Language of document : ECLI:EU:C:2019:609

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 11ης Ιουλίου 2019 (1)

Υπόθεση C380/18

Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid

κατά

E.P.

[αίτηση του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Κώδικας της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης των συνόρων – Διέλευση των εξωτερικών συνόρων και προϋποθέσεις εισόδου – Απόφαση διαπιστώνουσα τη λήξη της νομιμότητας της διαμονής λόγω απειλής για τη δημόσια τάξη – Απόφαση επιστροφής παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτου κράτους – Έννοια του όρου “απειλή για τη δημόσια τάξη” – Εξουσία εκτίμησης των κρατών μελών»






1.        Όταν εκδίδουν απόφαση με την οποία διαπιστώνουν ότι η προϋπόθεση εισόδου στο έδαφος της Ένωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (στο εξής: ΚΣΣ) (2), δεν πληρούται ή δεν πληρούται πλέον, υποχρεούνται οι εθνικές αρχές να εκτιμούν την προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτου κράτους και να συνάγουν την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας ή μπορούν να στηρίζονται απλώς και μόνον στην υπόνοια ότι ο υπήκοος αυτός διέπραξε σοβαρό ποινικό αδίκημα; Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το διακύβευμα της υπό παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Η Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν

2.        Η Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 (στο εξής: ΣΕΣΣ) (3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 610/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου, της 26ης Ιουνίου 2013 (4), προβλέπει, δυνάμει του άρθρου της 20, παράγραφος 1, ότι «[α]λλοδαποί μη υποκείμενοι στην υποχρέωση θεωρήσεως μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών επί 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, εφόσον πληρούν τους όρους εισόδου που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, γʹ, δʹ και εʹ[, της ΣΕΣΣ]».

2.      Ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν

3.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 6 του ΚΣΣ, «[ο] έλεγχος των συνόρων  δεν γίνεται μόνο προς το συμφέρον των κρατών μελών στα εξωτερικά σύνορα των οποίων ασκείται αλλά προς το συμφέρον όλων των κρατών μελών που έχουν καταργήσει τον έλεγχο στα εσωτερικά τους σύνορα. Ο έλεγχος θα πρέπει να συμβάλλει στην καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και στην πρόληψη κάθε απειλής κατά της εσωτερικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας και των διεθνών σχέσεων των κρατών μελών».

4.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 27 του ΚΣΣ, «[σ]ύμφωνα με τη νομολογία του [Δικαστηρίου], η παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, η δε έννοια της δημόσιας τάξης προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής, συντρέχουσας και αρκούντως σοβαρής απειλής για κάποιο από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας».

5.        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΚΣΣ ορίζει τα εξής:

«Για σκοπούμενη παραμονή στην επικράτεια των κρατών μελών που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, που περιλαμβάνει τον συνυπολογισμό της τελευταίας περιόδου 180 ημερών πριν από κάθε ημέρα παραμονής, οι προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών είναι οι εξής:

[…]

δ)      δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS [Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν] ως ανεπιθύμητοι·

ε)      δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών, ιδίως, δε, δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους.»

II.    Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

6.        Ο E.P. είναι Αλβανός υπήκοος ο οποίος φέρεται ότι στις 22 Απριλίου 2016 εισήλθε στο έδαφος των Κάτω Χωρών ως τουρίστας, αφότου διήλθε, κατά τα λεγόμενά του, από τη Δανία και τη Σουηδία. Στις 18 Μαΐου 2016, συνελήφθη επ’ αυτοφώρω σε κατοικία στην οποία καλλιεργούνταν κάνναβη και, στη συνέχεια, τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση εν αναμονή της κινήσεως ποινικής διαδικασίας και ακολούθως παραδόθηκε στις αρχές της αστυνομίας αλλοδαπών. Δεδομένου ότι στην κατοικία βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, ο E.P. ήταν ύποπτος για τη διάπραξη αδικήματος το οποίο χαρακτηρίζεται ως σοβαρό από το ολλανδικό ποινικό δίκαιο.

7.        Στις 19 Μαΐου 2016, εκτιμώντας ότι ο E.P. δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ και ότι συνιστούσε απειλή για τη δημόσια τάξη, ο staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες· στο εξής: υφυπουργός) εξέδωσε απόφαση με την οποία τον διέταξε να αναχωρήσει από το έδαφος της Ένωσης εντός 28 ημερών. Ο E.P. άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaats Amsterdam (πρωτοδικείου Χάγης με τόπο συνεδριάσεων στο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), το οποίο, με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, ακύρωσε την απόφαση επιστροφής και διέταξε τον υφυπουργό να εκδώσει νέα απόφαση. Ειδικότερα, το rechtbank Den Haag, zittingsplaats Amsterdam (πρωτοδικείο Χάγης με τόπο συνεδριάσεων στο Άμστερνταμ) έκρινε ότι ο υφυπουργός δεν αιτιολόγησε δεόντως τη θέση του ότι η νόμιμη διαμονή του E.P. στις Κάτω Χώρες, βάσει απαλλαγής από τη θεώρηση εισόδου (5), έληξε δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ, επειδή ο E.P. θεωρούνταν πλέον ότι συνιστά απειλή για την ολλανδική δημόσια τάξη ως ύποπτος παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Κατά το δικαστήριο αυτό, το οποίο στηρίχθηκε στις αποφάσεις Zh. και O. (6) και N. (7), ο υφυπουργός έπρεπε να στηρίξει την απόφασή του σε κατά περίπτωση εκτίμηση, προκειμένου να εξακριβώσει ότι η προσωπική συμπεριφορά του E.P. συνιστούσε πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, και όχι απλώς και μόνον στην ύπαρξη υπόνοιας.

8.        Ο υφυπουργός κατέθεσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης της απόφασης αυτής. Ειδικότερα, αμφισβητεί ότι η απαίτηση πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, μπορεί να μεταφερθεί στις αποφάσεις που θεμελιώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ, με τις οποίες διαπιστώνεται ότι ένα πρόσωπο έπαυσε να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφος της Ένωσης.

9.        Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και, με απόφαση περί παραπομπής η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 2018, έθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του [ΚΣΣ] την έννοια ότι, όταν διαπιστώνεται ότι η νόμιμη διαμονή που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οποιασδήποτε περιόδου 180 ημερών έχει τερματιστεί επειδή ο αλλοδαπός θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, πρέπει να αιτιολογηθεί το ότι η προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω αλλοδαπού συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας;

2)      Σε περίπτωση κατά την οποία στο ερώτημα 1 πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, ποιες απαιτήσεις ισχύουν, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του [ΚΣΣ], για την αιτιολόγηση του ότι ο αλλοδαπός θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη; Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του [ΚΣΣ] την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική πρακτική κατά την οποία αλλοδαπός θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη λόγω του γεγονότος και μόνον ότι έχει διαπιστωθεί ότι ο εν λόγω αλλοδαπός είναι ύποπτος για την τέλεση αξιόποινης πράξης;»

10.      O E.P., η Ολλανδική, η Βελγική και η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και η Ελβετική Συνομοσπονδία έλαβαν μέρος στην έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

11.      Προφορικές παρατηρήσεις ανέπτυξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2 Μαΐου 2019, η Ολλανδική, η Βελγική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.

III. Ανάλυση

12.      Διευκρινίζω εξαρχής ότι θα εξετάσω από κοινού τα δύο προδικαστικά ερωτήματα των οποίων έχει επιληφθεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον από την ανάγνωση του δεύτερου ερωτήματος προκύπτει ότι αυτό δεν αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης αυτήν καθεαυτήν, αλλά αντιθέτως ζητείται να καθορίσει το Δικαστήριο τα κριτήρια που πρέπει να κατευθύνουν την εκτίμηση των εθνικών αρχών κατά την έκδοση απόφασης με την οποία διαπιστώνουν ότι οι προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου και διαμονής στο έδαφος της Ένωσης δεν πληρούνται πλέον επειδή ο ενδιαφερόμενος θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη.

13.      Για να απαντηθούν τα νοούμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο ερωτήματα που τέθηκαν στο Δικαστήριο θα πρέπει να προσδιοριστεί, σε πρώτο στάδιο, η σχέση μεταξύ του ΚΣΣ, της ΣΕΣΣ και της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (8). Σε δεύτερο στάδιο, θα πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ λαμβανομένων υπόψη του γράμματος της διάταξης, του πλαισίου της και των σκοπών που επιδιώκει ο ΚΣΣ. Τέλος, σε τρίτο στάδιο, το ενδιάμεσο συμπέρασμα που θα προκύψει από τα ανωτέρω θα αντιπαραβληθεί με τα διδάγματα που ενδεχομένως πρέπει να αντληθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την απαίτηση πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

1.      Η σχέση μεταξύ του ΚΣΣ, της ΣΕΣΣ και της οδηγίας 2008/115

14.      Ο ΚΣΣ θεσπίζει τους κανόνες συνοριακού ελέγχου των προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ένωσης, εξυπακουομένου ότι, μετά τη διέλευση των συνόρων, η κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών διευκολύνεται από την έλλειψη ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα (9). Βεβαίως, όταν ενεργούν στο πλαίσιο του ΚΣΣ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης, και επομένως στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

15.      Στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΚΣΣ απαριθμούνται οι προϋποθέσεις εισόδου στα έδαφος της Ένωσης για τους υπηκόους τρίτων κρατών για διαμονή που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός περιόδου 180 ημερών. Συγκεκριμένα, οι υπήκοοι αυτοί πρέπει να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο και, ενδεχομένως, έγκυρη θεώρηση (10). Επιπλέον, οι υπήκοοι τρίτων κρατών πρέπει να αιτιολογούν τον σκοπό και τις συνθήκες της προβλεπόμενης διαμονής και να διαθέτουν επαρκή μέσα διαβίωσης, να μην είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι και, τέλος, να μη θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη (11).

16.      Μολονότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΚΣΣ και τη δυνατότητα των κρατών μελών να αρνηθούν την είσοδο στο έδαφός τους όταν ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα απόφασης άρνησης εισόδου στον E.P., δεδομένου ότι αυτός ήδη βρίσκεται στο ολλανδικό έδαφος.

17.      Ειδικότερα, η κατάσταση αυτή εμπίπτει αντιθέτως στο άρθρο 20, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/2013, το οποίο ορίζει ότι «[α]λλοδαποί μη υποκείμενοι στην υποχρέωση θεωρήσεως μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών επί 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, εφόσον πληρούν τους όρους εισόδου που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, γʹ, δʹ και εʹ[, της ΣΕΣΣ]». Το εν λόγω στοιχείο εʹ επιβάλλει, με τη σειρά του, να μην θεωρούνται οι αλλοδαποί «ικανοί να διαταράξουν τη δημόσια τάξη […] ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη» και, επομένως, επαναλαμβάνει την προϋπόθεση εισόδου που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις για την πρώτη είσοδο είναι επίσης αυτές οι οποίες πρέπει να πληρούνται κατά τη διάρκεια της διαμονής. Ως εκ τούτου, όταν οι προϋποθέσεις εισόδου παύουν να πληρούνται κατά τη διάρκεια της διαμονής, ο υπήκοος τρίτου κράτους διαμένει πλέον παρανόμως στο έδαφος της Ένωσης, όπως προκύπτει επίσης από το άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115 (12).

18.      Εφόσον ο E.P. έπαυσε να πληροί τις προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου και διαμονής, οι ολλανδικές αρχές έπρεπε να εκδώσουν απόφαση επιστροφής (13). Βάσει της οδηγίας 2008/115, η απόφαση ως προς τη λήξη της νόμιμης διαμονής δύναται να ληφθεί ταυτοχρόνως με την απόφαση επιστροφής, εφόσον τηρούνται οι διαδικαστικές εγγυήσεις της οδηγίας αυτής (14). Επομένως, κατά την άποψή μου, η επίμαχη στην κύρια δίκη απόφαση της 19ης Μαΐου 2016 είναι απόφαση με την οποία οι ολλανδικές αρχές διαπίστωσαν, ταυτοχρόνως, τη λήξη της νόμιμης διαμονής και διέταξαν την επιστροφή του E.P. Συνεπώς, έχει ως βάση ταυτοχρόνως τη ΣΕΣΣ, τον ΚΣΣ εμμέσως και την οδηγία 2008/115 (15).

19.      Η απόφαση επιστροφής πρέπει να αναφέρει γραπτώς τους νομικούς και πραγματικούς λόγους που τη στηρίζουν και να παρέχει πληροφορίες ως προς τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα (16). Οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς λόγους μπορούν να είναι περιορισμένες «εφόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως […] για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη δίωξη αξιόποινων πράξεων» (17). Δεδομένου ότι στην απόφαση επιστροφής διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας της διαμονής και δεδομένου ότι ο παράνομος αυτός χαρακτήρας απορρέει, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 της ΣΕΣΣ, από τη μη τήρηση μιας εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 5 της ΣΕΣΣ, οι οποίες επαναλαμβάνονται στο άρθρο 6 του ΚΣΣ, οι ολλανδικές αρχές έπρεπε να εξηγήσουν στην εν λόγω απόφαση την προϋπόθεση την οποία δεν πληρούσε πλέον ο E.P.

20.      Προς τούτο, ο υφυπουργός εκτίμησε ότι ο E.P. συνιστούσε πλέον απειλή για την ολλανδική δημόσια τάξη επειδή ήταν ύποπτος παράβασης της ολλανδικής νομοθεσίας περί ναρκωτικών (18). Για τον λόγο αυτόν, θεωρήθηκε απειλή για τη δημόσια τάξη.

21.      Εν προκειμένω, πάντως, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο υφυπουργός μπορούσε να στηριχθεί απλώς και μόνον στην υπόνοια διάπραξης σοβαρού αδικήματος για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό ή όφειλε να στηρίξει την απόφασή του στην εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του E.P. ως συνιστώσας πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

22.      Το αιτούν δικαστήριο νομίζει ότι ενδέχεται να ισχύει κάτι τέτοιο, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, και ειδικά αυτής που διαμορφώθηκε πριν διευρυνθεί, στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (19). Πριν αναλύσω τη νομολογία αυτή, θα εξετάσω το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ, το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η διάταξη αυτή και τους σκοπούς που αυτή επιδιώκει.

2.      Ο λόγος δημόσιας τάξης στον ΚΣΣ

23.      Όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 6 του ΚΣΣ συνδέεται στενά με το άρθρο 20 της ΣΕΣΣ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 5 της ΣΕΣΣ. Ο λόγος δημόσιας τάξης δεν μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά στο πλαίσιο του ΚΣΣ από ό,τι σε εκείνο της ΣΕΣΣ. Εξάλλου, δεδομένου ότι, κατά την εξέταση αίτησης ομοιόμορφης θεώρησης, ελέγχεται η τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ έως εʹ, του ΚΣΣ (20), το δε προξενείο υποχρεούται να διασφαλίζει ότι ο αιτών δεν θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη (21), ο λόγος δημόσιας τάξης θα πρέπει να ορίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τη ΣΕΣΣ, τον ΚΣΣ ή τον κώδικα θεωρήσεων.

24.      Πάντως, η έννοια της δημόσιας τάξης δεν ορίζεται ούτε στη ΣΕΣΣ ούτε στον ΚΣΣ. Μολονότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 27 του ΚΣΣ, η «έννοια της δημόσιας τάξης προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής, συντρέχουσας και αρκούντως σοβαρής απειλής για κάποιο από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας», η απειλή αυτή πρέπει να υφίσταται σε περίπτωση «παρέκκλιση[ς] από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων» (22).

25.      Από γραμματική άποψη, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ δεν προβαίνει σε ρητή αναφορά της ύπαρξης πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Δεν προσδιορίζει τον βαθμό της απειλής ούτε περιορίζει την απειλή αυτή σε κατάσταση στην οποία διακυβεύεται θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας. Εξάλλου, η διατύπωση είναι αρνητική και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν πρέπει να θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη. Η διατύπωση αυτή αφήνει μεγαλύτερη εξουσία εκτίμησης στα κράτη μέλη όταν πρέπει να αξιολογήσουν την έλλειψη απειλής για τη δημόσια τάξη (23). Επομένως, από γραμματική άποψη, η σχετική με την έλλειψη απειλής για τη δημόσια τάξη προϋπόθεση του άρθρου 6 του ΚΣΣ απέχει πολύ από το γράμμα του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38.

26.      Όσον αφορά το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 6 του ΚΣΣ, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις προϋποθέσεις εισόδου των υπηκόων τρίτων κρατών οι οποίοι επιθυμούν να διαμείνουν για βραχύ χρονικό διάστημα στο έδαφος της Ένωσης, χωρίς η διαμονή αυτή να υποκινείται από οποιονδήποτε συγκεκριμένο λόγο. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται κατ’ αρχήν κατά τη χορήγηση της θεώρησης, όταν απαιτείται θεώρηση, ή κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Στην αιτιολογική σκέψη 6 του ΚΣΣ υπενθυμίζεται ότι «[ο] έλεγχος των συνόρων δεν γίνεται μόνο προς το συμφέρον των κρατών μελών στα εξωτερικά σύνορα των οποίων ασκείται αλλά προς το συμφέρον όλων των κρατών μελών που έχουν καταργήσει τον έλεγχο στα εσωτερικά τους σύνορα». Επιπλέον, το άρθρο 6 του ΚΣΣ έχει εφαρμογή σε υπηκόους τρίτων κρατών οι οποίοι δεν έχουν a priori δεσμούς με το έδαφος της Ένωσης και σχετικά με τους οποίους το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν έχουν θεμελιώδες δικαίωμα εισόδου ή διαμονής σε συγκεκριμένο κράτος (24).

27.      Στο παρόν στάδιο της ανάλυσης, τίποτα δεν δείχνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να οριοθετήσει την εξουσία εκτίμησης των εθνικών αρχών, σε περίπτωση απόφασης άρνησης της εισόδου υπηκόου τρίτου κράτους ή απόφασης διαπιστώνουσας τη λήξη της νόμιμης διαμονής στο έδαφος της Ένωσης λόγω απειλής για τη δημόσια τάξη, μέχρι του σημείου να απαιτείται να στηρίζεται μια τέτοια απόφαση στην προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

28.      Αυτό οφείλεται επίσης σε πρακτικούς λόγους. Συγκεκριμένα, όταν οι αρχές ελέγχουν την τήρηση των προϋποθέσεων εισόδου που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ΚΣΣ, είτε κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης είτε κατά τη χορήγηση θεώρησης εισόδου, οι πληροφορίες που διαθέτουν σχετικά με τον ενδιαφερόμενο είναι περιορισμένες. Οι διάφορες κυβερνήσεις που έλαβαν μέρος στην παρούσα προδικαστική διαδικασία προέβαλαν επανειλημμένως το επιχείρημα αυτό, το οποίο όντως κατανοώ. Εν τέλει, το ίδιο ισχύει για τον έλεγχο που διενεργούν οι εθνικές αρχές όταν καλούνται να διαπιστώσουν ότι οι προϋποθέσεις εισόδου δεν πληρούνται πλέον κατά τη διάρκεια της διαμονής του υπηκόου τρίτου κράτους στο έδαφος της Ένωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του E.P., πέραν της φερόμενης διάπραξης σοβαρού αδικήματος, ο υφυπουργός δεν διέθετε πρόσθετες πληροφορίες ικανές να στηρίξουν την αξιολόγηση της προσωπικής συμπεριφοράς του E.P. Εντούτοις, ο υφυπουργός υποχρεούνταν να εκδώσει, με χρονική πίεση, απόφαση η οποία θα δέσμευε τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, βάσει σχετικά περιορισμένων πληροφοριών. Συγκεκριμένα, οι υπήκοοι τρίτων κρατών οι οποίοι επιθυμούν να διαμείνουν για βραχύ χρονικό διάστημα στην Ένωση δεν είναι γνωστοί στις εθνικές αρχές, πολλώ δε μάλλον όταν η διαμονή τους στην Ένωση συνδυάζεται με απαλλαγή από θεώρηση εισόδου. Η επιβολή στις αρχές αυτές τόσο της υποχρέωσης να στηρίζουν την απόφασή τους σε συστηματική και ακριβή εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου όσο και της υποχρέωσης να αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας ενδέχεται να συνιστά ανυπέρβλητη πρόκληση, η οποία θα καθιστά αδύνατη την έκδοση αρνητικών αποφάσεων και, τελικά, θα θέτει δυνητικά σε κίνδυνο την ασφάλεια του χωρίς εσωτερικά σύνορα χώρου εντός του οποίου κατοχυρώνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (25).

29.      Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί στις εθνικές αρχές ευρεία εξουσία εκτίμησης, παρόμοια με εκείνη που αναγνώρισε σε αυτές το Δικαστήριο στην απόφαση Koushkaki (26) σχετικά με τον κώδικα θεωρήσεων. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η εκτίμηση της ατομικής κατάστασης ενός αιτούντος θεώρηση, προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον η αίτησή του δεν προσκρούει σε λόγο απόρριψης, συνεπάγεται σύνθετες αξιολογήσεις που βασίζονται, μεταξύ άλλων, στην προσωπικότητα του αιτούντος αυτού, στην ένταξή του στη χώρα όπου διαμένει, στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της τελευταίας, καθώς και στην ενδεχόμενη απειλή που θα συνιστούσε η έλευση του αιτούντος αυτού για τη δημόσια τάξη» (27). Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στη συνέχεια, ότι «[τ]έτοιες σύνθετες αξιολογήσεις συνεπάγονται την εκπόνηση προγνώσεων σχετικά με την προβλέψιμη συμπεριφορά του εν λόγω αιτούντος και πρέπει, μεταξύ άλλων, να βασίζονται σε εκτενή γνώση της χώρας διαμονής του, καθώς και στην ανάλυση διαφόρων εγγράφων» (28). Το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι «ο έλεγχος τον οποίον διενεργούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που επιλαμβάνονται αίτησης θεώρησης πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενδελεχής, δεδομένου ότι η ενδεχόμενη έκδοση ομοιόμορφης θεώρησης επιτρέπει στον αιτούντα να εισέλθει στο έδαφος των κρατών μελών, εντός των ορίων που καθορίζονται με τον [ΚΣΣ]» (29). Επομένως, το Δικαστήριο αναγνώρισε «ευρύ περιθώριο εκτίμησης, το οποίο αφορά τους όρους εφαρμογής των άρθρων 32, παράγραφος 1, και 35, παράγραφος 6, του κώδικα αυτού, καθώς και την αξιολόγηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να κρίνουν κατά πόσον οι μνημονευόμενοι στις διατάξεις αυτές λόγοι εμποδίζουν τη χορήγηση της ζητούμενης θεώρησης» (30). Πάντως, το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο vi, του κώδικα θεωρήσεων προβλέπει την προϋπόθεση σχετικά με την έλλειψη απειλής για τη δημόσια τάξη. Κατά λογική αναγκαιότητα, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναγνωρίσει επίσης τον σύνθετο χαρακτήρα των αξιολογήσεων που πρέπει να διενεργούνται όσον αφορά τις προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου και διαμονής που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ΚΣΣ και, ως εκ τούτου, ευρεία εξουσία εκτίμησης στις εθνικές αρχές, η οποία δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται στην απαίτηση ύπαρξης πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

30.      Προσθέτω ότι το Δικαστήριο επέκτεινε τη λύση της απόφασης Koushkaki (31) στην απόφαση Fahimian (32) η οποία αφορούσε τις προϋποθέσεις εισόδου υπηκόων τρίτων κρατών με σκοπό τις σπουδές και, ειδικότερα, διάταξη της οποίας το γράμμα είναι παρόμοιο με εκείνο του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ (33). Στην απόφαση εκείνη, το ζήτημα ήταν να καθορίσει το Δικαστήριο αν κράτος μέλος μπορούσε να αρνηθεί, για λόγους δημόσιας ασφάλειας, την είσοδο σε Ιρανή υπήκοο η οποία είχε υποβάλει αίτηση θεώρησης εισόδου για σπουδές στη Γερμανία, χωρίς να στηρίξει υποχρεωτικά την απάντησή του στην προσωπική συμπεριφορά της ενδιαφερομένης και στην πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας την οποία απειλή συνιστούσε θεωρητικά η συμπεριφορά αυτή. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτό μπορούσε να συμβεί για δύο βασικούς λόγους: κατ’ αρχάς, επειδή σε αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/114 προβλέπεται ότι η απειλή μπορεί να είναι απλώς δυνητική (34)· εν συνεχεία, επειδή η εκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος θεώρηση εισόδου συνεπάγεται σύνθετες αξιολογήσεις εκ μέρους των αρχών και, ως εκ τούτου, οι εθνικές αρχές πρέπει να διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά την εξέταση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (35).

31.      Πέραν αυτών των νομολογιακών προηγουμένων, τα οποία το Δικαστήριο κάλλιστα μπορεί να λάβει υπόψη, η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ προϋπόθεση εισόδου θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεκτικό με τις άλλες προϋποθέσεις εισόδου. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΚΣΣ προβλέπει ότι οι υπήκοοι τρίτου κράτους που επιθυμούν να εισέλθουν στο έδαφος της Ένωσης δεν πρέπει να είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι. Τα κριτήρια για την καταχώριση αυτή καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (36). Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει, κατ’ αρχάς, ότι η καταχώριση πρέπει να στηρίζεται σε «χωριστή αξιολόγηση». Επιπλέον, καταχώριση εισάγεται στο SIS όταν η απόφαση είχε ως αιτιολογία απειλή κατά της δημόσιας τάξης την οποία ενδέχεται να συνιστά η παρουσία υπηκόου τρίτου κράτους στο έδαφος κράτους μέλους. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν ο υπήκοος αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους ή όταν «υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι διέπραξε σοβαρές αξιόποινες πράξεις ή […] υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι προτίθεται να διαπράξει τέτοιες πράξεις στο έδαφος κράτους μέλους» (37). Εδώ, ο νομοθέτης της Ένωσης δέχθηκε σαφώς ότι η απλώς και μόνον υπόνοια διάπραξης αδικήματος μπορεί να στηρίξει την ύπαρξη απειλής για τη δημόσια τάξη και δεν εξάρτησε την ύπαρξη τέτοιας απειλής από την απαίτηση πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Κατά την άποψή μου, η έννοια της «απειλής για τη δημόσια τάξη», στο πλαίσιο του ΚΣΣ, πρέπει να είναι ίδια είτε πρόκειται για την προϋπόθεση εισόδου που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΚΣΣ είτε για την προϋπόθεση εισόδου που επιβάλλεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ.

32.      Αν, όπως εκτιμώ, δεν είναι δυνατή η συστηματική μεταφορά της απαίτησης που απορρέει από το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38 σε όλες τις πράξεις του παραγώγου δικαίου που περιέχουν διάταξη παρέχουσα τη δυνατότητα επίκλησης λόγων δημόσιας τάξης, η δε έννοια της «απειλής για τη δημόσια τάξη» πρέπει να ερμηνεύεται ανάλογα με το κανονιστικό περιβάλλον της, τα στοιχεία που μόλις απαρίθμησα συνηγορούν υπέρ της αναγνώρισης ευρείας εξουσίας εκτίμησης στις εθνικές αρχές όταν εκδίδουν απόφαση με την οποία διαπιστώνουν ότι δεν πληρούται, ή δεν πληρούται πλέον, η σχετική με την έλλειψη απειλής για τη δημόσια τάξη προϋπόθεση εισόδου.

33.      Εντούτοις, πρέπει να εξακριβωθεί ότι το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται, ή δεν μπορεί να κλονιστεί, αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία ανέκυψαν οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου.

3.      Η απαίτηση, στη νομολογία του Δικαστηρίου, πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής, στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, σε περίπτωση υπόνοιας διάπραξης αδικήματος ή σε περίπτωση ποινικής καταδίκης

1.      Επισκόπηση της νομολογίας του Δικαστηρίου

34.      Στην υπόθεση Bouchereau (38) ήταν που το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι η ύπαρξη ποινικής καταδίκης μπορεί να ληφθεί υπόψη, για την εφαρμογή περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηκόων των κρατών μελών για λόγους δημόσιας τάξης, μόνο στο μέτρο που από τις περιστάσεις που προκάλεσαν την καταδίκη αυτή προκύπτει «η ύπαρξη προσωπικής συμπεριφοράς συνιστώσας ενεστώσα απειλή κατά της δημόσιας τάξεως» (39). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, μολονότι, «γενικά, η διαπίστωση τέτοιας απειλής σημαίνει ότι το εν λόγω άτομο έχει την τάση να συνεχίσει να συμπεριφέρεται κατά τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον, είναι επίσης δυνατό η συμπεριφορά και μόνο κατά το παρελθόν να συνιστά παρόμοια απειλή για τη δημόσια τάξη» (40), πράγμα που στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξακριβώνουν «έχοντας υπόψη την ιδιαίτερη νομική κατάσταση των προσώπων που υπόκεινται στο κοινοτικό δίκαιο και τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων» (41). Προηγουμένως, το Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι η οδηγία την οποία είχε κληθεί να ερμηνεύσει, η οποία αποβλέπει στον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τον έλεγχο των αλλοδαπών, σκοπεί στην προστασία των υπηκόων των κρατών μελών «έναντι ασκήσεως των εξουσιών που προκύπτουν από την εξαίρεση σχετικά με τους δικαιολογούμενους από λόγους δημοσίας τάξεως […] περιορισμούς, εξαίρεση η οποία θα μπορούσε να υπερβαίνει το μέτρο που απαιτούν οι ανάγκες που δικαιολογούν παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων» (42).

35.      Επομένως, η απαίτηση η απόφαση που παρεκκλίνει από θεμελιώδη ελευθερία να στηρίζεται στην προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου η οποία συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, διαμορφώθηκε αρχικά στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και εν συνεχεία επανελήφθη (43), πριν κωδικοποιηθεί, ως γνωστόν, στην οδηγία 2004/38 (44).

36.      Τούτου λεχθέντος, σε διάφορες περιπτώσεις, το Δικαστήριο επέκτεινε την εφαρμογή της απαίτησης αυτής σε τομείς οι οποίοι συνδέονταν λιγότερο άμεσα, ή δεν συνδέονταν καθόλου, με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης.

37.      Συγκεκριμένα, στην απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (45), το Δικαστήριο έκρινε ότι κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την ίδια οδηγία με εκείνη που ερμηνεύθηκε στην απόφαση Bouchereau (46) όταν αρνήθηκε την είσοδο στο έδαφος της Ένωσης σε υπήκοο τρίτου κράτους σύζυγο υπηκόου της Ένωσης βασιζόμενο μόνο στην περίσταση ότι αυτός ο υπήκοος τρίτου κράτους αποτέλεσε αντικείμενο καταχώρισης στο SIS. Αφότου υπενθύμισε ότι η εξαίρεση δημόσιας τάξης συνιστά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά και της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από τα κράτη μέλη (47), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκ μέρους εθνικής αρχής επίκληση της έννοιας της «δημόσιας τάξης» «υποθέτει εν πάση περιπτώσει την ύπαρξη, εκτός της κοινωνικής ταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας» (48). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο συνέδεσε επίσης τη στενή ερμηνεία της έννοιας της «δημόσιας τάξης» με την προστασία του δικαιώματος του πολίτη της Ένωσης στον σεβασμό της οικογενειακής του ζωής (49). Υπό τις συνθήκες αυτές, η είσοδος υπηκόου τρίτου κράτους συζύγου πολίτη της Ένωσης μπορεί να απαγορευθεί μόνον αν η καταχώριση στο SIS ενισχύεται από πληροφορίες που καθιστούν δυνατό στο κράτος μέλος να διαπιστώσει ότι η παρουσία του εν λόγω υπηκόου τρίτου κράτους συνιστά πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (50).

38.      Εξάλλου, στην απόφαση Zh. και O. (51), το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να συντομεύουν το χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης όταν ο ενδιαφερόμενος συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, ότι η έννοια αυτή πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, προκειμένου να εξακριβώνεται αν η προσωπική συμπεριφορά του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτου κράτους συνιστά πραγματικό και ενεστώτα κίνδυνο για τη δημόσια τάξη (52). Αποκλείοντας κάθε πρακτική στηριζόμενη σε γενικές θεωρήσεις ή σε οποιοδήποτε τεκμήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι αυτός ο υπήκοος τρίτου κράτους «είναι ύποπτος ή έχει καταδικαστεί για την τέλεση πράξεως που κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί ποινικό αδίκημα δεν μπορεί, αυτό καθ’ εαυτό, να δικαιολογήσει την εκτίμηση ότι ο υπήκοος αυτός αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115» (53). Εντούτοις, κράτος μέλος δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια τάξη σε περίπτωση ποινικής καταδίκης, όταν η καταδίκη αυτή, «εκτιμώμενη από κοινού με άλλες περιστάσεις που αφορούν την κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου, δικαιολογεί τη διαπίστωση αυτή» (54). Στο ίδιο πνεύμα, η απλώς και μόνον υπόνοια ότι ο συγκεκριμένος υπήκοος διέπραξε ποινικό αδίκημα δύναται, «από κοινού με άλλα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση» (55), να θεμελιώσει την ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια τάξη, πάντοτε κατά την έννοια της επίμαχης διάταξης. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα κράτη μέλη παραμένουν κατ’ ουσίαν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις «δημόσιας τάξης» σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους (56). Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή της λύσης που προκύπτει από την απόφαση Bouchereau (57) δεν δικαιολογείται ούτε από την παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης ούτε από το δικαίωμά τους οικογενειακής επανένωσης, αλλά από το γεγονός ότι η οδηγία 2008/115 εισάγει παρέκκλιση από μια υποχρέωση –την υποχρέωση πρόβλεψης κατάλληλου χρονικού διαστήματος για την οικειοθελή αναχώρηση– η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων κρατών κατά την απομάκρυνσή τους από την Ένωση (58).

39.      Εν συνεχεία, στην απόφαση N. (59), το Δικαστήριο υπενθύμισε την έχουσα αποκτήσει χαρακτήρα αρχής νομολογία του σχετικά με την έννοια της «δημόσιας τάξης», η οποία προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός από τη διασάλευση της κοινωνικής τάξης την οποία συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής στρεφόμενης κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (60), και την εφάρμοσε στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (61). Επομένως, η θέση υπό κράτηση ή η διατήρηση της κράτησης αιτούντος διεθνή προστασία για λόγους δημόσιας τάξης δικαιολογείται «μόνον εφόσον από την ατομική του συμπεριφορά προκύπτει πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας» (62). Στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο θέλησε να οριοθετήσει αυστηρά την εξουσία που αναγνωρίστηκε στις εθνικές αρχές (63), λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της κράτησης, η οποία χρησιμοποιείται μόνον ως ύστατο μέσο (64).

40.      Κληθέν, στην υπόθεση T. (65), να ερμηνεύσει τον λόγο δημόσιας τάξης στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/83/ΕΚ (66), το Δικαστήριο, αφότου επισήμανε ότι η οδηγία αυτή δεν παρέχει ορισμό της δημόσιας τάξης, υπενθύμισε την ερμηνεία της έννοιας αυτής την οποία είχε ήδη παράσχει στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38. Μολονότι οι δύο αυτές οδηγίες επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομολογία που διαμορφώθηκε σχετικά με την οδηγία 2004/38 ασκεί επιρροή στην περίπτωση εκείνη, δεδομένου ότι «ο βαθμός στον οποίο μια κοινωνία προτίθεται να προστατεύσει τα θεμελιώδη της συμφέροντα δεν επιτρέπεται να ποικίλλει ανάλογα με το νομικό καθεστώς του προσώπου που θίγει τα θεμελιώδη αυτά συμφέροντα». Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να στερήσει πρόσφυγα από την άδεια διαμονής του για λόγους δημόσιας τάξης, η εθνική αρχή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην περίσταση της στήριξης που αυτός παρέσχε σε τρομοκρατική οργάνωση, δεδομένου ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η εν λόγω αρχή δεν διενεργεί «ατομική αξιολόγηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών» (67).

2.      Οι ιδιαιτερότητες της υπό κρίση υπόθεσης, εμπόδια για εφαρμογή της λύσης που προκύπτει από την απόφαση Bouchereau

41.      Όσον αφορά την παρούσα προδικαστική παραπομπή, κατά την άποψή μου, πέραν των στοιχείων που εκτέθηκαν στα σημεία 23 έως 32 των παρουσών προτάσεων, οι ιδιαιτερότητες της υπό κρίση υπόθεσης συνηγορούν υπέρ της μη εφαρμογής επ’ άπειρον, κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, της λύσης που προκύπτει από την απόφαση Bouchereau (68) και υπέρ της μη επιβολής στις εθνικές αρχές της υποχρέωσης να στηρίζουν την απόφασή τους, με την οποία διαπιστώνουν ότι για λόγους δημόσιας τάξης υπήκοος τρίτου κράτους δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής, σε εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του εν λόγω υπηκόου, υπό την έννοια ότι πρέπει οπωσδήποτε η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

42.      Ο E.P. δεν είναι πολίτης της Ένωσης. Η είσοδος και, εν συνεχεία, η διαμονή του στην Ένωση δεν σχετίζονται με άλλον πολίτη της Ένωσης ούτε με κατάσταση οικογενειακής επανένωσης με υπήκοο τρίτου κράτους επί μακρόν διαμένοντα στο έδαφος της Ένωσης. Η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απόφαση, καθόσον διαπιστώνει τη λήξη της νόμιμης διαμονής, δεν στρέφεται κατά θεμελιώδους δικαιώματος έντασης τέτοιας ώστε να ενεργοποιείται η εφαρμογή της λύσης που προκύπτει από την απόφαση Bouchereau (69), όπως συνέβη, ειδικά, στην απόφαση N. (70), δεδομένου ότι η άμεση έννομη συνέπεια της διαπίστωσης αυτής είναι η πρόωρη λήξη της διαμονής η οποία, ούτως ή άλλως, ήταν αρχικώς βραχείας διάρκειας. Ασφαλώς, η διαπίστωση των αρχών συνοδεύθηκε με την επιβολή υποχρέωσης επιστροφής, αλλά αυτή διατάχθηκε εντός χρονικού διαστήματος 28 ημερών, ενώ η οδηγία 2008/115 προβλέπει μέγιστο εύλογο χρονικό διάστημα 30 ημερών (71). Πάντως, το στοιχείο αυτό διακρίνει την περίπτωση του E.P. από εκείνη της υπόθεσης Zh. και O. (72).

43.      Τέλος, η υποκείμενη λογική της νομολογίας Bouchereau (73) και των επακόλουθων εξελίξεών της σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων απέχει αρκετά από τις εκτιμήσεις στις οποίες θεμελιώθηκαν ο ΚΣΣ, η ΣΕΣΣ ή ακόμη ο κώδικας θεωρήσεων. Όσο πιο παγιωμένη είναι η νομική κατάσταση (ενσωμάτωση του πολίτη της Ένωσης ή του υπηκόου τρίτου κράτους στο κράτος μέλος υποδοχής, ανάπτυξη της οικογενειακής ζωής) τόσο πιο σημαντική πρέπει να είναι η προστασία κατά της απομάκρυνσης και τόσο πιο υψηλό θα είναι το τιθέμενο από τις εθνικές αρχές επίπεδο απαιτήσεων (74). Υπήκοος τρίτου κράτους υπό καθεστώς διαμονής βραχείας διάρκειας στο έδαφος της Ένωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη συγκρίσιμων περιστάσεων.

44.      Χωρίς να απαιτείται οι εθνικές αρχές να στηρίζουν την απόφασή τους περί άρνησης εισόδου ή περί παράνομης διαμονής στην προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτου κράτους, ως συνιστώσα πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, ενώ αναγνωρίζεται στις εθνικές αρχές ευρεία εξουσία εκτίμησης, η εξουσία αυτή οριοθετείται, πάντως, από ελάχιστες εγγυήσεις.

3.      Οριοθέτηση της ευρείας εξουσίας εκτίμησης των κρατών μελών

45.      Κατ’ αρχάς, το άρθρο 14, παράγραφος 2, του ΚΣΣ υποχρεώνει τις αρχές των κρατών μελών να αρνούνται την είσοδο, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 του ΚΣΣ, «με αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους της άρνησης». Λαμβανομένου υπόψη του παραλληλισμού μεταξύ των προϋποθέσεων εισόδου και των προϋποθέσεων νόμιμης διαμονής βραχείας διάρκειας, η διάταξη αυτή έχει κατ’ αναλογίαν εφαρμογή στις αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας της διαμονής αυτής.

46.      Εν συνεχεία –και ίσως προ πάντων–, ολόκληρος ο ΚΣΣ, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, προφανώς διαπνέεται από τα θεμελιώδη δικαιώματα και από την αρχή της αναλογικότητας (75). Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δεν θα θεωρείται ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας αν η απλώς και μόνον υπόνοια στην οποία στηρίζονται οι εθνικές αρχές για να διαπιστώσουν τη λήξη της νόμιμης διαμονής αφορά, για παράδειγμα, παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Τελικά, ο έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας επαφίεται στο εθνικό δικαστήριο. Επομένως, θα περιοριστώ να επισημάνω ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η υπόνοια. Στην περίπτωση του E.P., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για επ’ αυτοφώρω αδίκημα. Επομένως, πρόκειται για ένα είδος ενισχυμένης υπόνοιας, η οποία a priori απομακρύνει τον κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης ή ενοχοποίησης.

47.      Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΚΣΣ, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 της ΣΕΣΣ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστώσουν τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους, οι εθνικές αρχές, οι οποίες διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτίμησης, δεν υποχρεούνται να στηρίξουν την απόφασή τους στην προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Επιπλέον, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατ’ αρχήν, απειλή για τη δημόσια τάξη δύναται να προκύπτει απλώς και μόνον από την ύπαρξη σοβαρής υπόνοιας ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτου κράτους διέπραξε αδίκημα. Εντούτοις, κατά την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που διαθέτουν, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να στηρίζουν την απόφασή τους σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.

IV.    Πρόταση

48.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ως εξής:

1)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν), σε συνδυασμό με το άρθρο 20 της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν, στις 19 Ιουνίου 1990, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστώσουν τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους, οι εθνικές αρχές, οι οποίες διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτίμησης, δεν υποχρεούνται να στηρίξουν την απόφασή τους στην προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

2)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατ’ αρχήν, απειλή για τη δημόσια τάξη δύναται να προκύπτει απλώς και μόνον από την ύπαρξη σοβαρής υπόνοιας ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτου κράτους διέπραξε αδίκημα. Εντούτοις, κατά την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που διαθέτουν, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να στηρίζουν την απόφασή τους σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2016, L 77, σ. 1.


3      ΕΕ 2000, L 239, σ. 19.


4      Για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν), της Σύμβασης για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Σένγκεν, των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1683/95 και (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008 και (ΕΚ) αριθ. 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 182, σ. 1).


5      Συγκεκριμένα, από τον κανονισμό (ΕΕ) 1091/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ 2010, L 329, σ. 1), προκύπτει ότι οι Αλβανοί υπήκοοι απαλλάσσονται από τη θεώρηση εισόδου κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης.


6      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015 (C‑554/13, EU:C:2015:377).


7      Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84).


8      ΕΕ 2008, L 348, σ. 98.


9      Βλ. άρθρο 1 του ΚΣΣ.


10      Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του ΚΣΣ.


11      Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ, δʹ και εʹ, του ΚΣΣ.


12      Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 5 του ΚΣΣ υπό τη μορφή που αυτός είχε το 2006 αντιστοιχεί στο ισχύον άρθρο 6 του ΚΣΣ του 2016.


13      Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115.


14      Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/115.


15      Βλ. ορισμό της έννοιας της «απόφασης επιστροφής» στο άρθρο 3, σημείο 4, της οδηγίας 2008/115.


16      Βλ. άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115.


17      Άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115.


18      Βλ. σημείο 6 των παρουσών προτάσεων.


19      ΕΕ 2004, L 158, σ. 77. Βλ. ειδικότερα άρθρο 27 της οδηγίας αυτής.


20      Βλ. άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (κώδικας θεωρήσεων) (ΕΕ 2009, L 243, σ. 1· στο εξής: κώδικας θεωρήσεων).


21      Βλ. άρθρο 21, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων.


22      Οι έλεγχοι που απαιτεί ο ΚΣΣ λαμβάνουν υπόψη το διαφορετικό καθεστώς των προσώπων, δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 6, του ΚΣΣ προβλέπει ότι ο έλεγχος «προσώπου που απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης διενεργείται σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ».


23      Βλ., όσον αφορά παρόμοια διατύπωση, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Abcur (C‑544/13 και C‑545/13, EU:C:2015:136, σημείο 58).


24      Βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑540/03, EU:C:2006:429, σκέψη 53).


25      Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του ΚΣΣ.


26      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013 (C‑84/12, EU:C:2013:862).


27      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Koushkaki (C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 56). Η υπογράμμιση δική μου.


28      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Koushkaki (C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 57).


29      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Koushkaki (C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 59).


30      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Koushkaki (C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 60).


31      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013 (C‑84/12, EU:C:2013:862).


32      Απόφαση της 4ης Απριλίου 2017 (C‑544/15, EU:C:2017:255).


33      Ήτοι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (ΕΕ 2004, L 375, σ. 12).


34      Βλ. απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Fahimian (C‑544/15, EU:C:2017:255, σκέψη 40).


35      Βλ. απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Fahimian (C‑544/15, EU:C:2017:255, σκέψεις 41 και 42).


36      ΕΕ 2006, L 381, σ. 4.


37      Άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1987/2006.


38      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


39      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 28). Τέτοια απαίτηση είχε ήδη διατυπωθεί στην απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1975, Rutili (36/75, EU:C:1975:137), σχετικά με απόφαση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας στη Γαλλία Ιταλού υπηκόου λόγω των πολιτικών και συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων του (βλ., ειδικότερα, σκέψη 28 της απόφασης εκείνης).


40      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 29).


41      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 30).


42      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 15).


43      Βλ., αντί πολλών άλλων, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri (C‑482/01 και C‑493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 66).


44      Βλ., ειδικότερα, άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.


45      Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006 (C‑503/03, EU:C:2006:74).


46      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


47      Βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑503/03, EU:C:2006:74, σκέψη 45).


48      Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑503/03, EU:C:2006:74, σκέψη 46). Η υπογράμμιση δική μου.


49      Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑503/03, EU:C:2006:74, σκέψη 47).


50      Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑503/03, EU:C:2006:74, σκέψη 53· βλ., επίσης, σκέψη 55).


51      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015 (C‑554/13, EU:C:2015:377).


52      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 50).


53      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 50). Η υπογράμμιση δική μου.


54      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 51). Η υπογράμμιση δική μου.


55      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 52).


56      Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 52).


57      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


58      Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 48). Το Δικαστήριο επανέλαβε τη θέση του, σχετικά με την έννοια της «δημόσιας τάξης» στην οδηγία 2008/115, στην απόφασή του της 16ης Ιανουαρίου 2018, E (C‑240/17, EU:C:2018:8, σκέψεις 48 και 49).


59      Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84). Στην υπόθεση εκείνη, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης είχε καταδικαστεί, στο χρονικό διάστημα από το 1999 έως το 2015, είκοσι μία φορές για διάφορα αδικήματα.


60      Βλ. σκέψη 65 της απόφασης της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84).


61      ΕΕ 2013, L 180, σ. 96. Ειδικότερα, η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), αφορούσε το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33.


62      Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 67).


63      Βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 64).


64      Βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 63).


65      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015 (C‑373/13, EU:C:2015:413).


66      Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απατρίδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12).


67      Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 89).


68      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


69      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


70      Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84).


71      Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115.


72      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015 (C‑554/13, EU:C:2015:377).


73      Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (30/77, EU:C:1977:172).


74      Αυτό δικαιολογείται επίσης από τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών, η οποία συνδέεται στενά με τη διάρκεια της σχετικής νομικής κατάστασης.


75      Βλ., ειδικότερα, άρθρα 4 και 7 του ΚΣΣ.