Language of document : ECLI:EU:C:2021:533

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 1ης Ιουλίου 2021 (1)

Υπόθεση C891/19 P

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Hubei Xinyegang Special Tube Co. Ltd

«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/804 – Εισαγωγές ορισμένων σωλήνων κάθε είδους χωρίς συγκόλληση, από σίδηρο ή χάλυβα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 – Άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 6, και άρθρο 17 – Προσδιορισμός της ζημίας – Ανάλυση της υποτιμολόγησης – Υποχρέωση της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη τα τμήματα της αγοράς που σχετίζονται με το υπό εξέταση προϊόν καθώς και το σύνολο των πωλήσεων ομοειδών προϊόντων των παραγωγών της Ένωσης που περιλαμβάνονται στο δείγμα»






1.        Η διαπίστωση ζημίας στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης προκληθείσας από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ. Κατά την ανάλυση με σκοπό τη διαπίστωση της ύπαρξης της ζημίας αυτής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει, μεταξύ άλλων, να διενεργεί αντικειμενική εξέταση της επίδρασης των εισαγωγών αυτών στις τιμές ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, ιδίως μέσω του προσδιορισμού της ύπαρξης υποτιμολόγησης.

2.        Κατά την πολύπλοκη αυτή εξέταση, υποχρεούται η Επιτροπή –και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, σε ποιες περιπτώσεις– να λαμβάνει υπόψη τμήματα της αγοράς που σχετίζονται με το υπό εξέταση προϊόν; Κατά την εξέταση αυτή, υποχρεούται η Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πωλήσεων των ομοειδών προϊόντων των παραγωγών της Ένωσης που περιλαμβάνονται στο επιλεγέν για την έρευνα δείγμα; Στο πλαίσιο αυτό, ποια είναι η ένταση του δικαστικού ελέγχου που πρέπει να ασκήσει ο δικαστής της Ένωσης σε αυτό το είδος ανάλυσης που διενήργησε η Επιτροπή, η οποία συνεπάγεται την αξιολόγηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων;

3.        Αυτά είναι, κατ’ ουσίαν, τα κύρια ερωτήματα που εγείρονται στην υπό κρίση υπόθεση, που αφορά αίτηση αναιρέσεως με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, Hubei Xinyegang Special Tube κατά Επιτροπής (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/804 της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2017, με τον οποίο επιβλήθηκε δασμός αντιντάμπινγκ σε ορισμένους σωλήνες κάθε είδους, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (3).

I.      Το Νομικό πλαίσιο

4.        Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: βασικός κανονισμός) (4), το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός της ζημίας», ορίζει τα εξής:

«1.      Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, ο όρος “ζημία” σημαίνει τη σημαντική ζημία που προκαλείται στην ενωσιακή βιομηχανία, τον κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην ενωσιακή βιομηχανία ή την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας· η ερμηνεία του όρου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2.      Ο προσδιορισμός της ζημίας γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση:

α)      του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης· και

β)      των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για την ενωσιακή βιομηχανία.

3.      Προκειμένου περί του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών, είτε σε απόλυτα μεγέθη είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Ένωση. Προκειμένου περί της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ επί των τιμών, εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες από τις τιμές που εφαρμόζει για τα ομοειδή προϊόντα η ενωσιακή βιομηχανία ή κατά πόσον εισαγωγές αυτού του είδους προκαλούν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση. Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες, ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποφασιστική σημασία.

[…]

5.      Η εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ για την οικεία […] βιομηχανία της Ένωσης περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των συναφών οικονομικών παραγόντων και των δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση της [εν λόγω] βιομηχανίας [...].

6.      Με βάση το σύνολο των συναφών αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται σε σχέση με την παράγραφο 2, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν ζημία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, αυτό περιλαμβάνει την απόδειξη πως ο όγκος και/ή το επίπεδο των τιμών, όπως αυτά έχουν καθοριστεί βάσει της παραγράφου 3, ευθύνονται για τις συνέπειες επί της ενωσιακής βιομηχανίας, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, όπως επίσης ότι οι συνέπειες αυτές είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθούν σημαντικές.

7.      Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην ενωσιακή βιομηχανία, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω περιλαμβάνονται: ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών πωλούμενων σε τιμές που δεν απορρέουν από πρακτικές ντάμπινγκ, η τυχόν συρρίκνωση της ζήτησης ή μεταβολές των δεδομένων κατανάλωσης, τυχόν περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Ένωσης και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και οι εξαγωγικές επιδόσεις και η παραγωγικότητα της ενωσιακής βιομηχανίας.»

II.    Τα πραγματικά περιστατικά και ο επίμαχος κανονισμός

5.        Στις 13 Φεβρουαρίου 2016, κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία έρευνας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων κάθε είδους χωρίς συγκόλληση από σίδηρο (εκτός χυτοσιδήρου) ή χάλυβα (εκτός ανοξείδωτου χάλυβα), κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο που υπερβαίνει τα 406,4 mm (στο εξής: υπό εξέταση προϊόν), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

6.        Στο πλαίσιο της έρευνας, η Hubei Xinyegang, εταιρία με έδρα στην Κίνα, η οποία παράγει και εξάγει στην Ένωση σωλήνες χωρίς συγκόλληση, επελέγη προκειμένου να περιληφθεί στο δείγμα των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού.

7.        Στις 11 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1977 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (στο εξής: προσωρινός κανονισμός) (5).

8.        Στις 11 Μαΐου 2017 η Επιτροπή εξέδωσε τον επίμαχο κανονισμό, του οποίου το άρθρο 1 προβλέπει την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ σε όλους τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος. Όσον αφορά τα προϊόντα που κατασκευάζει και εξάγει η Hubei Xinyegang, ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ ορίστηκε σε 54,9 %.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

9.        Στις 7 Αυγούστου 2017, η Hubei Xinyegang άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού, προβάλλοντας προς στήριξη της προσφυγής της τέσσερις λόγους ακυρώσεως.

10.      Το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε μόνον τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος υποδιαιρούνταν σε δύο σκέλη και αφορούσε παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού και των άρθρων 3.1 και 3.2 της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (6) (στο εξής: συμφωνία αντιντάμπινγκ), και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 6, του ως άνω κανονισμού και του άρθρου 3.5 της ως άνω συμφωνίας.

11.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, αφού απέρριψε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως (7), ζήτημα το οποίο δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση, έκανε αντιθέτως δεκτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Hubei Xinyegang, σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαπίστωσης της ύπαρξης ζημίας, προκειμένου να συγκρίνει τις τιμές των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και εκείνες των προϊόντων που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία στην υπό κρίση υπόθεση κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού. Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε ειδικότερα στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου που θέσπισε το όργανο επίλυσης διαφορών (Dispute Settlement Body) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) (στο εξής: δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ) στη διαφορά «Κίνα – Μέτρα επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ επί σωλήνων χωρίς συγκόλληση από ανοξείδωτο χάλυβα υψηλών επιδόσεων “HP-SSST” από την Ιαπωνία» (WT/DS 454/AB/R και WT/DS 460/AB/R, της 14ης Οκτωβρίου 2015, στο εξής: έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST»), και στην απόφασή του της 28ης Οκτωβρίου 2004, Shanghai Teraoka Electronic κατά Συμβουλίου (T‑35/01, EU:T:2004:317, στο εξής: απόφαση Shanghai Teraoka).

12.      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι η Επιτροπή, καίτοι είχε εντοπίσει την ύπαρξη τριών τμημάτων της αγοράς σχετικών με το υπό εξέταση προϊόν, υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάτμηση αυτή στο πλαίσιο της ανάλυσής της σχετικά με την υποτιμολόγηση και, γενικότερα, στην ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης (8). Δεύτερον, και επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα της Hubei Xinyegang ότι, κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη 17 τύπους προϊόντων εκ των 66 που πωλούνται από τους παραγωγούς της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει δεν μπορούσαν να αναιρεθούν από τα στοιχεία που η Επιτροπή κατέθεσε στη δικογραφία, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε όψιμο στάδιο της διαδικασίας.

13.      Το Γενικό Δικαστήριο έκανε εν συνεχεία δεκτό και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της Hubei Xinyegang, ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού καθώς και του άρθρου 3.5 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ (9). Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι, καθόσον είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, κατά την ανάλυση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία για τον προσδιορισμό της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών στις τιμές ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, έπρεπε επίσης να γίνει δεκτό ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού στηριζόταν σε ελλιπή πραγματική βάση (10).

14.      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον επίμαχο κανονισμό καθόσον αφορούσε τη Hubei Xinyegang, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που αυτή προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της.

IV.    Τα αιτήματα των διαδίκων

15.      Με την αίτηση αναιρέσεως η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση· να απορρίψει, ως αβάσιμους, τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως· να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να επανεξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως· και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της κατ’ αναίρεση δίκης.

16.      Η Hubei Xinyegang ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως· επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως· και να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της πρωτοβάθμιας και της κατ’ αναίρεση δίκης.

17.      Η ArcelorMittal Tubular Products Roman SA, η Válcovny trub Chomutov a.s. και η Vallourec Deutschland GmbH (στο εξής: ArcelorMittal κ.λπ.), παρεμβαίνουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής (11), ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση· να απορρίψει τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως ως νόμω αβάσιμους· να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του τρίτου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως· να καταδικάσει τη Hubei Xinyegang στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης· και να επιφυλαχθεί ως προς τα λοιπά δικαστικά έξοδα.

V.      Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως

18.      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την ArcelorMittal κ.λπ., προβάλλει έξι λόγους, οι οποίοι μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις κατηγορίες.

19.      Οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως βάλλουν κατά του μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη, στην ανάλυση της υποτιμολόγησης, πλείονα τμήματα της αγοράς σχετιζόμενα με το υπό εξέταση προϊόν (12).

20.      Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως βάλλουν κατά του μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, στην ανάλυση της υποτιμολόγησης, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη τις τιμές 17 τύπων προϊόντων εκ των 66 που πωλούνται από παραγωγούς της Ένωσης (13).

21.      Τέλος, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο βαθμός έντασης του δικαστικού ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένος.

22.      Προτού αναλύσω τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή, εκτιμώ ότι είναι σκόπιμες ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

23.      Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ανάλυση της υποτιμολόγησης που διενεργεί η Επιτροπή, στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας για κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Η διαπίστωση της ζημίας αυτής συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ (14). Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τον προσδιορισμό της ζημίας περιέχονται στο άρθρο 3 του βασικού κανονισμού.

24.      Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι, όπως παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο (15), οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, του βασικού κανονισμού είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπες με εκείνες των άρθρων 3.1 και 3.2 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ. Εξ αυτού συνάγεται η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να θέσει σε εφαρμογή στο δίκαιο της Ένωσης, μέσω των διατάξεων αυτών, ειδική υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο των συμφωνιών ΠΟΕ (16). Υπό τις περιστάσεις αυτές, και εντός των ορίων αυτών, απόκειται στον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τη νομιμότητα του επίμαχου κανονισμού υπό το πρίσμα των ως άνω διατάξεων της συμφωνίας αντιντάμπινγκ (17). Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου νομιμότητας, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να λάβει υπόψη επίσης την ερμηνεία των διάφορων διατάξεων της συμφωνίας αυτής από το όργανο επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ (18).

25.      Δεύτερον, επισημαίνεται επίσης ότι από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι ο προσδιορισμός ζημίας πρέπει να γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση, αφενός, του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης και, αφετέρου, των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης.

26.      Όσον αφορά ειδικότερα την ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, από το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι πρέπει να εξεταστεί, ειδικότερα, αν οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ πραγματοποιήθηκαν σε τιμές αισθητά κατώτερες από εκείνες ομοειδών προϊόντων της Ένωσης ή, με άλλα λόγια, αν υπήρξε αισθητή «υποτιμολόγηση» (19).

27.      Ο καθορισμός της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές ομοειδών προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης και, ειδικότερα, ο προσδιορισμός της ύπαρξης υποτιμολόγησης, συνεπάγεται εξέταση της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των τιμών των εν λόγω εισαγωγών και των τιμών των ομοειδών προϊόντων, η οποία προϋποθέτει τη σύγκριση των δύο αυτών τιμών (20).

28.      Εντούτοις, το άρθρο 3 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ και, ως εκ τούτου, το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού δεν προβλέπουν συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ζημίας ούτε, ειδικότερα, υποτιμολόγησης (21). Η ανάλυση αυτή πρέπει, όμως, να γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και αντικειμενική εξέταση και πρέπει, επομένως, να είναι αμερόληπτη και δίκαιη και να λαμβάνει υπόψη όλες τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία (22).

29.      Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, σε ζητήματα μέτρων εμπορικής άμυνας, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών και πολιτικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (23). Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς ότι αυτή η ευρεία διακριτική ευχέρεια υφίσταται, ειδικότερα, σε σχέση με τον προσδιορισμό της ύπαρξης ζημίας προκληθείσας στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης (24).

30.      Όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, η ανάλυση της υποτιμολόγησης, καθώς και, γενικότερα, η ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές ομοειδών προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης συνεπάγονται αναμφίβολα την αξιολόγηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων (25), και, όπως θα δούμε λεπτομερέστερα κατά την ανάλυση του έκτου λόγου αναιρέσεως, τούτο έχει αντίκτυπο στον βαθμό έντασης του ελέγχου που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης.

31.      Τρίτον, όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένα πραγματικά στοιχεία τα οποία διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία δεν αμφισβητούν οι διάδικοι.

32.      Κατ’ αρχάς, στην έρευνα αντιντάμπινγκ η Επιτροπή έκρινε ότι το υπό εξέταση προϊόν συνίστατο σε ορισμένους σωλήνες κάθε είδους χωρίς συγκόλληση, από σίδηρο (εκτός από χυτοσίδηρο) ή χάλυβα (εκτός από ανοξείδωτο χάλυβα, κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο που υπερβαίνει τα 406,4 mm, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας) (26). Η Επιτροπή εντόπισε την ύπαρξη τριών τμημάτων της αγοράς σχετιζόμενων με το προϊόν αυτό: πετρέλαιο και φυσικό αέριο, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και κατασκευές (27). Ο ορισμός του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος, καίτοι αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν αμφισβητήθηκε από τη Hubei Xinyegang ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί οριστικός.

33.      Επισημαίνεται, επίσης, ότι στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή διενήργησε ανάλυση με σκοπό τον προσδιορισμό της υποτιμολόγησης των κινεζικών εισαγωγών σε σχέση με τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, συγκρίνοντας τις τιμές των εισαγωγών με τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης χρησιμοποιώντας το σύστημα του αριθμού ελέγχου του προϊόντος (ΑΕΠ, στο εξής επίσης: μέθοδος ΑΕΠ).

34.      Βάσει της μεθόδου αυτής, σε κάθε τύπο προϊόντος που κατασκευάζεται και πωλείται από Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα και σε κάθε τύπο προϊόντος που κατασκευάζεται και πωλείται από παραγωγούς της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα αποδόθηκε ένας μοναδικός ΑΕΠ, ανάλογα με τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος (28). Επομένως, οι τύποι προϊόντος που εισήχθησαν από την Κίνα συγκρίθηκαν με βάση τον ΑΕΠ με τα προϊόντα που παράγονται και πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης και έχουν τα ίδια ή παρόμοια χαρακτηριστικά (29). Για τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης, η Επιτροπή συνέκρινε τις τιμές των πωλήσεων των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα με τις τιμές των πωλήσεων των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων που περιλήφθηκαν στο δείγμα, ανά ΑΕΠ. Για κάθε ΑΕΠ για τον οποίο υπήρχαν αντίστοιχες πωλήσεις, η Επιτροπή καθόρισε περιθώριο υποτιμολόγησης. Εν συνεχεία, η Επιτροπή υπολόγισε μέσο σταθμισμένο περιθώριο υποτιμολόγησης για το υπό εξέταση προϊόν για καθέναν από τους Κινέζους εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Η χρήση της μεθόδου αυτής κατέληξε στον καθορισμό περιθωρίων υποτιμολόγησης κυμαινόμενων από 15,2 % έως 29,1 % (30). Η Hubei Xinyegang δεν αμφισβητεί τη χρήση, ως μεθόδου σύγκρισης, της μεθόδου ΑΕΠ αυτής καθεαυτήν (31).

35.      Τέλος, διαπιστώθηκε και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της υποτιμολόγησης, αναλύθηκε το σύνολο των κινεζικών εισαγωγών (32).

2.      Επί των τριών πρώτων λόγων αναιρέσεως, που αφορούν την αιτίαση με την οποία προβλήθηκε μη συνεκτίμηση των τμημάτων της αγοράς που σχετίζονται με το υπό εξέταση προϊόν κατά την εξέταση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών στις τιμές

36.      Με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον, στις σκέψεις 59 έως 67, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη, στην ανάλυση της υποτιμολόγησης, πλείονα τμήματα της αγοράς σχετιζόμενα με το υπό εξέταση προϊόν. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει ειδικότερα κατά των σκέψεων 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ορισμένα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός του, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρωτοδίκως.

1.      Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

37.      Στις σκέψεις 59 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αμφισβητείται ότι, καίτοι είχε διαπιστώσει την ύπαρξη τριών τμημάτων της αγοράς σχετιζόμενων με το υπό εξέταση προϊόν, η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη την κατάτμηση αυτή στην ανάλυση της υποτιμολόγησης.

38.      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, εντούτοις, ότι η υπό κρίση υπόθεση χαρακτηριζόταν από τέσσερα στοιχεία (τα οποία αναλύονται στις σκέψεις 61, 62, 63 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιστοίχως): πρώτον, δεν ήταν άμεσα εναλλάξιμοι, από την άποψη της ζήτησης, όλοι οι τύποι του προϊόντος που περιλαμβάνονταν στο ομοειδές προϊόν, ακόμη και αν οι παραγωγοί μπορούσαν να αναπροσανατολίσουν την προσφορά τους· δεύτερον, η χρήση διαφορετικών πρώτων υλών στην κατασκευή των τύπων προϊόντων είχε επίδραση στις διαφορές της τιμής μεταξύ τμημάτων της αγοράς, διαφορές οι οποίες, όπως προέκυπτε από την έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», συνιστούσαν κρίσιμο στοιχείο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης· τρίτον, η Επιτροπή είχε επιβεβαιώσει ότι το 75,1 % των κινεζικών εισαγωγών που περιλήφθηκαν στο δείγμα επικεντρώνονταν στο τμήμα των κατασκευών, το οποίο, όπως προέκυπτε από την απόφαση Shangai Teraoka, έπρεπε να είχε αναλυθεί χωριστά· και, τέταρτον, από τον προσωρινό κανονισμό προέκυπτε ότι άνω του 60 % των πωλήσεων της μεγαλύτερης εταιρίας εκ των παραγωγών της Ένωσης συνδέονται με τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

39.      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στον επίμαχο κανονισμό η Επιτροπή είχε διαπιστώσει σύνδεσμο μεταξύ της ανάλυσης της υποτιμολόγησης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και της εξέλιξης των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, η οποία καθορίστηκε εντούτοις με συνολικό τρόπο, χωρίς διάκριση μεταξύ των διάφορων τμημάτων της αγοράς.

40.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάτμηση της αγοράς του υπό εξέταση προϊόντος στο πλαίσιο της ανάλυσης της υποτιμολόγησης και, γενικότερα, την επίδραση των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, η Επιτροπή δεν είχε στηρίξει την ανάλυσή της στο σύνολο των κρίσιμων δεδομένων της υπό κρίση υποθέσεως. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επιπλέον, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, λαμβανομένων υπόψη των τεσσάρων στοιχείων που μνημονεύθηκαν στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων, η Επιτροπή όφειλε να είχε τουλάχιστον διασφαλίσει ότι η μείωση των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης δεν προερχόταν από τμήμα στο οποίο οι κινεζικές εισαγωγές είχαν περιορισμένη παρουσία ή επίπεδο υποτιμολόγησης –εφόσον υφίστατο υποτιμολόγηση– το οποίο δεν μπορούσε να θεωρηθεί «αισθητό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό δεν έθιγε τη χρήση από την Επιτροπή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, της μεθόδου ΑΕΠ, εφόσον αυτή εντάσσεται σε ανάλυση η οποία λαμβάνει υπόψη την κατάτμηση της αγοράς.

41.      Τέλος, στις σκέψεις 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει δεν μπορούσαν να αναιρεθούν από τα στοιχεία που η Επιτροπή κατέθεσε στη δικογραφία, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε όψιμο στάδιο της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επικαλεστεί, προς στήριξη του επίμαχου κανονισμού, αιτιολογία η οποία δεν περιέχεται σε αυτόν και την οποία προέβαλε για πρώτη φορά μετά την άσκηση της προσφυγής.

2.      Επιχειρήματα των διαδίκων

1)      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την έλλειψη υποχρέωσης της Επιτροπής να διενεργήσει ανάλυση της ζημίας ανά τμήμα της αγοράς

42.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την ArcelorMittal κ.λπ., αμφισβητεί το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι, παρότι όλοι οι σωλήνες που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας συνιστούν αναμφίβολα ενιαίο «ομοειδές προϊόν», αυτή όφειλε, εν πάση περιπτώσει, να είχε διενεργήσει ανάλυση της ζημίας ανά τμήμα της αγοράς.

43.      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κρίνοντας ότι αυτή όφειλε να διενεργήσει χωριστή εξέταση της υποτιμολόγησης για κάθε τμήμα της αγοράς του υπό εξέταση προϊόντος, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 4, το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 8, και το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, κατ’ αυτήν, ότι αρκεί η Επιτροπή να διενεργήσει την ανάλυση της υποτιμολόγησης σε επίπεδο «ομοειδούς προϊόντος» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν λεπτομερέστερη ανάλυση ούτε υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης της υποτιμολόγησης χωριστά για κάθε τμήμα της αγοράς. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε ο καθορισμός του «ομοειδούς προϊόντος» ούτε ο καθορισμός του «ενωσιακού κλάδου παραγωγής» κατά τον επίμαχο κανονισμό, οι καθορισμοί αυτοί δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο των λόγων που αφορούν τη διαπίστωση της ύπαρξης ζημίας. Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε, κατά την Επιτροπή, ανάλυση βασισμένη στην έννοια της σχετικής αγοράς στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η οποία διαφέρει εντούτοις από την έννοια του «ομοειδούς προϊόντος» στο πλαίσιο της νομοθεσίας αντιντάμπινγκ.

44.      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία δύο προηγουμένων επί των οποίων στήριξε την ανάλυσή του (ήτοι της έκθεσης του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» και της απόφασης Shanghai Teraoka) ή, εναλλακτικώς, ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά τον χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ή παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά των προηγουμένων αυτών, τα οποία, κατά την Επιτροπή, διαφέρουν παντελώς από τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να διενεργήσει ανάλυση της υποτιμολόγησης για κάθε τμήμα της αγοράς, επιπλέον της ανάλυσης που διενήργησε σε επίπεδο ομοειδούς προϊόντος, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε κανένα από τα δύο αυτά προηγούμενα.

45.      Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία του επίμαχου κανονισμού ή, επικουρικώς, υπέπεσε σε πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 59, 61, 62 (πρώτο μέρος) και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνιστούσαν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες απαιτούσαν ανάλυση της υποτιμολόγησης ανά τμήμα της αγοράς.

46.      Προκαταρκτικώς, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι η περιγραφή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την Επιτροπή είναι εσφαλμένη. Το Γενικό Δικαστήριο δεν καθιέρωσε γενική υποχρέωση της Επιτροπής να διενεργεί ανάλυση της υποτιμολόγησης για κάθε τμήμα της αγοράς, αλλά έκρινε μόνον ότι, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, στον επίμαχο κανονισμό η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάτμηση της αγοράς κατά ανάλυση της υποτιμολόγησης. Επομένως, τα επιχειρήματα σχετικά με ενδεχόμενη υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης της υποτιμολόγησης για κάθε τμήμα της αγοράς είναι ατελέσφορα. Επιπλέον, η έμμεση αμφισβήτηση διάφορων πραγματικών περιστατικών χωρίς επίκληση παραμόρφωσης είναι απαράδεκτη, οι δε πρόσθετες πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή αποτελούν νέα στοιχεία και είναι, επομένως, απαράδεκτες.

47.      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι η παραπομπή, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, σε «ομοειδή προϊόντα», στον πληθυντικό αριθμό, αποδεικνύει ότι η έννοια του «ομοειδούς προϊόντος» μπορεί να περιλαμβάνει πλείονες τύπους προϊόντων και, επομένως, πλείονα τμήματα της αγοράς. Αυτό επιβεβαιώνει και η νομολογία του Δικαστηρίου. Επιπλέον, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ έχει υπογραμμίσει τη σημασία της εξέτασης της ύπαρξης διάφορων τμημάτων της αγοράς κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ευθυγραμμίζεται προς την άποψη αυτή. Κατά τη Hubei Xinyegang, καίτοι δεν υφίσταται υποχρέωση προσδιορισμού της ύπαρξης υποτιμολόγησης για κάθε τύπο προϊόντος ή τμήμα της αγοράς, η Επιτροπή υποχρεούται, εντούτοις, να εξετάζει όλα τα κρίσιμα στοιχεία, περιλαμβανομένου του ενδεχομένου συνολικού αντικτύπου της ύπαρξης διαφορετικών τμημάτων της αγοράς στην ανάλυση της επίδρασης στις τιμές, εν προκειμένω στην ανάλυση της υποτιμολόγησης.

48.      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι βάση για την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού αποτελεί η υποχρέωση στήριξης του προσδιορισμού της ζημίας σε θετικά αποδεικτικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού. Η παραπομπή στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» και στην απόφαση Shanghai Teraoka υποστηρίζει μόνον τον ισχυρισμό ότι, όταν υπάρχουν τμήματα της αγοράς με σημαντικές διαφορές τιμών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος της κατάτμησης αυτής στην ανάλυση της υποτιμολόγησης. Επιπλέον, πλείονες ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με τα δύο αυτά προηγούμενα είναι, κατά τη Hubei Xinyegang, ανακριβείς. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, τόσο οι κινεζικές εισαγωγές όσο και τα προϊόντα που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης επικεντρώνονται στο ίδιο τμήμα της αγοράς δεν περιλαμβάνεται στον επίμαχο κανονισμό, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο.

49.      Κατά τη Hubei Xinyegang, και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, αφενός, τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν εγείρει το ζήτημα της ύπαρξης πλειόνων τμημάτων της αγοράς, όχι στο πλαίσιο του ορισμού του υπό εξέταση προϊόντος, αλλά στο πλαίσιο του προσδιορισμού της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας. Αφετέρου, όσον αφορά την προσαρμογή στην οποία προέβη η Επιτροπή για να υπολογίσει το περιθώριο ζημίας λόγω της οικονομικής κατάστασης και της κερδοφορίας της μεγαλύτερης εταιρίας στο δείγμα παραγωγών της Ένωσης, τα στοιχεία αυτά έχουν σαφώς σημαντική επίδραση στην ανάλυση της ζημίας.

2)      Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που αφορά τη μέθοδο ΑΕΠ

50.      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 60 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η μέθοδος ΑΕΠ δεν είναι η κατάλληλη για τη συνεκτίμηση της κατάτμησης της αγοράς. Τοιουτοτρόπως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της αιτιολογικής σκέψης 24 του επίμαχου κανονισμού καθώς και των επεξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία και μέσω των προφορικών και γραπτών παρατηρήσεών της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτή προσκόμισε συναφώς.

51.      Κατά την Επιτροπή, η μέθοδος ΑΕΠ συνιστά τη λεπτομερέστερη ανάλυση η οποία μπορούσε να διενεργηθεί για τη σύγκριση του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος. Η μέθοδος αυτή, η οποία επιπλέον δεν χρησιμοποιείται από τους κύριους εμπορικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης, συνίσταται σε ανάλυση πολύ πιο διεξοδική από εκείνη που διενεργείται στο επίπεδο των τμημάτων της αγοράς του ομοειδούς προϊόντος. Συγκεκριμένα, η διάρθρωση των ΑΕΠ λαμβάνει υπόψη όλα τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και παρέχει, με τον τρόπο αυτό, στην Επιτροπή τη δυνατότητα αντιστοίχισης κάθε προϊόντος των Κινέζων παραγωγών που περιλαμβάνονται στο δείγμα με το πλέον συγκρίσιμο προϊόν του παραγωγού της Ένωσης που περιλαμβάνεται στο δείγμα. Το πρώτο ψηφίο του ΑΕΠ λαμβάνει υπόψη το τμήμα της αγοράς στο οποίο εμπίπτει ένας τύπος προϊόντος. Κανένα στοιχείο δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, βασιζόμενη στους ΑΕΠ, δεν έλαβε υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της αγοράς (ειδικότερα τις διαφορές στη διάρθρωση των τιμών). Η μέθοδος ΑΕΠ διασφαλίζει, μέσω του σχεδιασμού και της λειτουργίας της, ανάλυση ανά τμήμα της αγοράς.

52.      Η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε απλώς και μόνον ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η εφαρμογή της μεθόδου ΑΕΠ ήταν αυτή καθεαυτήν ανεπαρκής προκειμένου να ληφθεί υπόψη η κατάτμηση της αγοράς. Είναι αληθές ότι η μέθοδος αυτή παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καθορίσει αν οι κινεζικές εισαγωγές που εμπίπτουν σε έναν ΑΕΠ ή έναν συγκεκριμένο τύπο προϊόντος σχετιζόμενο με συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς πραγματοποιήθηκαν σε τιμές χαμηλότερες (υποτιμολόγηση) από τις τιμές πώλησης των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα για τον ίδιο ΑΕΠ ή τύπο προϊόντος που εμπίπτει στο ίδιο τμήμα της αγοράς. Εντούτοις, η μέθοδος ΑΕΠ δεν παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καθορίσει την επίδραση των εισαγωγών σε συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς στις τιμές πώλησης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης για προϊόντα που εμπίπτουν σε άλλα τμήματα της αγοράς.

3)      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά πλάνη κατά την ερμηνεία της υποχρέωσης αιτιολογήσεως και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων

53.      Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε στοιχεία που αυτή προσκόμισε μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην πρωτοβάθμια δίκη, τα οποία αποδείκνυαν, αφενός, ότι υφίστατο υποτιμολόγηση και στα τρία επίμαχα τμήματα της αγοράς και, αφετέρου, ότι οι πωλήσεις των παραγωγών της Ένωσης επικεντρώνονταν στο τμήμα των κατασκευών.

54.      Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, τοιουτοτρόπως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη ερμηνεύοντας κατά τρόπο υπερβολικά περιοριστικό την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ. Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει στη νομολογία και στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να εκθέσει ειδικώς στον επίμαχο κανονισμό ότι είχε διαπιστωθεί υποτιμολόγηση και στα τρία τμήματα της αγοράς και ότι οι πωλήσεις των παραγωγών της Ένωσης επικεντρώνονταν στο τμήμα των κατασκευών. Εν πάση περιπτώσει, οι πληροφορίες αυτές είχαν γνωστοποιηθεί, κατά προσέγγιση, στη Hubei Xinyegang κατά την έρευνα.

55.      Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του κρίνοντας, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ανάλυση ανά τμήμα της αγοράς θα διενεργούνταν μόνον εκ των υστέρων. Η διάκριση μεταξύ των πλειόνων τμημάτων της αγοράς ενσωματώθηκε σκοπίμως στην ανάλυση με τη μέθοδο ΑΕΠ, τη λειτουργία της οποίας δεν έλαβε υπόψη ή δεν κατανόησε ορθώς το Γενικό Δικαστήριο και την παραμόρφωσε.

56.      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι η απόφαση στην οποία η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της (33) αφορά ιδιαίτερη περίπτωση, στην οποία μια εταιρία που δεν είχε λάβει μέρος στη διοικητική διαδικασία προέβαλε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως σχετικά με επιχειρήματα που αυτή δεν είχε προβάλει. Επομένως, η θέση της ήταν θεμελιωδώς διαφορετική καθόσον η Hubei Xinyegang είχε υπογραμμίσει, από την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας, ότι η ύπαρξη πλειόνων τμημάτων της αγοράς είχε σημασία για την ανάλυση της υποτιμολόγησης. Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι τα θεσμικά όργανα οφείλουν να εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν καθοριστική σημασία στην οικονομία της απόφασης, η δε αιτιολογία της πράξης πρέπει να περιλαμβάνεται στο ίδιο το κείμενό της. Επιπλέον, δεν είναι αληθές ότι η Hubei Xinyegang γνώριζε ότι η υποτιμολόγηση είχε διαπιστωθεί και στα τρία τμήματα της αγοράς και ότι οι πωλήσεις των παραγωγών της Ένωσης επικεντρώνονταν στο τμήμα των κατασκευών, καθόσον δεν απέκτησε πρόσβαση στους υπολογισμούς σχετικά με την υποτιμολόγηση των άλλων Κινέζων παραγωγών για λόγους εμπιστευτικότητας.

57.      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εφάρμοσε τη μέθοδο ΑΕΠ ανά τμήμα, αλλά ότι δεν διενήργησε ανάλυση ανά τμήμα της αγοράς. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο επέκρινε το γεγονός ότι με τη μέθοδο ΑΕΠ η Επιτροπή μπορούσε μόνο να διαπιστώσει υποτιμολόγηση σε συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αναλύσει την επίδραση της υποτιμολόγησης που διαπιστώθηκε σε ένα τμήμα της αγοράς στις τιμές πώλησης των παραγωγών της Ένωσης σε άλλο τμήμα της αγοράς.

3.      Ανάλυση

1)      Επί της αιτιάσεωςπου διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

58.      Προκειμένου να αναλυθούν ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να διευκρινιστεί κατ’ αρχάς το ακριβές περιεχόμενο της αιτίασης που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, οι διάδικοι διαφωνούν όσον αφορά το περιεχόμενο που πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (34).

59.      Κατά τη γνώμη μου, από την ερμηνεία των σκέψεων 65, 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες μνημονεύθηκαν στα σημεία 39 και 40 των παρουσών προτάσεων, προκύπτει ότι στην απόφαση αυτή το Γενικό Δικαστήριο έλαβε γνώση της χρήσης της μεθόδου ΑΕΠ από την Επιτροπή για την ανάλυση της ύπαρξης υποτιμολόγησης, πλην όμως έκρινε ότι η χρήση της μεθόδου αυτής δεν ήταν επαρκής, υπό το πρίσμα των τεσσάρων στοιχείων που μνημονεύθηκαν στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων τα οποία χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση, προκειμένου να ληφθεί δεόντως υπόψη η κατάτμηση της αγοράς κατά την ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν στήριξε την ανάλυσή της σε όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης.

60.      Κατά το Γενικό Δικαστήριο, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε σύνδεσμο μεταξύ της ανάλυσης της υποτιμολόγησης και της εξέλιξης των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, η οποία καθορίστηκε συνολικά χωρίς να ληφθεί υπόψη η κατάτμηση της αγοράς (35), λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, η Επιτροπή όφειλε να είχε τουλάχιστον διασφαλίσει ότι η εξέλιξη των τιμών στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης (ήτοι η μείωση των τιμών αυτών) δεν «προερχόταν» από τμήμα της αγοράς στο οποίο οι κινεζικές εισαγωγές είχαν περιορισμένη παρουσία ή επίπεδο υποτιμολόγησης το οποίο δεν ήταν «αισθητό». Με άλλα λόγια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή όφειλε να είχε διαπιστώσει ότι αυτή η μείωση των τιμών του ομοειδούς προϊόντος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, εξεταζόμενου στο σύνολό του, δεν οφειλόταν στη δυναμική των εξελίξεων σε τμήμα της αγοράς στο οποίο οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν είχαν ουσιαστική επίδραση λόγω του μη σημαντικού όγκου τους ή του μη αισθητού επιπέδου υποτιμολόγησης· στην περίπτωση αυτή, στην πραγματικότητα, η μείωση δεν θα ήταν συνέπεια (της επίδρασης στις τιμές) των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

61.      Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός της ανάλυσης που ακολουθεί είναι να καθοριστεί, κατ’ αρχάς, το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχει η Επιτροπή κατά την εξέταση της υποτιμολόγησης στην περίπτωση που για τα υπό εξέταση προϊόντα στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίζονται πλείονα τμήματα της αγοράς. Εν συνεχεία θα πρέπει να εξακριβωθεί αν ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό το πρίσμα των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση, η ανάλυση της Επιτροπής ενέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

2)      Υπέχει η Επιτροπή υποχρέωση ανάλυσης της υποτιμολόγησης ανά τμήμα της αγοράς;

62.      Τίθεται κατ’ αρχάς το ερώτημα αν το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού –ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των λοιπών διατάξεων του ίδιου αυτού κανονισμού και των αντίστοιχων διατάξεων της συμφωνίας αντιντάμπινγκ– προϋποθέτει γενική υποχρέωση της Επιτροπής να διενεργεί ανάλυση της υποτιμολόγησης ανά τμήμα της αγοράς οσάκις για το υπό εξέταση προϊόν εντοπίζονται πλείονα τμήματα της αγοράς (36).

63.      Εκτιμώ ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και επισημαίνω, συναφώς, ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η Επιτροπή δεν υπέχει τέτοιου είδους γενικού χαρακτήρα υποχρέωση.

64.      Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, και ειδικότερα η εξέταση με σκοπό να καθοριστεί αν οι εν λόγω εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές ομοειδών προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης (και, επομένως, αν υπήρξε υποτιμολόγηση), πρέπει να πραγματοποιηθεί διά παραπομπής στο ομοειδές προϊόν, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Δεν προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του βασικού κανονισμού, ότι υφίσταται γενικευμένη υποχρέωση της Επιτροπής να διενεργεί ανάλυση της ύπαρξης της υποτιμολόγησης σε λεπτομερέστερο επίπεδο σε σχέση με το επίπεδο του ομοειδούς προϊόντος.

65.      Εξάλλου, την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει η ερμηνεία του άρθρου 3.2 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», το οποίο έκρινε ρητώς ότι η αρμόδια για την έρευνα αρχή δεν υποχρεούται, κατά τη διάταξη αυτή, να προσδιορίζει την ύπαρξη της υποτιμολόγησης για κάθε τύπο των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας ή σε σχέση με το σύνολο της γκάμας προϊόντων που απαρτίζουν το ομοειδές προϊόν (37).

66.      Ως εκ τούτου, όταν το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν έχουν καθοριστεί, και ο καθορισμός τους δεν αμφισβητείται, αρκεί, κατ’ αρχήν, να διενεργήσει η Επιτροπή ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, στο επίπεδο του ούτως καθορισμένου ομοειδούς προϊόντος και όχι σε λεπτομερέστερο επίπεδο.

67.      Τούτου λεχθέντος, από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού προκύπτει, εντούτοις, ότι η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε αντικειμενική εξέταση της επίδρασης των εισαγωγών στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Η αντικειμενική εξέταση που απαιτεί η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της ερμηνείας της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 3.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη συνεκτίμηση των μεριδίων αγοράς που σχετίζονται με κάθε τύπο του προϊόντος που περιλαμβάνεται στην έρευνα (38).

68.      Ως εκ τούτου, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η εξέταση της ύπαρξης αισθητής υποτιμολόγησης σε επίπεδο ομοειδούς προϊόντος είναι «αντικειμενική» (39), ενδείκνυται να λαμβάνονται υπόψη τα μερίδια αγοράς των διάφορων τύπων του επίμαχου προϊόντος και, επομένως, ενδέχεται να πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διάφορα τμήματα της αγοράς του υπό εξέταση προϊόντος.

3)      Σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να διενεργείται ανάλυση της υποτίμησης ανά τμήμα της αγοράς;

69.      Επομένως, τίθεται το ερώτημα σε ποιες περιπτώσεις ενδείκνυται, ή ακόμη είναι αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της εξέτασης με σκοπό τον καθορισμό της ύπαρξης υποτιμολόγησης, να διενεργείται ανάλυση ανά τμήμα της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό μερίδιο αγοράς κάθε τύπου του προϊόντος. Εν συνεχεία, βάσει της ανάλυσης αυτής, θα πρέπει να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η υπό κρίση υπόθεση ενέπιπτε σε αυτήν την κατηγορία περιπτώσεων.

70.      Συναφώς, προκειμένου να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα εξέτασης της υποτιμολόγησης ανά τμήμα της αγοράς στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε δύο προηγούμενα, τα οποία συζητήθηκαν ευρέως από τους διαδίκους: την απόφαση Shanghai Teraoka του Γενικού Δικαστηρίου και την έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST».

71.      Το πρώτο από τα προηγούμενα αυτά, ήτοι η απόφαση Shanghai Teraoka, αφορούσε υπόθεση στην οποία για το επίμαχο προϊόν εντοπίστηκαν τρία διαφορετικά τμήματα της αγοράς και στην οποία οι επίμαχες εισαγωγές επικεντρώνονταν κατά 97 % σε ένα μόνο από τα τμήματα αυτά.

72.      Κατά την έρευνα αντιντάμπινγκ, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε εξετάσει την υποτιμολόγηση μόνο σε σχέση με το τμήμα αυτό και εν συνεχεία επέκτεινε στο σύνολο του ομοειδούς προϊόντος τα συμπεράσματα σχετικά με τις συνέπειες στις τιμές στο εν λόγω τμήμα της αγοράς (40). Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα είχε υποστηρίξει ότι, τοιουτοτρόπως, το Συμβούλιο είχε παραβεί το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, καθόσον ανέλυσε την επίδραση των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με μία μόνο κατηγορία του ομοειδούς προϊόντος (41).

73.      Σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της ζημίας κατά το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, τα όργανα της Ένωσης δύνανται να προβούν σε ανάλυση κατά κατηγορία προκειμένου να αξιολογήσουν τους διάφορους δείκτες της ζημίας, εφόσον η ανάλυση κατά κατηγορία λαμβάνει δεόντως υπόψη το επίμαχο προϊόν στο σύνολό του, ιδίως δε αν τα αποτελέσματα που προκύπτουν μέσω άλλης μεθόδου αποδεικνύονται για οποιονδήποτε λόγο πλασματικά (42). Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, σε κατάσταση στην οποία το 97 % των εισαγωγών επικεντρώνονται σε συγκεκριμένη κατηγορία, είναι λογικό, αν όχι αναγκαίο, για την ορθή εξέλιξη της έρευνας να αξιολογηθεί χωριστά η κατηγορία αυτή (43). Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας.

74.      Κατά την γνώμη μου, από νομικής απόψεως, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, στην περίπτωση που οι εισαγωγές εμφανίζουν υψηλή συγκέντρωση σε ένα τμήμα της αγοράς σε σχέση με το επίμαχο προϊόν, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν σε ζητήματα μέτρων εμπορικής άμυνας, η οποία υπομνήσθηκε στο σημείο 29 των παρουσών προτάσεων, να περιοριστούν να αναλύσουν την υποτιμολόγηση διά παραπομπής στο εν λόγω τμήμα της αγοράς, όταν αυτό ενδείκνυται προκειμένου να διασφαλιστεί ο αντικειμενικός χαρακτήρας της εξέτασης της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό προϊόν εξετάζεται δεόντως στο σύνολό του. Επιπλέον, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, ενδέχεται να ενδείκνυται ή ακόμη να είναι αναγκαία χωριστή αξιολόγηση ενός τμήματος προκειμένου να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της εξέτασης αυτής.

75.      Το δεύτερο προηγούμενο, ήτοι η έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», αφορούσε υπόθεση στην οποία για το ομοειδές προϊόν, όπως ορίστηκε από τις αρμόδιες για την έρευνα αντιντάμπινγκ κινεζικές αρχές, εντοπίστηκαν τρία τμήματα της αγοράς (βαθμός A, βαθμός B και βαθμός C). Στην υπόθεση αυτή, οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι εθνικές πωλήσεις επικεντρώνονταν σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς: οι εθνικές πωλήσεις επικεντρώνονταν στο σχετικό με τον βαθμό A τμήμα, στο οποίο υπήρχε αμελητέα (1,45 %) ποσότητα εισαγωγών· αντιθέτως, οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ επικεντρώνονταν στα σχετικά με τους βαθμούς B και C τμήματα της αγοράς. Επίσης, οι τιμές των προϊόντων που περιλαμβάνονταν στους βαθμούς B και C ήταν διπλάσιες και τριπλάσιες, αντιστοίχως, των τιμών που προϊόντων που περιλαμβάνονταν στον βαθμό A. Στο πλαίσιο αυτό, οι κινεζικές αρχές είχαν διαπιστώσει την ύπαρξη υποτιμολόγησης στα τμήματα που αντιστοιχούσαν στους βαθμούς B και C, στα οποία επικεντρώνονταν οι εισαγωγές, πλην όμως δεν είχαν διαπιστώσει καμία υποτιμολόγηση στο σχετικό με τον βαθμό A τμήμα, στο οποίο επικεντρωνόταν η εθνική παραγωγή (44). Επομένως, οι εν λόγω αρχές δεν είχαν διαπιστώσει υποτιμολόγηση στο επίπεδο του ομοειδούς προϊόντος, αλλά είχαν περιοριστεί να διαπιστώσουν την υποτιμολόγηση μόνο σε σχέση με τους βαθμούς B και C (45).

76.      Σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ έκρινε, αφενός, ότι η αντικειμενική εξέταση με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη αισθητής υποτιμολόγησης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με το εγχώριο ομοειδές προϊόν (το οποίο περιελάμβανε τους τρεις τύπους του προϊόντος) θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τα κρίσιμα μερίδια της αγοράς των διάφορων τύπων του προϊόντος και, αφετέρου, ότι η ενδεδειγμένη ανάλυση της επίδρασης στις τιμές θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη την ύπαρξη σημαντικών διαφορών στις τιμές των διάφορων τύπων των προϊόντων. Το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ έκρινε επίσης ότι η αρμόδια για την έρευνα αρχή δεν μπορεί να παραβλέπει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν έχουν επίδραση στις εγχώριες τιμές ή έχουν μόνον περιορισμένη επίδραση (46).

77.      Επομένως, από την έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» προκύπτει ότι, σε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση των εγχώριων πωλήσεων και των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς, τα οποία χαρακτηρίζονται με τη σειρά τους από αρκετά σημαντικές διαφορές τιμών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα της εξέτασης της ύπαρξης υποτιμολόγησης, η οποία απαιτείται από το άρθρο 3.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ (και, επομένως, από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μερίδια της αγοράς κάθε τύπου του προϊόντος και αυτές οι σημαντικές διαφορές τιμών.

78.      Τα δύο προεκτεθέντα προηγούμενα παρέχουν ενδείξεις σχετικά με συγκεκριμένες καταστάσεις στις οποίες είναι σκόπιμο, ή ακόμη αναγκαίο, να λαμβάνεται υπόψη η κατάτμηση της αγοράς προκειμένου να διασφαλίζεται αντικειμενική εξέταση της υποτιμολόγησης. Επομένως, το αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε λάβει υπόψη την κατάτμηση της αγοράς του υπό εξέταση προϊόντος και ότι, παραλείποντας να το πράξει, δεν είχε στηρίξει την ανάλυσή της σε όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης, πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθεισών παρατηρήσεων.

4)      Επί της υποχρέωσης της Επιτροπής να λάβει υπόψη την κατάτμηση της αγοράς στην υπό κρίση υπόθεση

1)      Επί της υποχρέωσης αιτιολογήσεως του επίμαχου κανονισμού και επί των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην πρωτοβάθμια δίκη

79.      Εντούτοις, για τη διενέργεια της ανάλυσης που μνημονεύθηκε στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, πρέπει να εξακριβωθεί, προκαταρκτικώς, αν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην πρωτοβάθμια δίκη ή, αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ενεργώντας τοιουτοτρόπως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Τα στοιχεία αυτά έχουν στην πραγματικότητα θεμελιώδη σημασία προκειμένου να γίνει αντιληπτό το ακριβές πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η υπό κρίση υπόθεση.

80.      Συναφώς, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά την ανταλλαγή ισχυρισμών κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο είχε τάξει προθεσμία στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να προσκομίσει ορισμένες πληροφορίες για την αποσαφήνιση του ποσοστού των πωλήσεων των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα στα τρία επίμαχα τμήματα της αγοράς καθώς και περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τις εισαγωγές των Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων που περιλήφθηκαν στο δείγμα.

81.      Η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό και προσκόμισε στοιχεία τα οποία προέκυψαν από την εφαρμογή της μεθόδου ΑΕΠ στις πωλήσεις των Κινέζων παραγωγών και των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε, αφενός, ότι στο πλαίσιο καθενός από τα τρία επίμαχα τμήματα υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης που βρίσκονταν σε σχεδόν ισοδύναμο επίπεδο. Ειδικότερα, από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε ότι τόσο οι εισαγωγές όσο και οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονται κυρίως στο τμήμα των κατασκευών (με αντίστοιχα ποσοστά 75,1 % και 71,6 %), ότι είχαν αμφότερες μη αμελητέο ποσοστό στο τμήμα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου (17,3 % και 15,3 %, αντιστοίχως) και ότι είχαν αμφότερες μικρότερη, πλην όμως όχι αμελητέα, παρουσία στο τμήμα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (7,4 % και 13,1 %, αντιστοίχως). Αφετέρου, από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε ότι η υποτίμηση αφορούσε και τα τρία επίμαχα τμήματα.

82.      Το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε αλυσιτελή τα στοιχεία αυτά κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, στις προμνησθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να συμπληρώσει την αιτιολογία του επίμαχου κανονισμού με αιτιολογία παρεχόμενη μετά την κατάθεση της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

83.      Εντούτοις, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και εκτιμάται ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης και υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό ζήτημα (47).

84.      Ειδικότερα, όταν πρόκειται για πράξη γενικής ισχύος, όπως για κανονισμό που θεσπίζει τους δασμούς αντιντάμπινγκ, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να έχει την έννοια ότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από τα θεσμικά όργανα να εκθέτουν τα διάφορα πραγματικά δεδομένα, τα οποία πολύ συχνά είναι πολυάριθμα και σύνθετα, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός, ή, κατά μείζονα λόγο, να παραθέτουν μια κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών δεδομένων (48).

85.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την ανεπάρκεια της αιτιολογίας του επίμαχου κανονισμού, αλλά αρνήθηκε να λάβει υπόψη ορισμένα στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν αιτήματός του, τα οποία, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα, παρείχαν λεπτομερέστερη εικόνα των συμπερασμάτων που παρέθετε ο επίμαχος κανονισμός. Συγκεκριμένα, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα επιχειρήματα που προέβαλε η Hubei Xinyegang, με τα στοιχεία αυτά διευκρινίστηκε λεπτομερέστερα το συμπέρασμα –του οποίου η επάρκεια αιτιολογίας δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση– ότι με την ανάλυση που βασίστηκε στη μέθοδο ΑΕΠ αποδείχθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση υπήρχε υποτιμολόγηση στο επίπεδο του ομοειδούς προϊόντος (49).

86.      Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώ ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσει στα επιχειρήματα που προβάλλονται με προσφυγή βάλλουσα κατά κανονισμού που θεσπίζει δασμούς αντιντάμπινγκ προσκομίζοντας συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία παρέχουν στον δικαστή της Ένωσης –όταν και αν είναι αναγκαίο για να μπορέσει να προβεί στον δικαστικό έλεγχο της πράξης– τη δυνατότητα να κατανοήσει πλήρως την ανάλυση που διενήργησε η Επιτροπή για να καταλήξει στα συμπεράσματα που περιέχονται σε αυτή την πράξη γενικής εφαρμογής, ανάλυση η οποία συνεπάγεται την αξιολόγηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων και βασίζεται σε πολυάριθμα οικονομικά στοιχεία. Επισημαίνεται, συναφώς ότι η πρακτική του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ τείνει προς αυτή την κατεύθυνση (50).

87.      Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί, όταν εκτιμά ότι είναι αναγκαίο, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση, να ζητεί πληροφορίες και διευκρινίσεις από το οικείο θεσμικό όργανο για την περαιτέρω αποσαφήνιση της, περιορισμένης πλην όμως επαρκούς, αιτιολογίας για την έκδοση πράξης γενικής εφαρμογής (51).

88.      Κατά τη γνώμη μου, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τα στοιχεία, που προέκυψαν από την εφαρμογή της μεθόδου ΑΕΠ και μνημονεύονται στο σημείο 81 των παρουσών προτάσεων, με τα οποία η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου και προκειμένου να αντικρούσει επιχείρημα που προέβαλε η Hubei Xinyegang στην προσφυγή της, ανέλυσε με μεγαλύτερη ακρίβεια το συμπέρασμα που περιέχεται στον επίμαχο κανονισμό σχετικά με τη διαπίστωση, στην υπό κρίση υπόθεση, της ύπαρξης υποτιμολόγησης στο επίπεδο του ομοειδούς προϊόντος.

89.      Κατά τη γνώμη μου, εξ αυτού προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτός και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει επί του σημείου αυτού πλάνη περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που μνημονεύθηκαν στο σημείο 81 των παρουσών προτάσεων πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί.

2)      Επί της χρήσης της μεθόδου ΑΕΠ στην υπό κρίση υπόθεση

90.      Προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητή η εξέταση που διενήργησε η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση, για να προσδιορίσει την ύπαρξη της υποτιμολόγησης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με τις τιμές των ομοειδών προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, την οποία επέκρινε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απαιτείται διεξοδικότερη ανάλυση της μεθόδου ΑΕΠ που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον σκοπό αυτό η οποία μνημονεύθηκε ήδη στα σημεία 33 και 34 των παρουσών προτάσεων.

91.      Από την αιτιολογική σκέψη 24 του επίμαχου κανονισμού, καθώς και από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι οι ΑΕΠ είναι αλφαριθμητικοί κωδικοί σε καθέναν από τους οποίους αντιστοιχεί μια κατηγορία προϊόντος. Οι κωδικοί αυτοί ορίζονται μόλις ξεκινήσει η έρευνα βάσει των ειδικών χαρακτηριστικών του προϊόντος (52).

92.      Στην υπό κρίση υπόθεση, κατ’ εφαρμογήν της μεθοδολογίας αυτής, τα διάφορα υπό εξέταση προϊόντα στο πλαίσιο της έρευνας κατανεμήθηκαν σε πέντε κατηγορίες, οι οποίες προσδιορίζονται με το πρώτο ψηφίο του κωδικού, που υποδεικνύει τον τύπο του προϊόντος. Δεν αμφισβητείται ότι τα προϊόντα που υπάγονται σε ΑΕΠ που αντιστοιχεί στις κατηγορίες 1 και 2 ενέπιπταν στο τμήμα της αγοράς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, εκείνα που αντιστοιχούν στην κατηγορία 3 χρησιμοποιούνταν στον τμήμα των κατασκευών και εκείνα που αντιστοιχούν στις κατηγορίες 4 και 5 ενέπιπταν στο τμήμα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

93.      Όπως προεκτέθηκε στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων, προκειμένου να προσδιοριστεί η ύπαρξη αισθητής υποτιμολόγησης βάσει της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή συνέκρινε, ανά ΑΕΠ, τις τιμές των εισαγωγών και τις τιμές των παραγωγών της Ένωσης. Επομένως, η Επιτροπή συνέκρινε τις πωλήσεις κάθε υπό εξέταση προϊόντος που υπάγεται στον ΑΕΠ από Κινέζους παραγωγούς που περιλήφθηκαν στο δείγμα με αντίστοιχο προϊόν του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Τοιουτοτρόπως, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από το προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, η υποδιαίρεση των προϊόντων ανά ΑΕΠ βασίστηκε σε κριτήρια τα οποία καθιστούσαν δυνατό τον προσδιορισμό των διάφορων τμημάτων της αγοράς στα οποία ενέπιπτε το επίμαχο προϊόν, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα τμήματα αυτά κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης.

94.      Από τα στοιχεία της δικογραφίας (53) διαπιστώνεται ότι η χρήση της μεθόδου αυτής καθιστούσε δυνατή τη συνεκτίμηση των σχετικών όγκων των διαφόρων πωλήσεων στο επίπεδο των διαφόρων τμημάτων της αγοράς. Εξάλλου, αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, βάσει της ανάλυσης αυτής στάθηκε δυνατό να προσδιοριστούν, όπως έπραξε η Επιτροπή, τα διάφορα ποσοστά των πωλήσεων για κάθε τμήμα της αγοράς. Όπως προκύπτει από το σημείο 81 των παρουσών προτάσεων, βάσει του προσδιορισμού αυτού στάθηκε δυνατό να διαπιστωθεί ότι υπήρχε σημαντική αντιστοιχία στα διάφορα τμήματα της αγοράς μεταξύ των κινεζικών εισαγωγών και των εγχώριων πωλήσεων της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι αμφότερες επικεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα της αγοράς, ήτοι αυτό των κατασκευών, αλλά και ότι στα δύο άλλα τμήματα η παρουσία εισαγωγών και εγχώριων πωλήσεων δεν ήταν αμελητέα.

95.      Η χρήση της μεθόδου αυτής κατέστησε επίσης δυνατή τη συνεκτίμηση του επιπέδου υποτιμολόγησης στα διάφορα τμήματα της αγοράς, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή μπόρεσε να διαπιστώσει την ύπαρξη υποτιμολόγησης σε κάθε τμήμα.

96.      Φρονώ ότι από τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η διαπίστωση, στις σκέψεις 60 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, κατά την εξέταση της υποτιμολόγησης, η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάτμηση που αντιστοιχούσε στους διάφορους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος, δεν έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία. Συγκεκριμένα, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε η μέθοδος αυτή και η χρήση της στην πράξη διασφάλισαν, στην υπό κρίση υπόθεση, την ανάλυση ανά τμήμα της αγοράς των προϊόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας.

97.      Όσον αφορά το επιχείρημα της Hubei Xinyegang ότι η μέθοδος ΑΕΠ δεν παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσδιορίσει την επίδραση των εισαγωγών σε συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς στις τιμές πώλησης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης για προϊόντα εμπίπτοντα σε άλλα τμήματα, εκτιμώ ότι αυτό το συμπληρωματικό στοιχείο ανάλυσης δεν είναι αναγκαίο στην περίπτωση που οι εισαγωγές και οι εγχώριες πωλήσεις ήταν ουσιαστικά αντίστοιχου επιπέδου στα τρία υφιστάμενα τμήματα, η δε υποτιμολόγηση διαπιστώθηκε και στα τρία τμήματα της αγοράς.

98.      Φρονώ ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτός.

3)      Επί των χαρακτηριστικών στοιχείων της υπό κρίση υπόθεσης τα οποία έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο για τη διαπίστωση της ανεπάρκειας της ανάλυσης που διενήργησε η Επιτροπή

99.      Στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό το πρίσμα των τεσσάρων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση –τις οποίες ανέλυσε στις σκέψεις 61 έως 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μνημονεύονται στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων–, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή όφειλε να είχε τουλάχιστον διασφαλίσει ότι η εξέλιξη των τιμών στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης (ήτοι η μείωση των τιμών αυτών) δεν «προερχόταν» από τμήμα της αγοράς στο οποίο οι κινεζικές εισαγωγές είχαν περιορισμένη παρουσία ή επίπεδο υποτιμολόγησης το οποίο δεν ήταν «αισθητό». Επομένως, όπως επισημαίνεται στο σημείο 60 των παρουσών προτάσεων, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συνδρομή των περιστάσεων αυτών απαιτούσε από την Επιτροπή, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, για τη διασφάλιση αντικειμενικής εξέτασης της υποτιμολόγησης και, γενικότερα, της επίδρασης των τιμών των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, να διενεργήσει συμπληρωματική ανάλυση με σκοπό να διαπιστώσει ότι η μείωση των τιμών του ομοειδούς προϊόντος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, εξεταζόμενου στο σύνολό του, ήταν όντως συνέπεια (της επίδρασης στις τιμές) των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω της μη πραγματοποίησης της συμπληρωματικής αυτής ανάλυσης, η εξέταση της Επιτροπής υπήρξε ελλιπής.

100. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, στην προκειμένη περίπτωση, οι τέσσερις αυτές περιστάσεις επέβαλαν στην Επιτροπή, παρά την εξέταση που διενήργησε με τη μέθοδο ΑΕΠ, να διενεργήσει την ανάλυση που ζητεί το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

101. Συναφώς, όσον αφορά την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές, ήτοι την περιορισμένη εναλλαξιμότητα των διάφορων τύπων προϊόντων που περιλήφθηκαν στο ομοειδές προϊόν όπως αυτό ορίστηκε (54), επισημαίνεται ότι, παρότι η δυνατότητα υποκατάστασης από την άποψη της ζήτησης είναι αναμφισβήτητα βασικό κριτήριο ανάλυσης για τον ορισμό της σχετικής αγοράς στον τομέα του ανταγωνισμού, αυτή δεν διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό του ομοειδούς προϊόντος σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού είναι διαφορετικά και δεν είναι ασυνήθιστο, στο πλαίσιο έρευνας αντιντάμπινγκ, να ορίζεται ως ομοειδές ένα προϊόν το οποίο περιλαμβάνει διάφορους τύπους προϊόντων που, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, θα υπάγονταν σε διαφορετικές σχετικές αγορές προϊόντος. Συναφώς, επισημαίνεται επίσης ότι η Hubei Xinyegang δεν αμφισβήτησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τον ορισμό του ομοειδούς προϊόντος και, επομένως, ο ορισμός αυτός πρέπει να θεωρείται δεδομένος και δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο επίπεδο της ανάλυσης για τη διαπίστωση της ύπαρξης ζημίας (55).

102. Επομένως, η περιορισμένη εναλλαξιμότητα των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας στην πλευρά της ζήτησης δεν φαίνεται να συνιστά κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι η Επιτροπή όφειλε να διενεργήσει τη συμπληρωματική ανάλυση που ζήτησε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε σχέση με εκείνη που διενεργήθηκε βάσει της μεθόδου ΑΕΠ.

103. Όσον αφορά τη δεύτερη από τις προμνησθείσες περιστάσεις, ήτοι την ύπαρξη διαφορετικών τιμών μεταξύ των διάφορων τμημάτων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, παραπέμποντας στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», ότι η ύπαρξη αυτών των διαφορών στις τιμές ήταν στοιχείο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον σκοπό της ανάλυσης της υποτιμολόγησης καθώς και ότι η ύπαρξη αυτών των διαφορών στις τιμές μεταξύ τμημάτων επέβαλλε έτι περισσότερο τη διενέργεια της συμπληρωματικής ανάλυσης που μνημονεύεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (56).

104. Εντούτοις, καίτοι είναι αληθές, όπως προκύπτει από το σημείο 76 των παρουσών προτάσεων, ότι στην εν λόγω έκθεση το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο έκρινε ότι στην υπόθεση εκείνη η ενδεδειγμένη ανάλυση της επίδρασης στις τιμές έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις σημαντικές διαφορές στις τιμές των διάφορων τύπων προϊόντων, εκτιμώ ότι δεν μπορεί να συναχθεί από το προηγούμενο αυτό ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, προκειμένου να διασφαλιστεί αντικειμενική εξέταση της υποτιμολόγησης κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή όφειλε να διενεργήσει την ανάλυση που υποδεικνύεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

105. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα σημεία 75 έως 77 των παρουσών προτάσεων, στην υπόθεση που εξέτασε το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονταν σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς και η υποτιμολόγηση διαπιστώθηκε μόνο σε δύο από τα τρία επίμαχα τμήματα στα οποία επικεντρώνονταν οι εισαγωγές και δεν διαπιστώθηκε στο τμήμα στο οποίο επικεντρώνονταν οι εγχώριες πωλήσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση, αντιθέτως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που μνημονεύθηκαν στο σημείο 81 των παρουσών προτάσεων, οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα, στα δε άλλα τμήματα ήταν αμφότερες παρούσες σε ανάλογα επίπεδα. Εξάλλου, στην υπό κρίση υπόθεση, η υποτιμολόγηση διαπιστώθηκε σε όλα τα τμήματα στα οποία κατανέμεται το υπό εξέταση προϊόν. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η σύγκριση με τη μέθοδο ΑΕΠ καθιστούσε δυνατή τη συνεκτίμηση των διαφορών στις τιμές μεταξύ των διάφορων τύπων προϊόντων που περιλαμβάνονταν στα διάφορα τμήματα. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι ούτε η δεύτερη περίσταση που επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της έκθεσης του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», επέβαλλε, στην υπό κρίση υπόθεση, στην Επιτροπή να διενεργήσει τη συμπληρωματική ανάλυση που ζητείται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

106. Όσον αφορά την τρίτη από τις περιστάσεις που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο, ήτοι το γεγονός ότι το 75,1 % των εισαγωγών των Κινέζων παραγωγών που περιλήφθηκαν στο δείγμα επικεντρωνόταν στο τμήμα των κατασκευών, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, παραπέμποντας στην απόφαση Shanghai Teraoka, ότι ήταν λογική, αν όχι αναγκαία, χωριστή ανάλυση του τμήματος αυτού (57). Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, το προηγούμενο αυτό δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε διαπίστωση πλάνης στην ανάλυση της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, αφενός, όπως προκύπτει από τα σημεία 71 έως 74 των παρουσών προτάσεων, το προηγούμενο αυτό αφορά περίπτωση διαφορετική από την επίμαχη εν προκειμένω. Ειδικότερα, εν αντιθέσει προς την απόφαση εκείνη, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε να εξετάσει την υποτιμολόγηση σε σχέση μόνον με τμήμα της αγοράς στο οποίο επικεντρώνονταν οι εισαγωγές, αλλά τη διενήργησε σε σχέση με το σύνολο του υπό εξέταση προϊόντος. Αφετέρου, με τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όπως επέβαλε το εν λόγω προηγούμενο, την κατάτμηση της αγοράς (58). Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονός ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα της αγοράς και ήταν παρούσες σε ανάλογα επίπεδα στα άλλα τμήματα, καθώς και ότι η υποτιμολόγηση διαπιστώθηκε σε όλα τα τμήματα στο οποία κατανεμόταν το υπό εξέταση προϊόν, και η τρίτη περίσταση που επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι ικανή να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη στην ανάλυσή της.

107. Τέλος, όσον αφορά την τέταρτη περίσταση που προσδιόρισε το Γενικό Δικαστήριο, ήτοι ότι από τον προσωρινό κανονισμό προκύπτει ότι άνω του 60 % των πωλήσεων της μεγαλύτερης εταιρίας εκ των παραγωγών της Ένωσης συνδέονταν με τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ούτε αυτή υποστηρίζει το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, ήταν αναγκαία η συμπληρωματική ανάλυση που προβλέπεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η περίσταση αυτή, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι πωλήσεις του κλάδου παραγωγής της Ένωσης να επικεντρώνονται σε διάφορα τμήματα της αγοράς, βρίσκεται σε πρόδηλη αντίθεση με τη διαπίστωση, η οποία προκύπτει από τις πληροφορίες που μνημονεύθηκαν στο σημείο 80 των παρουσών προτάσεων, ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι πωλήσεις της Ένωσης επικεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα της αγοράς, ήτοι τις κατασκευές.

108. Από το σύνολο των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν προκύπτει ότι κανένα από τα τέσσερα στοιχεία που επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν ικανό να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα συμπληρωματικής ανάλυσης, όπως αυτή που μνημονεύεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει τη μέθοδο ΑΕΠ για να προσδιορίσει την υποτιμολόγηση και, αφενός, οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα της αγοράς και ήταν παρούσες σε ανάλογα επίπεδα στα άλλα τμήματα της αγοράς και, αφετέρου, η υποτιμολόγηση ήταν παρούσα σε όλα τα τμήματα της αγοράς στα οποία κατανέμεται το υπό εξέταση προϊόν, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν εφάρμοσε τη συμπληρωματική ανάλυση που μνημονεύεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

5)      Συμπέρασμα επί του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως

109. Από το σύνολο των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν συνάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλείονες περιπτώσεις πλάνης, καθόσον διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάτμηση της αγοράς κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και γενικότερα της επίδρασης στις τιμές, δεν στήριξε την ανάλυσή της σε όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης και ότι, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή όφειλε να είχε τουλάχιστον διασφαλίσει ότι η εξέλιξη των τιμών στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης (ήτοι η μείωση των τιμών αυτών) δεν «προερχόταν» από τμήμα της αγοράς στο οποίο οι κινεζικές εισαγωγές είχαν περιορισμένη παρουσία ή επίπεδο υποτιμολόγησης το οποίο δεν ήταν αισθητό.

110. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτοί.

3.      Επί του τέταρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, που αφορούν την αιτίαση περί μη συνεκτίμησης 17 τύπων του ομοειδούς προϊόντος που δεν εξάγονται από τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα

111. Με τον τέταρτο και με τον πέμπτο λόγος αναιρέσεως, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την ArcelorMittal κ.λπ., αμφισβητεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον, στις σκέψεις 68 έως 76, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη παραλείποντας να λάβει υπόψη, κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης, κάποιον όγκο του ομοειδούς προϊόντος που κατασκευάζουν παραγωγοί της Ένωσης οι οποίοι περιλήφθηκαν στο δείγμα.

1.      Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

112. Στις ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι 17 τύποι προϊόντων εκ των 66 που πωλούνται από παραγωγούς της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν 8 % του όγκου των πωλήσεων των εν λόγω παραγωγών, δεν λήφθηκαν υπόψη στο πλαίσιο της ανάλυσης της υποτιμολόγησης, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά δεν εξάγονταν από Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα και ότι, επομένως, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί καμία σύγκριση.

113. Βασιζόμενο στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού ανάλυση, μπορούσε να μην ληφθεί υπόψη κάποιος όγκος του ομοειδούς προϊόντος που δεν αποτελεί αντικείμενο υποτιμολόγησης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης, στις σκέψεις 72 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σύνδεσμος που διαπίστωσε η Επιτροπή στον επίμαχο κανονισμό μεταξύ της ανάλυσης της υποτιμολόγησης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και της εξέλιξης των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης στηριζόταν κατ’ ανάγκην σε εσφαλμένη πραγματική βάση, καθότι διαπιστώθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προμνησθέντες 17 τύποι προϊόντος που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο υποτίμησης. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει συγκεκριμένης αιτιολογίας επ’ αυτού στον επίμαχο κανονισμό, δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτοί οι 17 τύποι προϊόντων να επέδρασαν, σε μη αμελητέο βαθμό, στη μείωση των τιμών των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε εξ αυτού ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία στην υπό κρίση υπόθεση κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

2.      Επιχειρήματα των διαδίκων

1)      Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού

114. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την ArcelorMittal κ.λπ., προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

115. Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι η ανάλυση της υποτιμολόγησης πρέπει να πραγματοποιηθεί διά παραπομπής σε όλους τους τύπους προϊόντος που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης στηρίζεται σε πεπλανημένη αντίληψη της εξέτασης της υποτιμολόγησης. Κατά την Επιτροπή, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η εξέταση αυτή δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί για κάθε τύπο προϊόντος ή ΑΕΠ που πωλείται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης, αλλά η υποτιμολόγηση πρέπει να διαπιστωθεί σε επίπεδο ομοειδούς προϊόντος. Η Επιτροπή υπολογίζει, αρχικώς, την υποτιμολόγηση στο επίπεδο κάθε ΑΕΠ και, εν συνεχεία, τον σταθμισμένο μέσο όρο της υποτιμολόγησης σε σχέση με όλους τους ΑΕΠ που παράγονται από παραγωγούς της Ένωσης που περιλαμβάνονται στο δείγμα. Εάν για έναν ΑΕΠ δεν διαπιστώνεται υποτιμολόγηση ή διαπιστώνεται αρνητική υποτιμολόγηση, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δασμός αντιντάμπινγκ επίσης στους ΑΕΠ για τους οποίους δεν παρατηρήθηκε καμία υποτιμολόγηση.

116. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κρίνοντας ότι η εξέταση της επίδρασης στις τιμές κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού απαιτεί επίσης την αξιολόγηση των 17 ΑΕΠ που δεν παράγονται από Κινέζους παραγωγούς που περιλήφθηκαν στο δείγμα, το Γενικό Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε τη διαφορά της εξέτασης αυτής από την ανάλυση «μη καταλογισμού» που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού. Συγκεκριμένα, από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αυτές προϋποθέτουν την αξιολόγηση της υποτιμολόγησης μεταξύ του εισαγόμενου προϊόντος που αποτέλεσε αντικείμενο ντάμπινγκ και του ομοειδούς προϊόντος, και όχι της επίδρασης των ΑΕΠ που πωλήθηκαν από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης, αλλά όχι από τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς. Στον επίμαχο κανονισμό, η Επιτροπή καθόρισε την επίδραση στις τιμές διά παραπομπής στους ΑΕΠ για τους οποίους το δείγμα των κινεζικών πωλήσεων καθιστούσε δυνατή την αντιστοίχιση ενός ΑΕΠ με το δείγμα πωλήσεων της Ένωσης. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να διαπιστώσει την υποτιμολόγηση για τους 17 ΑΕΠ που πώλησαν παραγωγοί της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα, αλλά δεν εξήγαγαν Κινέζοι παραγωγοί που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Το ζήτημα που τίθεται στις σκέψεις 72 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αξιολογήσει τον κίνδυνο να έχει υποστεί ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης σημαντικές ζημίες λόγω των πωλήσεων από παραγωγούς της Ένωσης των 17 ΑΕΠ που δεν εξήγαγαν Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς, εμπίπτει στο πλαίσιο της ανάλυσης «μη καταλογισμού» που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού. Εντούτοις, η Hubei Xinyegang δεν προέβαλε παράβαση της διάταξης αυτής προς στήριξη της προσφυγής της. Επιπλέον, η έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» ουδόλως υποστηρίζει τα συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου.

117. Η Hubei Xinyegang υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι η περιγραφή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την Επιτροπή είναι εσφαλμένη. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η υποτιμολόγηση πρέπει να προσδιοριστεί στο επίπεδο κάθε ΑΕΠ, αλλά περιορίστηκε απλώς και μόνον να επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέκτεινε τις διαπιστώσεις της σχετικά με την ύπαρξη υποτιμολόγησης ορισμένων τύπων προϊόντων σε άλλους τύπους προϊόντων για τα οποία δεν υπήρξε τέτοια διαπίστωση, και τούτο χωρίς να παράσχει εξηγήσεις.

118. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι προβληματισμοί που εντοπίζονται στη νομολογία (59) σχετικά με την εξαίρεση από τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ πράξεων εξαγωγής προς την Ένωση σχετικών με ορισμένους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος ισχύουν επίσης στο πλαίσιο της ανάλυσης της υποτιμολόγησης ή της επίδρασης στις τιμές. Κατά τη Hubei Xinyegang, υπάρχει επίσης κίνδυνος χειραγώγησης, εάν θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλες τις πωλήσεις των παραγωγών που περιλαμβάνονται στο δείγμα της Ένωσης. Συγκεκριμένα, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαπίστωση υποτιμολόγησης για περιορισμένο μόνο μέρος των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης και σε παρέκταση της διαπίστωσης αυτής στις υπόλοιπες πωλήσεις, χωρίς υποχρέωση επεξήγησης της επίδρασης των πωλήσεων αυτών στις τιμές.

119. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η ανάλυση της επίδρασης στις τιμές και ο προσδιορισμός της αιτιώδους συνάφειας είναι στάδια παντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους είναι ατελέσφορο, καθόσον η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη σχέσης μεταξύ του προσδιορισμού της υποτιμολόγησης και του προσδιορισμού της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, στο μέρος στο οποίο κάνει λόγο για τις συνέπειες των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης, περιλαμβάνει, κατά τη Hubei Xinyegang, τις απαιτήσεις της αιτιώδους συνάφειας και του «μη καταλογισμού» που διευκρινίζονται εν συνεχεία στο άρθρο 3, παράγραφοι 6 και 7, του εν λόγω κανονισμού. Επιπλέον, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» από την οποία προκύπτει, κατά τη Hubei Xinyegang, ότι η επίδραση στις τιμές πρέπει να διαπιστώνεται για το προϊόν στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρούνται οι τύποι προϊόντων για τους οποίους δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε υποτιμολόγηση.

2)      Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού

120. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού (60), διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διότι παρέλειψε να λάβει υπόψη την επίδραση των 17 τύπων προϊόντων που δεν πωλούνται από τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα, αλλά πωλούνται από τους παραγωγούς της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Η έλλειψη εισαγωγών για τους 17 επίμαχους ΑΕΠ είναι, κατά την Επιτροπή, εγγενής συνέπεια της χρήσης της μεθόδου δειγματοληψίας στην υπό κρίση υπόθεση, ως προς την οποία η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια. Επιπλέον, καθόσον το δείγμα θεωρείται αντιπροσωπευτικό, η διαπίστωση υποτιμολόγησης βάσει του σταθμισμένου μέσου όρου των περιθωρίων υποτιμολόγησης που διαπιστώθηκαν για τους ΑΕΠ που πωλούνται από Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα θα είναι αντιπροσωπευτική για όλους τους ΑΕΠ και, επομένως, και για το υπό εξέταση προϊόν. Η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου στερεί κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από τη δειγματοληψία και περιορίζει αδικαιολόγητα τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει συναφώς η Επιτροπή.

121. Η Hubei Xinyegang αντιτάσσει, πρώτον, ότι, καίτοι η Επιτροπή διαθέτει κάποια διακριτική ευχέρεια κατά την επιλογή του δείγματος, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι, μετά την επιλογή του δείγματος, η Επιτροπή πρέπει να εκπληρώνει όλες τις νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στον βασικό κανονισμό, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης διενέργειας ορθής ανάλυσης της επίδρασης στις τιμές. Δεύτερον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής να κάνει χρήση της δειγματοληψίας ούτε το περιθώριο χειρισμών που αυτή διαθέτει συναφώς. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαιτεί απλώς και μόνον να ληφθεί υπόψη, μετά τον καθορισμό των δειγμάτων, η επίδραση όλων των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ των παραγωγών-εξαγωγέων που περιλήφθηκαν στο δείγμα στις τιμές όλων των τύπων προϊόντων που πωλούνται από παραγωγούς της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα.

3.      Ανάλυση

1)      Επί της επικρίσεως που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

122. Προκειμένου να αναλυθούν ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει κατ’ αρχάς, όπως και για τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως, να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της αιτίασης που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ακόμη και όσον αφορά το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που βάλλεται με τους λόγους αυτούς, οι διάδικοι διαφωνούν όσον αφορά το περιεχόμενο που πρέπει να αποδοθεί στην αιτίαση του Γενικού Δικαστηρίου.

123. Η Επιτροπή και η ArcelorMittal κ.λπ. υποστηρίζουν ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση να διενεργήσει ανάλυση της υποτιμολόγησης για κάθε τύπο προϊόντος, ήτοι για κάθε ΑΕΠ που πωλείται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Η Επιτροπή και η ArcelorMittal κ.λπ. υποστηρίζουν επίσης ότι η βασική αιτίαση που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο δεν εμπίπτει στην ανάλυση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, αλλά στη λεγόμενη ανάλυση «μη καταλογισμού» του άρθρου 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, του οποίου δεν έγινε επίκληση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

124. Αντιθέτως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι παρέκτεινε απλώς και μόνον το περιεχόμενο των διαπιστώσεών της σχετικά με την υποτιμολόγηση ορισμένων τύπων προϊόντων σε τύπους προϊόντων για τους οποίους δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υποτιμολόγηση, και τούτο χωρίς αιτιολογία. Επομένως, εξαιρώντας από την ανάλυσή της τους ως άνω 17 τύπους προϊόντων, η Επιτροπή δεν απέδειξε την επίδραση στις τιμές των εισαγωγών για το ομοειδές προϊόν στο σύνολό του κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

125. Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 69, ότι, κατά την εφαρμογή της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει περιθώριο υποτιμολόγησης για τους 17 τύπους προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης για τα οποία δεν υπήρχαν αντίστοιχα εισαγόμενα προϊόντα. Εν συνεχεία, στη σκέψη 71, παραπέμποντας στην έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, παρ’ όλα αυτά, κανένα στοιχείο στις σχετικές διατάξεις δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μπορούσε να εξαιρεθεί από την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού ανάλυση κάποιος όγκος του ομοειδούς προϊόντος που δεν αποτελούσε αντικείμενο υποτιμολόγησης, ήτοι τα εν λόγω 17 προϊόντα για τα οποία δεν στάθηκε δυνατό να καθοριστεί το περιθώριο υποτιμολόγησης κατά την εφαρμογή της μεθόδου ΑΕΠ.

126. Κατά τη γνώμη μου, με την τελευταία αυτή διαπίστωση, το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή ότι, κατά την ανάλυση της επίδρασης στις τιμές, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή αυτή στην υπό κρίση υπόθεση και έκρινε ότι, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η ανάλυση αυτή πραγματοποιήθηκε μέσω του προσδιορισμού των τιμών κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου ΑΕΠ, η Επιτροπή όφειλε να λάβει οπωσδήποτε υπόψη, προκειμένου να βασίσει την ανάλυσή της σε όλα τα κρίσιμα στοιχεία, όλους τους ΑΕΠ των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα.

127. Δεύτερον, στις σκέψεις 73 και 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε κατ’ ουσίαν στην Επιτροπή ότι στήριξε τον σύνδεσμο που διαπίστωσε μεταξύ της ανάλυσης της υποτιμολόγησης και της εξέλιξης των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης σε εσφαλμένη πραγματική βάση, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τους 17 επίμαχους τύπους προϊόντων και τούτο καθότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί αυτοί οι τύποι προϊόντων να «επέδρασαν, σε μη αμελητέο βαθμό, στη μείωση των τιμών των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο δείγμα».

128. Ως εκ τούτου, η βασική αιτίαση που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο προς την Επιτροπή συνίσταται στο γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη κατά την ανάλυση που διενήργησε την ενδεχόμενη συμβολή (των τιμών) αυτών των 17 τύπων προϊόντων –για τα οποία δεν στάθηκε δυνατό να προσδιοριστεί το περιθώριο υποτιμολόγησης– στην εξέλιξη των τιμών των παραγωγών της Ένωσης που είχε υπολογίσει η Επιτροπή διά παραπομπής στο ομοειδές προϊόν εξεταζόμενο στο σύνολό του.

2)      Υπέχει η Επιτροπή υποχρέωση να λαμβάνει πάντοτε υπόψη κατά την ανάλυση της επίδρασης στις τιμές όλους τους τύπους των προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης που περιλαμβάνονται στον ορισμό του ομοειδούς προϊόντος;

129. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί κατ’ αρχάς αν υφίσταται, όπως συνάγεται από τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποχρέωση της Επιτροπής να λαμβάνει πάντοτε υπόψη όλους τους τύπους προϊόντων που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης κατά την εξέταση της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές, ιδίως όταν η εξέταση αυτή πραγματοποιείται μέσω της διαπίστωσης της υποτιμολόγησης.

130. Προκειμένου να θεμελιώσει την αρχή που διατύπωσε στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στο σημείο 5.180 της έκθεσης του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», στο οποίο το εν λόγω όργανο έκρινε ότι, στην περίπτωση εκείνη, οι κινεζικές αρχές «όφειλαν να αξιολογήσουν τον αισθητό χαρακτήρα της υποτιμολόγησης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με το “ποσοστό της εγχώριας παραγωγής για το οποίο δεν είχε διαπιστωθεί υποτιμολόγηση”».

131. Το Γενικό Δικαστήριο παρέκτεινε, κατ’ αναλογίαν, το περιεχόμενο της κρίσης αυτής στην υπό κρίση υπόθεση και, έχοντας επισημάνει προηγουμένως, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι για τους 17 επίμαχους τύπους προϊόντων δεν είχε «διαπιστωθεί υποτιμολόγηση» κατέληξε, στη σκέψη 71, στην προμνησθείσα αρχή, κατά την οποία μέρος του ομοειδούς προϊόντος δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την εξέταση της επίδρασης στις τιμές.

132. Εντούτοις, δεν είμαι πεπεισμένος ότι από αυτό το σημείο της έκθεσης του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» μπορεί να συναχθεί αρχή γενικού χαρακτήρα, όπως αυτή που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το σημείο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της υπόθεσης που εξέτασε το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ. Όπως προκύπτει από το σημείο 75 των παρουσών προτάσεων, η υπόθεση εκείνη αφορούσε περίπτωση στην οποία οι κινεζικές αρχές δεν είχαν αναλύσει και, επομένως, δεν είχαν διαπιστώσει υποτιμολόγηση για τα προϊόντα που ενέπιπταν στο σχετικό με τον βαθμό A τμήμα, το οποίο αφορούσε τις εθνικές πωλήσεις, αλλά είχαν περιοριστεί να παρεκτείνουν στο τμήμα αυτό της αγοράς τις διαπιστώσεις της υποτιμολόγησης για τα σχετικά με τους βαθμούς B και C τμήματα της αγοράς, τα οποία αφορούσαν τις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

133. Ως εκ τούτου, στο σημείο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο θέλησε να επισημάνει ότι στην όλως ιδιαίτερη περίπτωση του είδους αυτού, στην οποία οι εγχώριες πωλήσεις επικεντρώνονταν σε μεγάλο βαθμό σε ένα τμήμα της αγοράς (βαθμός A) και οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ επικεντρώνονταν σε άλλα τμήματα της αγοράς (βαθμοί B και C), οι κινεζικές αρχές δεν μπορούσαν να περιοριστούν να παρεκτείνουν τις διαπιστώσεις σχετικά με την υποτιμολόγηση στις οποίες προέβησαν για τους βαθμούς B και C στα προϊόντα που ενέπιπταν στο τμήμα της αγοράς βαθμού A.

134. Εν αντιθέσει προς την υπόθεση εκείνη, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν εξαίρεσε ένα «ποσοστό της εγχώριας παραγωγής» από τη διαπίστωση της υποτιμολόγησης για λόγους σκοπιμότητας, αλλά δεν ήταν σε θέση, όπως αναγνώρισε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, να υπολογίσει το περιθώριο υποτιμολόγησης για τα προϊόντα αυτά, και τούτο λόγω του δείγματος και της μεθόδου ανάλυσης που επέλεξε κατά τη διακριτική ευχέρειά της (61).

135. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, το επίμαχο σημείο της έκθεσης του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST» δεν μπορεί να στηρίξει αρχή γενικού χαρακτήρα, όπως αυτή που συνάγεται από την κρίση στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης στις τιμές όλους τους τύπους προϊόντων που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης και υπάγονται στο ομοειδές προϊόν, όπως αυτό προσδιορίστηκε.

136. Εντούτοις, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι η αρχή αυτή συνάδει με την προσέγγιση που εφάρμοσε το Δικαστήριο στην απόφαση Changshu City. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματός του, του σκοπού του και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την εξαίρεση από τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση που αφορούν ορισμένους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος και ότι, αντιθέτως, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των συναλλαγών αυτών προς τον σκοπό του εν λόγω υπολογισμού (62).

137. Επ’ αυτού, εκτιμώ, εντούτοις, ότι η ερμηνεία, από το Δικαστήριο, του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού στην απόφαση αυτή για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ δεν εφαρμόζεται κατ’ ανάγκην, αυτομάτως, στην εξέταση της υποτιμολόγησης κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου αυτού κανονισμού. Ήδη, από γραμματικής απόψεως, επισημαίνεται ότι η διατύπωση των δύο διατάξεων είναι παντελώς διαφορετική. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι τιμές «όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές» (63). Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι, στο μέτρο που έχουν διαφορετική διατύπωση, οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού δεν επιβάλλουν κατ’ ανάγκην τη συνεκτίμηση στην ανάλυση αυτή όλων των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης.

138. Εξάλλου, τούτο αντιστοιχεί επίσης στη διαφορετική υποκείμενη λογική του υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και του προσδιορισμού της υποτιμολόγησης. Συγκεκριμένα, ενώ ο υπολογισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ πραγματοποιείται, κανονικά (64), λαμβάνοντας υπόψη τις εγχώριες πωλήσεις και τις εξαγωγές της ίδιας επιχείρησης, ήτοι του παραγωγού-εξαγωγέα, ο προσδιορισμός της υποτιμολόγησης προϋποθέτει, αντιθέτως, τη σύγκριση των πωλήσεων διαφορετικών παραγωγών (ήτοι των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ των παραγωγών-εξαγωγέων και των εγχώριων πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης).

139. Από την ως άνω ανάλυση προκύπτει ότι ούτε η έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», στην οποία στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, ούτε η απόφαση Changshu City, την οποία επικαλέστηκε η Hubei Xinyegang, μπορούν να θεμελιώσουν την αρχή ότι η Επιτροπή οφείλει πάντοτε και σε κάθε περίπτωση να εξετάζει το σύνολο των πωλήσεων των παραγωγών της Ένωσης όλων των τύπων ομοειδών προϊόντων κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και, γενικότερα, της επίδρασης στις τιμές των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

140. Τούτου λεχθέντος, εκτιμώ ότι είναι, εντούτοις, αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

141. Πρώτον, όπως επισημάνθηκε στα σημεία 28 και 67 των παρουσών προτάσεων, από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε αντικειμενική εξέταση της επίδρασης των εισαγωγών στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα της εξέτασης αυτής, να είναι όντως αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πωλήσεων των προϊόντων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

142. Δεύτερον, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού, η επίμαχη ανάλυση προϋποθέτει την εξέταση της επίδρασης των εισαγωγών στις τιμές ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 35 των παρουσών προτάσεων, δεν αμφισβητείται ότι η εξέταση αυτή πραγματοποιήθηκε διά παραπομπής σε όλες τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος τις οποίες πραγματοποίησαν Κινέζοι εξαγωγείς που περιλήφθηκαν στο δείγμα.

143. Τρίτον, όπως υπομνήσθηκε στα σημεία 28 και 29 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού δεν προβλέπει συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ζημίας ούτε, ειδικότερα, της υποτιμολόγησης και, συναφώς, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών και πολιτικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν. Στο πλαίσιο αυτό, στο μέτρο που διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της εξέτασης, απόκειται στα εν λόγω θεσμικά όργανα να επιλέξουν τη μέθοδο ανάλυσης που θεωρούν πιο ενδεδειγμένη, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της σχετικής έρευνας, προκειμένου να καθορίσουν την επίδραση στις τιμές.

144. Τέταρτον, στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, από τον επίμαχο κανονισμό προκύπτει ότι η Επιτροπή επέλεξε να εφαρμόσει δειγματοληψία βάσει του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού (65) σε σχέση τόσο με τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς όσο και με τους παραγωγούς της Ένωσης. Η δειγματοληψία αυτή, σε σχέση με την οποία η νομολογία έχει αναγνωρίσει κάποια διακριτική ευχέρεια (66), δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση.

145. Αφετέρου, όπως προεκτέθηκε στα σημεία 33, 34 και 90 επ. των παρουσών προτάσεων, στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή επέλεξε να χρησιμοποιήσει, κατ’ εφαρμογήν της ως άνω διακριτικής ευχέρειας, τη μέθοδο ΑΕΠ για τον καθορισμό της υποτιμολόγησης. Η μέθοδος αυτή, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, περιλαμβανόταν στα μέσα που προορίζονταν να διασφαλίσουν τον συγκρίσιμο χαρακτήρα των τιμών των προϊόντων που προέρχονταν από διαφορετικές επιχειρήσεις και που έπρεπε να υποβληθούν σε σύγκριση. Προκειμένου να διασφαλιστεί αυτή η δυνατότητα σύγκρισης, ο καθορισμός των διάφορων ΑΕΠ βασίστηκε, όπως προεκτέθηκε, στα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά των προϊόντων. Εντούτοις, όπως ορθώς υποστηρίζει η ArcelorMittal κ.λπ., η χρήση του συστήματος αυτού προϋποθέτει έναν συμβιβασμό μεταξύ, αφενός, της απαίτησης διασφάλισης της ως άνω δυνατότητας σύγκρισης των τιμών και αφετέρου, της απαίτησης διασφάλισης της δυνατότητας σύγκρισης του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού εισαγωγών και εγχώριων πωλήσεων, προκειμένου να επιτευχθεί όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό αποτέλεσμα. Από την άποψη αυτή, όσο πιο αναλυτικός είναι ο ΑΕΠ τόσο πιο συγκρίσιμα είναι τα εισαγόμενα προϊόντα και τα εγχώρια προϊόντα που περιλαμβάνονται στον ΑΕΠ. Συγχρόνως, όμως, όσο πιο αναλυτικός είναι ο ΑΕΠ τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος μερικά προϊόντα (ΑΕΠ) να μην έχουν ισοδύναμα και, επομένως, να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη στην ανάλυση. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η χρήση της μεθόδου ΑΕΠ που ανέπτυξε η Επιτροπή κατέστησε δυνατό ένα υψηλό επίπεδο συγκρισιμότητας, καθόσον η σύγκριση αφορούσε το 100 % των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και το 92 % των εγχώριων πωλήσεων των επιχειρήσεων που περιλήφθηκαν στο δείγμα. Όπως προεκτέθηκε, η μέθοδος αυτή δεν αμφισβητήθηκε.

146. Η πλάνη που προσάπτει το Γενικό Δικαστήριο στην Επιτροπή πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα των ως άνω παρατηρήσεων.

3)      Επί της πλάνης που προσάπτει το Γενικό Δικαστήριο στην Επιτροπή

147. Από τη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων της υπόθεσης στο πλαίσιο της εξέτασης της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης.

148. Από τις σκέψεις 73 και 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που υπομνήσθηκαν στα σημεία 113 και 127 των παρουσών προτάσεων, προκύπτει ότι, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, τα κρίσιμα στοιχεία τα οποία πεπλανημένα η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, ήταν τα στοιχεία που αφορούσαν την επίδραση που μπορούσαν να έχουν οι τιμές πώλησης των 17 τύπων προϊόντων, για τα οποία δεν στάθηκε δυνατό να διαπιστωθεί υποτιμολόγηση, στη μείωση των τιμών των πωλήσεων των παραγωγών της Ένωσης που περιλήφθηκαν στο σχετικό δείγμα του ομοειδούς προϊόντος, εξεταζόμενου στο σύνολό του. Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 128 των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης στις τιμές, την ενδεχόμενη συμβολή των πωλήσεων αυτών των 17 τύπων προϊόντων στην εξέλιξη των τιμών των παραγωγών της Ένωσης όσον αφορά το ομοειδές προϊόν εξεταζόμενο στο σύνολό του.

149. Εντούτοις, επισημαίνεται επ’ αυτού, αφενός, ότι, όπως παρατήρησα στο σημείο 142 των παρουσών προτάσεων, από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι η ανάλυση της επίδρασης στις τιμές αφορά την επίδραση των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές του ομοειδούς προϊόντος στην αγορά της Ένωσης και όχι την επίδραση των τιμών μέρους των ομοειδών προϊόντων. Εν προκειμένω, πάντως, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή παράβαση των διατάξεων αυτών καθότι δεν έλαβε υπόψη όχι την επίδραση των εισαγωγών (οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στην ανάλυση σε ποσοστό 100 %), αλλά την επίδραση των πωλήσεων 17 τύπων προϊόντων των παραγωγών της Ένωσης.

150. Αφετέρου, η αιτίαση αυτή αφορά τη θεωρούμενη παράλειψη της Επιτροπής να ελέγξει αν η μείωση των τιμών του ομοειδούς προϊόντος εξεταζόμενου στο σύνολό του οφειλόταν σε «μη αμελητέο» βαθμό στη μείωση της τιμής των 17 επίμαχων τύπων προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή όφειλε να είχε διαπιστώσει αν οι τιμές αυτών των 17 τύπων προϊόντων είχαν επιδράσει, σε υπερβολικό βαθμό, στη μείωση των τιμών του ομοειδούς προϊόντος εξεταζόμενου στο σύνολό του, σε σχέση με τις συνέπειες, στο ομοειδές προϊόν ούτως εξεταζόμενο, που οφείλονταν στη μείωση των τιμών των άλλων 49 τύπων προϊόντων για τα οποία είχε διαπιστωθεί υποτιμολόγηση.

151. Εντούτοις, όπως ορθώς επισήμανε η ArcelorMittal κ.λπ., αυτή η δυσανάλογη μείωση των τιμών των 17 επίμαχων τύπων προϊόντων μπορούσε να οφείλεται μόνον σε δύο λόγους: είτε σε δυσανάλογη επίδραση στα προϊόντα αυτά των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ είτε στην επίδραση άλλων, εσωτερικών ή εξωτερικών, παραγόντων εκτός των εισαγωγών αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, μόνον ένα από τα δύο ενδεχόμενα μπορεί να συμβαίνει. Στην πρώτη περίπτωση, η δυσανάλογη αυτή μείωση θα σήμαινε ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ είχαν, στις τιμές αυτών των 17 τύπων προϊόντων, επίδραση ακόμη μεγαλύτερη από εκείνη που διαπίστωσε η Επιτροπή για τους άλλους τύπους προϊόντων για τα οποία είχε διαπιστωθεί η υποτιμολόγηση. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, το συμπέρασμα όσον αφορά την ύπαρξη επιζήμιων συνεπειών στις τιμές του ομοειδούς προϊόντος λόγω των εισαγωγών στην αγορά της Ένωσης δεν θα μπορούσε βεβαίως να τεθεί υπό αμφισβήτηση ως εσφαλμένο. Στη δεύτερη περίπτωση, η δυσανάλογη μείωση των τιμών των προϊόντων αυτών θα οφειλόταν αντιθέτως στις συνέπειες «άλλων παραγόντων [εκτός των εισαγωγών] οι οποίοι προκαλούν κατά τον ίδιο χρόνο ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής». Εντούτοις, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εξέταση των άλλων αυτών παραγόντων εμπίπτει στην ανάλυση του «μη καταλογισμού» του άρθρου 3, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, διάταξη της οποίας την παράβαση δεν είχε προβάλει η Hubei Xinyegang, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δικαιολογήσει την ευδοκίμηση της προσφυγής της (67).

152. Όσον αφορά αυτούς τους 17 τύπους προϊόντων πρέπει να επισημάνω επίσης ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 71 in fine, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως –βάσει της διαπίστωσης που περιέχεται στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι οι 17 επίμαχοι τύποι προϊόντων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο οποιασδήποτε υποτιμολόγησης. Συγκεκριμένα, λόγω της δειγματοληψίας και της επιλογής της μεθόδου ΑΕΠ, όπως εξάλλου επισήμανε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν στάθηκε δυνατό να υπολογιστεί περιθώριο υποτιμολόγησης για αυτούς τους τύπους προϊόντων (68). Τούτο δεν σημαίνει, όμως, ότι αυτοί οι 17 τύποι προϊόντων δεν αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο υποτιμολόγησης. Συγκεκριμένα, δεν αποκλείεται άλλοι Κινέζοι εξαγωγείς, οι οποίοι δεν περιλήφθηκαν στο δείγμα, να εισήγαγαν αυτούς τους 17 τύπους προϊόντων σε τιμές αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με εκείνες των παραγωγών της Ένωσης (69). Η διαπίστωση αυτή δεν στάθηκε δυνατή αποκλειστικά και μόνο λόγω της μεθόδου που επέλεξε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της, επιλογή η οποία, εξάλλου, δεν αμφισβητείται.

153. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι και η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 68 έως 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχει περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο και ότι, επομένως, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε και αυτό το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

4.      Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά εσφαλμένο καθορισμό της έντασης του δικαστικού ελέγχου

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

154. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής, υποστηριζόμενης από την ArcelorMittal κ.λπ., υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αποφάνθηκε ultra petita, προβαίνοντας σε αναχαρακτηρισμό του πρώτου και του δεύτερου λόγου της προσφυγής ακυρώσεως, επεκτείνοντας τοιουτοτρόπως το αντικείμενο της διαφοράς πέραν των ορίων που καθορίζονταν στην ίδια την προσφυγή. Συγκεκριμένα, η Hubei Xinyegang δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, πλην όμως, αμφισβητώντας τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή άσκησε τη διακριτική ευχέρειά της, αμφισβήτησε την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

155. Με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 34, 35 και 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά τον καθορισμό της έντασης του δικαστικού ελέγχου που έπρεπε να ασκήσει. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών» η οποία δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία και δεν είναι συμβατή με την ένταση του δικαστικού ελέγχου που αναγνωρίζεται παγίως στη νομολογία. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να ασκήσει πλήρη δικαστικό έλεγχο, ενώ αντιθέτως έπρεπε να εφαρμόσει το κριτήριο της πρόδηλης πλάνης.

156. Με το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη και αν η ένταση που δικαστικού ελέγχου που προσδιόρισε το Γενικό Δικαστήριο ήταν ενδεδειγμένη, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις, δεδομένου ότι είχε συγκεντρώσει, κατά τη διάρκεια της έρευνας, όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αναλύσει την αγορά ανά τμήμα και για να αξιολογήσει τους 17 επίμαχους ΑΕΠ.

157. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι από την απλή ανάγνωση του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε αναχαρακτηρισμό των λόγων ακυρώσεως που αυτή προέβαλε, αλλά απλώς και μόνον τους δέχθηκε. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο άσκησε ορθώς τον δικαστικό έλεγχο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Hubei Xinyegang υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν είναι αληθές ότι η Επιτροπή συνέλεξε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την ανάλυση, τούτο δεν προκύπτει από τον επίμαχο κανονισμό, ούτε από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

2.      Ανάλυση

158. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, συντάσσομαι με την άποψη της Hubei Xinyegang ότι το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής επιβεβαιώνει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε όντως τους λόγους ακυρώσεως που αφορούσαν παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2, 3 και 6, του βασικού κανονισμού που αυτή προέβαλε, χωρίς να προβεί σε αναχαρακτηρισμό τους. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

159. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι, ενεργώντας τοιουτοτρόπως, το Γενικό Δικαστήριο αποκλείεται να υπέπεσε σε πλάνη, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου αναιρέσεως, όσον αφορά την ένταση του ασκηθέντος δικαστικού ελέγχου.

160. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο προσδιορισμός της ζημίας που τυχόν προκλήθηκε στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης προϋποθέτει την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων και ότι ο δικαστικός έλεγχος της εκτίμησης αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων, της ακρίβειας των διαπιστώσεων που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά, της έλλειψης πρόδηλης πλάνης εκτίμησης των περιστατικών αυτών ή κατάχρησης εξουσίας. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό των παραγόντων που προκάλεσαν ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης στο πλαίσιο έρευνας αντιντάμπινγκ (70).

161. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι ο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου έλεγχος των αποδεικτικών στοιχείων επί των οποίων τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στήριξαν τις διαπιστώσεις τους δεν αποτελεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία υποκαθιστά εκείνη των εν λόγω οργάνων. Ο έλεγχος αυτός δεν θίγει την ευρεία διακριτική ευχέρεια των θεσμικών αυτών οργάνων στον τομέα της εμπορικής πολιτικής, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση του αν τα εν λόγω στοιχεία είναι ικανά να στηρίξουν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν τα θεσμικά όργανα. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να ελέγχει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά οφείλει επίσης να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των ληπτέων υπόψη συναφών στοιχείων για την εκτίμηση σύνθετης κατάστασης και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αντλούμενα συμπεράσματα (71).

162. Επιπλέον, στο πλαίσιο του διαλαμβανομένου στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ ελέγχου νομιμότητας, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υποκαταστήσει με το δικό του σκεπτικό την αιτιολογία του συντάκτη της προσβαλλομένης πράξης (72).

163. Στην υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται, πρώτον, ότι στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στην πάγια νομολογία του (73), στην οποία παρατίθενται, κατ’ ουσίαν, οι αρχές που έχουν διατυπωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στα σημεία 160 και 161 των παρουσών προτάσεων. Η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου περιέχει, όμως, διατύπωση που δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «[ο] περιορισμένος αυτός δικαστικός έλεγχος επ’ ουδενί σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα ερμήνευσαν τα οικονομικής φύσης δεδομένα». Είναι πρόδηλο ότι η φράση αυτή προέρχεται από τη νομολογία που αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου στον τομέα του ανταγωνισμού (74). Εντούτοις, δεν θεωρώ ότι ο καθορισμός της έκτασης του δικαστικού ελέγχου στον οποίο προβαίνει το Δικαστήριο στον τομέα του ανταγωνισμού μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ. Καίτοι έχουν αμφότεροι οικονομικό χαρακτήρα, αφορούν αμφότεροι συμπεριφορές επιχειρήσεων και υπάγονται αμφότεροι στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, οι δύο τομείς εμφανίζουν εντούτοις σημαντικές διαφορές. Ειδικότερα, αφενός, τα θεσμικά όργανα έχουν πολύ διαφορετικές εξουσίες έρευνας στους δύο τομείς, και, σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει στον τομέα του ανταγωνισμού, ο βασικός κανονισμός δεν αναγνωρίζει στην Επιτροπή εξουσία έρευνας η οποία της παρέχει τη δυνατότητα να υποχρεώνει τις εταιρίες να μετέχουν στην έρευνα ή να παρέχουν πληροφορίες (75). Αφετέρου, η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, ευρύτερη καθόσον, όπως προκύπτει σαφώς από τη νομολογία, αυτό οφείλεται στην αναγκαιότητα να λαμβάνεται υπόψη η πολυπλοκότητα όχι μόνον των οικονομικών καταστάσεων, όπως στον τομέα του ανταγωνισμού, αλλά και των πολιτικών καταστάσεων (76).

164. Δεύτερον, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο και υπομνήσθηκε στο σημείο 28 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού δεν προβλέπει συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ζημίας, ούτε, ειδικότερα, της υποτιμολόγησης. Η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά μείζονα λόγο καθότι δεν επιβάλλεται συγκεκριμένη μέθοδος για τη διενέργεια της ανάλυσης αυτής, η οποία συνεπάγεται την αξιολόγηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων.

165. Στο πλαίσιο αυτό εκτιμώ ότι είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί ότι καίτοι, όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στο σημείο 161 των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει αν τα αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή συνιστούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση πολύπλοκης κατάστασης, εντούτοις, κατά την εκτίμηση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, φθάνοντας στο σημείο να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του. Η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν διέθετε το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, κατά συνέπεια, το θεσμικό αυτό όργανο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης. Με άλλα λόγια, η νομολογία που μνημονεύθηκε στο σημείο 161 των παρουσών προτάσεων πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύθηκε στο σημείο 160 των παρουσών προτάσεων. Επομένως, προκειμένου να ακυρώσει κανονισμό όπως τον επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να διαπιστώσει ότι η ενδεχόμενη ανεπάρκεια κρίσιμων στοιχείων για την εκτίμηση πολύπλοκης οικονομικής κατάστασης είχε ως αποτέλεσμα πρόδηλη πλάνη εκτίμησης της Επιτροπής.

166. Τρίτον, και σε σχέση με τις ως άνω παρατηρήσεις, εκτιμώ ότι πρέπει να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της προμνησθείσας διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα. Συγκεκριμένα, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ διαπίστωσης της επάρκειας των κρίσιμων στοιχείων για την εκτίμηση πολύπλοκης οικονομικής κατάστασης και αμφισβήτησης της χρησιμοποιηθείσας μεθόδου ανάλυσης είναι μάλλον λεπτή.

167. Συναφώς, εκτιμώ ότι σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, αυτή η διακριτική ευχέρεια εκτείνεται, τουλάχιστον, στις αποφάσεις που αφορούν την επιλογή της μεθόδου ανάλυσης, τα στοιχεία και τις αποδείξεις που πρέπει να συλλεχθούν, τον τρόπο υπολογισμού που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό του περιθωρίου αντιντάμπινγκ, καθώς και την ερμηνεία και την εκτίμηση των συλλεχθέντων στοιχείων. Σε σχέση με όλα αυτά τα ζητήματα, πρέπει να εφαρμόζεται το κριτήριο της πρόδηλης πλάνης και ο δικαστικός έλεγχος που ασκείται από τον δικαστή της Ένωσης είναι περιορισμένος.

168. Αναλύοντας την υπό κρίση υπόθεση υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, από τα σημεία 59 και 60 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι η πρώτη αιτίαση του Γενικού Δικαστηρίου προς την Επιτροπή αφορά, αφενός, τη μη συνεκτίμηση, παρά τη χρήση της μεθόδου ΑΕΠ, της κατάτμησης της αγοράς κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και, γενικότερα, της επίδρασης στις τιμές και, αφετέρου, τη μη διενέργεια συμπληρωματικής ανάλυσης προκειμένου να διαπιστώσει αν η μείωση των τιμών του ομοειδούς προϊόντος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, εξεταζόμενου στο σύνολό του, οφειλόταν στη δυναμική των εξελίξεων σε τμήμα της αγοράς στο οποίο οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν είχαν ουσιαστική επίδραση λόγω του μη σημαντικού όγκου τους ή του μη αισθητού επιπέδου υποτιμολόγησης.

169. Από το σημείο 128 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη κατά την ανάλυση που διενήργησε την ενδεχόμενη συμβολή των τιμών των 17 τύπων προϊόντων –για τα οποία δεν στάθηκε δυνατό να διαπιστωθεί υποτιμολόγηση– στην εξέλιξη των τιμών των παραγωγών της Ένωσης που είχε υπολογιστεί διά παραπομπής στο ομοειδές προϊόν εξεταζόμενο στο σύνολό του.

170. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης λόγω των δύο αυτών θεωρούμενων σφαλμάτων κατά την ανάλυση.

171. Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι οι επικρίσεις αυτές αποδεικνύουν μάλλον αυξημένο βαθμό παρέμβασης από το Γενικό Δικαστήριο στην ανάλυση της υποτιμολόγησης που διενήργησε η Επιτροπή, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, δύσκολα συμβιβάζεται με την περιορισμένη ένταση του δικαστικού ελέγχου που επιβάλλεται από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στο σημείο 160 των παρουσών προτάσεων. Επ’ αυτού, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι, όπως προκύπτει από την κεφαλίδα της ενότητας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που ξεκινά με τη σκέψη 53, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως η Hubei Xinyegang και έκανε δεκτό το Γενικό Δικαστήριο έβαλε κατά της μεθόδου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την εξέταση της υποτιμολόγησης, ζήτημα το οποίο, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 167 των παρουσών προτάσεων, εμπίπτει αναμφίβολα στο ευρύ πεδίο της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται συναφώς στην Επιτροπή.

172. Αφετέρου, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως διαπίστωσε ότι η προβαλλόμενη μη συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων στοιχείων στην υπό κρίση υπόθεση συνεπαγόταν πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το κριτήριο που επιβάλλει η νομολογία για την άσκηση του δικαστικού ελέγχου σε υπόθεση όπως η υπό κρίση.

173. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, εκτιμώ ότι και ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

5.      Πρόταση επί της αναιρέσεως

174. Από τα σημεία 109, 110, 153 και 173 των παρουσών προτάσεων προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τόσο το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την πρώτη αμφισβητηθείσα επίκριση του Γενικού Δικαστηρίου (σκέψεις 59 έως 67 και σκέψεις 77 έως 79) όσο και το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά τη δεύτερη επίκριση (σκέψεις 68 έως 76) ενέχουν περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθ’ ο μέρος αφορά την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Hubei Xinyegang.

175. Στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την ευδοκίμηση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Hubei Xinyegang με την προσφυγή της αποκλειστικά και μόνον στις διαπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της ανάλυσης του πρώτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει, όπως ζήτησε η Επιτροπή, να αναιρεθεί επίσης το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την ανάλυση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως (σκέψεις 82 έως 89) και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.

VI.    Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

176. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο αμετακλήτως επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

177. Εκτιμώ ότι αυτό συμβαίνει όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Hubei Xinyegang ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίοι συνοψίζονται στις σκέψεις 24, 25 και 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, από το σύνολο των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν προκύπτει ότι, εν αντιθέσει προς όσα διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Hubei Xinyegang στο πλαίσιο των δύο πρώτων λόγων της προσφυγής της δεν αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης.

178. Εκτιμώ, αντιθέτως, ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση από το Δικαστήριο όσον αφορά τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της προσφυγής, τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέλυσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και για τους οποίους δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να απαιτείται η διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων της προσφυγής.

VII. Επί των δικαστικών εξόδων

179. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται το ίδιο επί των εξόδων. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

VIII. Πρόταση

180. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

–      αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, Hubei Xinyegang Special Tube κατά Επιτροπής (T‑500/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:691),

–      απορρίπτει τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως η Hubei Xinyegang Special Tube,

–      αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς εξέταση των λοιπών λόγων προσφυγής,

–      επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Απόφαση T‑500/17 (μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:691).


3      Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/804 της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2017, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων κάθε είδους χωρίς συγκόλληση, από σίδηρο (εκτός από χυτοσίδηρο) ή χάλυβα (εκτός από ανοξείδωτο χάλυβα), κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο που υπερβαίνει τα 406,4 mm, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ 2017, L 121, σ. 3).


4      ΕΕ 2016, L 176, σ. 21.


5      ΕΕ 2016, L 305, σ. 1.


6      ΕΕ 1994, L 336, σ. 103.


7      Βλ. σκέψεις 48 έως 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


8      Βλ. σκέψεις 59 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


9      Βλ. σκέψεις 82 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


10      Βλ., ιδίως, σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


11      Διάταξη του προέδρου του έβδομου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, της 24ης Ιανουαρίου 2018. Βλ. σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


12      Βλ. σκέψεις 59 έως 67 και 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


13      Βλ. σκέψεις 68 έως 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


14      Συγκεκριμένα, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ μόνον αν η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος αυτού προκαλεί ζημία.


15      Βλ. σκέψεις 30 και 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


16      Συναφώς, βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Rusal Armenal (C‑21/14 P, EU:C:2015:494, σκέψεις 44 έως 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


17      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Petrotub και Republica (C‑76/00 P, EU:C:2003:4, σκέψη 56).


18      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Ανώτερη εκπαίδευση) (C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 92).


19      Όπως προκύπτει από το γράμμα των προμνησθεισών σχετικών διατάξεων, η ανάλυση της επίδρασης στις τιμές μπορεί, πέραν του προσδιορισμού της υποτιμολόγησης, να καθορίσει ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ προκάλεσαν τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση.


20      Πρβλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημεία 5.158 και 5.161 (και εκεί παραπομπές). Οι αρχές αυτές επαναλαμβάνονται κατ’ ουσίαν στις σκέψεις 32 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


21      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.141 (και εκεί παραπομπές στην υποσημείωση 340). Βλ. επίσης σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


22      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.180.


23      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2019, Trace Sport (C‑251/18, EU:C:2019:766, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


24      Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Caviro Distillerie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑345/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:589, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


25      Βλ. σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


26      Αιτιολογική σκέψη 19 του προσωρινού κανονισμού, επιβεβαιωθείσα στην αιτιολογική σκέψη 28 του επίμαχου κανονισμού.


27      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 22, 25 και 108 του επίμαχου κανονισμού.


28      Στην περίπτωση αυτή λήφθηκαν υπόψη ως χαρακτηριστικά ο τύπος του προϊόντος, η εξωτερική διάμετρος, το πάχος τοιχώματος, η βαφή και η επαναφορά, το μήκος, το άκρο του σωλήνα και οι δοκιμές. Βλ. αιτιολογική σκέψη 24 του επίμαχου κανονισμού.


29      Βλ. αιτιολογική σκέψη 24 του επίμαχου κανονισμού.


30      Αιτιολογική σκέψη 69 του επίμαχου κανονισμού και σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


31      Σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


32      Βλ. σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


33      Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland (C‑687/13, EU:C:2015:573).


34      Όπως προκύπτει από τα σημεία 43 και 46 των παρουσών προτάσεων, οι διάδικοι ερμηνεύουν διαφορετικά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.


35      Βλ. σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.


36      Το ζήτημα της ύπαρξης υποχρέωσης του είδους αυτού εξετάζεται από την Επιτροπή στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.


37      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.180, πρώτη περίοδος.


38      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.180.


39      Βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.


40      Βλ. αιτιολογική σκέψη 96 του κανονισμού (ΕΚ) 2605/2000 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων ηλεκτρονικών ζυγών (ΗΖΛΠ) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊβάν (ΕΕ 2000, L 301, σ. 42, αντικείμενο της απόφασης Shanghai Teraoka).


41      Βλ. απόφαση Shanghai Teraoka (σκέψη 121).


42      Βλ. απόφαση Shanghai Teraoka (σκέψη 127).


43      Βλ. απόφαση Shanghai Teraoka (σκέψη 129).


44      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημεία 5.179 έως 5.181.


45      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.178.


46      Βλ. έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου «HP-SSST», σημείο 5.181.


47      Πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland (C‑687/13, EU:C:2015:573, σκέψεις 75 και 76).


48      Βλ., απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland (C‑687/13, EU:C:2015:573, σκέψη 77). Κατά τη γνώμη μου, οι αρχές που διατυπώνονται στην απόφαση αυτή και στην εκεί μνημονευόμενη νομολογία έχουν γενική ισχύ και δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση από τα επιχειρήματα σχετικά με την προβαλλόμενη ιδιαιτερότητα της κατάστασης της Hubei Xinyegang στην υπό κρίση υπόθεση.


49      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 63 έως 79 του επίμαχου κανονισμού σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 60 έως 62 του προσωρινού κανονισμού.


50      Βλ., μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 2017, Changmao Biochemical Engineering κατά Συμβουλίου (T‑442/12, EU:T:2017:372, σκέψη 52), και της 9ης Ιουνίου 2016, Growth Energy και Renewable Fuels Association κατά Συμβουλίου (T‑276/13, EU:T:2016:340, σκέψη 282).


51      Συναφώς, βλ. επίσης τις παρατηρήσεις στα σημεία 113 έως 118 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Fliesen-Zentrum Deutschland (C‑687/13, EU:C:2015:349).


52      Αυτά επισημαίνονται στην υποσημείωση 28 των παρουσών προτάσεων.


53      Βλ. ειδικότερα το παράρτημα που προσκόμισε η Επιτροπή σχετικά με τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης της Hubei Xinyegang.


54      Βλ. σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στη σκέψη 61 αυτής.


55      Συναφώς, επισημαίνω, παρεμπιπτόντως, ότι το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι υπήρχε δυνατότητα υποκατάστασης από την άποψη της προσφοράς καθόσον οι παραγωγοί μπορούσαν να προσαρμόσουν ευχερώς τα μέσα παραγωγής τους για να παραγάγουν τους διάφορους τύπους προϊόντων που υπάγονταν στο ένα ή στο άλλο τμήμα.


56      Βλ. σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στη σκέψη 62 αυτής.


57      Βλ. σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στη σκέψη 63 αυτής.


58      Βλ. σημεία 71 έως 74 των παρουσών προτάσεων.


59      Η Hubei Xinyegang παραπέμπει στην απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου (C‑376/15 P και C‑377/15 P, EU:C:2017:269, στο εξής: απόφαση Changshu City).


60      Το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Δειγματοληψίες», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2, τα εξής: «1. Όταν είναι μεγάλος ο αριθμός των καταγγελλόντων, των εξαγωγέων ή των εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται σε εύλογο αριθμό ενδιαφερόμενων μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, με τη χρήση δειγματοληψιών που να ανταποκρίνονται στις αρχές της στατιστικής και λαμβάνοντας ως βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της επιλογής· εναλλακτικά η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου. 2. Η τελική επιλογή των ενδιαφερόμενων μερών των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η οποία πραγματοποιείται για τους σκοπούς των δειγματοληψιών κατ’ εφαρμογήν των παρουσών διατάξεων, γίνεται από την Επιτροπή, αν και είναι προτιμότερο να επιλέγεται το δείγμα κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και με τη συγκατάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέρη έχουν αναγγελθεί και προσκομίσει εντός τριών εβδομάδων από την έναρξη της έρευνας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να επιτρέπουν την επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος.»


61      Συναφώς, βλ. επίσης σημείο 152 των παρουσών προτάσεων.


62      Απόφαση Changshu City (σκέψη 61).


63      Κατά τη διάταξη αυτή, «η ύπαρξη περιθωρίων ντάμπινγκ κατά την περίοδο έρευνας προσδιορίζεται κατά κανόνα με βάση τη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με το σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση». Η υπογράμμιση δική μου.


64      Είναι πρόδηλο ότι τούτο δεν συμβαίνει όταν η κανονική αξία καθορίζεται βάσει στοιχείων σχετικών με χώρα αναφοράς κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.


65      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 13 του προσωρινού κανονισμού και 6 έως 11 του επίμαχου κανονισμού.


66      Βλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2017, T.KUP (C‑349/16, EU:C:2017:469, σκέψη 31).


67      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Hubei Xinyegang που μνημονεύεται στο σημείο 119 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τη μη αμφισβήτηση της σκέψης 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία κατά την ανάλυση της υποτιμολόγησης και της επίδρασης στις τιμές και, επομένως, ότι παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού. Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί η επίκριση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τις διατάξεις αυτές.


68      Υπ’ αυτή την έννοια πρέπει να ερμηνευθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής που παρατίθεται στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «οι τιμές αυτών των 17 τύπων προϊόντων δεν αποτέλεσαν εξ ορισμού “αντικείμενο υποτιμολόγησης από τις κινεζικές εξαγωγές που περιλήφθηκαν στο δείγμα”».


69      Τούτο διαφοροποιεί περαιτέρω την υπό κρίση υπόθεση από εκείνη επί της οποίας αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο στην έκθεση «HP-SSST», στην οποία οι κινεζικές αρχές δεν είχαν διαπιστώσει υποτιμολόγηση για τα προϊόντα που ενέπιπταν στον βαθμό A λόγω έλλειψης εισαγωγών στο τμήμα αυτό της αγοράς και όχι λόγω της επιλογής της διενέργειας δειγματοληψίας και της επιλογής της μεθόδου ανάλυσης.


70      Αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Bricmate (C‑569/13, EU:C:2015:572, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 10ης Ιουλίου 2019, Caviro Distillerie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑345/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:589, σκέψη 15).


71      Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2018, Gul Ahmed Textile Mills κατά Συμβουλίου (C‑100/17 P, EU:C:2018:842, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


72      Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2019, Caviro Distillerie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑345/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:589, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


73      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 2014, Hubei Xinyegang Steel κατά Συμβουλίου (T‑528/09, EU:T:2014:35, σκέψη 53), και της 28ης Ιουνίου 2019, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής (T‑741/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:454, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου).


74      Βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:810, σκέψη 94).


75      Βλ. συναφώς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση EBMA κατά Συμβουλίου (C‑61/16 P, EU:C:2017:615, σημείο 50).


76      Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων και πάγια νομολογία μνημονευόμενη στην υποσημείωση 23.