Language of document : ECLI:EU:C:2016:674

Υπόθεση C‑304/14

Secretary of State for the Home Department

κατά

CS

[αίτηση του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Άρθρο 20 ΣΛΕΕ – Υπήκοος τρίτου κράτους ο οποίος συντηρεί τέκνο μικρής ηλικίας, πολίτη της Ένωσης – Δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου το τέκνο έχει την ιθαγένεια – Ποινικές καταδίκες του γονέα του τέκνου – Απόφαση απομακρύνσεως του γονέα η οποία συνεπάγεται την έμμεση απομάκρυνση του τέκνου»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 13ης Σεπτεμβρίου 2016

Ιθαγένεια της Ένωσης – Διατάξεις της Συνθήκης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας – Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει την απέλαση από το κράτος μέλος αυτό, προς τρίτο κράτος, υπηκόου του τρίτου κράτους ο οποίος έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, ενώ το πρόσωπο αυτό έχει την πραγματική επιμέλεια τέκνου μικρής ηλικίας, υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους, στο οποίο διαμένει από τη γέννησή του χωρίς να έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας – Μέτρο απελάσεως του εν λόγω υπηκόου του τρίτου κράτος το οποίο επιβάλλει στο εν λόγω τέκνο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης – Δεν επιτρέπεται – Όρια – Λήψη μέτρου η οποία στηρίζεται στην ατομική συμπεριφορά του υπηκόου αυτού – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις – Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να προβεί σε εξακρίβωση

(Άρθρο 20 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 7 και 24 § 2)

Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει την απέλαση από το κράτος μέλος αυτό, προς τρίτο κράτος, υπηκόου του τρίτου κράτους ο οποίος έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, ενώ το πρόσωπο αυτό έχει την πραγματική επιμέλεια τέκνου μικρής ηλικίας, υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους, στο οποίο διαμένει από τη γέννησή του χωρίς να έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, όταν η απέλαση του προσώπου αυτού θα επέβαλλε στο τέκνο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στερώντας του κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων του ως πολίτη της Ένωσης. Υπό εξαιρετικές, πάντως, συνθήκες, κράτος μέλος μπορεί να λάβει μέτρο απελάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το μέτρο αυτό στηρίζεται στην ατομική συμπεριφορά του υπηκόου του τρίτου κράτους, η οποία πρέπει να αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του εν λόγω κράτους μέλους και να στηρίζεται στη λήψη υπόψη των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.

Πράγματι, παρότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επικαλούνται εξαίρεση αναγόμενη, μεταξύ άλλων, σε λόγους τηρήσεως της δημοσίας τάξεως και διαφυλάξεως της δημόσιας ασφάλειας, στο μέτρο που η κατάσταση του εν λόγω υπηκόου τρίτου κράτους εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, κατά την εκτίμηση της καταστάσεώς του πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την υποχρέωση λήψεως υπόψη του υπέρτατου συμφέροντος του τέκνου, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη. Επιπροσθέτως, ως δικαιολογητικοί λόγοι παρεκκλίσεως από το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης ή των μελών της οικογένειάς τους, οι έννοιες της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας πρέπει να ερμηνεύονται στενά και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενό τους δεν δύναται να καθορίζεται μονομερώς από τα κράτη μέλη άνευ ελέγχου εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Η έννοια της «δημοσίας τάξεως» προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός της κοινωνικής διαταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Όσον αφορά την έννοια της «δημοσίας ασφαλείας», αυτή καλύπτει τόσο την εσωτερική ασφάλεια του κράτους μέλους όσο και την εξωτερική του ασφάλεια και, κατά συνέπεια, την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών και των βασικών δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και από τον κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνυπάρξεως των λαών ή από την προσβολή των στρατιωτικών συμφερόντων. Επίσης, η καταπολέμηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών από συμμορίες ή της τρομοκρατίας εμπίπτει στην έννοια της «δημοσίας ασφαλείας». Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον η απόφαση απελάσεως στηρίζεται στην ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, σε περίπτωση ποινικών αδικημάτων υπηκόου τρίτου κράτους που έχει την αποκλειστική επιμέλεια τέκνων τα οποία είναι πολίτες της Ένωσης, η απόφαση αυτή μπορεί να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.

Το συμπέρασμα, όμως, αυτό δεν μπορεί να συνάγεται, αυτομάτως, απλώς και μόνο βάσει του ποινικού ιστορικού του εν λόγω προσώπου. Μπορεί να συναχθεί, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, μόνο κατόπιν συγκεκριμένης εκτιμήσεως, από το εθνικό δικαστήριο, του συνόλου των πραγματικών και κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, του υπέρτερου συμφέροντος του τέκνου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων η τήρηση των οποίων διασφαλίζεται από το Δικαστήριο. Κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει να λαμβάνονται, ιδίως, υπόψη η ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου προσώπου, η διάρκεια και η νομιμότητα της διαμονής του στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, η φύση και η βαρύτητα του διαπραχθέντος αδικήματος, ο βαθμός πραγματικής επικινδυνότητας του προσώπου αυτού για την κοινωνία, η ηλικία του τέκνου και η κατάσταση της υγείας του καθώς και η οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση.

Συναφώς, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, αφενός, τον βαθμό επικινδυνότητας που ενέχει για την κοινωνία η παραβατική συμπεριφορά του υπηκόου του τρίτου κράτους και, αφετέρου, τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας τέτοιας συμπεριφοράς για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους. Στο πλαίσιο της σταθμίσεως στην οποία πρέπει να προβεί, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει επίσης υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων ο σεβασμός διασφαλίζεται από το Δικαστήριο, ειδικότερα δε το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Χάρτη και να μεριμνήσει για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Εν προκειμένω, κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην ηλικία του τέκνου, την κατάστασή του εντός του οικείου κράτους μέλους και τον βαθμό εξαρτήσεώς του από τον γονέα.

(βλ. σκέψεις 36-42, 47-50 και διατακτ.)