Language of document : ECLI:EU:C:2021:153

Υπόθεση C824/18

A.B. κ.λπ.

κατά

Krajowa Rada Sądownictwa

(αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως,
την οποία υπέβαλε το Naczelny Sąd Administracyjny)

 Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 2ας Μαρτίου 2021

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 2 και άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Κράτος δικαίου – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Διαδικασία διορισμού σε θέση δικαστή του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) – Διορισμός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας βάσει πορίσματος του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου – Έλλειψη ανεξαρτησίας του εν λόγω συμβουλίου – Έλλειψη αποτελεσματικότητας του ενδίκου βοηθήματος που ασκείται κατά του πορίσματος αυτού – Απόφαση του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Πολωνία) καταργούσα τη διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου – Θέσπιση νομοθεσίας βάσει της οποίας καταργείται αυτοδικαίως η δίκη στις εκκρεμούσες υποθέσεις και αποκλείεται η άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος σε τέτοιες υποθέσεις – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Δυνατότητα και/ή υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και να εμμένουν σε αυτή – Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης – Εξουσία να μην εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις που δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης»»

1.        Προδικαστικά ερωτήματα – Υποβολή στο Δικαστήριο – Αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων – Εύρος – Εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει εθνικό δικαστήριο να εμμείνει σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στο Δικαστήριο – Εθνική ρύθμιση αποκλείουσα κάθε δυνατότητα μελλοντικής εκ νέου υποβολής ανάλογων αιτήσεων – Ανεπίτρεπτο – Εκτίμηση εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου

(Άρθρο 4 § 3, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

(βλ. σκέψεις 74, 91-93, 95-97, 106, 107, 150, διατακτ. 1)

2.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Περιεχόμενο

(Άρθρα 2 και 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47 και 51 § 1)

(βλ. σκέψεις 108, 109, 111, 112)

3.        Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Περιεχόμενο

(Άρθρα 2 και 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

(βλ. σκέψεις 115-119)

4.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου διοριζόμενοι από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατόπιν προτάσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου – Παραβίαση σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών εκ μέρους των πολιτών – Κριτήρια – Ανεξαρτησία του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου – Εύρος του αντικειμένου της προσφυγής η οποία δύναται να ασκηθεί κατά αποφάσεως του οργάνου αυτού – Έλεγχος εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

(βλ. σκέψεις 122-125, 127-129, 131)

5.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Προσφυγές κατά αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που αφορούν πρόταση διορισμού ορισμένων υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα κατάργηση της δίκης – Κατάργηση κάθε δυνατότητας ασκήσεως τέτοιων προσφυγών στο μέλλον – Παραβίαση σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών εκ μέρους των πολιτών – Έλεγχος εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

(βλ. σκέψεις 136, 138, 139, 150, διατακτ. 1)

6.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο – Υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας – Υποχρέωση – Εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει εθνικό δικαστήριο να εμμείνει σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στο Δικαστήριο – Εθνική ρύθμιση αποκλείουσα κάθε δυνατότητα μελλοντικής εκ νέου υποβολής ανάλογων αιτήσεων – Ανεπίτρεπτο – Υποχρεώσεις και εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου – Υποχρέωση να μην εφαρμόσει την εθνική διάταξη που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης – Υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να συνεχίσει να επιλαμβάνεται διαφορών οι οποίες ενέπιπταν προηγουμένως στην αρμοδιότητά του

(Άρθρο 4 § 3, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

(βλ. σκέψεις 140, 141, 150, διατακτ. 1)

7.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Υπεροχή – Προσφυγές κατά αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που αφορούν πρόταση διορισμού ορισμένων υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα κατάργηση της δίκης – Κατάργηση κάθε δυνατότητας ασκήσεως τέτοιων προσφυγών στο μέλλον – Ανεπίτρεπτο – Υποχρεώσεις και εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου – Υποχρέωση να μην εφαρμόσει την εθνική διάταξη που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης – Υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να συνεχίσει να επιλαμβάνεται διαφορών οι οποίες ενέπιπταν προηγουμένως στην αρμοδιότητά του

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

(βλ. σκέψεις 142-146, 148-150, διατακτ. 1)

8.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Προσφυγές κατά αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που αφορούν πρόταση διορισμού ορισμένων υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Αποφάσεις οι οποίες καθίστανται απρόσβλητες όσον αφορά τον διορισμό των προτεινόμενων υποψηφίων – Εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει τους προσφεύγοντες να προβάλλουν λόγο ακυρώσεως σχετικό με μη προσήκουσα εκτίμηση του ζητήματος αν οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων αυτών – Παραβίαση σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών εκ μέρους των πολιτών – Έλεγχος εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

(βλ. σκέψεις 156, 157, 165, 167, διατακτ. 2)

9.        Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Υπεροχή – Προσφυγές κατά αποφάσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που αφορούν πρόταση διορισμού ορισμένων υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Αποφάσεις οι οποίες καθίστανται απρόσβλητες όσον αφορά τους προτεινόμενους υποψηφίους – Εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει τους προσφεύγοντες να προβάλλουν λόγο ακυρώσεως σχετικό με μη προσήκουσα εκτίμηση του ζητήματος αν οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων αυτών – Ανεπίτρεπτο – Υποχρεώσεις και εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου – Υποχρέωση να μην εφαρμόσει την εθνική διάταξη που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης – Υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να εξακολουθήσει να ασκεί την αρμοδιότητά του, εφαρμόζοντας παράλληλα τις προϊσχύσασες εθνικές διατάξεις

(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

(βλ. σκέψεις 166, 167, διατακτ. 2)

Σύνοψη

Οι διαδοχικές τροποποιήσεις του πολωνικού νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων του εν λόγω Συμβουλίου με τις οποίες προτείνεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο διορισμός υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενδέχεται να συνιστούν παράβαση του δικαίου της Ένωσης.

Σε περίπτωση που αποδειχθεί η παράβαση, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές.

Με πορίσματα που εξέδωσε τον Αύγουστο του 2018, το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, Πολωνία) (στο εξής: KRS) αποφάσισε να μην υποβάλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας πρόταση για τον διορισμό πέντε προσώπων (στο εξής: προσφεύγοντες) σε θέσεις δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) και να προτείνει άλλους υποψήφιους για τις θέσεις αυτές. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγές ενώπιον του Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία), αιτούντος δικαστηρίου, κατά των πορισμάτων αυτών. Οι προσφυγές αυτού του είδους διέπονταν τότε από τον νόμο περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (στο εξής: νόμος περί του KRS), όπως είχε τροποποιηθεί με νόμο του Ιουλίου του 2018. Κατ’ εφαρμογήν του νομικού καθεστώτος αυτού, προβλεπόταν, αφενός, ότι, εάν άπαντες οι μετέχοντες σε διαδικασία διορισμού σε θέση δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν προσέβαλλαν το επίμαχο πόρισμα του KRS, τότε αυτό καθίστατο απρόσβλητο όσον αφορά τον προτεινόμενο υποψήφιο, οπότε ο συγκεκριμένος μπορούσε να διορισθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Επιπλέον, η ενδεχόμενη ακύρωση τέτοιου πορίσματος κατόπιν προσφυγής υποψηφίου που δεν προτάθηκε για διορισμό δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα εκ νέου εκτίμηση της καταστάσεώς του με σκοπό τον ενδεχόμενο διορισμό στην οικεία θέση. Αφετέρου, βάσει του ίδιου καθεστώτος, η προσφυγή αυτή δεν μπορούσε να στηρίζεται σε λόγο με τον οποίο προβαλλόταν μη προσήκουσα εκτίμηση του ζητήματος αν οι υποψήφιοι πληρούσαν τα κριτήρια που λαμβάνονταν υπόψη κατά τη λήψη της αποφάσεως σχετικά με την υποβολή προτάσεως διορισμού. Με την αρχική αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο, θεωρώντας ότι στην πράξη το καθεστώς αυτό καθιστά εντελώς άνευ αποτελεσματικότητας την προσφυγή που ασκεί υποψήφιος ο οποίος δεν προτάθηκε για διορισμό, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν το νομικό καθεστώς αυτό είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.

Κατόπιν της υποβολής της αρχικής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ο νόμος περί του KRS τροποποιήθηκε εκ νέου το 2019. Βάσει της μεταρρυθμίσεως αυτής, κατέστη, αφενός, αδύνατη η άσκηση προσφυγών κατά αποφάσεων του KRS όσον αφορά την υποβολή προτάσεως για τον διορισμό υποψηφίων σε θέσεις δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αφετέρου, με τη μεταρρύθμιση αυτή επιβλήθηκε η αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης επί των προσφυγών του είδους αυτού που εκκρεμούσαν, στερώντας, στην πράξη, από το αιτούν δικαστήριο την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται επί τέτοιων προσφυγών, καθώς και τη δυνατότητα να λάβει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο, με τη συμπληρωματική αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το αν το νομικό καθεστώς αυτό είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Κατά πρώτον, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι τόσο το σύστημα συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, που καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, όσο και η αρχή καλόπιστης συνεργασίας, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, αντιτίθενται σε νομοθετικές τροποποιήσεις, όπως οι προμνημονευθείσες, οι οποίες συντελέσθηκαν στην Πολωνία το 2019, σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ότι αυτές έχουν ειδικώς ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων όπως είναι τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο και να αποκλείουν για το μέλλον κάθε δυνατότητα εκ νέου υποβολής ανάλογων προς αυτά ερωτημάτων από εθνικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο διευκρινίζει, συναφώς, ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων και, ιδίως, το πλαίσιο εντός του οποίου θέσπισε ο Πολωνός νομοθέτης τις τροποποιήσεις αυτές, αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τέτοιες νομοθετικές τροποποιήσεις ενδέχεται επίσης να προσκρούουν στην υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Τούτο συμβαίνει σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει, κατόπιν εκτιμήσεως στην οποία οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, ότι οι τροποποιήσεις αυτές δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών, οι οποίοι διορίζονται βάσει των εν λόγω πορισμάτων του KRS, έναντι εξωτερικών στοιχείων, ειδικότερα δε έναντι της άμεσης ή έμμεσης ασκήσεως επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, και ως προς την ουδετερότητά τους έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Σε τέτοια περίπτωση, οι τροποποιήσεις αυτές δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδουν οι εν λόγω δικαστές εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο που μπορεί να θίξει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου.

Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι εγγυήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας τις οποίες επιτάσσει το δίκαιο της Ένωσης συνεπάγονται την ύπαρξη κανόνων που διέπουν τον διορισμό των δικαστών. Εξάλλου, το Δικαστήριο επισημαίνει τον καθοριστικής σημασίας ρόλο του KRS στη διαδικασία διορισμού σε θέση δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η πράξη με την οποία το KRS προτείνει υποψήφιο συνιστά προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τον διορισμό εν συνεχεία του υποψηφίου σε τέτοια θέση. Επομένως, ο βαθμός της ανεξαρτησίας της οποίας απολαύει το KRS έναντι της πολωνικής νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι δικαστές που επιλέγει θα είναι σε θέση να πληρούν τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ενδεχόμενο να μην υφίσταται δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος στο πλαίσιο διαδικασίας διορισμού σε θέσεις δικαστών εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου μπορεί να αποδεικνύεται προβληματικό σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων του γενικότερου πλαισίου τα οποία χαρακτηρίζουν μια τέτοια διαδικασία εντός του οικείου κράτους μέλους δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες αμφιβολίες συστημικής φύσεως ως προς την ανεξαρτησία και το ανεπηρέαστο των δικαστών που διορίζονται κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής. Το Δικαστήριο διευκρινίζει συναφώς ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί, βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων που μνημόνευσε στην απόφασή του περί παραπομπής, ιδίως δε των νομοθετικών τροποποιήσεων που επηρέασαν προσφάτως τη διαδικασία διορισμού των μελών του KRS, ότι το όργανο αυτό δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας, η ύπαρξη ένδικου βοηθήματος δυνάμενου να ασκηθεί από τους μη επιλεγέντες υποψηφίους καθίσταται αναγκαία προκειμένου να συμβάλει στη διαφύλαξη της διαδικασίας διορισμού των οικείων δικαστών από την άμεση ή έμμεση άσκηση επιρροής και να αποτρέψει, εν τέλει, το ενδεχόμενο να προκληθούν στους πολίτες οι ως άνω εύλογες αμφιβολίες.

Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις του έτους 2019 θεσπίσθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της υπεροχής του δικαίου αυτού επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις επίμαχες τροποποιήσεις, ανεξαρτήτως του αν είναι νομοθετικής ή συνταγματικής φύσεως, και να συνεχίσει να ασκεί την αρμοδιότητα που είχε προηγουμένως να εκδικάζει τις διαφορές των οποίων είχε επιληφθεί πριν θεσπισθούν οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις.

Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αντιτίθεται σε νομοθετικές τροποποιήσεις όπως οι προμνημονευθείσες, οι οποίες συντελέσθηκαν στην Πολωνία το 2018, σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ότι αυτές δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών, οι οποίοι διορίζονται κατά τα προεκτεθέντα, έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά τους έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω τροποποιήσεις δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδουν οι εν λόγω δικαστές εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο που μπορεί να θίξει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου.

Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, εν τέλει, να αποφανθεί αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις τις οποίες πρέπει να λάβει συναφώς υπόψη το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι εθνικές διατάξεις σχετικά με το ένδικο βοήθημα που μπορεί να ασκηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας διορισμού σε θέσεις δικαστών ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου μπορεί να αποδειχθούν προβληματικές ως προς τις απαιτήσεις εκ του δικαίου της Ένωσης σε περίπτωση κατά την οποία εξαλείφεται η αποτελεσματικότητα των μέχρι τότε υφισταμένων ενδίκων βοηθημάτων. Το Δικαστήριο, όμως, επισημαίνει, πρώτον, ότι, κατόπιν των νομοθετικών τροποποιήσεων που θεσπίσθηκαν το 2018, το επίμαχο ένδικο βοήθημα στερείται πλέον κάθε πραγματικής αποτελεσματικότητας και, ως εκ τούτου, συνιστά φαινομενικά μόνον ένδικο βοήθημα. Δεύτερον, το Δικαστήριο τονίζει ότι, εν προκειμένω, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα στοιχεία του ευρύτερου πλαισίου που συνδέονται με το σύνολο των λοιπών μεταρρυθμίσεων που επηρέασαν προσφάτως το Ανώτατο Δικαστήριο και το KRS. Επισημαίνει συναφώς, πέραν των αμφιβολιών που μνημονεύθηκαν προηγουμένως σχετικά με την ανεξαρτησία του KRS, το γεγονός ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις του 2018 θεσπίσθηκαν μικρό χρονικό διάστημα πριν το KRS, υπό τη νέα του σύνθεση, κληθεί να αποφανθεί επί υποψηφιοτήτων, όπως αυτές των προσφευγόντων, για την πλήρωση πολλών θέσεων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες θεωρήθηκαν κενές ή συστάθηκαν για πρώτη φορά συνεπεία της θέσεως σε ισχύ των διαφόρων τροποποιήσεων του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Τέλος, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, εφόσον το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις του 2018 θεσπίσθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο οφείλει, βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της αυτού, να μην εφαρμόσει τις εν λόγω τροποποιήσεις, αλλά τις προϊσχύσασες εθνικές διατάξεις, ασκώντας παράλληλα τον δικαστικό έλεγχο που προβλέπουν οι τελευταίες.