αντιθέτως, αν το μέτρο εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, δύναται να δικαιολογηθεί μόνο με διάταξη προβλέπουσα ρητή εξαίρεση (27). Πάντως, η προστασία του περιβάλλοντος, η οποία καθιερώθηκε πρόσφατα στο δίκαιο της Ένωσης, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ, οι οποίοι δεν μπορούν να επεκταθούν σε άλλες περιπτώσεις εκτός από εκείνες που απαριθμούνται περιοριστικά, αλλά αποτελεί αναγνωρισμένο από το Δικαστήριο επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Κατά συνέπεια, ο σκοπός αυτός θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει μόνο μέτρα που δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις.

88.      Παρά ταύτα, η νομολογία γνώρισε κάμψη, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί η δυνατότητα επικλήσεως μη περιλαμβανομένων στο άρθρο 30 ΕΚ σκοπών για να δικαιολογηθούν εθνικοί περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (28). Η εν λόγω εξέλιξη της νομολογίας έγινε σε δύο κύρια στάδια.

89.      Το πρώτο στάδιο είναι η λεγόμενη υπόθεση «των βαλλονικών αποβλήτων» (29), όπου επίμαχη ήταν η βελγική νομοθεσία που απαγόρευε την επεξεργασία, στη Βαλλονία, των αποβλήτων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος ή από άλλη περιφέρεια πλην της Βαλλονικής Περιφέρειας. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο, αφότου χαρακτήρισε τα απόβλητα ως εμπορεύματα και υπενθύμισε ότι οι επιτακτικοί λόγοι λαμβάνονται υπόψη μόνον όταν πρόκειται για μέτρα έχοντα αδιακρίτως εφαρμογή επί των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων, έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της «ιδιαίτερης φύσεως των αποβλήτων» (30),   τα οποία πρέπει να διατίθενται σε τόπο όσο το δυνατόν πλησιέστερο προς τον τόπο της παραγωγής τους κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επανορθώσεως, κατά προτεραιότητα στην πηγή, των καταστροφών του περιβάλλοντος, «τα βαλλόμενα μέτρα δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις» (31).

90.      Το δεύτερο στάδιο είναι η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C‑389/96, Aher-Waggon (32), και η προαναφερθείσα απόφαση PreussenElektra. Η δεύτερη απόφαση αφορούσε την υποχρέωση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας να αγοράζουν σε κατώτατες τιμές ηλεκτρική ενέργεια παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ενώ το μέτρο αυτό δεν φαινόταν να έχει αδιακρίτως εφαρμογή, επειδή σαφώς ευνοούσε τους ημεδαπούς παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, από τους οποίους είχαν την υποχρέωση να προμηθεύονται οι επιχειρηματίες, το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει το ζήτημα αν το μέτρο εισήγε ευθέως δυσμενείς διακρίσεις, έκρινε ότι το μέτρο αυτό δικαιολογούνταν από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του, επειδή συνέβαλλε στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, έχοντας ως σκοπό την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων καθώς και τη διατήρηση των φυτών, και λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ηλεκτρικής ενέργειας.

91.      Επομένως, η επιδίωξη περιβαλλοντικού σκοπού δύναται να έχει ως συνέπεια είτε την εξουδετέρωση του αποδεδειγμένα γενεσιουργού δυσμενών διακρίσεων χαρακτήρα ενός εθνικού μέτρου είτε απλώς και μόνο την απαλλαγή από την εξέταση του αν το μέτρο είναι ή όχι γενεσιουργό δυσμενών διακρίσεων.

92.      Μολονότι με χαροποιεί η εξέλιξη αυτή, η οποία εντάσσει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, παρά ταύτα με λυπεί το γεγονός ότι η εξαίρεση από τον κανόνα ότι μόνο διατάξεις που ρητώς προβλέπουν παρέκκλιση μπορούν να δικαιολογήσουν ένα μέτρο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις δεν εμφανίζεται ρητώς στη νομολογία του Δικαστηρίου, αλλά αντιθέτως απορρέει, έμμεσα, από περιπτωσιολογικές συλλογιστικές που υπακούουν σε διαφορετικές λογικές. Είναι αναγκαίο, κατά την άποψή μου, να διευκρινιστεί η κατάσταση με το να αναγνωριστεί ρητώς η δυνατότητα επικλήσεως της προστασίας του περιβάλλοντος ως λόγου δικαιολογήσεως των μέτρων που εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ακόμη και όταν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις. Θεωρώ ότι μια τέτοια ρητή αναγνώριση έχει τριών ειδών πλεονεκτήματα.

93.      Πρώτον, η αναγνώριση αυτή νομίζω ότι υπαγορεύεται από την ανάγκη ασφάλειας δικαίου, επειδή έχει ως πλεονέκτημα την άρση ενδεχόμενων αμφιβολιών σχετικά με τη δυνατότητα επικλήσεως της προστασίας του περιβάλλοντος ως επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος για τη δικαιολόγηση μέτρου που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.

94.      Δεύτερον, η έλλειψη εξακριβώσεως του γενεσιουργού δυσμενών διακρίσεων χαρακτήρα των μέτρων που αποτελούν εμπόδια νομίζω ότι έχει το μεγάλο μειονέκτημα ότι απαγορεύει να ποικίλλει η ένταση του δικαστικού ελέγχου στον οποίο υπόκεινται τα μέτρα αυτά, προκειμένου να εξακριβωθεί αν είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Πάντως, νομίζω ότι τα μέτρα που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, και ειδικότερα εκείνα που παραβιάζουν μια τόσο θεμελιώδη αρχή όσο η απαγόρευση των άμεσων διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, πρέπει να υπόκεινται σε αυξημένη απαίτηση αναλογικότητας.

95.      Τρίτον, θεωρώ προ πάντων ότι αυτή η ρητή αναγνώριση παρέχει την ευκαιρία να καθιερωθεί η εξέχουσα θέση της προστασίας του περιβάλλοντος στην έννομη τάξη της Ένωσης και, έτσι, να συνεχιστεί η εξέλιξη που άρχισε με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 240/83, ADBHU (33), με την οποία η προστασία του περιβάλλοντος κατέστη «ένας από τους ουσιώδεις στόχους της Κοινότητας». Η αειφόρος ανάπτυξη περιλαμβάνεται πλέον στους στόχους της Ένωσης που διατυπώνει το άρθρο 3 ΣΕΕ (34), το οποίο στο σημείο 3 ορίζει ότι «η Ένωση εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα […] το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος». Επιπλέον, η αναζήτηση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος έχει αναχθεί από το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 174 ΕΚ, και από το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε στόχο της Ένωσης. Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 11 ΣΛΕΕ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 6 ΕΚ, «[ο]ι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη».

96.      Η ρητή ανάδειξη της προστασίας του περιβάλλοντος ως επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος, ο οποίος δύναται να τύχει επικλήσεως για να δικαιολογηθούν μέτρα που περιορίζουν τις ελευθερίες κυκλοφορίας, ακόμη και αν αυτά εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, θα συμβάλει, κατά τη γνώμη μου, στη διασφάλιση της υπεροχής της έναντι άλλων θεωρήσεων.

97.      Νομίζω ότι η θεωρητική δικαιολόγηση της λύσεως αυτής μπορεί να βρεθεί στην αρχή της ενσωματώσεως, η οποία συνεπάγεται ότι οι περιβαλλοντικοί σκοποί, των οποίων τόσο τον κάθετο όσο και τον θεμελιώδη χαρακτήρα έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο (35), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον ορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεων της Ένωσης. Μολονότι η αρχή αυτή δεν επιβάλλει να δίδεται εκ συστήματος προτεραιότητα στην προστασία του περιβάλλοντος, παρά ταύτα συνεπάγεται ότι ο περιβαλλοντικός σκοπός δύναται να σταθμίζεται εκ συστήματος με τους άλλους θεμελιώδεις σκοπούς της Ένωσης (36).

98.      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν η φλαμανδική ρύθμιση η οποία, κατά την άποψή μου, αποτελεί γενεσιουργό δυσμενών διακρίσεων εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δύναται να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους προστασίας του περιβάλλοντος.

ii)    Εφαρμογή της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως

99.      Θα εξετάσω διαδοχικά κάθε έναν από τους προβαλλόμενους δικαιολογητικούς λόγους.

100. Θα αρχίσω με τους δικαιολογητικούς λόγους που συνδέονται με την προαναφερθείσα απόφαση PreussenElektra. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στον προοδευτικό χαρακτήρα της ελευθερώσεως της αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος «αφήνει να διατηρηθούν εμπόδια στο εμπόριο ηλεκτρικού ρεύματος μεταξύ κρατών μελών» (37) καθώς και στη φύση του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία είναι τέτοια ώστε, «άπαξ γίνει δεκτό στο δίκτυο μεταφοράς ή διανομής, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η προέλευση και ιδίως η πηγή ενέργειας από την οποία παρήχθη» (38). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η γερμανική ρύθμιση συνέβαλλε στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

101. Κατά την άποψή μου, η εξέλιξη του νομικού πλαισίου τόσο της εσωτερικής αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας όσο και της προωθήσεως των ανανεώσιμων ενεργειών δεν καθιστά πλέον δυνατή την αποδοχή των δύο πρώτων δικαιολογητικών λόγων.

102. Πρώτον, θα σημειώσω ότι η προαναφερθείσα απόφαση PreussenElektra εκδόθηκε πριν από την έκδοση της οδηγίας 2003/54, η οποία αποτελεί ένα συμπληρωματικό στάδιο όσον αφορά την ελευθέρωση της αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου ιδίως να καταπολεμηθεί η στεγανοποίηση των αγορών.

103. Δεύτερον, διαπιστώνω ότι σήμερα ο δικαιολογητικός λόγος που αντλείται από την αδυναμία καθορισμού της προελεύσεως της ηλεκτρικής ενέργειας δεν δύναται να προβληθεί βασίμως, επειδή η από την οδηγία 2001/77 θέσπιση των εγγυήσεων προελεύσεως είχε ακριβώς ως σκοπό να καταστεί δυνατή η εγγύηση της προελεύσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (39).

104. Νομίζω ότι ούτε ο δικαιολογητικός λόγος που αντλείται από τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι πειστικός, επειδή η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης ή στον ΕΟΧ θα συνέβαλλε στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στη Φλαμανδική Περιφέρεια στον ίδιο βαθμό με την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στην περιφέρεια αυτή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (40).

105. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης την αναγκαία τήρηση της αρχής της επανορθώσεως, κατά προτεραιότητα στην πηγή, των καταστροφών του περιβάλλοντος. Παρά ταύτα, δεν νομίζω ότι η αρχή αυτή, η οποία συνεπάγεται, προκειμένου να αποτραπούν καταστροφές του περιβάλλοντος, την επανόρθωση, στην πηγή, των συνεπειών της ρυπάνσεως, με τη χρησιμοποίηση των λιγότερο βλαπτικών μεθόδων και προϊόντων, και η οποία επομένως δικαιολογεί την τοπική επεξεργασία των αποβλήτων (41), δύναται βασίμως να προβληθεί για να δικαιολογήσει διακρίσεις εις βάρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε άλλα κράτη μέλη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

106. Ο λόγος υπάρξεως της αδυναμίας των διανομέων να παρέχουν εγγυήσεις προελεύσεως από την αλλοδαπή δεν μπορεί να έγκειται ούτε στον σκοπό εγγυήσεως της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού. Στην εξωτερική πτυχή της, δηλαδή έναντι των συμβατικών πηγών ενέργειας που προέρχεται από τρίτες χώρες, η ασφάλεια του εφοδιασμού προδήλως δεν διακυβεύεται. Δεν αποδεικνύεται ούτε ότι δύναται να διακυβευθεί η ασφάλεια του εσωτερικού εφοδιασμού, πολύ περισσότερο εφόσον η βελτίωσή της μπορεί να γίνει ιδίως με την ανάπτυξη των διασυνδέσεων μεταξύ των δικτύων, οι οποίες, ευνοώντας τη διαφοροποίηση των εφοδιασμών, καθιστούν δυνατό να ξεπεραστούν τα όρια που οι ανανεώσιμες ενέργειες έχουν σε σχέση με τον σκοπό διασφαλίσεως της συνεχούς τροφοδοσίας με ηλεκτρική ενέργεια (42).

107. Ούτε το επιχείρημα ότι η οδηγία 2001/77 έχει ορίσει εθνικούς στόχους, των οποίων η επίτευξη θα μπορούσε να διακυβευθεί αν παρεχόταν δημόσια στήριξη σε όλους τους αλλοδαπούς παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας είναι, κατά την άποψή μου, πειστικό.

108. Στην ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (43), η Επιτροπή, αφότου διευκρίνισε ότι ναι μεν οι εθνικοί στόχοι ορίζονται με όρους καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πλην όμως η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ορίζεται ως η εθνική παραγωγή αυξημένη με τις εισαγωγές και μειωμένη με τις εξαγωγές, εξέθεσε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν υπόψη μια συμβολή υπό τη μορφή εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος, υπό την επιφύλαξη ρητής αποδοχής από το εξάγον κράτος και ελλείψεως διπλού υπολογισμού.

109. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έχει δεχθεί τη δυνατότητα η εισαγόμενη πράσινη ηλεκτρική ενέργεια να λαμβάνεται υπόψη για να εξακριβωθεί αν επετεύχθη ο στόχος του κράτους μέλους εισαγωγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν βλέπω κατά ποιον τρόπο η εισαγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από την αλλοδαπή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των εθνικών στόχων.

110. Ναι μεν αντιλαμβάνομαι την ανησυχία να αποφευχθεί άνιση κατανομή, μεταξύ των κρατών, των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πλην όμως θεωρώ ότι η προστασία του περιβάλλοντος εμπίπτει σε κοινή πολιτική της Ένωσης. Επιπλέον, η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί το αντικείμενο αμιγώς εθνικής προσεγγίσεως, αλλά έχει ευρωπαϊκή δυναμική, ιδίως στον τομέα της καταπολεμήσεως της κλιματικής μεταβολής (44). Επομένως, πρέπει να ληφθούν υπόψη επίσης τα πλεονεκτήματα που δύνανται να απορρεύσουν από το εμπόριο πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Ένωσης. Μολονότι είναι δύσκολο να μετρηθεί ο πραγματικός αντίκτυπος του εμπορίου αυτού, παρά ταύτα δύναται κανείς να σκεφθεί ότι το εν λόγω εμπόριο θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του κόστους των ανανεώσιμων ενεργειών, καθιστώντας δυνατή μια πιο ορθολογική επιλογή των τόπων παραγωγής.

111. Δύο άλλες ουσιώδεις σκέψεις ενισχύουν την πεποίθησή μου ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν δύναται να δικαιολογήσει την επίμαχη ρύθμιση.

112. Πρώτον, η διάκριση μεταξύ των εγγυήσεων προελεύσεως και των πράσινων πιστοποιητικών, της οποίας τη σαφήνεια και σημασία προσπάθησαν να αποδείξουν η VREG κ.λπ., είναι στην πραγματικότητα παρά πολύ συγκεχυμένη τόσο στη φλαμανδική ρύθμιση όσο και στη φλαμανδική πρακτική (45). Πράγματι, το πράσινο πιστοποιητικό έχει την αξία εγγυήσεως προελεύσεως, επειδή δύναται να χρησιμοποιηθεί στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας σε τελικούς πελάτες. Επιπλέον, όπως ομολόγησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η VREG κ.λπ., η εγγύηση προελεύσεως δύναται, όπως το πράσινο πιστοποιητικό, να πωληθεί χωριστά από την ηλεκτρική ενέργεια. Κατά συνέπεια, το πράσινο πιστοποιητικό και η εγγύηση προελεύσεως εύστοχα θεωρούνται ως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, κατά μια αντίληψη η οποία πόρρω απέχει από την εξαρχής λογική της οδηγίας 2001/77. Παραδόξως, το πιστοποιητικό, είτε μετονομαστεί εγγύηση προελεύσεως είτε όχι, δύναται να εξαχθεί ελεύθερα και, έτσι, να ενταχθεί στα αλλοδαπά συστήματα ενισχύσεως των ανανεώσιμων ενεργειών, ενώ, αντιστρόφως, απαγορεύεται η εισαγωγή των αλλοδαπών εγγράφων.

113. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η πρακτική της VREG είναι επικριτέα στο μέτρο που, στην πραγματικότητα, μεταμορφώνει, μόνο προς όφελος του επίμαχου περιφερειακού συστήματος, μια εγγύηση προελεύσεως σε πράσινο πιστοποιητικό, επειδή τα καταχωρίζει ως πράσινο πιστοποιητικό με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει ενδεχομένως ως τέτοια αν θεωρήσει ότι συντρέχει τέτοια ανάγκη και μόνον αν το αποφασίσει. Παραμένει το γεγονός ότι αυτά τα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν πράσινα πιστοποιητικά έχουν τιμή αυτήν που είχαν ως εγγυήσεις προελεύσεως, η οποία, όπως μας εκτέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι, υπό κατά τα λοιπά όμοιες συνθήκες, σημαντικά μικρότερη της τιμής ενός «κανονικού» πράσινου πιστοποιητικού. Επομένως, αυτός ο τρόπος καθορισμού της τιμής διαφέρει από εκείνον που θα έπρεπε να είναι ο φυσιολογικός τρόπος καθορισμού της, δηλαδή η αντιπαράθεση της προσφοράς και της ζητήσεως στη δευτερογενή αγορά των πράσινων πιστοποιητικών, της οποίας επομένως η φυσιολογική λειτουργία διαταράσσεται από την πρακτική αυτή. Η Επιτροπή ανέφερε με τις γραπτές παρατηρήσεις της και επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οκτώ κράτη μέλη χρησιμοποιούσαν το σύστημα των πράσινων πιστοποιητικών. Επομένως, τούτο δίνει μια ιδέα της σημασίας της διαταράξεως που το υπό εξέταση σύστημα επέφερε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

114. Δεύτερον, από το έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου στις 25 Ιουλίου 2001, ανεξάρτητα από την προκαλούσα κατάπληξη ερμηνεία που η Επιτροπή έδωσε σε αυτό κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σαφώς προκύπτει ότι η τωρινή φλαμανδική ρύθμιση δεν συνάδει με τις δεσμεύσεις που η Φλαμανδική Κυβέρνηση ανέλαβε επ’ ευκαιρία της γνωστοποιήσεως της εν λόγω ρυθμίσεως βάσει των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεων των Συνθηκών. Από την πλευρά μου, σαφώς διστάζω να δεχθώ αυτή την αθέτηση δοθείσας υποσχέσεως, την οποία δεν μπορεί να δικαιολογήσει η προστασία του περιβάλλοντος.

115. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι, μολονότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77 δεν αποκλείει μια εσωτερική ρύθμιση στηρίξεως των ανανεώσιμων ενεργειών, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι χορηγούμενες εντός άλλου κράτους μέλους ή του ΕΟΧ εγγυήσεις προελεύσεως, παρά ταύτα τα άρθρα 28 ΕΚ και 11 της Συμφωνίας ΕΟΧ αποκλείουν μια τέτοια ρύθμιση, η οποία κατά τρόπο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις εμποδίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, χωρίς η ρύθμιση αυτή να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους που ανάγονται στην προστασία του περιβάλλοντος (46).

IV – Συμπέρασμα

116. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι στο rechtbank van eerste aanleg te Brussel (Βέλγιο) πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

«Το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, δεν αποκλείει εθνική ρύθμιση στηρίξεως των ανανεώσιμων ενεργειών, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, βάσει της οποίας χορηγούνται πράσινα πιστοποιητικά στους εγκατεστημένους σε ορισμένη περιφέρεια παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και επιβάλλεται στους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας να καταθέτουν κάθε έτος έναν αριθμό πράσινων πιστοποιητικών που αντιστοιχεί σε μια ποσόστωση, ενώ δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη οι εγγυήσεις προελεύσεως που χορηγούνται εντός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Αντιθέτως, τα άρθρα 28 ΕΚ και 11 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992, αποκλείουν μια τέτοια ρύθμιση, η οποία κατά τρόπο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις εμποδίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, χωρίς η ρύθμιση αυτή να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους που ανάγονται στην προστασία του περιβάλλοντος.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – ΕΕ L 283, σ. 33.


3 – ΕΕ L 176, σ. 37.


4 – ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ.


5 – Απόφαση 1/CP.3 «Έγκριση του πρωτοκόλλου του Κυότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές» (στο εξής: πρωτόκολλο του Κυότο).


6 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του πρωτοκόλλου του Κυότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων (ΕΕ L 130, σ. 1).


7 – ΕΕ L 306, σ. 34.


8 – ΕΕ L 140, σ. 16.


9 – ΕΕ 2006, L 53, σ. 43.


10 –      Στο εξής: διάταγμα για την ηλεκτρική ενέργεια.


11 – Στο εξής: VREG.


12 –      Στο εξής: Φλαμανδική Κυβέρνηση.


13 – Στο εξής: Essent.


14 –      Η VREG εκθέτει ότι το 2007 η Essent κατέθεσε επίσης εγγυήσεις προελεύσεως από παραγωγούς εγκατεστημένους στη Σουηδία.


15 –      Συλλήβδην στο εξής: VREG κ.λπ.


16 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2012, C‑294/11, Elsacom (σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


17 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, C‑25/11, Varzim Sol (σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


18 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C‑7/11, Caronna (σκέψη 54).


19 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2009, C‑540/07, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2009, σ. I‑10983, σκέψη 65)· της 28ης Οκτωβρίου 2010, C‑72/09, Établissements Rimbaud (Συλλογή 2010, σ. I‑10659, σκέψη 20), και της 19ης Ιουλίου 2012, C‑48/11, A (σκέψη 15).


20 – Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 70.


21 –      Η Essent παραπέμπει στην απόφαση της 27ης Απριλίου 1994, C‑393/92, Almelo (Συλλογή 1994, σ. I‑1477, σκέψη 28).


22 –      Βλ., όσον αφορά τους διαφορετικούς αυτούς μηχανισμούς και τη συμβατότητά τους με τις αρχές που διέπουν την εσωτερική αγορά, Rousseau, S., «L’emprise de la logique marchande sur la promotion des énergies renouvelables au niveau communautaire», Revueinternationalededroit économique, 2005, σ. 231.


23 –      Στην απόφασή του της 10ης Δεκεμβρίου 1968, 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805, 809), το Δικαστήριο όρισε τα εμπορεύματα ως «τα αποτιμητά σε χρήμα προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν, ως τέτοια, αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών». Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 14ης Απριλίου 2011, C‑42/10, C‑45/10 και C‑57/10, Vlaamse Dierenartsenvereniging και Janssens (Συλλογή 2011, σ. I‑2975, σκέψη 68).


24 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C‑206/06, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-5497, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 474, σκέψη 5), και της 2ας Δεκεμβρίου 2010, C‑108/09, Ker-Optika (Συλλογή 2010, σ. I‑12213, σκέψη 47).


26 –      Βλ. άρθρο 25 του διατάγματος για την ηλεκτρική ενέργεια.


27 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 1993, C‑17/92, Distribuidores Cinematográficos (Συλλογή 1993, σ. I‑2239, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


28 –      Για εμπεριστατωμένη ανάλυση του ζητήματος, βλ. Vial, C., Protection de l’environnement et libre circulation des marchandises, Collection droit de l’Union européenne – Thèse, Bruylant, Βρυξέλλες, 2006, σ. 225 επ.


29 – Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1992, C‑2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I‑4431).


30 – Σκέψη 34.


31 – Σκέψη 36.


32 – Συλλογή 1998, σ. I-4473, σκέψη 34.


33 – Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψη 13.


34 –      Βλ., επίσης, ένατο εδάφιο του προοιμίου της Συνθήκης ΕΕ.


35 – Βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I‑7879, σκέψεις 41 και 42).


36 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Jans, H. J., και Vedder, H. H. B., European Environmental Law, 4η έκδ., European Law Publishing, Groningen, 2011, σ. 23.


37 – Σκέψη 78.


38 – Σκέψη 79.


39 –      Έστω και αν, άπαξ διοχετευθεί στο δίκτυο, η προέλευσή της δεν είναι πια ανιχνεύσιμη.


40 –      Βλ., στο ίδιο πνεύμα, σημείο 236 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση PreussenElektra.


41 –      Η αρχή αυτή «συνεπάγεται ότι σε κάθε περιφέρεια, δήμο ή άλλη τοπική οντότητα απόκειται να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την παραλαβή, την επεξεργασία και τη διάθεση των δικών της αποβλήτων». Βλ., επιπλέον, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 34) και απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, C‑17/09, Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 16).


42 –      Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την αβέβαιη, τόσο από απόψεως χώρου όσο και από απόψεως χρόνου, διαθεσιμότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, Le Baut-Ferrarese B., και Michallet, I., Droitdes énergiesrenouvelables, Éditions Le Moniteur, 2008, σ. 56 και 57.


43 – COM(2004) 366 τελικό.


44 –      Έτσι, στο πρωτόκολλο του Κυότο περιέχεται για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2012 συνολική δέσμευση μειώσεως των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 8 % σε σχέση με το επίπεδο του 1990 (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, και παραρτήματα I B και II του πρωτοκόλλου αυτού).


45 –      Η οδηγία 2009/28 δεν συμβάλλει στη διευκρίνιση της νομικής καταστάσεως. Κατά την αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας αυτής, «[μ]ια εγγύηση προέλευσης μπορεί να μεταβιβάζεται από έναν κάτοχο σε άλλον, ανεξάρτητα από την ενέργεια την οποία αφορά». Βλ., επίσης, Van der Elst, R., «Les défis de la nouvelle directive sur les énergies renouvelables et son impact sur le commerce intra et extracommunautaire», στο Droit européen de l’énergie, Helbing Lichtenhahn, Βασιλεία, 2011, σ. 179. Κατά τον συγγραφέα αυτόν, «η κύρια διάκριση μεταξύ των εγγυήσεων προελεύσεως και των πράσινων πιστοποιητικών έγκειται στο ότι εγγύηση προελεύσεως χορηγηθείσα εντός ενός κράτους μέλους πρέπει να αναγνωρίζεται από όλα τα άλλα κράτη μέλη, ενώ τούτο δεν ισχύει για τα πράσινα πιστοποιητικά».


46 –      Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι οι οδηγίες 2001/77 και 2003/54 τέθηκαν σε ισχύ, όσον αφορά τον ΕΟΧ, αντιστοίχως μόλις την 1η Σεπτεμβρίου 2006 και την 1η Ιουνίου 2007, είναι άνευ σημασίας για την απάντηση που προτείνω. Μόνο στον εθνικό δικαστή απόκειται, όσον αφορά τις νορβηγικές εγγυήσεις που η Essent κατέθεσε πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2006, να εξακριβώσει αν καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που ισχύουν για τις εγγυήσεις προελεύσεως που προβλέπει η οδηγία 2001/77.