Language of document : ECLI:EU:C:2012:400

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PAOLO MENGOZZI

της 28ης Ιουνίου 2012 (1)

Υπόθεση C‑215/11

Iwona Szyrocka

κατά

SiGer Technologie GmbH

[αίτηση του Sąd Okręgowy we Wrocławiu (Πρωτοδικείο Περιφέρειας Wrocław)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός 1896/2006 – Τυπικές προϋποθέσεις της αιτήσεως – Χρονικό διάστημα για το οποίο δύνανται να ζητηθούν τόκοι επί της απαιτήσεως – Χρονικό διάστημα εκτεινόμενο έως την ημερομηνία καταβολής»





I –    Εισαγωγή

1.        Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως το Sąd Okręgowy we Wrocławiu υποβάλλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως περί της ερμηνείας του κανονισμού (EΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (στο εξής: κανονισμός) (2).

II – Ρυθμιστικό πλαίσιο

 Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση

2.        Το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει:

«1. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί

α)       στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης διαφορών για διασυνοριακές υποθέσεις όσον αφορά μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις, με τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, και

β)      στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής σε όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση ελαχίστων κανόνων η τήρηση των οποίων καθιστά περιττές τυχόν ενδιάμεσες διαδικασίες στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την αναγνώριση και την εκτέλεση.

2. Ο αιτών δεν κωλύεται από τον παρόντα κανονισμό να επιδιώξει την ικανοποίηση αξίωσης κατά την έννοια του άρθρου 4, κάνοντας χρήση άλλης διαδικασίας προβλεπόμενης από το δίκαιο κράτους μέλους ή από το κοινοτικό δίκαιο».

3.        Το άρθρο 4 του κανονισμού ορίζει:

«Η διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής θεσπίζεται για την είσπραξη χρηματικών αξιώσεων οι οποίες είναι εκκαθαρισμένες και απαιτητές κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής».

4.        Το άρθρο 7 του κανονισμού ορίζει:

«1. Η αίτηση για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής υποβάλλεται με το τυποποιημένο έντυπο Α που παρατίθεται στο Παράρτημα Ι.

2. Η αίτηση περιλαμβάνει:

[…]

β)      το ποσό της αξίωσης, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, των τόκων και των συμβατικών κυρώσεων και εξόδων·

γ)      εάν ζητούνται τόκοι επί της αξίωσης, το επιτόκιο και τη χρονική περίοδο για την οποία ζητούνται τόκοι, εκτός εάν προστίθενται στο κεφάλαιο νόμιμοι τόκοι αυτοδίκαια σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης·

δ)      την αιτία της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση και, ενδεχομένως, των αιτουμένων τόκων·

ε)      την περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν την αξίωση·

[…]

3. Στην αίτηση, ο αιτών δηλώνει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, καθόσον είναι σε θέση να γνωρίζει, και αναγνωρίζει ότι οιαδήποτε σκόπιμη ψευδής δήλωση δύναται να επισύρει αντίστοιχες κυρώσεις βάσει του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης.

[…]»

5.        Το άρθρο 8 του κανονισμού ορίζει:

«Το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής εξετάζει, το συντομότερο δυνατό και με βάση το έντυπο αίτησης, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3, 4, 6 και 7 και αν η αξίωση φαίνεται ότι είναι βάσιμη. Η εξέταση αυτή μπορεί να λαμβάνει τη μορφή αυτοματοποιημένης διαδικασίας».

6.        Το άρθρο 9 του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 και εάν δεν πρόκειται για αξίωση προδήλως αβάσιμη ή αίτηση απαράδεκτη, το δικαστήριο παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση. Το δικαστήριο χρησιμοποιεί το τυποποιημένο έγγραφο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ.

2. Όταν το δικαστήριο καλεί τον αιτούντα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση, τάσσει την προθεσμία την οποία κρίνει κατάλληλη υπό τις περιστάσεις. Το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τη διακριτική του ευχέρεια».

7.        Το άρθρο 12 του κανονισμού ορίζει:

«1. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8, το δικαστήριο εκδίδει, το συντομότερο δυνατό […] ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής δια του τυποποιημένου εντύπου Ε που παρατίθεται στο Παράρτημα V.

[…]

3. Με την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, γνωστοποιείται στον καθού ότι έχει τις εξής δυνατότητες επιλογής:

α)      να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό το οποίο ορίζεται στη διαταγή·

ή

β)      να αντιταχθεί στη διαταγή με την κατάθεση δήλωσης αντιρρήσεων στο δικαστήριο προέλευσης […].

4. Στην ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, ο καθού ενημερώνεται ότι:

α)      η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε ο αιτών και δεν επαληθεύτηκαν από το δικαστήριο·

β)      η διαταγή θα καταστεί εκτελεστή εκτός εάν έχει κατατεθεί δήλωση αντιρρήσεων στο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 16·

γ)      στην περίπτωση που έχει υποβληθεί δήλωση αντιρρήσεων, η διαδικασία συνεχίζεται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πολιτικής δικονομίας, εκτός εάν ο αιτών έχει ζητήσει ρητά να λήξει η διαδικασία σε αυτή την περίπτωση.

[…]»

8.        Το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού ορίζει:

«3. Ο καθού δηλώνει στη δήλωση αντιρρήσεων ότι αμφισβητεί την αξίωση, χωρίς να πρέπει να προσδιορίζει τους σχετικούς λόγους».

9.        Το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού παρέχει την ακόλουθη διευκρίνιση:

«1. Σε περίπτωση υποβολής δήλωσης αντιρρήσεων εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 16, παράγραφος 2, προθεσμίας, η διαδικασία συνεχίζεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πολιτικής δικονομίας, εκτός εάν ο αιτών έχει ζητήσει ρητά να λήξει η διαδικασία σε αυτή την περίπτωση».

10.      Το άρθρο 25 του κανονισμού ορίζει:

«1. Τα συνδυασμένα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας για την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής και της τακτικής διαδικασίας που ακολουθεί σε περίπτωση υποβολής δήλωσης αντιρρήσεων κατά της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σε κράτος μέλος, δεν υπερβαίνουν τα δικαστικά έξοδα τακτικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής στο εν λόγω κράτος μέλος.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν τα καταβλητέα στο δικαστήριο έξοδα και τέλη, το ποσό των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο».

11.      Το άρθρο 26 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σχέση με το εθνικό δικονομικό δίκαιο», ορίζει:

«Όλα τα δικονομικά ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ρητά με τον παρόντα κανονισμό διέπονται από το εθνικό δίκαιο».

 Η εθνική κανονιστική ρύθμιση

12.      Το Sąd Okręgowy di Wrocław παραθέτει στη διάταξή του περί παραπομπής πολυάριθμες διατάξεις του πολωνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής: πΚΠολΔ), οι οποίες ενδέχεται να έχουν σημασία στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, όπως τα άρθρα 126, 128 και 187, παράγραφος 1, τα οποία καθορίζουν το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων και των δικαστικών αιτήσεων και ορίζουν τις πράξεις οι οποίες πρέπει να κατατίθενται στο δικαστήριο για τις ανάγκες κοινοποιήσεώς τους στον αντίδικο, καθώς και τα άρθρα 130, παράγραφος 1, και 394, παράγραφος 1, σημείο 1, τα οποία καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται στην περίπτωση κατά την οποία η υποβληθείσα αίτηση ενέχει τυπικές πλημμέλειες, καθώς και τους τρόπους προσβολής των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται συναφώς.

13.      Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει επίσης το άρθρο 481, παράγραφος 1, του πΚΠολΔ, βάσει του οποίου, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος στην εκπλήρωση χρηματικής παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τόκους υπερημερίας, ακόμη και αν δεν υπέστη ζημία και η υπερημερία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται ο οφειλέτης (3), καθώς και το άρθρο 190 του πΚΠολΔ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα δικαστικής επιδιώξεως αξιώσεων για μέλλουσες περιοδικές παροχές, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τη μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση.

III – Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα

14.      Η Iwona Szyrocka, κάτοικος Πολωνίας, υπέβαλε την 23η Φεβρουαρίου 2011 ενώπιον του Sąd Okręgowy we Wrocławiu αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής κατά της εταιρείας SiGer Technologie GmbH, με έδρα το Tangermünde (Γερμανία).

15.      Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας ανέκυψαν τα ακόλουθα ζητήματα:

–        Κατά την εξέταση που προηγείται της εκδόσεως διαταγής πληρωμής, συμφώνως προς το άρθρο 8 του κανονισμού, ελέγχεται ομοίως η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από την κανονιστική ρύθμιση του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ή αποκλειστικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό (4);

–        Πρέπει η αξίωση για την καταβολή τόκων υπερημερίας να είναι απαιτητή ήδη κατά την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής;

–        Οφείλει ο αιτών να προσδιορίζει με την εκάστοτε αίτησή του το ποσό των τόκων; Δύναται αυτός να απαιτήσει την καταβολή των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων, ήτοι των τόκων έως το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα πραγματοποιηθεί η εκπλήρωση της χρηματικής παροχής που αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως;

–        Με ποιον τρόπο πρέπει ο δικαστής να επιδικάσει τους εν λόγω τόκους, δεδομένου του περιεχομένου του τυποποιημένου εντύπου (E) για την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής (παράρτημα V του κανονισμού);

16.      Το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώντας ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του κανονισμού, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα οκτώ προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, να δοθεί η ερμηνεία:

α)       ότι ρυθμίζει εξαντλητικώς το ζήτημα των προϋποθέσεων τις οποίες πρέπει να πληροί η αίτηση εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής

ή, αντιθέτως,

β)       ότι ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει κατ’ ελάχιστον να πληροί η εν λόγω αίτηση, ενώ προκειμένου για τις λοιπές τυπικές προϋποθέσεις της αιτήσεως, οι οποίες δεν ρυθμίζονται από τη διάταξη αυτή, τυγχάνει εφαρμογής η εθνική νομοθεσία;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, εάν η αίτηση δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους (επί παραδείγματι, δεν έχει επισυναφθεί στην αίτηση αντίγραφο για τον καθού ή δεν προσδιορίζεται η αξία του αντικειμένου της διαφοράς), πρέπει ο αιτών να κληθεί να συμπληρώσει την αίτηση συμφώνως προς την εθνική κανονιστική ρύθμιση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 του κανονισμού 1896/2006, ή συμφώνως προς το άρθρο 9 του ιδίου κανονισμού;

3)      Πρέπει στο άρθρο 4 του κανονισμού 1896/2006 να δοθεί η ερμηνεία ότι τα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη χαρακτηριστικά της χρηματικής απαιτήσεως, ήτοι ότι αυτή πρέπει να είναι “εκκαθαρισμένη” και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, αφορούν αποκλειστικώς την κύρια απαίτηση ή ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά αφορούν, αντιθέτως, και τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας;

4)      Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1896/2006, ορθώς ερμηνευόμενο, την έννοια ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δίκαιο του κράτους μέλους προελεύσεως δεν προβλέπει την αυτοδίκαιη προσθήκη των τόκων στο κεφάλαιο, είναι δυνατόν, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, να ζητηθούν, πέραν του ποσού της κύριας απαιτήσεως:

α)       όλοι οι τόκοι, συμπεριλαμβανομένων των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων (οι οποίοι υπολογίζονται από της επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα της καταβολής, της οποίας η ακριβής ημερομηνία δεν προσδιορίζεται, επί παραδείγματι “από της 20ής Μαρτίου 2011 έως την ημέρα καταβολής”)·

β)      μόνον οι τόκοι που υπολογίζονται από της επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής·

γ)      μόνον οι τόκοι που υπολογίζονται από της επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως;

5)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, πώς πρέπει να είναι διατυπωμένη, κατά τον κανονισμό 1896/2006, η απόφαση όσον αφορά την αναγραφή των εν λόγω τόκων στο έντυπο της διαταγής πληρωμής;

6)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, ποιος πρέπει να υπολογίσει το ποσό των τόκων, ο αιτών ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως;

7)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, υποχρεούται ο αιτών να αναγράφει στην αίτηση το ύψος των υπολογισθέντων τόκων;

8)      Στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει υπολογίσει τους οφειλόμενους έως την υποβολή της αιτήσεως τόκους, οφείλει το δικαστήριο να προβεί στον εν λόγω υπολογισμό αυτεπαγγέλτως ή πρέπει, αντ’ αυτού, να καλέσει τον αιτούντα να συμπληρώσει την αίτηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού 1896/2006;»

IV – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

17.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Επιτροπή, καθώς και η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση.

18.      Κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 2012 παρενέβησαν η Επιτροπή, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση.

V –    Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

19.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν οι τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής είναι αποκλειστικώς οι οριζόμενες από το άρθρο 7 του κανονισμού ή εάν, αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνονται συναφώς υπόψη και οι πρόσθετες προϋποθέσεις που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία.

20.      Από τη μελέτη των οικείων διατάξεων καθίσταται σαφές ότι η διαδικασία για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής είναι αυτοτελής σε σχέση με ενδεχόμενες ανάλογες διαδικασίες που προβλέπονται από τα εθνικά δίκαια.

21.      Τούτο συνάγεται, κατ’ αρχάς, εκ του γεγονότος ότι η προσφυγή στη διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής αποτελεί, κατά το άρθρο 1 και τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, συμπληρωματικό και προαιρετικό για τον αιτούντα μέσο, το οποίο δεν αντικαθιστά ούτε εναρμονίζει τους προβλεπόμενους από τα εθνικά δίκαια μηχανισμούς ικανοποιήσεως μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων, αλλά λειτουργεί ως πρόσθετη ασπίδα για την προστασία των δικαιωμάτων του.

22.      Ο ενδιαφερόμενος δεν απολλύει επομένως το δικαίωμα να επιτύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής μέσω οιασδήποτε άλλης διαδικασίας η οποία ενδέχεται να προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους ή την κοινοτική νομοθεσία.

23.      Δεύτερον, η εκτίμηση που διατυπώθηκε με το σημείο 20 των προτάσεων επιρρωννύεται από τη δεκάτη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, κατά την οποία το δικαστήριο εκδίδει τη διαταγή πληρωμής βασιζόμενο αποκλειστικώς στις πληροφορίες που ο αιτών παρέχει με το έντυπο του παραρτήματος του κανονισμού, το οποίο συμπληρώνεται με τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 7, χωρίς η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση να προβλέπει τη δυνατότητα συμπληρώσεώς του με προσφυγή σε εξωτερικές πηγές.

24.      Η χρήση τυποποιημένων εντύπων κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας προβλέπεται από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη με σκοπό τη διευκόλυνση της προσβάσεως στην εν λόγω διαδικασία, την εξοικονόμηση κόστους και χρόνου και την ομοιόμορφη επεξεργασία των αιτήσεων.

25.      Το στοιχείο αυτό καθιστά ακόμη σαφέστερη την αυτοτέλεια της ευρωπαϊκής διαδικασίας σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες, καθώς η χρήση των εν λόγω εντύπων καθιστά δυνατή την υπερκέραση των διοικητικών διατυπώσεων και των συνακόλουθων αποκλίσεων που απορρέουν από τους εθνικούς κανόνες, καθώς και την εφαρμογή διαδικασίας η οποία είναι σε γενικές γραμμές όμοια σε όλη την επικράτεια της Ένωσης και, συνεπώς, διακριτή από ανάλογες διαδικασίες που ισχύουν στα κράτη μέλη.

26.      Τέλος, το άρθρο 26 του κανονισμού επιβεβαιώνει περαιτέρω την αυτοτέλεια της ευρωπαϊκής διαδικασίας σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες, καθώς ορίζει ότι το εθνικό δίκαιο τυγχάνει εφαρμογής μόνον επί των δικονομικών ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τον εν λόγω κανονισμό.

27.      Πράγματι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νομοθέτης προκρίνει την εφαρμογή, ως προς ορισμένες ειδικές πτυχές της διαδικασίας, της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως έναντι του κανονισμού το πράττει με ρητή παραπομπή στο εθνικό δίκαιο (5).

28.      Η διάταξη του άρθρου 26 του κανονισμού και οι παραπομπές για τις οποίες έγινε λόγος με το σημείο 27 και την υποσημείωση 5 των προτάσεων θα στερούνταν νοήματος αν βούληση του νομοθέτη ήταν πράγματι η συνένωση της κανονιστικής ρυθμίσεως που εισάγει ο κανονισμός με εκείνην των κρατών μελών προκειμένου, ομοίως, για τις πτυχές της διαδικασίας που ρυθμίζονται από τον κανονισμό, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν αναγκαία ούτε η διευκρίνιση ότι η εθνική νομοθεσία τυγχάνει εφαρμογής μόνον επί των δικονομικών ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον εν λόγω κανονισμό ούτε η ειδική αναφορά των περιπτώσεων στις οποίες, αντιθέτως, εφαρμόζεται το δίκαιο των κρατών μελών.

29.      Η αυτοτέλεια της κοινοτικής διαδικασίας σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες προκύπτει και από τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε ο κανονισμός, όπως αυτός δύναται να συναχθεί από τα άρθρα και τις αιτιολογικές του σκέψεις.

30.      Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, καθορίζοντας ρητώς τον σκοπό του κανονισμού, ορίζει με σαφήνεια ότι ο αυτός σκοπεί (6), μέσω της καθιερώσεως της διαδικασίας της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων των υποθέσεων διασυνοριακών διαφορών που αφορούν μη αμφισβητούμενες χρηματικές απαιτήσεις (7), καθώς και στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής σε όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση κατ’ ελάχιστον επιτασσόμενων κανόνων των οποίων η τήρηση καθιστά περιττές, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, ενδεχόμενες ενδιάμεσες διαδικασίες για την αναγνώριση και την εκτέλεση (8).

31.      Η εικοστή ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίζει περαιτέρω ότι σκοπός του κανονισμού είναι η καθιέρωση, συμφώνως προς την αρχή της αναλογικότητας, ενιαίου, ταχέος και αποτελεσματικού μηχανισμού για την ικανοποίηση μη αμφισβητούμενων χρηματικών απαιτήσεων, καθόσον, όπως επισημαίνεται με την έκτη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη, τα εμπόδια της προσβάσεως σε αποτελεσματική δικαιοσύνη στις περιπτώσεις διασυνοριακών υποθέσεων και η στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά εξαιτίας του ανομοιογενούς των μέσων παροχής ένδικης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι δανειστές στα διάφορα κράτη μέλη επιτάσσουν τη θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας η οποία να εξασφαλίζει ισότιμους όρους για τους δανειστές και τους οφειλέτες στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (9), δεδομένου ότι οι καθυστερημένες πληρωμές συνιστούν μία εκ των κυρίων απειλών κατά της επιβιώσεως των επιχειρήσεων, καθώς και την αιτία για την απώλεια πολυάριθμων θέσεων απασχολήσεως.

32.      Προς τούτο εισήχθη ένα ενιαίο σύνολο κατ’ ελάχιστον επιτασσόμενων δικονομικών κανόνων για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, το οποίο δύναται, ωστόσο, να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έγινε λόγος στα σημεία 30 και 31 μόνον εφόσον κατοχυρώνεται ως μηχανισμός αυτοτελής σε σχέση με ανάλογους μηχανισμούς που ισχύουν ήδη στα κράτη μέλη.

33.      Συγκεκριμένα, εάν οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις μπορούσαν να λειτουργούν συμπληρωματικώς προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ο σκοπός του κανονισμού, καθώς το αποτέλεσμα δεν θα ήταν η εναρμόνιση και η απλούστευση των διαδικασιών, αλλά η δημιουργία διαφορετικών διαδικασιών τόσων όσες είναι οι έννομες τάξεις των κρατών μελών, οι οποίες εξάλλου αποτελούνται από κανόνες τόσο εθνικής όσο και κοινοτικής προελεύσεως.

34.      Επιπροσθέτως, είναι σαφές ότι η ίση πρόσβαση όλων των δανειστών και οφειλετών της Ένωσης στην εν λόγω διαδικασία δύναται να επιτευχθεί μόνον εφόσον εξασφαλίζεται η δυνατότητα ex ante και in abstracto γνώσεως των εφαρμοστέων κανόνων, χωρίς να απαιτείται σε μία εκάστη των περιπτώσεων η in concreto εξακρίβωση, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί της διαταγής πληρωμής, της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που εφαρμόζει το επιλαμβανόμενο δικαστήριο.

35.      Η εν λόγω δυνατότητα γνώσεως μπορεί να εξασφαλισθεί μόνον αν η εφαρμοστέα διαδικασία είναι όχι μόνο κατά το μέγιστο δυνατό απλουστευμένη, αλλά και εξαρχής ενιαία σε όλη την επικράτεια της Ένωσης (υπό την επιφύλαξη των ρητών παραπομπών στις εθνικές διατάξεις).

36.      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη τόσο του γράμματος όσο και του σκοπού της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως πρέπει να προκριθεί μια ερμηνεία του κανονισμού η οποία να εγγυάται την αυτοτέλεια της διαδικασίας που αυτός καθιερώνει σε σχέση με τις ισχύουσες στα διάφορα κράτη μέλη διαδικασίες.

37.      Ειδικότερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι δικονομικές προϋποθέσεις εκδόσεως της διαταγής πληρωμής είναι μόνον οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7 του κανονισμού και ότι, οσάκις αυτές πληρούνται, επιβάλλεται η έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή η εθνική κανονιστική ρύθμιση, καθώς η εν λόγω διαταγή πληρωμής, ως μέσο ευρωπαϊκής και όχι εθνικής προελεύσεως (10), προσεπικουρεί τα εθνικά μέσα ικανοποιήσεως των απαιτήσεων και δεν τα αντικαθιστά.

38.      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 7 του κανονισμού, η αίτηση εκδόσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν δύναται να απορριφθεί εκ μόνου του λόγου ότι δεν πληρούνται οι πρόσθετες προϋποθέσεις που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο ανάλογων διαδικασιών και οι οποίες αναφέρθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όπως οι προϋποθέσεις που σχετίζονται με τον αριθμό των αντιγράφων της αιτήσεως και τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς στο εθνικό νόμισμα.

39.      Πρέπει δε κυρίως να τονισθεί ότι ενδεχόμενα ζητήματα που σχετίζονται με τα δικαστικά έξοδα, στα οποία αναφέρθηκε η Πολωνική Κυβέρνηση τόσο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση όσο και με τις παρατηρήσεις της, δεν δύνανται να εμποδίσουν την έκδοση του ζητούμενου μέτρου, εξυπακουομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, το ύψος των δικαστικών εξόδων θα υπολογισθεί κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 25 του κανονισμού.

40.      Συνεπώς, ολοκληρώνοντας την πραγμάτευση επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο εν λόγω ερώτημα την απάντηση ότι στο άρθρο 7 του κανονισμού πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι αυτό, υπό την επιφύλαξη των σημείων στα οποία παραπέμπει ειδικώς στο δίκαιο των κρατών μελών, ρυθμίζει εξαντλητικώς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

41.      Η απάντηση που προτείνεται για το πρώτο προδικαστικό ερώτημα καθιστά περιττή την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος.

VI – Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

42.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το Sąd Okręgowy we Wrocławiu ζητεί να διευκρινισθεί εάν στο άρθρο 4 του κανονισμού πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι τα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη χαρακτηριστικά της χρηματικής απαιτήσεως, ήτοι ότι αυτή πρέπει να είναι «εκκαθαρισμένη» και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, αφορούν αποκλειστικώς την κύρια απαίτηση ή αφορούν, αντιθέτως, και τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας.

43.      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα το Sąd Okręgowy we Wrocławiu θέτει μια σειρά ζητημάτων σχετικών με τους τόκους που μπορούν ζητηθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

44.      Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, δύνανται να ζητηθούν, πέραν του ποσού της κύριας απαιτήσεως:

α)      όλοι οι τόκοι, συμπεριλαμβανομένων των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων, οι οποίοι υπολογίζονται από της επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα της καταβολής, της οποίας η ακριβής ημερομηνία δεν προσδιορίζεται·

β)       μόνον οι τόκοι που υπολογίζονται από της επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής·

γ)      μόνον οι τόκοι που υπολογίζονται από της –επακριβώς προσδιοριζόμενης– ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως.

45.      Εκτιμώ ότι είναι σκόπιμη η συνεξέταση των δύο ερωτημάτων, καθώς φρονώ ότι πρόθεση του αιτούντος δικαστηρίου ήταν κατ’ ουσίαν να ζητήσει από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, υπό το πρίσμα των συνδυασμένων διατάξεων του κανονισμού και, ειδικότερα, των άρθρων 4 και 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, δύναται ή όχι να ζητηθεί η καταβολή οιουδήποτε είδους τόκου, συμπεριλαμβανομένων των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων, ήτοι των τόκων που υπολογίζονται από της ημέρας κατά την οποία κατέστησαν απαιτητοί έως το χρονικό σημείο της καταβολής (εν προκειμένω, των τόκων υπερημερίας).

46.      Επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι δεν είναι δυνατή η αποδοχή της συλλογιστικής του αιτούντος δικαστηρίου, καθόσον αυτό συνάγει διάφορα συμπεράσματα σε σχέση με τη δυνατότητα εισπράξεως των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων αναλόγως της ερμηνείας του άρθρου 4 του κανονισμού, ήτοι αναλόγως αν τα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη χαρακτηριστικά της χρηματικής απαιτήσεως, ότι δηλαδή αυτή πρέπει να είναι «εκκαθαρισμένη» και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, αφορούν αποκλειστικώς την κύρια απαίτηση ή αφορούν, αντιθέτως, και τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας (11).

47.      Τούτο διότι, κατ’ αρχάς, η εν λόγω συλλογιστική δεν ερμηνεύει το προαναφερθέν άρθρο 4 υπό το πρίσμα των λοιπών άρθρων του κανονισμού που αφορούν το ζήτημα των τόκων.

48.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του κανονισμού ορίζει ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής καθιερώνεται για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων οι οποίες είναι εκκαθαρισμένες και απαιτητές κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, ενώ, αναφερόμενο γενικώς και με ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση στον όρο «αξίωση», δεν διακρίνει ρητώς μεταξύ κεφαλαίου και τόκων.

49.      Η διάταξη αυτή πρέπει να αναγιγνώσκεται σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι η αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρει «το ποσό της αξίωσης, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, των τόκων και των συμβατικών κυρώσεων και εξόδων» (παράγραφος 2, στοιχείο β΄), ενώ, «εάν ζητούνται τόκοι επί της αξίωσης, το επιτόκιο και τη χρονική περίοδο για την οποία ζητούνται τόκοι» (παράγραφος 2, στοιχείο γ΄), καθώς και «την αιτία της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση και, ενδεχομένως, των αιτούμενων τόκων» (παράγραφος 2, στοιχείο δ΄).

50.      Μολονότι το άρθρο 4 ορίζει σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής (η ικανοποίηση απαιτήσεως και, συνεπώς, η αξίωση για την καταβολή χρηματικού ποσού), τα στοιχεία που συναποτελούν την εν λόγω απαίτηση περιγράφονται τυπικώς με το άρθρο 7, το οποίο διακρίνει μεταξύ κεφαλαίου, τόκων, συμβατικών κυρώσεων και εξόδων (παράγραφος 2, στοιχείο β΄).

51.      Δεύτερον, η συλλογιστική του αιτούντος δικαστηρίου, η οποία εκτέθηκε στο σημείο 46 των προτάσεων, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η δυνατότητα αναζητήσεως τόκων, ενδεχομένως και ανοικτών, απορρέει από την ίδια τη φύση της απαιτήσεως για το κεφάλαιο και της απαιτήσεως για τους τόκους, καθώς και από τη σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ των δύο απαιτήσεων.

52.      Ειδικότερα, η υποχρέωση καταβολής τόκων αποτελεί χρηματική ενοχή η οποία διαφοροποιείται από την ενοχή για το κεφάλαιο μόνο λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της σε σχέση με αυτήν, από την οποία εξαρτάται, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι το ποσό της συνδέεται και διαμορφώνεται σε συνάντηση με την παρέλευση του χρόνου.

53.      Μεταξύ των δύο ενοχών δεν υφίστανται πρόσθετες ουσιώδεις διαφορές (το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία γ΄ και δ΄, το οποίο διευκρινίζει ότι η αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής έχει ως αντικείμενο χρηματικές απαιτήσεις εμπερικλείουσες τόκους και κεφάλαιο, διαφοροποιεί τους τόκους από το κεφάλαιο για τον λόγο και μόνον ότι η αναζήτηση των τόκων είναι ενδεχόμενη), η δε ενοχική υποχρέωση για τους τόκους ακολουθεί κατ’ αρχήν την ενοχική υποχρέωση για το κεφάλαιο και την πορεία αυτής, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι τόκοι δύνανται να απαιτηθούν μόνον στον βαθμό κατά τον οποίο υφίσταται κεφάλαιο του οποίου είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη.

54.      Ο προαναφερθείς δεσμός μεταξύ της ενοχικής υποχρεώσεως για το κεφάλαιο και της ενοχικής υποχρεώσεως για τους τόκους διαμορφώνεται, επομένως, ως ακολούθως:

1)      οι τόκοι οφείλονται λόγω του γεγονότος ότι το κεφάλαιο πρέπει να καταβληθεί (είναι, δηλαδή, απαιτητό) και η σχετική καταβολή δεν έχει επέλθει (προκειμένου για τους τόκους υπερημερίας που ορίζονται με δικαιοπραξία ή προβλέπονται από τον νόμο)·

2)      με την πάροδο του χρόνου οι παρεπόμενες απαιτήσεις ενσωματώνονται στην κύρια απαίτηση και μετατρέπονται σε συνιστώσα του σχετικού ποσού.

55.      Η απάντηση στο ερώτημα περί της δυνατότητας επιδιώξεως, μέσω της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, της καταβολής τόκων, ενδεχομένως και ανοικτών, δεν δύναται, επομένως, να εξαρτάται μόνον από την ερμηνεία του άρθρου 4 και από το γεγονός ότι τέτοιες παρεπόμενες απαιτήσεις θεωρούνται εκκαθαρισμένες και ληξιπρόθεσμες κατά την έννοια του άρθρου 4.

56.      Τούτο διότι οι δικαστικώς επιδιώξιμες απαιτήσεις (είτε αυτές αφορούν κεφάλαιο, είτε τόκους είτε έξοδα) πρέπει να προσδιορίζονται διά της συνδυασμένης θεωρήσεως των άρθρων 4 και 7 και, κυρίως, διότι η ενδεχόμενη δυνατότητα δικαστικής επιδιώξεως των τόκων είναι απόρροια της προαναφερθείσας παρακολουθηματικής σχέσεως των τόκων προς το κεφάλαιο.

57.      Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, επιβάλλεται η επί της ουσίας εξέταση του ερωτήματος του Sąd Okręgowy we Wrocławiu περί της δυνατότητας επιδιώξεως, μέσω της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ομοίως των τόκων που οφείλονται έως την ημέρα καταβολής ή μόνον των τόκων που οφείλονται κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής ή κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω διαταγής πληρωμής.

58.      Η απάντηση προκύπτει από τη μελέτη των άρθρων και του σκοπού του κανονισμού, καθώς και από τη σφαιρική θεώρηση του αντικειμένου της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως και των χαρακτηριστικών του έργου της επιλαμβανόμενης αρχής.

59.      Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η επισήμανση ότι το προπαρατεθέν άρθρο 7, το οποίο ορίζει εν γένει τις τυπικές προϋποθέσεις της αιτήσεως και προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα αναζητήσεως των τόκων, επιβάλλει στον δανειστή (παράγραφος 2, στοιχείο γ΄) την υποχρέωση προσδιορισμού του επιτοκίου και του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται οι τόκοι, όχι όμως και της ακριβούς ημερομηνίας έως την οποία αυτοί ζητούνται.

60.      Η εν λόγω διάταξη δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της στους τόκους που έχουν γεννηθεί έως τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ή έως τον χρόνο εκδόσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ούτε επιτάσσει τον προσδιορισμό του ποσού των οφειλόμενων τόκων.

61.      Ανάλογες διαπιστώσεις ισχύουν και για το άρθρο 4, το οποίο, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 47 έως 50 και 56 των προτάσεων, πρέπει, προς τον σκοπό προσδιορισμού των απαιτήσεων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της διαταγής πληρωμής, να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 7.

62.      Εξ αυτού συνάγεται ότι οι διατάξεις του κανονισμού που καθορίζουν επακριβώς τις δικαστικώς επιδιώξιμες απαιτήσεις, ορίζοντας τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να συμπληρώνεται η σχετική αίτηση, δεν αποκλείουν την επιδίωξη ομοίως ανοικτών τόκων, για τους οποίους δεν είναι δυνατός ούτε ο προσδιορισμός της ημερομηνίας έως την οποία ζητούνται ούτε ο προσδιορισμός του οριστικού συνολικού ποσού.

63.      Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η εξέταση του σκοπού του κανονισμού.

64.      Όπως επισημάνθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος (12), ο κανονισμός εισάγει μια ενιαία ρύθμιση δικονομικού χαρακτήρα η οποία σκοπεί στη δημιουργία δικαστικών τίτλων που έχουν ως αντικείμενο χρηματικές απαιτήσεις στο πλαίσιο διασυνοριακών υποθέσεων μικροδιαφορών και οι οποίοι δύνανται να κυκλοφορούν στο εσωτερικό των κρατών μελών εφόσον τηρούνται οι κατ’ ελάχιστον επιτασσόμενοι κανόνες που καθιστούν περιττές ενδεχόμενες ενδιάμεσες διαδικασίες για την αναγνώριση και την εκτέλεση, επιτυγχάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρακτικό αποτέλεσμα απλουστεύσεως και επιταχύνσεως της εκδικάσεως των σχετικών διαφορών (πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού) και της ταχείας και αποτελεσματικής ικανοποιήσεως μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων (έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού).

65.      Η υιοθέτηση μιας ερμηνείας του κανονισμού αποκλείουσας τη δυνατότητα επιδιώξεως, πέραν του κεφαλαίου, των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων θα ισοδυναμούσε με αγνόηση των επιταγών που αναφέρθηκαν με το σημείο 64 των προτάσεων.

66.      Πράγματι, ο περιορισμός του αιτήματος των δανειστών στο κεφάλαιο, προσαυξημένο ενδεχομένως με τους τόκους που έχουν ήδη γεννηθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ή, έστω, κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, θα υποχρέωνε τους δανειστές να υποβάλλουν πολλαπλές αιτήσεις, ήτοι μια πρώτη για την αναζήτηση του κεφαλαίου και των γεννηθέντων τόκων και διαδοχικές αιτήσεις για τους τόκους του διαστήματος που ακολουθεί.

67.      Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα καθίστατο δυσχερέστερη η έκδοση ενός και μόνον ενιαίου δικαστικού τίτλου δυνάμενου να κυκλοφορεί στο εσωτερικό των κρατών μελών, ενώ η συνολική απαίτηση θα κατακερματιζόταν στις επιμέρους συνιστώσες της, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των δικαστικών τίτλων, ο οποίος θα οδηγούσε σε αύξηση των ένδικων διαφορών και του σχετικού χρόνου και κόστους, καθιστώντας δυσχερέστερη την αναζήτηση των οφειλόμενων ποσών, αφού, αν μη τι άλλο, θα συνεπαγόταν την κίνηση πλειόνων διαδικασιών αντί της μίας.

68.      Επιπροσθέτως, ο δανειστής θα είχε λόγο να ζητεί από το δικαστήριο την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει της εθνικής νομοθεσίας και όχι βάσει του οικείου κανονισμού, καθώς στην πρώτη περίπτωση, που, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, είναι η περίπτωση της Πολωνίας, θα ήταν δυνατή η απόκτηση τίτλου για το σύνολο της απαιτήσεως, πλέον των τόκων, έως την ημερομηνία της καταβολής, ενώ στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να ζητηθεί αποκλειστικώς η καταβολή του κεφαλαίου και μέρους μόνον των τόκων.

69.      Στο συμπέρασμα που διατυπώθηκε με το σημείο 62 των προτάσεων οδηγεί, τέλος, και η μελέτη του αντικειμένου της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως ως όλου, καθώς και των χαρακτηριστικών του έργου της επιλαμβανόμενης αρχής.

70.      Κατ’ αρχάς, όπως επισημάνθηκε με τα σημεία 20 και 36 των προτάσεων, ο κανονισμός εισήγαγε μια διαδικασία ενιαία και αυτοτελή σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο την έκδοση διαταγών πληρωμής, ρυθμίζοντας μόνον τις δικονομικές πτυχές που συνδέονται με την έκδοση της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, όπως προκύπτει και από την Πράσινη Βίβλο για διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και [για] μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών (στην οποία γίνεται μνεία με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού). Η εν λόγω Πράσινη Βίβλος θέτει εκ προοιμίου ως στόχο της την καθιέρωση ειδικής, ταχύτερης και λιγότερο δαπανηρής διαδικασίας εφαρμοστέας σε όλα τα κράτη μέλη για την ικανοποίηση απαιτήσεων οι οποίες θεωρούνται μη αμφισβητούμενες.

71.      Δεύτερον, η έκδοση της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν προϋποθέτει επί της ουσίας εξέταση του βασίμου της αιτήσεως.

72.      Κατά τα άρθρα 8 και 12, παράγραφος 4, του κανονισμού απαιτείται, πράγματι, ένας αμιγώς τυπικός έλεγχος της συνδρομής των δικονομικών προϋποθέσεων που ο εν λόγω κανονισμός επιβάλλει και του υποστατού της απαιτήσεως, ο οποίος βασίζεται στα στοιχεία που ο δανειστής έχει δηλώσει με το σχετικό έντυπο και δεν προϋποθέτει εξακρίβωση του αληθούς των εν λόγω δηλώσεων. Για τον λόγο αυτόν, κατόπιν της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης ενημερώνεται ότι αυτή εκδόθηκε αποκλειστικώς βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που παρέσχε ο δανειστής.

73.      Τούτο διότι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας ο δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση της διαφοράς· αυτή αποτελεί έργο του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων και, συνεπώς, η φύση της δραστηριότητας των επιλαμβανόμενων αρχών αποτελεί συνάρτηση του χρονικού σημείου κατά το οποίο αυτές παρεμβαίνουν.

74.      Κατά το στάδιο προ της υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων, το οποίο διέπεται από την κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, ο δικαστής εξετάζει μόνον την τυπική νομιμότητα της αιτήσεως βάσει των δηλώσεων του δανειστή. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιθέσεως, η οποία διέπεται από το δίκαιο των κρατών μελών και η οποία αφορά την πραγματική εξακρίβωση της προβαλλόμενης αξιώσεως, ο δικαστής αποφαίνεται, αντιθέτως, κατά πλήρη δικαιοδοσία (13).

75.      Η ενδεχομένως μειωμένη προστασία του οφειλέτη κατά το στάδιο που ολοκληρώνεται με την έκδοση της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια της αναγκαιότητας απλουστεύσεως και εξασφαλίσεως της ομοιομορφίας της διαδικασίας κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η μειωμένη αυτή προστασία αντισταθμίζεται, αφενός και πρωτίστως, από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων χωρίς καν προσδιορίζει τους σχετικούς λόγους, οπότε και, βάσει του άρθρου 17, η διαδικασία συνεχίζεται κατά τους συνήθεις κανόνες της πολιτικής δικονομίας· αφετέρου, από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, ο δανειστής οφείλει να δηλώσει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς και ότι τελεί εν γνώσει των κυρώσεων που δύναται να επισύρει οιαδήποτε ψευδής του δήλωση (14).

76.      Συνεπώς, όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μόνον κατόπιν δηλώσεως αντιρρήσεως δύναται το αρμόδιο δικαστήριο να προβεί σε πλήρη επί της ουσίας εξέταση των ζητημάτων που σχετίζονται με την ύπαρξη και το ποσό των απαιτήσεων επί του κεφαλαίου και των τόκων, ακόμη και των ανοικτών, εν ανάγκη μελετώντας ενδελεχώς τον ουσιαστικό νόμο (ή, ενδεχομένως, τους ουσιαστικούς νόμους) που διέπουν τη σχέση.

77.      Ο κανονισμός έχει, επομένως, ως αντικείμενο δικονομικούς θεσμούς και ρυθμίζει τη διαδικασία κατά την οποία, σε περίπτωση υπάρξεως απαιτήσεως, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής η οποία θα μπορεί να κυκλοφορεί στα κράτη μέλη. Ο κανονισμός δεν ρυθμίζει, αντιθέτως, ζητήματα ουσίας και ιδίως, καθόσον αφορά εν προκειμένω, το ζήτημα του προσδιορισμού των τόκων που μπορούν να απαιτηθούν.

78.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος του κανονισμού, του σκοπού για τον οποίο αυτός εκδόθηκε, του αντικειμένου της υπό εξέταση κανονιστικής ρυθμίσεως και των χαρακτηριστικών του έργου της επιλαμβανόμενης αρχής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ενώ καθόσον αφορά τη διαδικασία εκδόσεως του δικαστικού τίτλου επιβάλλεται η εφαρμογή του κανονισμού (και του εθνικού νόμου, στον βαθμό κατά τον οποίο υφίστανται παραπομπές σε αυτόν, ήτοι για ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τον κανονισμό), προκειμένου για τα είδη των τόκων που δύναται να απαιτηθούν (τα αυτά συμπεράσματα πρέπει, όμως, να γίνουν δεκτά για το σύνολο των επιμέρους στοιχείων της απαιτήσεως) θα πρέπει λογικώς να εφαρμόζεται η ουσιαστικού δικαίου κανονιστική ρύθμιση που διέπει τη μεταξύ των διαδίκων σχέση.

79.      Οσάκις μια τέτοια ουσιαστική κανονιστική ρύθμιση παρέχει στον δανειστή τη δυνατότητα να ζητήσει τους αποκαλούμενους ανοικτούς τόκους, αυτός θα μπορεί να επιτύχει την είσπραξή τους ομοίως μέσω της προβλεπόμενης από τον κανονισμό διαδικασίας.

80.      Στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση παρέχει τη δυνατότητα απαιτήσεως μόνον των τόκων που έχουν γεννηθεί έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ο δανειστής θα πρέπει, αντιθέτως, να προσαρμόζει αναλόγως το αίτημά του.

81.      Εξ αυτού συνάγεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία, βάσει της ουσιαστικής κανονιστικής ρυθμίσεως που διέπει τη σχέση (η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, είναι η πολωνική), ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την καταβολή και των αποκαλούμενων ανοικτών τόκων, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να συμπεριλάβει στη διαταγή πληρωμής ομοίως τους εν λόγω τόκους.

82.      Εξάλλου, δεν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους το ποσό απαιτήσεως εμπερικλείουσας τους αποκαλούμενους ανοικτούς τόκους βάσει του ουσιαστικού νόμου που διέπει τη συμβατική σχέση, νόμου τον οποίο συχνά έχουν επιλέξει ρητώς οι διάδικοι ή τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, αυτοί γνωρίζουν εκ των προτέρων, θα πρέπει να μειώνεται συνεπεία της προσφυγής στη διαδικασία που καθιερώνει ο κανονισμός και παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται καμία ρητή συναφής διάταξη.

83.      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συντάσσεται με την άποψη ότι δύνανται να απαιτηθούν τόκοι μόνον έως την ημερομηνία εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

84.      Όπως επισημαίνει, τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι, στις οδηγίες για τη συμπλήρωση της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού, αναφέρεται, σε σχέση με το τμήμα 7 του εντύπου της αιτήσεως, αποκλειστικώς η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την είσπραξη των τόκων έως την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου επί της αιτήσεως του δανειστή (για την ακρίβεια διευκρινίζεται ότι δεν απαιτείται η συμπλήρωση του τελευταίου τετραγωνιδίου του τμήματος 7 του εν λόγω εντύπου).

85.      Πρόσθετο επιχείρημα προς επίρρωση της θέσεως αυτής παρέχει, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι το έντυπο της διαταγής πληρωμής (έντυπο E του παραρτήματος V του κανονισμού) παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να αναγράψει στη γραμμή «Τόκος» την ημερομηνία εκδόσεως της διαταγής πληρωμής σε περίπτωση κατά την οποία έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα εκ μέρους του δανειστή.

86.      Συναφώς, επιβάλλεται η παραπομπή στη συλλογιστική που αναπτύχθηκε ανωτέρω και η επισήμανση ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι εν λόγω οδηγίες δεν καλύπτουν το σύνολο των περιπτώσεων που θα μπορούσαν να εμφανισθούν στην πράξη, αλλά έχουν αμιγώς ενδεικτικό χαρακτήρα.

87.      Επιβάλλεται να τονισθεί ότι το έντυπο με το οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής επιτρέπει την προσαρμογή του αιτήματος περί τόκων στις συγκεκριμένες απαιτήσεις του δανειστή, ανεξαρτήτως των οδηγιών συμπληρώσεως.

88.      Ειδικότερα, είναι δυνατή η αναγραφή στο τμήμα 7 του εν λόγω εντύπου, το οποίο αφορά τους τόκους, του κωδικού 06 και του γράμματος E (που σημαίνουν «άλλο»), και εν συνεχεία η συμπλήρωση του τελευταίου πεδίου του ιδίου τμήματος, το οποίο φέρει την ένδειξη «Να προσδιορισθεί στην περίπτωση του κωδικού 6 ή/και E» και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, του τμήματος 11, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρόσθετες δηλώσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες (εφόσον απαιτούνται)».

89.      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δανειστής δύναται κάλλιστα να ζητήσει τους τόκους έως την ημερομηνία που επιθυμεί, ενδεχομένως και έως την ημερομηνία καταβολής, χωρίς να απαιτείται ο εκ των προτέρων ακριβής προσδιορισμός τους.

90.      Τούτο συνάγεται και από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στο καταληκτικό τετραγωνίδιο της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής, στο οποίο δεν απαιτείται ο προσδιορισμός του ποσού, αλλά γίνεται απλώς λόγος για την καταβολή «[του ποσού] του ανωτέρου κεφαλαίου», «συμπεριλαμβανομένων των τόκων», χωρίς δηλαδή να χρησιμοποιείται ο όρος «ανωτέρω» προκειμένου για τους τόκους.

91.      Ως προς το έντυπο της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (έντυπο E του παραρτήματος V του κανονισμού), στο διατακτικό του οποίου αναγράφεται, σε σχέση με τους τόκους, η ένδειξη «Ποσό», επισημαίνεται ότι το δικαστήριο ουδόλως εμποδίζεται να διατάξει τον οφειλέτη να καταβάλει όχι συγκεκριμένο ποσό, υπολογιζόμενο βάσει επακριβώς προσδιοριζόμενης ημερομηνίας, αλλά «ό,τι οφείλεται κατά τον χρόνο της καταβολής».

92.      Η Πορτογαλική Κυβέρνηση συντάσσεται με τη λύση που προτείνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, κυρίως διότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού ορίζει ότι με την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής πρέπει να γνωστοποιείται στον καθού η δυνατότητά του να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό που ορίζεται με αυτήν.

93.      Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά την παραλαβή της διαταγής πληρωμής, ο αποδέκτης είναι σε θέση να γνωρίζει πλήρως, βάσει απλής μαθηματικής πράξεως, το ποσό που οφείλεται κατά τον χρόνο της καταβολής· στην περίπτωση κατά την οποία αυτός αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό, όπως αυτό προκύπτει βάσει του επιτοκίου και της ημερομηνίας που, κατά τη διαταγή πληρωμής, ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των τόκων, δύναται να αντιταχθεί.

94.      Εξάλλου, ο τυποποιημένος τρόπος συμπληρώσεως των προαναφερθέντων εντύπων και οι συνημμένες συναφείς οδηγίες δεν δύνανται να στερούν από τον δανειστή το δικαίωμα να ζητεί το σύνολο των τόκων που του οφείλονται κατά τον χρόνο της καταβολής, εφόσον τούτο είναι δυνατό βάσει του εφαρμοστέου επί της συμβατικής σχέσεως ουσιαστικού νόμου, δεδομένου ότι από την σφαιρική εξέταση του κειμένου του κανονισμού προκύπτει ότι ο δανειστής δεν στερείται του δικαιώματος αυτού.

95.      Αντιθέτως, η λύση που προτείνεται από την Πορτογαλική Κυβέρνηση και από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα καθιστούσε προδήλως δυσχερέστερη την επίτευξη των σκοπών του νόμου, ήτοι την απλούστευση και επιτάχυνση της διαδικασίας και την ταχεία και αποτελεσματική ικανοποίηση των μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων, και θα μπορούσε να στρέψει τους δανειστές στις εθνικές διαδικασίες διαταγής πληρωμής, οι οποίες, εν αντιθέσει προς τη διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

96.      Συνεπώς, ολοκληρώνοντας την εξέταση του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι στα άρθρα 4 και 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ο αιτών δύναται να απαιτήσει, πέραν της καταβολής του κεφαλαίου, όλα τα είδη τόκων που μπορούν να ζητηθούν βάσει του εφαρμοστέου επί της συμβατικής σχέσεως ουσιαστικού νόμου και, συνεπώς, ανά περίπτωση, τόσο τους τόκους από της ημέρας κατά την οποία αυτοί κατέστησαν απαιτητοί, η οποία προσδιορίζεται με ακρίβεια, έως την ημέρα της καταβολής, η οποία δεν προσδιορίζεται, όσο και τους τόκους που υπολογίζονται έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

VII – Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

97.      Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, ο τρόπος κατά τον οποίο πρέπει, συμφώνως προς τον κανονισμό, να είναι διατυπωμένη η απόφαση όσον αφορά την αναγραφή των τόκων στο έντυπο της διαταγής πληρωμής.

98.      Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι στο τελευταίο τμήμα του εντύπου της διαταγής πληρωμής, μετά το πεδίο που αφορά το κεφάλαιο, προβλέπεται ειδικό πεδίο προς αναγραφή των τόκων.

99.      Οσάκις ζητείται η καταβολή ανοικτών τόκων και οι τόκοι αυτοί δύνανται να αναγνωρισθούν δυνάμει της ουσιαστικής κανονιστικής ρυθμίσεως που διέπει τη σύμβαση, ο δικαστής, μη δυνάμενος να προσδιορίσει το ύψος των τόκων, θα διατάσσει απλώς, εντός του πεδίου για το οποίο έγινε λόγος με το σημείο 98 των προτάσεων, στη γραμμή «Τόκος» και στήλη «Ημερομηνία», την καταβολή των τόκων έως τον χρόνο πληρωμής τους, προσδιορίζοντας στη στήλη «Ποσό» το σχετικό επιτόκιο.

100. Ασφαλώς, επιτρεπτός θα πρέπει να θεωρείται και οιοσδήποτε άλλος κατ’ ουσίαν ισοδύναμος τρόπος ο οποίος θα καθιστά σαφές το περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου (υπενθυμίζονται, συναφώς, οι λύσεις που πρότειναν με τα υπομνήματά τους, πέραν της Επιτροπής, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Αυστριακή Κυβέρνηση).

101. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις [οι οποίες, κατά το αιτούν δικαστήριο, άπτονται ομοίως του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος (πρώτο σκέλος) και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος] κατά τις οποίες ζητείται η καταβολή των τόκων έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής, γνωρίζοντας το επιτόκιο και την περίοδο αναφοράς, θα μπορεί να προβαίνει στον σχετικό υπολογισμό και να αναγράφει στο τελευταίο τμήμα του εντύπου για το οποίο έγινε λόγος με το σημείο 98 το ποσό των οφειλόμενων τόκων.

102. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος την απάντηση ότι, κατά τον κανονισμό, το έντυπο της διαταγής πληρωμής δύναται να συμπληρώνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο καθόσον αφορά τους τόκους:

–        οσάκις ζητείται η καταβολή ανοικτών τόκων και οι τόκοι αυτοί δύνανται να αναγνωρισθούν δυνάμει του νόμου που διέπει τη σύμβαση, ο δικαστής θα αναγράφει, στο ειδικό πεδίο που προβλέπεται στο τελευταίο τμήμα του εντύπου της διαταγής για την αναγραφή του καταβλητέου ποσού, στη γραμμή «Τόκος» και στη στήλη «Ημερομηνία», ότι οι τόκοι αυτοί οφείλονται έως τον χρόνο καταβολής, προσδιορίζοντας στη στήλη «Ποσό» το σχετικό επιτόκιο, θεωρούμενου, εν πάση περιπτώσει, επιτρεπτού οιουδήποτε άλλου κατ’ ουσίαν ισοδύναμου τρόπου αναγραφής ο οποίος καθιστά σαφές το περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου·

–        οσάκις ζητείται η καταβολή των τόκων έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής θα μπορεί να προβαίνει στον σχετικό υπολογισμό και να αναγράφει στο τελευταίο τμήμα του εν λόγω εντύπου το ποσό των οφειλόμενων τόκων.

103. Δεδομένων των απαντήσεων που προτάθηκαν για το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του έκτου και του εβδόμου προδικαστικού ερωτήματος.

VIII – Επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος

104. Με το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν, στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει υπολογίσει τους τόκους που οφείλονται έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, πρέπει στον υπολογισμό αυτό να προβεί αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο ή εάν, αντιθέτως, το δικαστήριο οφείλει να καλέσει τον αιτούντα να συμπληρώσει τα ελλιπή στοιχεία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού.

105. Συναφώς, παραπέμπω στη συλλογιστική που εκτέθηκε ανωτέρω και υπενθυμίζω ότι, καίτοι δύναται να μεριμνήσει συναφώς, ο δανειστής δεν υποχρεούται, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού, να υπολογίσει, επί ποινή απαραδέκτου ή απορρίψεως της αιτήσεώς του, το ποσό των τόκων,

106. Ο δικαστής θα μπορεί με ευχέρεια να προβεί στον εν λόγω υπολογισμό αν ο αιτών έχει παράσχει τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία (όπως είναι ο προσδιορισμός του νομίσματος, του επιτοκίου και της τοκοφόρου ημερομηνίας).

107. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αναγκαία για τον υπολογισμό στοιχεία δεν προσδιορίζονται ή είναι ελλιπή, το δικαστήριο θα παρέχει στον αιτούντα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού και υπό τον όρον ότι δεν πρόκειται για αίτηση προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη (15), τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση εντός προθεσμίας την οποία το ίδιο κρίνει κατάλληλη.

108. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος την απάντηση ότι:

–        στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει υπολογίσει τους οφειλόμενους έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως τόκους, στον υπολογισμό αυτό οφείλει να προβεί το δικαστήριο, υπό τον όρον ότι ο δανειστής έχει παράσχει τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία·

–        στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αναγκαία για τον υπολογισμό στοιχεία δεν προσδιορίζονται ή είναι ελλιπή, το δικαστήριο θα παρέχει στον αιτούντα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού και υπό τον όρον ότι δεν πρόκειται για αίτηση προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη, τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση εντός προθεσμίας την οποία το ίδιο κρίνει κατάλληλη.

IX – Πρόταση

109. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει επί των υποβληθέντων από το Sąd Okręgowy we Wrocławiu ερωτήματα ως ακολούθως:

1)      Στο άρθρο 7 του κανονισμού (EΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι αυτό, υπό την επιφύλαξη των σημείων στα οποία παραπέμπει ειδικώς στο δίκαιο των κρατών μελών, ρυθμίζει εξαντλητικώς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

2)      Στα άρθρα 4 και 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1896/2006 πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ο αιτών δύναται να απαιτήσει, πέραν της καταβολής του κεφαλαίου, όλα τα είδη τόκων που μπορούν να ζητηθούν βάσει του εφαρμοστέου επί της συμβατικής σχέσεως ουσιαστικού νόμου και, συνεπώς, ανά περίπτωση, τόσο τους τόκους από της ημερομηνίας κατά την οποία αυτοί κατέστησαν απαιτητοί, η οποία προσδιορίζεται με ακρίβεια, έως την ημέρα της καταβολής, η οποία δεν προσδιορίζεται, όσο και τους τόκους που οφείλονται έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

3)      Κατά τον κανονισμό 1896/2006, προκειμένου για τους τόκους, το έντυπο της διαταγής πληρωμής δύναται να συμπληρώνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α)      οσάκις ζητείται η καταβολή ανοικτών τόκων και οι τόκοι αυτοί δύνανται να αναγνωρισθούν δυνάμει του νόμου που διέπει τη σύμβαση, ο δικαστής θα αναγράφει, στο ειδικό πεδίο που προβλέπεται στο τελευταίο τμήμα του εντύπου της διαταγής για την αναγραφή του καταβλητέου ποσού, στη γραμμή «Τόκος» και στη στήλη «Ημερομηνία», ότι οι τόκοι αυτοί οφείλονται έως τον χρόνο καταβολής, προσδιορίζοντας στη στήλη «Ποσό» το σχετικό επιτόκιο, θεωρούμενου, εν πάση περιπτώσει, επιτρεπτού οιουδήποτε άλλου κατ’ ουσίαν ισοδύναμου τρόπου αναγραφής ο οποίος καθιστά σαφές το περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου·

β)      οσάκις ζητείται η καταβολή των τόκων έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως ή έως την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής θα μπορεί να προβαίνει στον σχετικό υπολογισμό και να αναγράφει στο τελευταίο τμήμα του εν λόγω εντύπου το ποσό των οφειλόμενων τόκων.

4)      Στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει υπολογίσει τους τόκους που οφείλονται έως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, στον υπολογισμό αυτό οφείλει να προβεί το δικαστήριο, υπό τον όρον ότι ο δανειστής έχει παράσχει τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.

5)      Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αναγκαία για τον εν λόγω υπολογισμό στοιχεία δεν προσδιορίζονται ή είναι ελλιπή, το δικαστήριο θα παρέχει στον αιτούντα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού 1896/2006 και υπό τον όρον ότι δεν πρόκειται για αίτηση προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη, τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση εντός προθεσμίας την οποία το ίδιο κρίνει κατάλληλη.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2–      ΕΕ L 399, σ. 1.


3 –      Βάσει των όσων αναφέρει το αιτούν δικαστήριο με το σημείο 8 της διατάξεως περί παραπομπής, η υποχρέωση καταβολής των τόκων υπερημερίας υπόκειται σε προθεσμία, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε στον εν λόγω κανόνα το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Πολωνικό Δικαστήριο) με γνωμοδότηση της 15ης Απριλίου 1991. Ειδικότερα, η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την εκπλήρωση της κύριας παροχής και το σχετικό ποσό αυξάνεται προοδευτικώς με την πάροδο εκάστης ημέρας υπερημερίας. Κατά συνέπεια, τόκοι οφείλονται από την πρώτη ημέρα υπερημερίας και ο δανειστής αποκτά το σχετικό δικαίωμα, χωριστά, για κάθε ημέρα υπερημερίας. Οι τόκοι θεωρούνται περιοδική παροχή παρεπόμενου χαρακτήρα σε σχέση με την παροχή που έχει ως αντικείμενο το κεφάλαιο. Στην πολωνική έννομη τάξη δύναται να ζητηθεί η καταβολή μελλοντικών τόκων έως την ημέρα καταβολής και το σχετικό αίτημα μπορεί να συνυποβληθεί με το αίτημα για το κεφάλαιο.


4 –      Το ζήτημα αυτό συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι η δανείστρια δεν είχε προσδιορίσει την αξία του αντικειμένου της διαφοράς στο πολωνικό νόμισμα (παρά το γεγονός ότι τούτο ήταν αναγκαίο για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων της αιτήσεως), είχε συμπληρώσει ανακριβώς τον κωδικό στο τμήμα 7 του εντύπου A που αφορά τους τόκους, χωρίς να προσδιορίζει, με το κατάλληλο σύμβολο, την περιοδικότητα για τον υπολογισμό τους, ενώ δεν είχε διευκρινίσει ποια ποσά έπρεπε να προσαυξηθούν με τους εν λόγω τόκους.


5 –      Τούτο συμβαίνει, επί παραδείγματι, στην περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 3, προκειμένου για τις κυρώσεις που επιβάλλονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αίτηση περιέχει ψευδείς δηλώσεις, στην περίπτωση του άρθρου 10, παράγραφος 2, το οποίο αφορά τις συνέπειες που σχετίζονται με το τμήμα της αρχικής αιτήσεως ως προς το οποίο το εθνικό δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκδόσεως της διαταγής, στην περίπτωση του άρθρου 11, παράγραφος 3, το οποίο παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να προσφύγει σε οιαδήποτε άλλη διαδικασία σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεώς του, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 12, παράγραφος 5, κατά το οποίο το δικαστήριο μεριμνά για την επίδοση ή την κοινοποίηση της διαταγής στον καθού συμφώνως προς την εθνική νομοθεσία.


6 –      Οι ίδιοι στόχοι αναφέρονται και στην ένατη αιτιολογική σκέψη.


7 –      Κατά την ενδέκατη και τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, προς τούτο προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η χρήση τυποποιημένων εντύπων στα διάφορα στάδια της διαδικασίας.


8 –      Τούτο δε λόγω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως προς την απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, όπως διευκρινίζεται με την εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.


9 –      Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η καθιέρωση ενιαίας ευρωπαϊκής διαδικασίας για την ικανοποίηση μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων σκοπεί ακριβώς στην απλούστευση και επιτάχυνση της εκδικάσεως υποθέσεων μικροδιαφορών.


10 –      Ως διαταγή εκδιδόμενη βάσει κοινής στα κράτη μέλη δικονομικής ρυθμίσεως η οποία εισήχθη με κανονισμό.


11 –      Δεν συμμερίζομαι, ως εκ τούτου, τη θέση που το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει με το σημείο 9 της διατάξεώς του περί παραπομπής, ήτοι ότι «[η] υιοθέτηση της απόψεως ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του κανονισμού κριτήρια της αξιώσεως πρέπει να εφαρμοστούν και για τους οφειλόμενους τόκους θα σήμαινε ότι ο αιτών μπορεί να απαιτήσει την καταβολή τόκων μόνο για το χρονικό διάστημα αφότου η αξίωση αυτή καθίσταται απαιτητή και το πολύ μέχρι την υποβολή της αιτήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα παρείλκε η απάντηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα λοιπά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο».


12–      Βλ., ειδικότερα, σημεία 30 και 31 των προτάσεων.


13 –      Φρονώ ότι ο οικείος κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισήγαγε ένα ελεγκτικό σύστημα αποκαλούμενο «τυπικό» (τουλάχιστον στη σύλληψή του), ήτοι ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου ο δικαστής εκδίδει τη διαταγή πληρωμής χωρίς να υπεισέρχεται σε επί της ουσίας εξέταση του βασίμου της αιτήσεως (στα λοιπά συστήματα, τα αποκαλούμενα συστήματα «με απόδειξη» ο έλεγχος αυτός είναι, αντιθέτως, επιβεβλημένος και, συνεπώς, ο δανειστής οφείλει να αποδεικνύει την απαίτησή του). Στα τυπικά συστήματα η εμφανώς μειωμένη προστασία των δικαιωμάτων του οφειλέτη αντισταθμίζεται από την ιδιαίτερη ευχέρεια με την οποία αυτός δύναται να αντιταχθεί στη διαταγή πληρωμής (καθώς δεν απαιτείται καν η εκ μέρους του αιτιολόγηση της δηλώσεως αντιρρήσεως).


14 –      Πρόκειται για διάταξη που παραπέμπει στον θεσμό της ένορκης βεβαιώσεως των εννόμων τάξεων του common law.


15 –      Εκτός εάν, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, προστίθενται στο κεφάλαιο αυτοδικαίως νόμιμοι τόκοι βάσει του δικαίου του κράτους μέλους προελεύσεως.