Language of document : ECLI:EU:C:2014:2206

Υπόθεση C‑91/13

Essent Energie Productie BV

κατά

Minister van Sociale Zaken en Werkgelegenheid

[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ–Τουρκίας – Άρθρα 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου και 13 της αποφάσεως 1/80 – Πεδίο εφαρμογής – Επιβολή νέων περιορισμών ως προς την ελευθερία εγκαταστάσεως, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση – Απαγορεύεται – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ – Απόσπαση εργαζομένων – Υπήκοοι τρίτων κρατών – Απαίτηση άδειας εργασίας για τη διάθεση εργατικού δυναμικού»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Σεπτεμβρίου 2014

1.        Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ–Τουρκίας – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Κανόνας standstill του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου – Άμεσο αποτέλεσμα – Πεδίο εφαρμογής

(Πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ–Τουρκίας, άρθρο 41 § 1)

2.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Προσδιορισμός των κρίσιμων στοιχείων του δικαίου της Ένωσης – Αναδιατύπωση των ερωτημάτων

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

3.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος – Εθνική νομοθεσία που απαιτεί άδεια εργασίας προκειμένου να διατεθεί εργατικό δυναμικό – Δεν επιτρέπεται – Δυσανάλογος χαρακτήρας της εν λόγω απαιτήσεως

(Άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ)

1.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 21, 31–34)

2.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 36)

3.        Τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους δυνάμει της οποίας όταν εργαζόμενοι που είναι υπήκοοι τρίτων κρατών διατίθενται, από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος σε χρήστρια επιχείρηση εγκατεστημένη στο πρώτο κράτος μέλος η οποία χρησιμοποιεί τους εργαζομένους αυτούς προκειμένου να εκτελέσει εργασίες για τον λογαριασμό άλλης επιχειρήσεως επίσης εγκατεστημένης στο πρώτο κράτος μέλος, για τη διάθεση αυτή απαιτείται να έχει χορηγηθεί άδεια εργασίας για τους ως άνω εργαζομένους.

Ειδικότερα, μολονότι πρέπει να γίνει δεκτή τόσο η ευχέρεια που έχει κράτος μέλος να εξακριβώσει αν μια εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος επιχείρηση η οποία παρέχει σε μια εγκατεστημένη στο πρώτο κράτος μέλος χρήστρια επιχείρηση υπηρεσία η οποία συνίσταται στη διάθεση εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών χρησιμοποιεί την ελευθερία παροχής υπηρεσιών για σκοπούς άλλους από την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας, όσο και η δυνατότητά του να λάβει τα απαραίτητα προς τούτο ελεγκτικά μέτρα, η άσκηση της ευχέρειας αυτής δεν παρέχει πάντως στο ως άνω κράτος μέλος τη δυνατότητα επιβολής δυσανάλογων όρων. Η διατήρηση από κράτος μέλος μιας πάγιας προϋποθέσεως λήψεως άδειας εργασίας για τους υπηκόους τρίτων κρατών οι οποίοι διατίθενται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος σε εγκατεστημένη στο πρώτο κράτος επιχείρηση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της εν λόγω νομοθεσίας.

Συναφώς, η υποχρέωση που θα επιβαλλόταν σε παρέχουσα υπηρεσίες επιχείρηση να παράσχει στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τα στοιχεία τα οποία θα πιστοποιούσαν ότι οι εργαζόμενοι περί των οποίων πρόκειται τελούν σε κατάσταση νομιμότητας, ιδίως ως προς τη διαμονή, την άδεια εργασίας και την κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη, στο κράτος μέλος στο οποίο τους απασχολεί η ως άνω επιχείρηση θα παρείχε στις εν λόγω αρχές, κατά τρόπο λιγότερο περιοριστικό και εξίσου αποτελεσματικό με την προϋπόθεση της άδειας εργασίας, εγγυήσεις ως προς τη νομιμότητα της καταστάσεως των εργαζομένων αυτών και ως προς το γεγονός ότι ασκούν την κύρια δραστηριότητά τους στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η παρέχουσα υπηρεσίες επιχείρηση.

Ομοίως, η υποχρέωση η οποία θα επιβαλλόταν σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών να ενημερώνει εκ των προτέρων τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για την παρουσία ενός ή περισσοτέρων αποσπασμένων μισθωτών εργαζομένων, για την προβλεπόμενη διάρκεια της εν λόγω παρουσίας και για την ή τις παρεχόμενες υπηρεσίες που δικαιολογούν την απόσπαση θα συνιστούσε εξίσου αποτελεσματικό και λιγότερο περιοριστικό μέτρο απ’ ό,τι η απαίτηση περί άδειας εργασίας. Η υποχρέωση αυτή θα ήταν ικανή να παράσχει στις ως άνω αρχές τη δυνατότητα να ελέγξουν την τήρηση της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως, συνεκτιμώντας τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει ήδη η επιχείρηση αυτή από τις διατάξεις κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου που ισχύουν στο κράτος μέλος προελεύσεως.

(βλ. σκέψεις 55–57, 59, 60 και διατακτ.)