Language of document : ECLI:EU:C:2004:570

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2004 (*)

«Σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Προσωπικό πεδίο εφαρμογής – Έννοια του “μέλους της οικογενείας” Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους – Προγονός ενός τέτοιου εργαζομένου»

Στην υπόθεση C-275/02

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουλίου 2002, στο πλαίσιο της δίκης,

Engin Ayaz

κατά

Land Baden-Württemberg,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, J. N. Cunha Rodrigues, R. Schintgen (εισηγητή) και F. Macken δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        το Land Baden-Würrttemberg, εκπροσωπούμενο από την S. Karajan,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W.-D. Plessing,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον D. Martin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2004,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80). Το Συμβούλιο Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας συνεστήθη με την υπογραφείσα στην Άγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, Συμφωνία Συνδέσεως, η οποία συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).

2        Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του E. Ayaz, Τούρκου υπηκόου, και του Land Baden-Württemberg (ομόσπονδου κράτους Βάδης-Βυρτεμβέργης) σχετικά με αποφάσεις του δευτέρου να μη χορηγήσει στον πρώτο παράταση της προσωρινής αδείας διαμονής του στη Γερμανία και να διατάξει την απέλασή του από το έδαφος του οικείου κράτους μέλους.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας

3        Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, συμπεριλαμβανομένου του τομέα του εργατικού δυναμικού, μέσω της σταδιακής πραγματοποιήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (άρθρο 12), της καταργήσεως των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως (άρθρο 13) και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρο 14), προς βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του Τουρκικού λαού και διευκόλυνση της μελλοντικής προσχωρήσεως στην Κοινότητα της Δημοκρατίας της Τουρκίας (τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και άρθρο 28).

4        Προς τούτο, η Συμφωνία Συνδέσεως περιλαμβάνει μια προπαρασκευαστική φάση, προκειμένου να καταστεί εφικτό στη Δημοκρατία της Τουρκίας να ενισχύσει την οικονομία της με τη συνδρομή της Κοινότητας (άρθρο 3), μια μεταβατική φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας διασφαλίζεται η βαθμιαία εγκαθίδρυση τελωνειακής ενώσεως και η προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών (άρθρο 4), και μια οριστική φάση, βασιζόμενη στην τελωνειακή ένωση και συνεπαγόμενη την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των συμβαλλομένων μερών (άρθρο 5).

5        Κατά το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, το οποίο απαντά στον τίτλο ΙΙ αυτής «Εφαρμογή της μεταβατικής φάσεως»:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους».

6        Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως ορίζει:

«Για την πραγματοποίηση των στόχων οι οποίοι καθορίζονται με τη συμφωνία και στις προβλεπόμενες από αυτή περιπτώσεις, το Συμβούλιο Συνδέσεως έχει τη εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις. Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των αποφάσεων. […]»

7        Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1970 και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149, στο εξής: Πρόσθετο Πρωτόκολλο), θεσπίζει με το άρθρο 1 τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταβατικής φάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 62 αυτού, το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της οικείας συμφωνίας.

8        Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο περιλαμβάνει τίτλο ΙΙ «Διακίνηση προσώπων και υπηρεσιών», το κεφάλαιο Ι του οποίου διέπει τους εργαζομένους.

9        Το άρθρο 36 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο Ι, προβλέπει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας πραγματοποιείται σταδιακώς, σύμφωνα με τις εξαγγελλόμενες στο άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως αρχές, μεταξύ της λήξεως του δωδέκατου και του εικοστού έτους από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, και ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως αποφασίζει περί των αναγκαίων προς τον σκοπό αυτό διαδικασιών.

10      Το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1980 την απόφαση 1/80. Τα άρθρα 6, 7 και 14 της αποφάσεως απαντούν στο κεφάλαιο ΙΙ αυτής υπό τον τίτλο «Κοινωνικές διατάξεις», τμήμα 1, περί των θεμάτων σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

11      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 έχει ως εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους,

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται να αποδεχθεί, κατ’ επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.»

12      Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 ορίζει:

«Τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του,

–        εφόσον έχουν απασχοληθεί νομίμως επί τρία τουλάχιστον έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας·

–        εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.»

13      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της ιδίας αποφάσεως προβλέπει:

«Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούν λόγοι δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφαλείας και δημόσιας υγείας.»

 Οι λοιπές συναφείς διατάξεις του κοινοτικού δικαίου

14      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992 (EE L 245, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1612/68), είναι διατυπωμένο ως εξής:

«Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους:

α)      έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των είκοσι ενός ετών ή συντηρούνται από αυτόν·

β)      οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.»

 Η υπόθεση της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας δίκης, ο E. Αyaz, ο οποίος γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1979 και είναι άγαμος, μετέβη το 1991 στη Γερμανία, συνοδευόμενος από τη μητέρα του, προκειμένου να συμβιώσει με τον πατριό του.

16      Δεν αμφισβητείται ότι ο πατριός του E. Ayaz, τουρκικής ιθαγενείας, είναι από τη δεκαετία του ’80 εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους όπου διαμένει νομίμως.

17      Κατά το αιτούν δικαστήριο, στη μητέρα του E. Ayaz ουδέποτε δόθηκε η άδεια να εργαστεί στη Γερμανία.

18      Από την είσοδό του στο γερμανικό έδαφος, ο E. Ayaz διέμεινε με τη μητέρα και τον πατριό του, με εξαίρεση μία σύντομη περίοδο διακοπής στα τέλη του έτους 1999. Κατά τη διαμονή του στη Γερμανία φοίτησε στη μέση εκπαίδευση μέχρι το απολυτήριο, ακολούθως σε τεχνική σχολή επί ένα έτος. Στη συνέχεια, παρακολούθησε μαθήματα επαγγελματικής καταρτίσεως για δύο επαγγέλματα χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές για κανένα από αυτά. Μετά από χρονική περίοδο ανεργίας, απασχολήθηκε περιοδικώς ως οδηγός.

19      Μεταξύ των ετών 1997 και 2001 ο E. Ayaz καταδικάστηκε επανειλημμένα από γερμανικά δικαστήρια για διάφορα αδικήματα.

20      Ο ενδιαφερόμενος διέθετε στη Γερμανία άδεια διαμονής περιορισμένης διαρκείας, εκ των οποίων η τελευταία έληξε στις 31 Οκτωβρίου 1999.

21      Στις 8 Ιουλίου 1999 ζήτησε τη χορήγηση αδείας διαμονής απεριόριστης διαρκείας, πλην όμως επί της εν λόγω αιτήσεως δεν εκδόθηκε καμία τυπική απόφαση.

22      Ο E. Ayaz ζήτησε στις 24 Μαρτίου 2000 την παράταση της αδείας διαμονής του περιορισμένης διαρκείας.

23      Με απόφαση της 9ης Αυγούστου 2000, το Landratsamt Rems-Murr-Kreis απέρριψε την τελευταία αίτησή του και διέταξε τον ενδιαφερόμενο να εγκαταλείψει τη Γερμανία εντός προθεσμίας μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω αρνήσεως, η δε μη εκτέλεση της εν λόγω διαταγής επρόκειτο να οδηγήσει στην απέλασή του προς την Τουρκία.

24      Στις 14 Σεπτεμβρίου 2000 ο E. Ayaz άσκησε ανακοπή κατά της εν λόγω αποφάσεως, ταυτόχρονα δε ζήτησε από το Verwaltungsgericht Stuttgart να του παράσχει προσωρινή προστασία των δικαιωμάτων του.

25      Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2000, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο διαπίστωσε το ανασταλτικό αποτέλεσμα της ανακοπής.

26      Στις 8 Φεβρουαρίου 2002 το Regierungspräsidium Stuttgart απέρριψε ως αβάσιμη την ανακοπή του E. Ayaz, εκτιμώντας ότι αποτελούσε σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη λόγω των σοβαρών αδικημάτων που είχε διαπράξει και ότι η απέλασή του δεν προσέκρουε ούτε στο γερμανικό σύνταγμα ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.

27      Ο ενδιαφερόμενος άσκησε στις 5 Μαρτίου 2002 ενώπιον του Verwaltungsgericht Stuttgart προσφυγή κατά της αποφάσεως του Regierungspräsidium Stuttgart.

28      Σύμφωνα με το εν λόγω δικαστήριο, η αμφισβητούμενη απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2002 συνάδει προς το εθνικό δίκαιο και συγκεκριμένα προς τον Ausländergesetz (γερμανικό νόμο περί αλλοδαπών), ο οποίος προβλέπει την αυτόματη απέλαση του αλλοδαπού ο οποίος, όπως εν προκειμένω, καταδικάστηκε, κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών, οριστικώς σε συνολικώς τριάμισι έτη ποινής για ανηλίκους.

29      Πάντως, πρoέχει να ελεγχθεί το ενδεχόμενο ο E. Ayaz να εμπίπτει στην προβλεπόμενη με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 προστασία κατά των απελάσεων, όπως το άρθρο αυτό ερμηνεύθηκε με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-340/97, Nazli (Συλλογή 2000, σ. I-957, σκέψεις 50 έως 64). Συγκεκριμένα, αφενός, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, προσκρούει στο προαναφερθέν άρθρο 14, παράγραφος 1, η απέλαση Τούρκου υπηκόου απολαύοντος δικαιώματος το οποίο απονέμει ευθέως η απόφαση 1/80, οσάκις το μέτρο αυτό διατάσσεται κατόπιν ποινικής καταδίκης και με σκοπό την αποτροπή άλλων αλλοδαπών, χωρίς η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου να δίδει στη συγκεκριμένη περίπτωση λαβή να υποτεθεί ότι θα διαπράξει άλλες σοβαρές παραβάσεις δυνάμενες να διαταράξουν τη δημόσια τάξη εντός του κράτους μέλους υποδοχής. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω η προσωπική συμπεριφορά του E. Ayaz δεν υποδηλώνει συγκεκριμένο κίνδυνο νέων σοβαρών διαταράξεων της δημόσιας τάξεως, οπότε επιβάλλεται, κατά την εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, η ακύρωση της αποφάσεως περί απελάσεως.

30      Εντούτοις, προκειμένου η σχετική διάταξη να τύχει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιβάλλεται να προσδιοριστεί αν ο ενδιαφερόμενος καταλέγεται μεταξύ των προστατευομένων με την απόφαση 1/80 προσώπων.

31      Συναφώς, ο Ayaz δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τα δικαιώματα που το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 απονέμει στον ενσωματωμένο στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους Τούρκο εργαζόμενο, λόγω του ότι δεν πληροί τις προβλεπόμενες από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις.

32      Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί περαιτέρω να απολαύει δικαιώματος διαμονής στη Γερμανία, ελκόμενο από τη μητέρα του, εφόσον η τελευταία ουδέποτε υπήρξε μισθωτή στο κράτος μέλος υποδοχής. Αντιθέτως, ο πατριός του E. Ayaz πληροί κάλλιστα την προϋπόθεση να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους, οπότε τίθεται το ερώτημα αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί ως «μέλος της οικογενείας» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.

33      Εκτιμώντας ότι υπό τις περιστάσεις αυτές η επίλυση της διαφοράς απαιτεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Verwaltungsgericht Stuttgart αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι μέλος της οικογενείας, κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 ο κάτω των είκοσι ενός ετών προγονός Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

34      Προκειμένου να κριθεί το προδικαστικό ερώτημα, επιβάλλεται η υπόμνηση, προκαταρκτικώς, ότι, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, η υπαγωγή στα προβλεπόμενα από την εν λόγω διάταξη δικαιώματα εξαρτάται από δύο σωρευτικές προϋποθέσεις, εξαγγελλόμενες με τη διάταξη αυτή, ήτοι, αφενός, ότι ο ενδιαφερόμενος είναι μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, και, αφετέρου, ότι του έχει δοθεί από τις αρμόδιες αρχές η άδεια να έλθει να συμβιώσει με τον εν λόγω εργαζόμενο στο οικείο κράτος.

35      Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, αποτελεί όντως πάγια νομολογία ότι, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι αφορώσες τη σύνδεση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας διατάξεις δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν την είσοδο στην επικράτειά τους και τους όρους της πρώτης επαγγελματικής δραστηριότητας των Τούρκων υπηκόων, οπότε η κατά το πρώτον είσοδος των υπηκόων αυτών σε κράτος μέλος διέπεται κατ’ αρχήν αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους (βλ., όλως εσχάτως, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, C-317/01 και C-369/01, Abatay κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. Ι-12301, σκέψεις 63 και 65).

36      Πάντως, στην υπόθεση της κύριας δίκης το υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα αφορά μόνον την πρώτη, παρατιθέμενη ανωτέρω στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, προϋπόθεση.

37      Όσον αφορά την εν λόγω προϋπόθεση, το υποβληθέν ερώτημα δεν αφορά την ιδιότητα ως εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους Τούρκου υπηκόου, ο οποίος είναι ήδη παρών στο έδαφος του εν λόγω κράτους –στοιχείο που το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένο–, αλλά αφορά αποκλειστικά το ζήτημα αν ο προγονός του εργαζομένου αυτού είναι «μέλος της οικογενείας» κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.

38      Συναφώς, η εν λόγω διάταξη δεν περιέχει ορισμό της εννοίας «μέλος της οικογενείας» του εργαζομένου.

39      Εντούτοις, η έννοια αυτή πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενιαίας ερμηνείας σε κοινοτικό επίπεδο προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της εντός των κρατών μελών.

40      Επομένως, το περιεχόμενό της προσδιορίζεται με γνώμονα τον στόχο που επιδιώκει καθώς και τη συγκυρία στην οποία εντάσσεται.

41      Αφενός, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, το εγκαθιδρυθέν με το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 σύστημα σκοπεί στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την οικογενειακή επανένωση εντός του κράτους μέλους υποδοχής, επιτρέποντας, αρχικώς, την παρουσία των μελών της οικογενείας στο πλευρό του διακινούμενου εργαζομένου και, μετά από ορισμένη χρονική περίοδο, παγιώνοντας εκεί τη θέση τους μέσω του δικαιώματος που τους χορηγείται να έχουν πρόσβαση σε θέση εργασίας εντός του κράτους αυτού (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95, Kadiman, Συλλογή 1997, σ. I-2133, σκέψεις 34 έως 36).

42      Αφετέρου, τον ίδιο σκοπό επιδιώκει ο κανονισμός 1612/68 –ο οποίος προορίζεται, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στις σκέψεις 82 και 83 της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2003, C-171/01, Wählergruppe Gemeinsam (Συλλογή 2003, σ. I-4301), να αποσαφηνίσει τις επιταγές του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39 ΕΚ)– και, ειδικότερα, το άρθρο 10, παράγραφος 1, αυτού.

43      Με την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. I-7091, σκέψη 57), το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι το δικαίωμα να εγκατασταθούν με τον διακινούμενο εργαζόμενο το οποίο έχουν «έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους κάτω των είκοσι ενός ετών ή συντηρούνται από αυτόν», δυνάμει της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού 1612/68, ανήκει τόσο στους κατιόντες του εργαζομένου αυτού όσο και στους κατιόντες του συζύγου του.

44      Κατά πάγια νομολογία κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt (Συλλογή 1995, σ. I-1475, σκέψεις 14, 19 και 20), από το γράμμα των άρθρων 20 της Συμφωνίας Συνδέσεως και 36 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, καθώς και από τον σκοπό της αποφάσεως 1/80, η οποία αποβλέπει στη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά το πνεύμα των άρθρων 48 της Συνθήκης, 49 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρου 40 ΕΚ) και 50 της Συνθήκης ΕΚ (άρθρου 41 ΕΚ), προκύπτει ότι οι αποδεκτές στο πλαίσιο των προαναφερθέντων άρθρων αρχές πρέπει να εφαρμόζονται, στο μέτρο του δυνατού, και στους Τούρκους υπηκόους που απολαύουν των αναγνωριζομένων με την εν λόγω απόφαση δικαιωμάτων (βλ., όλως εσχάτως, προαναφερθείσα απόφαση Wählergruppe Gemeinsam, σκέψη 72, και, κατ’ αναλογία, όσον αφορά το άρθρο 14 της Συμφωνίας Συνδέσεως, σχετικά με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, προαναφερθείσα απόφαση Abatay κ.λπ., σκέψη 112).

45      Έπεται ότι, όσον αφορά τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εννοίας «μέλος της οικογενείας» κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, επιβάλλεται η παραπομπή στη δοθείσα επί της αυτής εννοίας σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας ερμηνεία και ειδικότερα στο αναγνωριζόμενο στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 περιεχόμενο (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Wählergruppe Gemeinsam, και απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-465/01, Επιτροπή κατά Αυστρίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, όσον αφορά τη μεταφορά, για τις ανάγκες του δικαιώματος εκλογιμότητας των Τούρκων εργαζομένων σε οργανισμούς όπως είναι τα επιμελητήρια ή οι επιτροπές επιχειρήσεων, της δοθείσας στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ερμηνείας).

46      Άλλωστε, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν εμπεριέχει κανένα στοιχείο ικανό να επιτρέπει να εικάζεται ότι το περιεχόμενο της εννοίας «μέλος της οικογενείας» περιορίζεται, όσον αφορά τον εργαζόμενο, στην εξ αίματος οικογένειά του.

47      Επί πλέον, την ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύει η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-179/98, Mesbah (Συλλογή 1999, σ. I-7955), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έννοια του «μέλους της οικογενείας» του Μαροκινού διακινούμενου εργαζομένου, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, η οποία υπογράφηκε στο Rabat στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (EE ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130), καλύπτει τους ανιόντες του εργαζομένου αυτού και τον σύζυγό του που διαμένουν μαζί του εντός του κράτους μέλους υποδοχής. Πράγματι, η ανωτέρω ερμηνεία, η οποία παγιώνεται επ’ ευκαιρία συμφωνίας συνεργασίας, πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά συμφωνία συνδέσεως η οποία επιδιώκει περισσότερο φιλόδοξο σκοπό (βλ. σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως).

48      Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι ο κάτω των είκοσι ενός ετών ή συντηρούμενος από Τούρκο εργαζόμενο ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους προγονός του είναι μέλος της οικογενείας του εν λόγω εργαζομένου, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και απολαύει των δικαιωμάτων που του απονέμει η ως άνω απόφαση, εφόσον έλαβε δεόντως την άδεια να έλθει να συμβιώσει με τον εν λόγω εργαζόμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

49      Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα συνδεόμενα με την κατάθεση παρατηρήσεων στο Δικαστήριο, πέραν αυτών των εν λόγω διαδίκων, έξοδα δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, εκδοθείσα από το Συμβούλιο Συνδέσεως που συνεστήθη με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας έχει την έννοια ότι ο κάτω των είκοσι ενός ετών ή συντηρούμενος από Τούρκο εργαζόμενο ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους προγονός του είναι μέλος της οικογενείας του εν λόγω εργαζομένου, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και απολαύει των δικαιωμάτων που του απονέμει η ως άνω απόφαση, εφόσον έλαβε δεόντως την άδεια να έλθει να συμβιώσει με τον εν λόγω εργαζόμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.