Language of document : ECLI:EU:C:2014:2307

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 21ης Οκτωβρίου 2014 (1)

Υπόθεση C‑623/13

Ministre de l’Économie et des Finances

κατά

Gérard de Ruyter

[αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής — Εισοδήματα από περιουσία — Άμεσος και αρκούντως ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ των εισφορών και της νομοθεσίας που διέπει τους απαριθμούμενους στο άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως»





1.        Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Conseil d’État (Γαλλία) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) αφορά το ζήτημα εάν ο κανονισμός 1408/71 (2) έχει εφαρμογή σε εισφορές επί εισοδημάτων από περιουσία, οι οποίες χρησιμοποιούνται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο απαριθμεί τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του.

2.        Με δύο αποφάσεις που εξέδωσε το 2000 (3), το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει επί της ουσίας ότι τόσο η «contribution sociale généralisée» (γενική εισφορά κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: CSG) όσο και η «contribution pour le remboursement de la dette sociale» (εισφορά για την εξόφληση του κοινωνικοασφαλιστικού χρέους, στο εξής: CRDS), που η Γαλλία επέβαλε στα εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα και στα υποκατάστατα εισοδήματα (4), έχουν άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη νομοθεσία που διέπει τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4, με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Τούτο συνήχθη εκ του ότι, αντιθέτως προς τις επιβαρύνσεις με τις οποίες επιδιώκεται η κάλυψη των γενικών εξόδων των δημοσίων αρχών, οι εν λόγω εισφορές έχουν ως ειδικό και άμεσο σκοπό είτε τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως στη Γαλλία είτε την εκκαθάριση των ελλειμμάτων του γαλλικού γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (5). Συνεπώς, κρίθηκε ότι η επιβολή τέτοιων εισφορών επί των εισοδημάτων από επαγγελματική δραστηριότητα και επί των υποκατάστατων εισοδημάτων προσώπων που κατοικούν στη Γαλλία, αλλά υπόκεινται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους (συνήθως, επειδή εργάζονται στο εν λόγω κράτος μέλος), παραβιάζει τόσο την απαγόρευση της σωρεύσεως νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όσο και τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της ελευθερίας εγκαταστάσεως.

3.        Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το σκεπτικό αυτό ισχύει επίσης για παρόμοιου είδους εισφορές που η Γαλλία έχει επιβάλει στα εισοδήματα από περιουσία, και όχι στα εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα ή στα υποκατάστατα εισοδήματα. Προκύπτει από τον σκοπό του κανονισμού 1408/71 να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών και των μη μισθωτών εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται σε εισφορές επί εισοδημάτων που συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας;

4.        Το ζήτημα αυτό προέκυψε όταν ο G. de Ruyter, υπήκοος Κάτω Χωρών και φορολογικός κάτοικος Γαλλίας, προσέφυγε κατά της CSG, της CRDS, καθώς και άλλων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως χρησιμοποιούμενων ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως, που επιβλήθηκαν σε βάρος του από το εν λόγω κράτος μέλος επί εισοδημάτων από ορισμένες, συναφθείσες στις Κάτω Χώρες, συμβάσεις για ισόβια πρόσοδο (στο εξής: ισόβια πρόσοδός του ή ισόβια πρόσοδος), τα οποία δεν συνδέονται με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο G. de Ruyter προβάλλει το επιχείρημα ότι, καθώς εργάζεται στις Κάτω Χώρες, υπόκειται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως μόνον αυτού του κράτους μέλους.

 Νομικό πλαίσιο

 Δίκαιο της Ένωσης

5.        Το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1408/71 δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 48 ΣΛΕΕ), προκειμένου να συντονίσει τις εθνικές νομοθεσίες κοινωνικής ασφαλίσεως των διαφόρων κρατών μελών και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εξαλείψει, κατά το δυνατόν, τα εμπόδια που συνιστούν οι νομοθεσίες αυτές στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, τόσο των μισθωτών όσο και των μη μισθωτών. Στο προοίμιο του κανονισμού 1408/71 επισημαίνονται ειδικότερα τα εξής:

«[…]

[...] οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφάλισης εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και οφείλουν να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και των συνθηκών απασχόλησής τους (πρώτη αιτιολογική σκέψη)∙

[…]

[…] πρέπει να τηρούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφάλισης και να εκπονηθεί μόνον ένα σύστημα συντονισμού (τέταρτη αιτιολογική σκέψη)∙

[…] πρέπει, στα πλαίσια αυτού του συντονισμού, να υπάρξει εγγύηση, στο εσωτερικό της Κοινότητας, για ίση μεταχείριση των εργαζομένων που είναι πολίτες κρατών μελών [...] έναντι διαφόρων εθνικών νομοθεσιών […] (πέμπτη αιτιολογική σκέψη)∙

[…] οι κανόνες συντονισμού πρέπει να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας [...] τα κεκτημένα και κτώμενα δικαιώματα και πλεονεκτήματα (έκτη αιτιολογική σκέψη)∙

[…] πρέπει οι μισθωτοί και μη μισθωτοί εργαζόμενοι οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας να υπάγονται στο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως ενός μόνον κράτους μέλους, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι σωρεύσεις εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτές (όγδοη αιτιολογική σκέψη)∙

[…]

[…] για να διασφαλιστεί καλύτερα η ισότητα μεταχείρισης όλων των εργαζομένων που απασχολούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους, πρέπει να καθορίζεται ως εφαρμοστέα νομοθεσία, κατά γενικό κανόνα, η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος ασκεί την έμμισθη ή μη δραστηριότητά του·(δέκατη αιτιολογική σκέψη)∙

[…]»

6.        Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, ως «μισθωτός» νοείται, ιδίως, κάθε πρόσωπο το οποίο «είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς ή από ειδικό σύστημα για τους δημοσίους υπαλλήλους».

7.        Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού 1408/71, ο όρος «νομοθεσία» προσδιορίζει «για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, ή τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στην παράγραφο 2α του άρθρου 4».

8.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει, ήτοι για τους «μισθωτούς ή μη μισθωτούς και [...] σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους».

9.        Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής καθ’ ύλη», ορίζει τα εξής:

«1.       Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:

α)      παροχές ασθενείας και μητρότητας·

β)      παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη βελτίωση ή διατήρηση της ικανότητος βιοπορισμού·

γ)      παροχές γήρατος·

δ)      παροχές επιζώντων·

ε)      παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·

στ)      επιδόματα λόγω θανάτου·

ζ)      παροχές ανεργίας·

η)      οικογενειακές παροχές.

2.      Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

[…]»

10.      Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ («Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας»):

«1.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 14γ και 14στ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:

α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

[…]» (6).

 Γαλλικό δίκαιο

11.      Κατά το άρθρο 1600-0 C του Code général des impôts (Γενικού Φορολογικού Κώδικα), τα φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι Γαλλίας υπόκεινται στη CSG, βάσει του καθαρού ποσού επί του οποίου υπολογίζεται ο φόρος στα εισοδήματα από τα περιουσιακά στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο αυτό (7). Η CSG επιβάλλεται ειδικότερα επί των «revenus fonciers» (εισοδημάτων από ακίνητη περιουσία), των «rentes viagères constituées à titre onéreux» (ισοβίων προσόδων εξ επαχθούς αιτίας) (8), των «revenus de capitaux mobiliers» (εισοδημάτων από επενδύσεις), καθώς και επί ορισμένων «plus-values» (εισοδημάτων από κεφάλαια) [άρθρο L. 136-6 του Code de la sécurité sociale (Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως)].

12.      Κατά τα άρθρα 1600-0 G και 1600-0 H του Γενικού Φορολογικού Κώδικα, τα οποία πρέπει αμφότερα να ερμηνεύονται συνδυαστικά με το άρθρο L. 136-6 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, τα πρόσωπα αυτά υπόκεινται επίσης στη CRDS, βάσει των αυτών εισοδημάτων.

13.      Τέλος, κατά το άρθρο 1600-0 F bis του Γενικού Φορολογικού Κώδικα, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα πρόσωπα αυτά υπόκεινται επίσης σε «prélèvement social» (κοινωνική επιβάρυνση) 2 % επί των εισοδημάτων αυτών, καθώς και, από την 1η Ιουλίου 2004, σε πρόσθετη εισφορά 0,3 %, κατά το άρθρο L. 14-10-4 του Code de l’action sociale et des familles (Κώδικα Κοινωνικής και Οικογενειακής Πολιτικής). Η τελευταία εισφορά επιβλήθηκε για πρώτη φορά στα εισοδήματα από περιουσία που αποκτήθηκαν εντός του 2003.

14.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, με τις εισφορές αυτές χρηματοδοτούνται υποχρεωτικά καθεστώτα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η CSG συμβάλλει στη χρηματοδότηση των παροχών ασφαλίσεως υγείας, των οικογενειακών παροχών, των μη ανταποδοτικών παροχών της ασφαλίσεως γήρατος, καθώς και των παροχών σε εξαρτώμενα μέλη. Η CRDS επιβάλλεται υπέρ του Caisse d’amortissement de la dette sociale (Ταμείου Αποσβέσεως Κοινωνικού Χρέους), και με αυτήν επιδιώκεται η κάλυψη των ελλειμάτων χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως. Η κοινωνική επιβάρυνση 2 % επιβάλλεται υπέρ του Caisse nationale d’allocations familiales (Εθνικού Ταμείου Οικογενειακών Επιδομάτων) και του Caisse nationale d’assurance vieillesse des travailleurs salariés (Εθνικού Ταμείου Ασφαλίσεως Γήρατος Μισθωτών). Η πρόσθετη εισφορά 0,3 % αποδίδεται στο Caisse nationale de solidarité pour l’autonomie (Εθνικό Ταμείο Αλληλεγγύης για την Αυτονομία).

 Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα

15.      Ο G. de Ruyter ήταν φορολογικός κάτοικος Γαλλίας μέχρι το 1994. Από το 1996 εργάστηκε σε εταιρία εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες. Από το 1997 έως το 2004 ο G. de Ruyter δήλωσε εισοδήματα από μισθούς, εισοδήματα από κινητές αξίες, βιομηχανικά και εμπορικά κέρδη, καθώς και εισοδήματα από την ισόβια πρόσοδο. Ο μισθός του προερχόταν αποκλειστικά από τις Κάτω Χώρες. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα εισοδήματα από την ισόβια πρόσοδο δεν αποτελούν εισοδήματα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας του G. de Ruyter, καθώς δεν προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ότι προέρχονται από προϋπάρχοντα κεφάλαια, στο σχηματισμό των οποίων είχε συμβάλει ο εργοδότης του.

16.      Ως φορολογικός κάτοικος Γαλλίας, ο G. de Ruyter υπέκειτο στον φόρο εισοδήματος στη χώρα αυτή για το σύνολο του εισοδήματός του, περιλαμβανομένης της ισόβιας προσόδου. Η τελευταία υπέκειτο, επιπλέον, στη CSG, στη CRDS, στην κοινωνική επιβάρυνση 2 % και, από το 2003, στην πρόσθετη εισφορά 0,3 % επί της επιβαρύνσεως αυτής.

17.      Οι προσφυγές που άσκησε ο G. de Ruyter, κατά των σε βάρος του πράξεων βεβαιώσεως των εν λόγω εισφορών, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μασσαλίας και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Nîmes (Γαλλία), απερρίφθησαν. Κατόπιν εφέσεως, το Διοικητικό Εφετείο Μασσαλίας ακύρωσε τις ανωτέρω αποφάσεις και απάλλαξε τον G. de Ruyter από τις διάφορες κοινωνικές εισφορές που επιβλήθηκαν επί της ισόβιας προσόδου που είχε λάβει μεταξύ 1997 και 2004. Η απόφαση αυτή βασίστηκε, επί της ουσίας, στο ότι είχαν ήδη επιβληθεί κοινωνικές εισφορές επί των συγκεκριμένων εισοδημάτων του G. de Ruyter στις Κάτω Χώρες. Συνεπώς, η επιβολή επιπλέον κοινωνικών εισφορών στη Γαλλία συνιστούσε εμπόδιο στα δικαιώματά του ελεύθερης κυκλοφορίας.

18.      Ο Υπουργός Προϋπολογισμού, Δημοσίων Λογαριασμών, Δημοσίας Διοικήσεως και Κρατικής Μεταρρυθμίσεως (στο εξής: υπουργός) άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Conseil d’État, το οποίο και τις ανήρεσε λόγω πλάνης περί το δίκαιο, στην οποία υπέπεσε το Διοικητικό Εφετείο αποφαινόμενο ότι οι επίμαχες εισφορές συνιστούσαν προσβολή του δικαιώματος του φορολογουμένου να κυκλοφορεί ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να εξετάσει εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε λάβει μέτρα με σκοπό τον τερματισμό της διπλής φορολογήσεως στον συγκεκριμένο τομέα. Ο G. de Ruyter υποστήριξε ενώπιον του Conseil d’État ότι, δυνάμει της απαγορεύσεως της σωρεύσεως των εφαρμοστέων νομοθεσιών, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, υπόκειται μόνο στην ολλανδική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο υπουργός διατείνεται, επί της ουσίας, ότι ο σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της CSG, της CRDS, της κοινωνικής επιβαρύνσεως και της πρόσθετης εισφοράς και, αφετέρου, της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι επαρκής προκειμένου να έχει εφαρμογή ο εν λόγω κανονισμός.

19.      Εκτιμώντας ότι η απόφαση επί της αναιρέσεως εξαρτάται από τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, το Conseil d’État υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:

«Παρουσιάζουν οι φορολογικές επιβαρύνσεις των εισοδημάτων από περιουσία, όπως είναι η [CSG], η [CRDS], η κοινωνική επιβάρυνση 2 % και η πρόσθετη εισφορά [0,3 %] επί της επιβαρύνσεως αυτής, για τον λόγο και μόνον ότι συμβάλλουν στη χρηματοδότηση γαλλικών υποχρεωτικών καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως, άμεσο και ουσιώδη σύνδεσμο με ορισμένους από τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του [κανονισμού 1408/71], και εμπίπτουν, κατά συνέπεια, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού;»

20.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο G. de Ruyter, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μολονότι η Γαλλική Κυβέρνηση ζήτησε τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, αυτή δεν διεξήχθη.

 Εκτίμηση

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

21.      Κατ’ αρχάς, θα εκθέσω εν συντομία τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1408/71, καθώς και τις σημαντικές διευκρινίσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (9), σχετικά με το πότε επιβαρύνσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

22.      Ωστόσο, όπως το Δικαστήριο τόνισε ρητώς, αμφότερες οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν την επιβολή κοινωνικών εισφορών, μόνο στον βαθμό που επιβάλλονταν σε εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα και υποκατάστατα εισοδήματα αποκτηθέντα από μισθωτούς και μη μισθωτούς κατοίκους Γαλλίας και υποκείμενους στον φόρο στο εν λόγω κράτος μέλος, σχετικά με επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος (10). Επομένως, θα εξετάσω εάν οι εισφορές που χρησιμοποιούνται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά επιβάλλονται επί εισοδημάτων που δεν συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, διέπονται επίσης από τον κανονισμό 1408/71, δεδομένου του σκοπού του τελευταίου να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών και των μη μισθωτών. Υφίσταται άμεσος και αρκούντως ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ των εισφορών αυτών και της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως;

23.      Τέλος, θα εξετάσω συνοπτικά το ζήτημα εάν οι επίμαχες εισφορές, εάν υποτεθεί ότι πράγματι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, συμβιβάζονται με την απαγόρευση της σωρεύσεως νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.

 Η καθοδήγηση που παρέχει η νομολογία επί του κανονισμού 1408/71

24.      Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να οργανώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως (11). Ελλείψει εναρμονίσεως, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το ύψος των εισφορών που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι (12), καθώς και το εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως (13). Ωστόσο, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφώνονται με το δίκαιο της Ένωσης (14).

25.      Με τον κανονισμό 1408/71 τέθηκε σε εφαρμογή σύστημα συντονισμού, όσον αφορά, ιδίως, τον προσδιορισμό της νομοθεσίας που έχει εφαρμογή επί των μισθωτών και των μη μισθωτών που, υπό τις εκάστοτε περιστάσεις, ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας (15). Ο κανονισμός 1408/71 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου της Συνθήκης επί του οποίου ερείδεται (άρθρο 48 ΣΛΕΕ), ήτοι την κατοχύρωση της κατά το δυνατόν ευρύτερης ελευθερίας κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων (16). Προς τον σκοπό αυτό, όπως προκύπτει από την πέμπτη, έκτη και δέκατη αιτιολογική σκέψη, καθώς και από το άρθρο του 3, ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί στην κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των προσώπων που αναπτύσσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και στην αποτροπή της δυσμενούς μεταχειρίσεως των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας.

26.      Επιπροσθέτως, οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1408/71, περιλαμβανομένου του άρθρου 13, παράγραφος 1, αποτελούν πλήρες σύστημα κανόνων συγκρούσεως, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να μην μπορούν πλέον να καθορίσουν ούτε το προσωπικό ούτε το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας τους (17). Σκοπός των εν λόγω διατάξεων δεν είναι μόνον η αποτροπή της ταυτόχρονης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών, και των περιπλοκών που ενδέχεται να προκύψουν, αλλά επίσης η διασφάλιση ότι τα άτομα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 δεν στερούνται προστασίας κοινωνικής ασφαλίσεως για τον λόγο ότι καμία νομοθεσία δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή τους (18). Επομένως, θα ήταν, κατ’ αρχήν, αντίθετο προς τον κανονισμό 1408/71, ειδικότερα δε προς το άρθρο του 13, παράγραφος 1, να απαιτηθεί από ένα πρόσωπο να καταβάλει κοινωνικές εισφορές σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος που ορίζεται με τον κανονισμό 1408/71 (19).

27.      Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουν εξ ολοκλήρου στους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (20). Προκειμένου μια εισφορά να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, πρέπει να υφίσταται άμεσος και αρκούντως ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτού και της νομοθεσίας που διέπει έναν από τους παρατιθέμενους στο άρθρο 4 κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως (21). Αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί εν προκειμένω εάν μια εισφορά χρησιμοποιείται ειδικώς για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του εάν υφίσταται αντιπαροχή υπό τη μορφή παροχών (22). Στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο προέβη, συναφώς, στη διάκριση των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται επί των εισοδημάτων από επαγγελματική δραστηριότητα ή υποκατάστατων εισοδημάτων, όπως η CSG και η CRDS, μεταξύ, αφενός, αυτών που «χρησιμοποι[ούνται] ειδικώς και ευθέως για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως στη Γαλλία», και ως εκ τούτου παρουσιάζουν σύνδεσμο αυτού του είδους, και, αφετέρου, αυτών που «αποσκοπούν στην κάλυψη των γενικών εξόδων των δημοσίων αρχών» (23). Το γεγονός ότι οι εισφορές αυτές χαρακτηρίζονται ως φόροι κατά την εθνική νομοθεσία δεν συνεπάγεται ότι βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και εκφεύγουν της απαγορεύσεως της σωρεύσεως των εφαρμοστέων νομοθεσιών κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1 (24).

28.      Οι αρχές αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στην οποία δεν αμφισβητείται ότι με τις επιβαλλόμενες επί εισοδημάτων από περιουσία κοινωνικές εισφορές επιδιώκεται ειδικώς η χρηματοδότηση ορισμένων κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως ή η κάλυψη ελλειμμάτων χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως στη Γαλλία (25).

29.      Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι η CSG επί εισοδημάτων από περιουσία χαρακτηρίζεται ως συμπληρωματικός φόρος εισοδήματος και όχι ως αυτοτελής εισφορά κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το γαλλικό δίκαιο, καθώς και ότι εισπράττεται και υπάγεται στον έλεγχο των φορολογικών αρχών κατά τις περί φορολογίας εισοδήματος διατάξεις, είναι άνευ σημασίας ως προς το εάν η εν λόγω εισφορά διέπεται από τον κανονισμό 1408/71 ή όχι. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται ευθέως από τις αποφάσεις επί των υποθέσεων Επιτροπή κατά Γαλλίας, και είναι σε συμφωνία με τον σκοπό του κανονισμού αυτού, ήτοι τη θέσπιση ενός συστήματος συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό της νομοθεσίας που τυγχάνει εφαρμογής επί μισθωτών και μη μισθωτών που κάνουν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας (26). Δεδομένης της ποικιλομορφίας των μεθόδων χρηματοδοτήσεως της κοινωνικής ασφαλίσεως, περιλαμβανομένης της φορολογήσεως, (27) ο εν λόγω συντονισμός θα ετίθετο σε κίνδυνο, εάν ο χαρακτηρισμός μιας εισφοράς ως φόρου, κατά το εθνικό δίκαιο, εδύνατο να τη θέσει εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.

30.      Δεύτερον, αντιθέτως προς τις παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου και της Επιτροπής, το γεγονός ότι η καταβολή των επίμαχων κοινωνικών εισφορών δεν συνεπάγεται δικαίωμα του καταβαλόντος σε οποιαδήποτε άμεση και προσδιορίσιμη παροχή είναι άνευ σημασίας ως προς την εκτίμηση εάν οι εν λόγω εισφορές έχουν άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως. Όπως το Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση Perez Naranjo, το ζήτημα εάν υφίσταται αρκούντως προσδιορίσιμος σύνδεσμος μεταξύ μιας κοινωνικής εισφοράς και ενός επιδόματος ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό του επιδόματος αυτού ως ειδικής παροχής μη βασιζόμενης στην καταβολή εισφοράς κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71. Ωστόσο, το εν λόγω ζήτημα είναι διαφορετικό από το ευρύτερο ζήτημα εάν μια κοινωνική εισφορά εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού (28).

31.      Τρίτον, το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι οι επίμαχες εισφορές δεν αντικαθιστούν κοινωνικές εισφορές δεν είναι αποφασιστικό. Είναι μεν αληθές ότι στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, η οποία αφορούσε τη CSG επί των εισοδημάτων από επαγγελματική δραστηριότητα και των υποκατάστατων εισοδημάτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο σύνδεσμος μεταξύ της εισφοράς αυτής και της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως στο συγκεκριμένο κράτος μέλος «προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι [...] η εν λόγω εισφορά αντικαθιστά εν μέρει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που επιβάρυναν υπερβολικά τους χαμηλούς και μεσαίους μισθούς [...]» (29). Παρά ταύτα, προκύπτει, τόσο από το συγκεκριμένο χωρίο όσο και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε παρομοίως στην έτερη απόφασή του που εκδόθηκε την ίδια ημέρα (σχετικά με τη CRDS), ότι δεν απαιτείται να πληρούται μια τέτοια προϋπόθεση για τη θεμελίωση αμέσου και αρκούντως ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ μιας κοινωνικής εισφοράς και της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως. Ιδίως, φρονώ ότι, κατ’ αρχήν, η απάντηση στο ερώτημα εάν ο κανονισμός 1408/71 έχει εφαρμογή σε εισφορά που επιβάλλει κράτος μέλος δεν εξαρτάται από τη φύση των κοινωνικών εισφορών που το εν λόγω κράτος μέλος επέβαλε στο παρελθόν. Ο σκοπός του συντονισμού που επιδιώκει ο κανονισμός 1408/71 θα υπονομευόταν σε περίπτωση που ο κανονισμός αυτός ετύγχανε εφαρμογής μόνον επί επιβαρύνσεων που θεσπίστηκαν προς αντικατάσταση προϋπαρχουσών κοινωνικών εισφορών.

 Έχει σημασία το γεγονός ότι οι επίμαχες εισφορές επιβάλλονται επί εισοδημάτων που δεν συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας;

32.      Στο σημείο αυτό θα εξετάσω το κεντρικό επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, ήτοι ότι οι εισφορές που επιβάλλονται επί εισοδημάτων που δεν συνδέονται με παρελθούσα ή τρέχουσα επαγγελματική δραστηριότητα δεν μπορούν να έχουν άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.

33.      Ούτε στο άρθρο 4 ούτε στο άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 γίνεται διάκριση βάσει της φύσεως του εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται κοινωνική εισφορά.

34.      Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου 48 ΣΛΕΕ, ήτοι τη συμβολή στην κατοχύρωση της κατά το δυνατόν ευρύτερης ελευθερίας κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων (30). Όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71, η απαγόρευση της σωρεύσεως νομοθεσιών κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν θα αντιμετωπίσουν, λόγω της εφαρμογής πλειόνων αλληλεπικαλυπτόμενων νομοθεσιών, οποιαδήποτε περιπλοκή που θα τους εμπόδιζε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ελεύθερης κυκλοφορίας (31).

35.      Κατά την άποψή μου, εισφορές όπως οι επίμαχες αποτελούν εξίσου εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων όπως η CSG και η CRDS που επιβάλλονται επί εισοδημάτων από επαγγελματική δραστηριότητα ή επί υποκατάστατων εισοδημάτων.

36.      Αφενός, το κράτος μέλος εργασίας δύναται επίσης να επιβάλει κοινωνικές εισφορές επί των εισοδημάτων από περιουσία. Βάσει των στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι πράγματι αυτή η περίπτωση συντρέχει στην κύρια δίκη: η ισόβια πρόσοδος που έλαβε ο G. de Ruyter από το 1997 έως το 2004 περιλαμβανόταν στη βάση υπολογισμού των κοινωνικών εισφορών που κατέβαλε στις Κάτω Χώρες. Κατά την άποψή μου, το ενδεχόμενο να υπόκειται κανείς σε δύο κοινωνικές επιβαρύνσεις επί του αυτού εισοδήματος σε δύο κράτη μέλη δύναται σαφώς να αποθαρρύνει έναν εργαζόμενο, όπως ο G. De Ruyter, από το να συνεχίσει να εργάζεται στις Κάτω Χώρες, κατόπιν της μετοικήσεώς του στη Γαλλία (32).

37.      Αφετέρου, ακόμη και αν το κράτος μέλος εργασίας δεν επιβάλλει κοινωνικές εισφορές επί εισοδημάτων από περιουσία, η άνιση μεταχείριση παραμένει.

38.      Εν προκειμένω, υπενθυμίζω ότι η αρχή της εφαρμογής της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους αποσκοπεί στην κατά το δυνατόν αποτελεσματική διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των εργαζομένων που εργάζονται στο έδαφος κράτους μέλους (33).

39.      Στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η απαίτηση οι εργαζόμενοι που είναι ασφαλισμένοι στο κράτος μέλος εργασίας τους να χρηματοδοτούν επιπλέον, έστω και μερικώς μόνο, το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους διαμονής τους συνεπάγεται άνιση μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71, καθώς όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του εν λόγω κράτους υποχρεούνται να συμβάλουν μόνο στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του τελευταίου (34). Η άνιση μεταχείριση αυτού του είδους συνιστά αυτή καθεαυτήν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ως προς την οποία καμία δικαιολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή, κατά την εν λόγω διάταξη (35).

40.      Το σκεπτικό αυτό δύναται να εφαρμοστεί επί των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης κοινωνικών εισφορών. Οι εισφορές αυτές, που επιβάλλονται στο σύνολο των φορολογικών κατοίκων Γαλλίας, ανεξαρτήτως του εάν υπόκεινται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως σε άλλο κράτος μέλος, περιάγουν τους κατοίκους που εργάζονται σε άλλο κράτος μέλος σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με αυτούς που εργάζονται και διαμένουν στη Γαλλία και, επομένως, συνεισφέρουν μόνο στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως σε αυτό το κράτος μέλος (και ενδέχεται το κράτος μέλος εργασίας να αντισταθμίζει τη μη υποβολή κοινωνικών επιβαρύνσεων επί των εισοδημάτων από περιουσία με την υποβολή υψηλότερων εισφορών επί άλλων ειδών εισοδημάτων∙ ή απλά να προσφέρει χαμηλότερες παροχές, εντός του συνολικού συστήματός του κοινωνικής ασφαλίσεως).

41.      Περαιτέρω, ναι μεν ο κανονισμός 1408/71 αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών και των μη μισθωτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην όμως η άσκηση (είτε παρούσα είτε παρελθούσα) επαγγελματικής δραστηριότητας είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση εάν ένα πρόσωπο εμπίπτει στον εν λόγω κανονισμό.

42.      Κατά πάγια νομολογία, ένα πρόσωπο είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, εάν καλύπτεται, έστω και έναντι ενός μόνο κινδύνου, υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς, από ένα γενικό ή ειδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού, ανεξαρτήτως της υπάρξεως σχέσεως εργασίας (36).

43.      Απαιτείται συνέπεια κατά τον καθορισμό του καθ’ ύλην και του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Η έννοια της «νομοθεσίας» κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι΄, περιλαμβάνει το σύνολο των μέτρων των οποίων ο σκοπός συνίσταται ειδικώς στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, φρονώ ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει παρά ταύτα διάκριση βάσει της φύσεως των εισοδημάτων επί των οποίων βασίζεται η χρηματοδότηση αυτή. Φρονώ ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα προέκυπταν αντιθέσεις στο επίπεδο της προστασίας που παρέχεται με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 σε πρόσωπα που κυκλοφορούν (ή σκοπεύουν να κυκλοφορήσουν) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάλογα με το εάν το συνολικό τους εισόδημα προέρχεται από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, από περιουσία ή από τον συνδυασμό αμφοτέρων.

 Η αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίσουν την κοινωνική ασφάλιση και τη φορολογία

44.      Δεν συμφωνώ με την παρατήρηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 επί των επίμαχων κοινωνικών εισφορών συνιστά εισπήδηση στην αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τη χρηματοδότηση των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως ή στη φορολογική αρμοδιότητά τους.

45.      Τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφώνονται με το δίκαιο της Ένωσης, όταν ασκούν την αρμοδιότητά τους οργανώσεως των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως (37). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση αφορά τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως μέσω της φορολογίας δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως των περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων διατάξεων (38).

46.      Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας A. La Pergola στις προτάσεις του στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (39), το συμπέρασμα αυτό δεν θέτει εν αμφιβόλω την ελευθερία των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως μέσω δημοσιονομικών μέτρων. Αντιθέτως, αφορά τη φορολογική αρμοδιότητα μόνο στον βαθμό που αυτή θίγει το εισόδημα των διακινουμένων εργαζομένων ή, ευρύτερα, του συνόλου των υπηκόων κράτους μέλους που, κατά την άσκηση μιας εκ των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες, υπόκεινται ή υπέκειντο στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως ενός η περισσοτέρων κρατών μελών.

47.      Επιπροσθέτως, δεν συμμερίζομαι την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η εφαρμογή του σκεπτικού του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας στις επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης κοινωνικές εισφορές συνεπάγεται απαραιτήτως ότι όποιος φόρος συμβάλλει στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως παρουσιάζει άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως (η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα αυτό ειδικώς στο πλαίσιο των φόρων καταναλώσεως).

48.      Αφενός, μόνον επιβαρύνσεις που χρησιμοποιούνται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως λογίζονται ως τμήμα της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους, με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή επ’ αυτών η απαγόρευση της σωρεύσεως νομοθεσιών κατά τον κανονισμό 1408/71. Το γεγονός και μόνον ότι τμήμα των εσόδων από έναν φόρο συμβάλλει στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αρκεί, επομένως, προκειμένου ο εν λόγω φόρος να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού (40).

49.      Αφετέρου, φρονώ ότι δεν υφίσταται ενδεχόμενο υπάρξεως άμεσου και αρκούντως ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ ενός φόρου καταναλώσεως που επιβάλλεται σε κράτος μέλος και της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους αυτού, ακόμη και αν ο φόρος αυτός χρησιμοποιείται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως (41). Δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς από το γεγονός και μόνο ότι πρόσωπο ασφαλισμένο σε ένα κράτος μέλος υπόκειται σε φόρους καταναλώσεως άλλου κράτους μέλους που χρησιμοποιούνται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής του ασφαλίσεως θα προέκυπταν περιπλοκές σε βάρος του προσώπου αυτού.

50.      Αντιθέτως προς τους φόρους εισοδήματος, οι φόροι καταναλώσεως επιβάλλονται από το κράτος για την προμήθεια εμπορευμάτων και υπηρεσιών στο έδαφός του, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας και του τόπου εργασίας του καταναλωτή. Συνεπώς, εάν ένα πρόσωπο, όπως ο G. de Ruyter, προμηθευτεί εμπορεύματα ή υπηρεσίες στο γαλλικό έδαφος, από την προμήθεια αυτή απορρέει κατ’ αρχήν υποχρέωση καταβολής φόρων καταναλώσεως αποκλειστικά στη Γαλλία, ακόμη και αν το εν λόγω πρόσωπο εργάζεται (και είναι ασφαλισμένο) σε άλλο κράτος μέλος.

51.      Τούτο είναι σαφές στο πλαίσιο του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων καταναλώσεως, οι οποίοι διέπονται από ειδικά καθεστώτα της Ένωσης, που αποσκοπούν στην αποφυγή της διπλής φορολογήσεως (42). Ωστόσο, γενικότερα, η επιβολή φόρου καταναλώσεως επί των εξόδων προμήθειας υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί, κατά την άποψή μου, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών εντός της Ένωσης και, ως εκ τούτου, κατ’ αρχήν απαγορεύεται, ακόμη και στην περίπτωση που επιβάλλεται σε ομοειδείς εγχώριες υπηρεσίες (43). Παρομοίως, φρονώ ότι δύσκολα μπορεί κράτος μέλος να επιβάλει φόρο καταναλώσεως επί των εξόδων προμήθειας εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να παραβιάζει την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου με εισαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, εάν ουδεμία επιβάρυνση αυτού του είδους επιβάλλεται σε ομοειδή εγχώρια προϊόντα (44). Ακόμη και αν επιβαλλόταν ισοδύναμη επιβάρυνση επί της προμήθειας ομοειδών εμπορευμάτων στην ημεδαπή, ο φόρος καταναλώσεως θα συνεπαγόταν αναγκαίως την υποχρέωση του καταναλωτή να δηλώσει την αγορά των εν λόγω εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος. Τούτο θα περιέπλεκε περαιτέρω την προμήθεια εμπορευμάτων στην αλλοδαπή. Επομένως, είναι πιθανό να χαρακτηριζόταν ως μέτρο ισοδύναμο με περιορισμό εισαγωγής, το οποίο δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 34 ΣΛΕΕ (45).

52.      Εν συνόψει: μολονότι η επιβολή κοινωνικών εισφορών όπως οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδέχεται να οδηγήσει σε περιπλοκές σε βάρος του G. de Ruyter, καθώς είναι ασφαλισμένος στις Κάτω Χώρες, (46) δεν ισχύει το ίδιο για φόρους καταναλώσεως που του επιβάλλονται κατά την προμήθεια εμπορευμάτων ή υπηρεσιών στη Γαλλία. Δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς είναι δυνατόν προμήθειες αυτού του είδους να υπόκεινται νομίμως σε συμπληρωματικούς φόρους καταναλώσεως σε άλλο κράτος μέλος.

53.      Γενικότερα, αντιθέτως προς τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται επί εισοδημάτων, οι φόροι καταναλώσεως οφείλονται (επιπλέον της καθαρής τιμής) λόγω της προμήθειας εμπορεύματος ή υπηρεσίας. Η απαλλαγή όσων είναι ασφαλισμένοι και υπόκεινται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους Α από την υποχρέωση καταβολής των φόρων καταναλώσεως που επιβάλλει το κράτος μέλος Β, και αποσκοπούν ειδικώς στη χρηματοδότηση του συστήματός του κοινωνικής ασφαλίσεως, θα παρείχε κίνητρο προμήθειας των εν λόγω εμπορευμάτων και υπηρεσιών στο κράτος μέλος Β αντί του κράτους μέλους Α. Το ανταγωνιστικό μειονέκτημα που προκύπτει για τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά του κράτους μέλους Α (τουλάχιστον στην περίπτωση που υπόκεινται εκεί σε παρόμοιους φόρους καταναλώσεως) δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τη λογική και το πνεύμα της εσωτερικής αγοράς.

 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71

54.      Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι, αν υποτεθεί ότι οι επίμαχες εισφορές διέπονται από τον κανονισμό 1408/71, η επιβολή τους θα ήταν αντίθετη προς τη διάταξη αυτή μόνο στην περίπτωση που η ισόβια πρόσοδος που έλαβε ο G. de Ruyter υπέκειτο επίσης σε εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στις Κάτω Χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό του G. de Ruyter ότι κατέβαλε κοινωνικές εισφορές επί της ισόβιάς του προσόδου στις Κάτω Χώρες (47). Επίσης, επικαλείται την υπόθεση Piatkowski, στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε εάν συγκεκριμένα εισοδήματα υπέκειντο σε κοινωνικές εισφορές σε δύο κράτη μέλη (48).

55.      Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.

56.      Αληθεύει μεν ότι η επιβολή κοινωνικών εισφορών επί του αυτού εισοδήματος σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη ρυθμίζεται από τη διάταξη αυτή (49). Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας δεν περιορίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Εφόσον ένα πρόσωπο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, η διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 1, που απαγορεύει τη σώρευση των συστημάτων είναι απόλυτος κανόνας, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπουν τα άρθρα 14γ και 14στ (50). Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, όποιος εργάζεται στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία μόνο του κράτους αυτού, ακόμη και αν διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως τονίζεται ότι ο G. de Ruyter εργάζεται στις Κάτω Χώρες, αλλά διαμένει στη Γαλλία. Συνεπώς, θα έπρεπε να υπόκειται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως μόνο των Κάτω Χωρών.

57.      Συνεπώς, εάν υποτεθεί (όπως συμπέρανα ανωτέρω) ότι οι επίμαχες κοινωνικές εισφορές εμφανίζουν άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη γαλλική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως, προκειμένου να τύχει εφαρμογής ο κανονισμός 1408/71, η επιβολή τους στον G. de Ruyter θα συνεπαγόταν παραβίαση της απαγορεύσεως της σωρεύσεως νομοθεσιών κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθώς και του κανόνα συγκρούσεως που τίθεται με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού (51). Επομένως, είναι άνευ σημασίας εάν η ισόβια πρόσοδος που έλαβε ο G. de Ruyter στις Κάτω Χώρες υπέκειτο πράγματι σε κοινωνικές εισφορές εκεί.

58.      Το συμπέρασμα αυτό δεν δύναται να αντικρουσθεί με την επίκληση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Piatkowski. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την ειδική περίπτωση ενός προσώπου που εργαζόταν ταυτοχρόνως ως μισθωτός σε ένα κράτος μέλος και ως μη μισθωτός σε άλλο κράτος μέλος. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ένα τέτοιο πρόσωπο υπόκειται (αντιθέτως προς τον G. de Ruyter) ταυτοχρόνως στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως αμφοτέρων των κρατών μελών: επομένως, οφείλει κατ’ αρχήν να καταβάλλει τόσες εισφορές όσες ενδεχομένως απαιτούνται από αυτόν κατά τη νομοθεσία εκάστου κράτους μέλους (52). Ωστόσο, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η ερμηνεία του άρθρου 14γ, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 υπό την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή διπλών εισφορών επί του αυτού εισοδήματος θα οδηγούσε στη δυσμενή μεταχείριση των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και, επομένως, θα ήταν σαφώς αντίθετη προς τον σκοπό του κανονισμού αυτού (53).

 Πρόταση

59.      Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Conseil d’État:

Εισφορές επί εισοδημάτων από περιουσία, όπως η γενική εισφορά κοινωνικής ασφαλίσεως επί εισοδημάτων από περιουσία (CSG), η εισφορά για την εξόφληση του κοινωνικοασφαλιστικού χρέους (CRDS), η κοινωνική επιβάρυνση 2 % και η πρόσθετη εισφορά επί της επίμαχης στην κύρια δίκη επιβαρύνσεως παρουσιάζουν άμεσο και αρκούντως ουσιώδη σύνδεσμο με τη γαλλική νομοθεσία που διέπει τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε. Συνεπώς, εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 —      Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, σ. 1), και περαιτέρω τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 392, σ. 1). Ο κανονισμός 1408/71 αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1). Ωστόσο, ο κανονισμός 1408/71 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης.


3 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑34/98, EU:C:2000:84) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑169/98, EU:C:2000:85).


4 —      Οι συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος καλύπτουν ιδίως μισθούς και ημερομίσθια, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας.


5 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψεις 36 και 37) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψεις 34 και 35).


6 —      Τα άρθρα 14, 14γ, 14στ και 17 του κανονισμού 1408/71 είναι άνευ σημασίας στην παρούσα υπόθεση.


7 —      Εν προκειμένω, παρατίθενται οι διατάξεις του γαλλικού Γενικού Φορολογικού Κώδικα και του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, οι οποίες κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου τυγχάνουν εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης.


8 —      Η ισόβια πρόσοδος εξ επαχθούς αιτίας αποτελεί αντικείμενο συμβάσεως ασφαλίσεως, κατά την οποία ο δικαιούχος, καταβάλλοντας εφάπαξ ορισμένο ποσό, αποκτά αξίωση επί σειράς μελλοντικών τακτικών πληρωμών εκ μέρους του ασφαλιστή, οι οποίες πραγματοποιούνται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (παραδείγματος χάριν, μέχρι τον θάνατο του δικαιούχου).


9 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85).


10 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψη 19) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 18).


11 —      Βλ., εντελώς πρόσφατα, απόφαση Salgado González (C‑282/11, EU:C:2013:86, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


12 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Blanckaert (C‑512/03, EU:C:2005:516, σκέψη 49).


13 —      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Terhoeve (C‑18/95, EU:C:1999:22, σκέψη 51) και Derouin (C‑103/06, EU:C:2008:185, σκέψεις 26 και 27).


14 —      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Decker (C‑120/95, EU:C:1998:167, σκέψη 23)∙ Kohll (C‑158/96, EU:C:1998:171, σκέψη 19)∙ Derouin (EU:C:2008:185, σκέψη 25), καθώς και Stewart (C‑503/09, EU:C:2011:500, σκέψη 77).


15 —      Βλ., ειδικότερα, τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71. Βλ., επίσης, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑68/99, EU:C:2001:137, σκέψεις 22 και 23)∙ Piatkowski (C‑493/04, EU:C:2006:167, σκέψεις 19 και 20), καθώς και Nikula (C‑50/05, EU:C:2006:493, σκέψη 20).


16 —      Αποφάσεις Belbouab (10/78, EU:C:1978:181, σκέψη 5)∙ Hosse (C‑286/03, EU:C:2006:125, σκέψη 24)∙ Hudzinski και Wawrzyniak (C‑611/10 και C‑612/10, EU:C:2012:339, σκέψη 53), καθώς και da Silva Martins (C‑388/09, EU:C:2011:439, σκέψη 70).


17 —      Απόφαση Luijten (60/85, EU:C:1986:307, σκέψη 14).


18 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Kits van Heijningen (C‑2/89, EU:C:1990:183, σκέψη 12). Βλ., επίσης, απόφαση Partena (C‑137/11, EU:C:2012:593, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


19 —      Αποφάσεις Perenboom (102/76, EU:C:1977:71, σκέψη 13) και Aldewereld (C‑60/93, EU:C:1994:271, σκέψη 26).


20 —      Ο ορισμός της «νομοθεσίας» στο άρθρο 1, στοιχείο ι΄, είναι αξιοσημείωτος για το εύρος του. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Bozzone (87/76, EU:C:1977:60, σκέψη 10).


21 —      Αποφάσεις Rheinhold & Mahla (C‑327/92, EU:C:1995:144, σκέψεις 15 και 23)∙ Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψη 35), καθώς και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 33).


22 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψη 40)∙ Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 38), καθώς και Allard (C‑249/04, EU:C:2005:329, σκέψη 16).


23 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψεις 37 και 38) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 35).


24 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψη 34) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 32).


25 —      Βλ. σημείο 14 ανωτέρω.


26 —      Βλ. την παρατιθέμενη ανωτέρω στις υποσημειώσεις 15 έως 19 νομολογία.


27 —      Συναφώς, βλ. την επισκόπηση των αρχών που διέπουν τη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στα διάφορα κράτη μέλη, η οποία είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Συστήματος Αμοιβαίας Πληροφόρησης για την Κοινωνική Προστασία της Ένωσης (MISSOC): www.missoc.org/MISSOC/INFORMATIONBASE/COMPARATIVETABLES/MISSOCDATABASE/comparativeTableSearch_PREVIOUS.jsp (όπως αυτός είχε στις 25 Αυγούστου 2014).


28 —      Απόφαση Perez Naranjo (C‑265/05, EU:C:2007:26, σκέψη 41), στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε εάν το γεγονός ότι με τη CSG χρηματοδοτήθηκε το Fonds de solidarité vieillesse (Ταμείο Αλληλεγγύης Γήρατος) συνεπάγεται ότι ένα καταβαλλόμενο από το εν λόγω Ταμείο επίδομα έπρεπε να χαρακτηριστεί ειδική παροχή μη βασιζόμενη στην καταβολή εισφοράς.


29 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψη 36).


30 —      Βλ. σημείο 25 ανωτέρω.


31 —      Αποφάσεις Kits van Heijningen (EU:C:1990:183, σκέψη 12) και Allard (EU:C:2005:329, σκέψη 28), καθώς και διάταξη Vogler (C‑242/99, EU:C:2000:582, σκέψη 26). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑34/98, EU:C:1999:392, σημείο 24).


32 —      Κατά πάγια νομολογία, υπήκοος της Κοινότητας που εργάζεται, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας και της ιθαγένειάς του, σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της κατοικίας του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Ritter-Coulais (C‑152/03, EU:C:2006:123,σκέψη 31)∙ Renneberg (C‑527/06, EU:C:2008:566, σκέψη 36), καθώς και S (C‑457/12, EU:C:2014:136, σκέψη 39). Θα ήθελα να προσθέσω ότι, κατά πάγια νομολογία, απαγορεύονται ακόμη και επουσιώδεις περιορισμοί της ελευθερίας αυτής, εκτός και αν δικαιολογούνται. Βλ., όλως προσφάτως, απόφαση Zentralbetriebsrat der gemeinnützigen Salzburger Landeskliniken Betriebs (C‑514/12, EU:C:2013:799, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


33 —      Δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71.


34 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψεις 45 έως 48) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψεις 42 έως 45).


35 —      Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:84, σκέψεις 47 και 48) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (EU:C:2000:85, σκέψεις 44 και 45).


36 —      Αποφάσεις Pierik (182/78, EU:C:1979:142, σκέψεις 4 και 7)∙ Martínez Sala (C‑85/96, EU:C:1998:217, σκέψη 36)∙ Dodl και Oberhollenzer (C‑543/03, EU:C:2005:364, σκέψη 31), καθώς και Borger (C‑516/09, EU:C:2011:136, σκέψη 28). Ο κανονισμός 883/2004, ο οποίος κατάργησε τον κανονισμό 1408/71, κωδικοποιεί τη νομολογία αυτή, ορίζοντας ότι εφαρµόζεται στους υπηκόους κράτους µέλους, τους ανιθαγενείς και τους πρόσφυγες που κατοικούν σε κράτος µέλος και «υπάγονται ή είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων κρατών µελών καθώς και στα µέλη της οικογένειάς τους και στους επιζώντες τους» (άρθρο 2, παράγραφος 1).


37 — Βλ. σημείο 24 ανωτέρω.


38 —      Βλ., αναλογικώς, απόφαση Terhoeve (EU:C:1999:22, σκέψη 35).


39 — EU:C:1999:392, σημείο 2.


40 —      Το σκεπτικό αυτό δύναται να εφαρμοστεί, παραδείγματος χάριν, επί του επιβαλλομένου στη Γαλλία ΦΠΑ. Βάσει των στοιχείων που επικαλέστηκε η Γαλλική Κυβέρνηση, το 7,85 % των εσόδων από τον φόρο αυτόν συμβάλλει στη χρηματοδότηση της ασφαλίσεως ασθενείας, της ασφαλίσεως μητρότητας, της ασφαλίσεως αναπηρίας και της ασφαλίσεως θανάτου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.


41 —      Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι φόροι επί των συμβάσεων ασφαλίσεως ασθενείας ή δευτερεύουσας ασφαλίσεως, επί των στοιχημάτων και των τυχερών παιγνίων στον τομέα του αθλητισμού, επί του καπνού, καθώς επί των αλκοολούχων ποτών και των αναψυκτικών συμβάλλουν, επίσης, στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως στη Γαλλία.


42 —      Βλ. αιτιολογική σκέψη 62 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1), καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31, και άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12). Ομολογουμένως, ο οφειλόμενος στο πλαίσιο «ενδοκοινοτικής προμήθειας» ΦΠΑ καταβάλλεται από τον φορολογούμενο πελάτη στο κράτος μέλος αφίξεως των εμπορευμάτων, ήτοι όπου έχει την εγκατάστασή του ο εν λόγω πελάτης. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, δεν καταβάλλεται ΦΠΑ στο κράτος μέλος αγοράς των εμπορευμάτων. Επομένως, κανονικά ουδείς κίνδυνος διπλής φορολογήσεως υφίσταται (βλ. άρθρα 40 έως 42 της οδηγίας 2006/112).


43 —      Από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν απορρέει μόνον η υποχρέωση εξαλείψεως κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, αλλά και η κατάργηση οποιουδήποτε περιορισμού, ακόμη και αν έχει εφαρμογή αδιακρίτως τόσο σε ημεδαπούς παρόχους υπηρεσιών όσο και σε παρόχους από άλλα κράτη μέλη, ο οποίος δύναται να αποκλείσει, να παρεμποδίσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες παρόχου υπηρεσιών εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, όπου παρέχει νομίμως παρόμοιες υπηρεσίες. Βλ., όλως προσφάτως, απόφαση Duomo Gpa κ.λπ. (C‑357/10 έως C‑359/10, EU:C:2012:283, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


44 —      Άρθρο 28, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η απαγόρευση εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, καθώς και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος αφορά κάθε επιβάρυνση λόγω ή επ’ ευκαιρία της εισαγωγής που πλήττει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν κατ’ αποκλεισμό του ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος, με αποτέλεσμα τη μεταβολή της τιμής του εν λόγω προϊόντος. Βλ. αποφάσεις Capolongo (77/72, EU:C:1973:65, σκέψη 12) και Compagnie commerciale de l’Ouest κ.λπ. (C‑78/90 έως C‑83/90, EU:C:1992:118, σκέψη 23).


45 —      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (154/85, EU:C:1987:292, σκέψη 12).


46 — Βλ. σημεία 35 έως 40 ανωτέρω.


47 —      Πρόκειται για πραγματικό ζήτημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί, επί της ουσίας, από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο. Τούτου δοθέντος, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, πράγματι, επιβλήθηκαν κοινωνικές εισφορές επί της επίμαχης ισόβιας προσόδου στις Κάτω Χώρες: βλ. σημείο 36 ανωτέρω.


48 —      Απόφαση Piatkowski (EU:C:2006:167).


49 —      Βλ. σημείο 26 ανωτέρω.


50 — Βλ. σημεία 37 έως 40 ανωτέρω.


51 —      Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας J.-P. Warner στις προτάσεις του στην υπόθεση Perenboom (102/76, EU:C:1977:57), «ουδέν κράτος μέλος πέραν αυτού του οποίου η νομοθεσία […] τυγχάνει εφαρμογής [κατά τον κανονισμό 1408/71] δύναται να επιβάλει εισφορές στον οικείο εργαζόμενο».


52 —      Άρθρο 14γ, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71. Βλ. απόφαση Piatkowski (EU:C:2006:167, σκέψη 22). Βλ., επίσης, απόφαση de Jaeck (C‑340/94, EU:C:1997:43, σκέψη 39).


53 —      Απόφαση Piatkowski (EU:C:2006:167, σκέψη 27).