Language of document : ECLI:EU:C:2009:509

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 3ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)

Υπόθεση C‑229/08

Colin Wolf

κατά

Stadt Frankfurt am Main

[αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας – Όριο ηλικίας τα 30 έτη για την πρόσληψη σε θέση μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος – Δικαιολόγηση – Επιδίωξη οργανώσεως μιας ισορροπημένης δομής των ηλικιών που να εξασφαλίζει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την εύρυθμη λειτουργία του πυροσβεστικού σώματος»






1.        Με την υπό εξέταση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) ζητεί, κυρίως, να διευκρινιστεί αν εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ορίζει στα 30 το όριο ηλικίας για την πρόσληψη σε θέσεις της μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, συνιστά δικαιολογημένο μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (2).

2.        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του C. Wolf και της Stadt Frankfurt am Main (Δήμος της Φρανκφούρτης επί του Μάιν) κατόπιν της αρνήσεως της τελευταίας να κάνει δεκτή την αίτηση του C. Wolf για πρόσληψη στις θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, λόγω του ότι είχε περάσει το προβλεπόμενο όριο ηλικίας των 30 ετών.

3.        Στη συνέχεια θα εξηγήσω γιατί θεωρώ ότι η γερμανική νομοθεσία που προβλέπει το εν λόγω όριο ηλικίας δικαιολογείται με βάση τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α –       Η οδηγία 2000/78

4.        Κατά το πρώτο άρθρο της, σκοπός της οδηγίας 2000/78 είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για τον περιορισμό των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.

5.        Κατά τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 2000/78 «ιδίως, δεν έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στις ένοπλες δυνάμεις καθώς και στις αστυνομικές και σωφρονιστικές υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες εκτάκτων αναγκών να προσλαμβάνουν ή να διατηρούν σε θέση απασχόλησης πρόσωπα χωρίς την απαιτούμενη επαγγελματική επάρκεια για την άσκηση όλων των καθηκόντων στα οποία ενδέχεται να κληθούν, λαμβάνοντας υπόψη τον θεμιτό στόχο να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ετοιμότης των υπηρεσιών αυτών».

6.        Στο άρθρο 2 της οδηγίας ορίζεται ότι:

«1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η “αρχή της ίσης μεταχείρισης” σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.     Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)      συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο τυγχάνει μεταχειρίσεως λιγότερο ευνοϊκής από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,

[...]».

7.        Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78 ορίζεται ότι:

«Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:

α)      τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών.»

8.        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη του στόχου αυτού.»

9.        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση, εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:

α)      την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,

β)      τον καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,

γ)      τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.»

10.      Το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές. [...]»

 Β –       Οι εθνικές διατάξεις

1.      Η νομοθεσία του Ομόσπονδου Κράτους της Έσσης

11.      Η κανονιστική απόφαση για τη σταδιοδρομία των δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στις επιχειρησιακές δυνάμεις του πυροσβεστικού σώματος του Ομόσπονδου Κράτους της Έσσης (Hessische Feuerwehrlaufbahnverordnung), της 21ης Δεκεμβρίου 1994 (3), προβλέπει, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, ότι στις θέσεις μέσης βαθμίδας των οικείων υπηρεσιών μπορούν να προσλαμβάνονται υποψήφιοι ηλικίας 30 ετών το πολύ.

12.      Τα άρθρα 194 και 197 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα της Έσσης (Hessisches Beamtengesetz), της 21ης Μαρτίου 1962 (4), ορίζουν τα εξής:

«Άρθρο 194 – Συνταξιοδότηση

(1)   Οι ισόβιοι αστυνομικοί συνταξιοδοτούνται κατά το πέρας του μηνός στη διάρκεια του οποίου συμπληρώνουν το εξηκοστό έτος τους (όριο ηλικίας).

(2)   Προς το συμφέρον της υπηρεσίας και κατόπιν αιτήσεως του αστυνομικού, η αποχώρηση λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας μπορεί να μετατεθεί και πέραν της ηλικίας των εξήντα ετών, για περιόδους διαρκείας ενός έτους εκάστοτε, μέχρι την ηλικία των εξήντα δύο ετών κατά μέγιστο όριο.

[…]

Άρθρο 197 – Νομικό καθεστώς

(1)   Οι διατάξεις των άρθρων 187 και 192 έως 194 εφαρμόζονται αναλόγως στην περίπτωση των μονίμων υπαλλήλων των υπηρεσιών αμέσου δράσεως του πυροσβεστικού σώματος.

[...]»

2.      Οι ομοσπονδιακές διατάξεις

13.      Ο νόμος περί συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστών στο επίπεδο της ομοσπονδίας και των ομόσπονδων κρατών (Gesetz über die Versorgung der Beamten und Richter in Bund und Ländern), της 24ης Αυγούστου 1976 (5), ορίζει, στα άρθρα 4 και 14, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών:

«Άρθρο 4 – Θεμελίωση και υπολογισμός του δικαιώματος συντάξεως

(1)   Σύνταξη χορηγείται μόνον εφόσον ο υπάλληλος

1.     έχει συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε έτη υπηρεσίας

[…]

Άρθρο 14 – Ποσό της συντάξεως

(1)   Για κάθε έτος υπηρεσίας που θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, η σύνταξη ανέρχεται σε 1,79375 % του λαμβανομένου υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως μισθού (άρθρο 5), χωρίς, ωστόσο, να υπερβαίνει συνολικά το 71,75 %.

[...]

(4)   Η σύνταξη ανέρχεται τουλάχιστον στο 35% του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος για σύνταξη (άρθρο 5).

[...]»

14.      Με τον γενικό νόμο περί ίσης μεταχειρίσεως (Allgemeines Gleichbehandlungsgesetz), της 14ης Αυγούστου 2006 (6), μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο οι διατάξεις της οδηγίας 2000/78.

15.      Το άρθρο 15 του AGG ορίζει τα εξής:

«Άρθρο 15 – Αποκατάσταση ζημίας και καταβολή αποζημιώσεως

(1)   Σε περίπτωση παραβάσεως της απαγορεύσεως διακρίσεων, ο εργοδότης υποχρεούται να προχωρήσει σε αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας. Αυτό δεν συμβαίνει όταν ο εργοδότης δεν είναι υπεύθυνος για την παράβαση.

(2)   Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει κατάλληλη χρηματική αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία. Σε περίπτωση μη προσλήψεως, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τρεις μηνιαίους μισθούς εφόσον ο εργαζόμενος δεν θα είχε προσληφθεί αν κατά την επιλογή δεν είχαν υπάρξει διακρίσεις.

(3)   Σε περίπτωση εφαρμογής συλλογικών συμφωνιών, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να προχωρήσει στην αποζημίωση παρά μόνο αν ενεργεί εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας.

[…]»

II – Η κυρία δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα

16.      Με επιστολή που περιήλθε στις 4 Οκτωβρίου 2006 στη διεύθυνση των υπηρεσιών πυρόσβεσης της Stadt Frankfurt am Main, ο C. Wolf, γεννηθείς στις 9 Δεκεμβρίου 1976, υπέβαλε αίτηση για πρόσληψη σε θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος.

17.      Στις 13 Νοεμβρίου 2006, η Stadt Frankfurt am Main πληροφόρησε τον C. Wolf ότι η επόμενη πρόσληψη θα πραγματοποιούνταν την 1η Αυγούστου 2007. Ωστόσο, η ημερομηνία αυτή μεταφέρθηκε στην 1η Φεβρουαρίου 2008 ενώ η αντίστοιχη διαδικασία επιλογής θα πραγματοποιούνταν τον Αύγουστο του 2007.

18.      Με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 2007, η Stadt Frankfurt am Main πληροφόρησε τον C. Wolf ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την υποψηφιότητά του λόγω του ότι είχε υπερβεί το όριο ηλικίας των 30 ετών.

19.      Στις 12 Απριλίου 2007, ο C. Wolf ζήτησε από τη Stadt Frankfurt am Main αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 21 του AGG. Το ποσό της αιτουμένης αποζημιώσεως αντιστοιχούσε στο τριπλάσιο του μηνιαίου μισθού που θα εισέπραττε αν είχε προσληφθεί.

20.      Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 4ης Μαΐου 2007, που επικυρώθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2007. Κατόπιν αυτού, ο C. Wolf άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων της 4ης Μαΐου και της 10ης Οκτωβρίου 2007 και την καταδίκη η Stadt Frankfurt am Main να του καταβάλει αποζημίωση.

21.      Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο C. Wolf υποστήριξε ότι η FeuerwLVO αντίκειται στον AGG.

22.      Επειδή το αιτούν δικαστήριο είχε αμφιβολίες σχετικά με το αν η γερμανική νομοθεσία συμβιβαζόταν με τα άρθρα 6 και 17 της οδηγίας 2000/78, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δέκα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)   Έχει εν γένει ο εθνικός νομοθέτης, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/EΚ, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και χειρισμών, ή το περιθώριο αυτό περιορίζεται σε κάθε περίπτωση μόνο στο αναγκαίο μέτρο, προκειμένου για τον καθορισμό ανωτάτου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης συμπληρώσεως ενός ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας πριν από τη συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας;

2)      Αποτελεί το κριτήριο της ανάγκης, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78/EΚ, συγκεκριμενοποίηση του πρόσφορου χαρακτήρα του μέσου που μνημονεύει το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας και περιορίζει, με τον τρόπο αυτό, το πεδίο εφαρμογής αυτού του γενικά διατυπωμένου κανόνα;

3)      α)     Αποτελεί θεμιτό σκοπό, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78/EΚ, η επιδίωξη ενός εργοδότη να ικανοποιήσει το συμφέρον να παραμείνει ο εργαζόμενος που προσλαμβάνει όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην υπηρεσία του μέσω της προβλέψεως ενός ανωτάτου ορίου ηλικίας για τις προσλήψεις;

β)      Είναι η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού απρόσφορη στην περίπτωση που έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στην υπηρεσία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι απαιτείται για την απόκτηση του δικαιώματος καταβολής της νομοθετικά κατοχυρωμένης ελαχίστης συντάξεως σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, το οποίο αποκτάται μετά τη συμπλήρωση πέντε ετών στην υπηρεσία;

γ)      Είναι η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού απρόσφορη μόνο στην περίπτωση που έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στην υπηρεσία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι απαιτείται –19,51 έτη επί του παρόντος– για την απόκτηση πλήρους δικαιώματος για τη νομοθετικά κατοχυρωμένη ελάχιστη σύνταξη σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως;

4)      α)     Αποτελεί θεμιτό σκοπό, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78/EΚ, να παραμείνει όσο το δυνατόν μικρότερος ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων που πρέπει να προσληφθούν, μέσω της προβλέψεως ενός όσο το δυνατόν μικρότερου ορίου ηλικίας για τις προσλήψεις, προκειμένου να παραμείνουν σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα οι παροχές που οφείλονται για κάθε εργαζόμενο, όπως παροχές που αντιστοιχούν στην ασφάλιση ατυχήματος ή ασθενείας (από τις οποίες ωφελούνται επίσης τα μέλη της οικογενείας του εργαζομένου);

β)      Ποια σημασία μπορεί να έχει συναφώς το γεγονός ότι οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας ή τα επιδόματα που δικαιούνται οι υπάλληλοι μεγαλύτερης ηλικίας (και τα μέλη των οικογενειών τους) σε περίπτωση ατυχήματος ή σε περίπτωση ασθενείας, αντιστοίχως, είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι για τους μικρότερης ηλικίας δημόσιους υπαλλήλους, με συνέπεια να είναι πιθανή αύξηση της συνολικής εργοδοτικής δαπάνης στην περίπτωση προσλήψεως στο δημόσιο υπαλλήλων μεγαλύτερης ηλικίας;

γ)      Πρέπει να υπάρχουν συναφώς βέβαιες προβλέψεις ή στατιστικές μελέτες ή αρκούν γενικές προβλέψεις με βάση τους νόμους των πιθανοτήτων;

5)      α)     Αποτελεί θεμιτό σκοπό, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78/EΚ, η πρόθεση ενός εργοδότη να εφαρμόσει συγκεκριμένο όριο ηλικίας για τις προσλήψεις προκειμένου να διασφαλιστεί η «ισορροπημένη ηλικιακή δομή εκάστης σταδιοδρομίας»;

β)      Ποιες απαιτήσεις πρέπει να πληρούν ενδεχομένως οι εκτιμήσεις σχετικά με την πρόβλεψη μιας τέτοιας ηλικιακής δομής προκειμένου να συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπάρξεως ενός δικαιολογητικού λόγου (πρόσφορος χαρακτήρας και ανάγκη υιοθετήσεως του μέτρου);

6)      Αποτελεί σύννομη εκτίμηση, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78/EΚ, η επισήμανση του εργοδότη, σε σχέση με το ανώτατο όριο ηλικίας για τις προσλήψεις, ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί κατά κανόνα να αποκτήσει προ της συμπληρώσεως αυτού του ορίου ηλικίας, μέσω της αντίστοιχης θεωρητικής και πρακτικής εκπαιδεύσεως, τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την πρόσληψή του σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αφορά θέσεις μέσης βαθμίδας στις υπηρεσίες της πυροσβεστικής;

7)      Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να εκτιμάται το αν αποτελεί εύλογο ή αναγκαίο μέτρο η απαίτηση συμπληρώσεως ενός ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας πριν από τη συνταξιοδότηση;

α)      Δικαιολογείται η απαίτηση συμπληρώσεως ενός ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας αποκλειστικά ως αντιστάθμισμα για τη χρηματοδοτούμενη από τον εργοδότη και μόνον απόκτηση προσόντων, μέσω εκπαιδεύσεως παρεχομένης από τον εργοδότη (απόκτηση προσόντων για τη σταδιοδρομία σε θέσεις μέσης βαθμίδας της πυροσβεστικής), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο δημόσιος υπάλληλος θα παραμείνει στη συνέχεια για εύλογο χρονικό διάστημα στην υπηρεσία του εργοδότη ούτως ώστε ο εργοδότης να αποσβέσει σταδιακά τις δαπάνες που πραγματοποίησε για την εκπαίδευση του εργαζομένου;

β)      Ποια πρέπει να είναι η διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας που έπεται του χρόνου εκπαιδεύσεως; Μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη και, αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

γ)      Μπορεί ο εύλογος ή αναγκαίος χαρακτήρας ενός ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο πρώτο σκέλος του εβδόμου ερωτήματος, να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των οποίων τη σύνταξη χρηματοδοτεί ο εργοδότης και μόνον, ο αναμενόμενος ενεργός χρόνος υπηρεσίας από της προσλήψεως μέχρι της προβλεπόμενης συνταξιοδοτήσεως, πρέπει να επαρκεί προκειμένου ο εργαζόμενος να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα για την καταβολή της νομοθετικά κατοχυρωμένης ελάχιστης συντάξεως, δικαίωμα το οποίο αποκτάται κατόπιν συμπληρώσεως –επί του παρόντος– 19,51 ετών στην υπηρεσία;

δ)      Είναι, αντιθέτως, η άρνηση προσλήψεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/EΚ, νόμιμη μόνο στην περίπτωση που, λόγω της ηλικίας του προσλαμβανομένου, η πρόσληψή του θα είχε ως αποτέλεσμα να πρέπει να του καταβληθεί, κατά τον προβλεπόμενο χρόνο συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότησή του, η ελάχιστη σύνταξη μολονότι δεν θα έχει ακόμη αποκτήσει με βάση τα έτη πραγματικής υπηρεσίας πλήρες δικαίωμα προς τούτο;

8)      α)     Πρέπει, για την εκτίμηση της εννοίας της συνταξιοδοτήσεως στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78/EΚ, να λαμβάνεται υπόψη το νομοθετικά καθοριζόμενο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση, κατόπιν συμπληρώσεως του οποίου αποκτάται δικαίωμα καταβολής συντάξεως, ή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος ηλικίας, όπως αυτός διαπιστώνεται βάσει στατιστικών, που ισχύει για συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων ή δημοσίων υπαλλήλων;

β)      Σε ποιο βαθμό πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ορισμένους δημοσίους υπαλλήλους η συμπλήρωση του κανονικού ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση μπορεί να παραταθεί έως δύο έτη; Έχει ως συνέπεια το γεγονός αυτό την αύξηση του ανώτατου ορίου ηλικίας για προσλήψεις κατά το αντίστοιχο μέτρο;

9)      Επιτρέπεται, κατά τον υπολογισμό του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας της οδηγίας 2000/78/EΚ, να συνεκτιμάται ο χρόνος εκπαιδεύσεως που συμπλήρωσε αρχικά ο εργαζόμενος στο πλαίσιο της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως; Έχει συναφώς σημασία το αν, για τη θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως, ο χρόνος εκπαιδεύσεως μπορεί να ληφθεί υπόψη καθ’ ολοκληρίαν ως συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας ή πρέπει ο χρόνος εκπαιδεύσεως να αφαιρείται από τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας τον οποίον μπορεί να απαιτήσει ο εργοδότης βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78/EΚ;

10)      Συνάδουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 3, [του AGG] με το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78;»

III – Ανάλυση

23.      Προτείνω να εξεταστούν από κοινού τα εννέα πρώτα ερωτήματα. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία ορίζει το 30ό έτος της ηλικίας ως ανώτατο όριο για την πρόσληψη σε θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος.

24.      Στην διάταξή του περί παραπομπής του, το αιτούν δικαστήριο εξετάζει διαφόρους σκοπούς που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διαφορά μεταχειρίσεως με βάση την ηλικία που καθιερώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, της FeuerwLVO, η οποία απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78. Για να απαντηθεί ορθά το ερώτημα αυτό, δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να εξετασθεί το σύνολο των σκοπών αυτών.

25.      Πράγματι, κατόπιν των λεπτομερών και επακριβών απαντήσεων που έδωσε η Γερμανική Κυβέρνηση στα ερωτήματα που της υπέβαλε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας, η ανάλυση της παρούσης αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενδείκνυται, κατά τη γνώμη μου, να επικεντρωθεί στον κυριότερο σκοπό του ορίου ηλικίας των 30 ετών, που είναι η διαμόρφωση μιας ισορροπημένης δομής των ηλικιών που να εξασφαλίζει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την εύρυθμη λειτουργία του πυροσβεστικού σώματος.

26.      Από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση προκύπτει ότι οι υπηρετούντες σε θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος καλούνται να λαμβάνουν μέρος στις επιχειρήσεις στον τόπο όπου πραγματοποιείται η εκάστοτε επέμβαση. Σε αντίθεση με τα καθήκοντα στο επίπεδο της διεύθυνσης και της πλαισίωσης των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, τα καθήκοντα του προσωπικού μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών χαρακτηρίζονται στην πλειοψηφία τους από σωματική εργασία.

27.      Οι τομείς δραστηριότητας των υπηρετούντων στη μέση βαθμίδα των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος είναι η κατάσβεση των πυρκαϊών, η παροχή συνδρομής στα χρήζοντα αυτής πρόσωπα, εργασίες συνδεόμενες με την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση των ζημιών από θεομηνίες, η παροχή βοήθειας στα ζώα και η σύλληψη επικινδύνων ζώων, καθώς και εργασίες υποστήριξης όπως η συντήρηση και ο έλεγχος του εξοπλισμού προστασίας και των οχημάτων επέμβασης.

28.      Καθένας από τους τομείς αυτούς δραστηριότητας απαιτεί διαφορετικές σωματικές ικανότητες. Συγκεκριμένα, στους δύο πρώτους τομείς δραστηριότητας, που καλύπτουν την κατάσβεση των πυρκαϊών και την παροχή συνδρομής στα χρήζοντα αυτής άτομα, οι υπάλληλοι που υπηρετούν στη μέση βαθμίδα των τεχνικών υπηρεσιών πρέπει να μπορούν να ανταποκριθούν σε ιδιαίτερα υψηλών προδιαγραφών σωματικές απαιτήσεις. Σημειώνεται στο πλαίσιο αυτό ότι η προστατευτική στολή και μόνο ζυγίζει 30 κιλά περίπου.

29.      Λόγω των απαιτήσεων αυτών σωματικής ευρωστίας, οι δύο αυτές δραστηριότητες επιβάλλουν την οργάνωση μιας ηλικιακής δομής απαρτιζομένης από ηλικίες που κυμαίνονται μεταξύ 30 και 50 ετών το πολύ. Πράγματι, δεδομένης της απώλειας των σωματικών δυνάμεων του ανθρώπου με την πρόοδο της ηλικίας, σχεδόν κανένας υπάλληλος δεν είναι πλέον ενεργός μετά την ηλικία των 45 έως 50 ετών στις επιχειρήσεις πυρόσβεσης και αρωγής σε όσους διατρέχουν κίνδυνο.

30.      Έτσι, στους υπαλλήλους που συμπληρώνουν την ηλικία αυτή ανατίθενται τα άλλα καθήκοντα που υπάγονται στο πεδίο ευθύνης του προσωπικού μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, τα οποία δεν απαιτούν τόσο σημαντικές σωματικές ικανότητες.

31.      Εξεταζόμενος στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθίσταται σαφής ο λόγος ορισμού του ορίου ηλικίας για πρόσληψη στη μέση βαθμίδα των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος στα 30 έτη. Πρόκειται για την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι οι υπάλληλοι των εν λόγω υπηρεσιών είναι σε θέση να εκπληρώσουν ικανοποιητικά τα καθήκοντα που απαιτούν αυξημένες σωματικές δυνάμεις και μάλιστα για μια αρκετά μακρά χρονική περίοδο. Αν ληφθεί υπόψη ότι στην οριακή ηλικία των 30 ετών πρέπει να προστεθεί περίοδος εκπαιδεύσεως 2 ετών, απομένει για τον υπηρετούντα στη μέση βαθμίδα των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος περίοδος ενεργού υπηρεσίας 18 ετών (αν ληφθεί ως σημείο αναφοράς η ηλικία των 50 ετών) ή 13 ετών (αν ληφθεί ως σημείο αναφοράς η ηλικία των 45 ετών) στους τομείς δραστηριότητας που απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένες σωματικές ικανότητες.

32.      Η καλή οργάνωση του προσωπικού μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος επιβάλλει, όταν οι πλέον ηλικιωμένοι υπάλληλοι μετατάσσονται σε τομείς δραστηριότητας που απαιτούν λιγότερες σωματικές ικανότητες, να αντικαθίστανται, στους τομείς δραστηριότητας που απαιτούν αυξημένες σωματικές ικανότητες, από νεότερους υπαλλήλους οι οποίοι θα μπορούν να παραμείνουν ενεργοί στους τομείς αυτούς δραστηριότητας για ευλόγως μακρά περίοδο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ευκόλως εξηγείται η υιοθέτηση του ορίου ηλικίας των 30 ετών για την πρόσληψη στις θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, η οποία επιτρέπει τη συνεχή αναπλήρωση των αποχωρούντων από θέσεις που έχουν αυξημένες σωματικές απαιτήσεις προς θέσεις με λιγότερες τέτοιες απαιτήσεις με νέους υπαλλήλους ικανούς να επιτελούν καθήκοντα όπως η κατάσβεση των πυρκαϊών και η παροχή αρωγής προς τους έχοντες ανάγκη επί αρκετά μακρά χρονική περίοδο.

33.      Η Γερμανική Κυβέρνηση παρουσίασε, μαζί με τις εξηγήσεις της, στοιχεία τα οποία προκύπτουν από μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα της ιατρικής της εργασίας και του αθλητισμού. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η επιδίωξη της διασφαλίσεως της επί εύλογο χρονικό διάστημα παραμονής των εργαζομένων σε τομείς δραστηριότητας που απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένες σωματικές ικανότητες και αντοχές και για τις οποίες το όριο από ιατρική και βιολογική άποψη τοποθετείται περίπου στην ηλικία των 45 ή των 50 ετών αντικατοπτρίζει αποδεδειγμένα ιατρικά και βιολογικά στοιχεία. Από τις μελέτες αυτές προκύπτει ότι η πρόοδος της ηλικίας συνεπάγεται μείωση των δυνατοτήτων του καρδιαγγειακού συστήματος, των πνευμόνων, του μυϊκού συστήματος και της αντιστάσεως του ανθρωπίνου σώματος. Αυτές δε ακριβώς οι σωματικές λειτουργίες είναι εκείνες που έχουν καθοριστική σημασία για το προσωπικό της μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος.

34.      Περαιτέρω, οι μελέτες αυτές καταγράφουν το φαινόμενο της πρόωρης γηράνσεως όταν οι εργαζόμενοι υποβάλλονται σε δύσκολες συνθήκες εργασίας. Δείχνουν επίσης ότι οι υπάλληλοι μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος υποβάλλονται σε σωματικές δοκιμασίες που έχουν σχέση με το περιβάλλον (παραδείγματος χάριν, τις υψηλές θερμοκρασίες, την υγρασία και τον θόρυβο), σε ιδιαίτερα απαιτητικές σωματικές προσπάθειες (παραδείγματος χάριν, να σηκώνουν και να κουβαλούν μεγάλο βάρος, να εργάζονται σε αφύσικες στάσεις), καθώς και σε νυχτερινή εργασία και εργασία με βάρδιες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επιτάχυνση της διαδικασίας γηράνσεως της εν λόγω επαγγελματικής κατηγορίας. Το φαινόμενο αυτό επιτείνει, κατά τη γνώμη μου, την ανάγκη διασφαλίσεως του ότι νέοι υπάλληλοι, ικανοί να εκπληρώνουν τα δυσκολότερα καθήκοντα επί αρκετά μακρό χρόνο, θα αντικαθιστούν τους υπαλλήλους που δεν είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό τον ρόλο.

35.      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, δεν χωρεί, κατά τη γνώμη μου, καμία αμφιβολία ότι η επιβολή ορίου ηλικίας 30 ετών για την πρόσληψη στις θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος είναι δικαιολογημένη, τόσο από την άποψη του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 όσο και από την άποψη του άρθρου 6, παράγραφος 1, αυτής.

36.      Θα υπενθυμίσω, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, ορίζει ότι, «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη του στόχου αυτού».

37.      Όπως προεκτέθηκε, η φύση πολλών από τους τομείς δραστηριοτήτων στους οποίους καλούνται να δράσουν οι πυροσβέστες που υπηρετούν στη μέση βαθμίδα των τεχνικών υπηρεσιών καθώς και οι συνθήκες εκπληρώσεως των κυρίων καθηκόντων τους απαιτούν ιδιαίτερα αυξημένες σωματικές ικανότητες. Καθόσον οι σωματικές αυτές ικανότητες φθίνουν φυσιολογικά με την πρόοδο της ηλικίας, η ηλικία αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μαζί με ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά, ουσιώδη παράγοντα της καλής ασκήσεως των δραστηριοτήτων του επαγγέλματος που είναι οι πλέον απαιτητικές από απόψεως σωματικών δυνάμεων. Κατά συνέπεια, η υιοθέτηση του ορίου ηλικίας των 30 ετών μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε ουσιώδη και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση προκειμένου να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της δράσεως των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος.

38.      Το ότι ο στόχος του μέτρου είναι θεμιτός προκύπτει σαφώς από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 όπου τονίζεται, υπενθυμίζω, ότι η οδηγία «δεν έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στις ένοπλες δυνάμεις καθώς και στις αστυνομικές και σωφρονιστικές υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες εκτάκτων αναγκών να προσλαμβάνουν ή να διατηρούν σε θέση απασχόλησης πρόσωπα χωρίς την απαιτούμενη επαγγελματική επάρκεια, για την άσκηση όλων των καθηκόντων στα οποία ενδέχεται να κληθούν, λαμβάνοντας υπόψη τον θεμιτό στόχο να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ετοιμότης των υπηρεσιών αυτών» (7). Επιπλέον, το επίμαχο μέτρο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό επειδή, όπως αποδεικνύεται από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν επιβάλλει περιορισμό πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για να μπορούν οι πυροσβέστες της μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών να εκπληρώνουν ικανοποιητικά τις αποστολές που απαιτούν αυξημένες σωματικές ικανότητες για αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα.

39.      Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη στις θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος στο 30ό έτος είναι δικαιολογημένος με βάση τα όσο ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

40.      Κατόπιν, υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, «η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση, εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία».

41.      Οι στόχοι που μπορούν να θεωρηθούν «θεμιτοί» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 και, κατά συνέπεια, ικανοί να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων με βάση την ηλικία, είναι στόχοι που ανάγονται στην κοινωνική πολιτική, όπως οι στόχοι που συνδέονται με την πολιτική της απασχόλησης, με την αγορά εργασίας ή με την επαγγελματική κατάρτιση (8).

42.      Κατά τη γνώμη μου, ο στόχος που αποβλέπει στην οργάνωση μιας ισορροπημένης ηλικιακής δομής προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η εύρυθμη λειτουργία του πυροσβεστικού σώματος συνιστά στόχο αναγόμενο στην πολιτική της απασχόλησης ο οποίος είναι «θεμιτός» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Η οργάνωση μιας ισορροπημένης ηλικιακής δομής εντός του πυροσβεστικού σώματος μπορεί, πράγματι, να γίνει αντιληπτή ως μέρος πολιτικής της απασχόλησης στο επίπεδο του σώματος αυτού, τα χαρακτηριστικά της οποίας απορρέουν από τις αποστολές που καλείται να εκπληρώσει το σώμα και η οποία ανταποκρίνεται σε επιταγή αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον.

43.      Όσον αφορά το αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι «πρόσφορα και αναγκαία» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, θα υπενθυμίσω ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν αναμφισβήτητα ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που μπορούν να υλοποιήσουν τους σκοπούς τους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως (9).

44.      Η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 διευρύνει περαιτέρω το ευρύ αυτό περιθώριο εκτιμήσεως οσάκις πρόκειται για τον καθορισμό πολιτικής της απασχόλησης στο εσωτερικό των αστυνομικών και σωφρονιστικών υπηρεσιών ή των υπηρεσιών εκτάκτων αναγκών.

45.      Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων που προκύπτουν από τις εξηγήσεις τις οποίες παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση και τις οποίες εξέθεσα ανωτέρω, εκτιμώ ότι, ορίζοντας το 30ό έτος της ηλικίας ως ανώτατο όριο για την πρόσληψη στις θέσεις της μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, της FeuerwLVO, καθιέρωσε μέτρο που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για να επιτευχθεί η οργάνωση μιας ισορροπημένης ηλικιακής δομής ικανής να εξασφαλίσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την εύρυθμη λειτουργία του πυροσβεστικού σώματος.

46.      Τέλος, καθόσον δεν υφίσταται, στην παρούσα υπόθεση, καμία παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας με βάση την οδηγία 2000/78, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, που αφορά τις συνέπειες μιας τέτοιας παραβάσεως.

IV – Συμπέρασμα

47.      Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

«Τα άρθρα 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, 4, παράγραφος 1, καθώς και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, δεν αντίκεινται στην εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης, η οποία ορίζει στο 30ό έτος το ανώτατο όριο ηλικίας για την πρόσληψη στις θέσεις της μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – ΕΕ L 303, σ. 16.


3 – Στο εξής: FeuerwLVO.


4 – GVBl. I, σ. 26.


5 – BGBl. I, σ. 3839.


6 – BGBl. 2006 I, σ. 1897, στο εξής: AGG.


7 – Η υπογράμμιση δική μου.


8 – Απόφαση C‑88/08, Hütter, της 18ης Ιουνίου 2009 (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


9 – Όπ.π., (σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).