Language of document : ECLI:EU:C:2001:261

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 10ης Μαΐου 2001 (1)

«Κανονισμός (ΕΚ) 1610/96 - Φυτοπροστατευτικά προϊόντα - Συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας»

Στην υπόθεση C-258/99,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

BASF AG

και

Bureau voor de Industriële Eigendom (BIE),

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1610/96 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα (ΕΕ L 198, σ. 30),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή, J.-P. Puissochet, R. Schintgen και F. Macken, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs


γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, προϊσταμένη τμήματος,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

-    η BASF AG, εκπροσωπούμενη από τους P. Kuipers και W. VerLoren van Themaat, advocaten,

-    το Bureau voor de Industriële Eigendom (BIE), εκπροσωπούμενο από την C. Eskes και τον R. A. Grootoonk,

-    η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και A. Dittrich,

-    η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Magrill, επικουρούμενη από τον D. Alexander, barrister,

-    η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K. Banks και H. M. H. Speyart,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της BASF AG, εκπροσωπούμενης από τους P. Kuipers και W. VerLoren, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον M. A. Fierstra, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον D. Alexander, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον H. M. H. Speyart, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 2000,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου 2000,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1.
    Με διάταξη της 2ας Ιουλίου 1999 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 1999, το Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά την ερμηνεία των άρθρων 1 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1610/96 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα (ΕΕ L 198, σ. 30).

2.
    Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η BASF AG (στο εξής: BASF) κατά της αρνήσεως του Bureau voor de Industriële Eigendom (BIE) (γραφείο για τη βιομηχανική ιδιοκτησία, στο εξής: Γραφείο) να της χορηγήσει συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας (στο εξής: ΣΠΠ) για το προϊόν που είναι γνωστό με την ονομασία «chloridazon» ως φυτοπροστατευτικό προϊόν.

Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο

3.
    Από την πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1610/96 προκύπτει ότι, πριν από την έκδοσή του, η διάρκεια της πραγματικής προστασίας που προσφέρει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την απόσβεση των επενδύσεων των φυτοπροστατευτικών ερευνών και για τη δημιουργία των πόρων που είναι αναγκαίοι για τη διατήρηση μιας αποτελεσματικής έρευνας ήταν ανεπαρκής, ζημιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα του κλάδου αυτού. Σκοπός του κανονισμού αυτού είναι ακριβώς η κάλυψη της ανεπάρκειας αυτής με την καθιέρωση του ΣΠΠ για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.

4.
    Το άρθρο 1 του κανονισμού 1610/96 ορίζει:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)    ”Φυτοπροστατευτικά προϊόντα”: οι δραστικές ουσίες και τα σκευάσματα τα οποία περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, προσφέρονται με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στον χρήστη και προορίζονται:

    [...]

    δ)    να καταστρέφουν τα ανεπιθύμητα φυτά

    [...]

2)    ”Ουσίες”: τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν συνοδών [καταλοίπων] που προκύπτουν αναπόφευκτα κατά τη διαδικασία παρασκευής.

3)    ”Δραστικές ουσίες”: οι ουσίες ή οι μικροοργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ιών, που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση:

    α)    εναντίον επιβλαβών οργανισμών

        ή

    β)    σε φυτά, μέρη φυτών ή φυτικά προϊόντα.

4)    ”Σκευάσματα”: τα μείγματα ή διαλύματα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες ουσίες, εκ των οποίων τουλάχιστον η μία είναι δραστική, και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα.

[...]

8)    ”Προϊόν”: Η δραστική ουσία όπως ορίζεται στο σημείο 3 ή η σύνθεση δραστικών ουσιών ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος.

9)    ”Κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας”: το δίπλωμα που προστατεύει ένα προϊόν κατά την έννοια του σημείου 8, αυτό καθαυτό ένα σκεύασμα κατά την έννοια του σημείου 4, τη μέθοδο παραγωγής ενός προϊόντος ή μια χρήση του προϊόντος και το οποίο ο δικαιούχος το προορίζει για τη διαδικασία απόκτησης πιστοποιητικού.

[...]»

5.
    Το άρθρο 3 του κανονισμού 1610/96, που καθορίζει τους όρους χορηγήσεως του ΣΠΠ, έχει ως εξής:

«1.    Το πιστοποιητικό εκδίδεται εφόσον, στο κράτος μέλος όπου υποβάλλεται η κατά το άρθρο 7 αίτηση και κατά την ημερομηνία της εν λόγω αίτησης:

α)    το προϊόν προστατεύεται με ισχύον κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας·

β)    για το προϊόν, ως φυτοπροστατευτικό προϊόν, έχει χορηγηθεί ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή σύμφωνα με ισοδύναμη διάταξη εθνικής νομοθεσίας·

γ)    το προϊόν δεν έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο πιστοποιητικού·

δ)    η άδεια που αναφέρεται στο στοιχείο β´ είναι η πρώτη άδεια κυκλοφορίας του προϊόντος ως φυτοπροστατευτικού προϊόντος στην αγορά.

2.    Ο δικαιούχος περισσοτέρων του ενός διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για το ίδιο προϊόν δεν μπορεί να λάβει περισσότερα του ενός πιστοποιητικά όσον αφορά το εν λόγω προϊόν. Ωστόσο, όταν εκκρεμούν δύο ή περισσότερες αιτήσεις για το αυτό προϊόν, υποβληθείσες από δύο ή περισσότερους δικαιούχους διαφορετικών διπλωμάτων, πιστοποιητικό για το προϊόν αυτό μπορεί να χορηγηθεί σε οιονδήποτε των δικαιούχων.»

Η διαφορά της κύριας δίκης

6.
    Στις 27 Φεβρουαρίου 1967, ο Ολλανδός Υπουργός Γεωργίας και Αλιείας χορήγησε στην BASF την υπ' αριθ. 3594 N άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (στο εξής: ΑΚΑ) για το παρασιτοκτόνο «Pyramin» που περιέχει ως δραστική ουσία το chloridazon.

7.
    Στις 23 Ιουνίου 1982, η BASF έλαβε για μέθοδο παρασκευής του chloridazon το υπ' αριθ. EP 0 026 847 ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ισχύον σε δέκα κράτη, τα οποία προσδιορίζονταν ονομαστικώς, συμπεριλαμβανομένου του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

8.
    Στις 19 Ιανουαρίου 1987, ο Ολλανδός Υπουργός Γεωργίας και Αλιείας χορήγησε στην BASF την υπ' αριθ. 9582 N ΑΚΑ για το παρασιτοκτόνο «Pyramin DF» το οποίο περιέχει ως δραστική ουσία το chloridazon.

9.
    Το chloridazon είναι μια ουσία που αποτελείται από δύο ενώσεις, ήτοι την ένωση 4-αμινο-5-χλωριο-1-φαινυλο-pyridazon-6 και την ένωση 5-αμινο-4-χλωριο-1-φαινυλο-pyridazon-6. Η πρώτη ένωση είναι δραστική ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελεί ισομερές της πρώτης, είναι ελάχιστα ή ουδόλως δραστική και πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως πρόσμειξη.

10.
    Διαπιστώθηκε ότι η αναλογία μεταξύ της δραστικής ενώσεως και των καταλοίπων είναι 80 % κατ' ανώτατο όριο προς 20 % κατά κατώτατο όριο στην περίπτωση του Pyramin και 90 % κατά κατώτατο όριο προς 10 % κατ' ανώτατο όριο στην περίπτωση του Pyramin DF και ότι η μεταβολή της αναλογίας αυτής επιτεύχθηκε χάρη στη νέα μέθοδο παρασκευής που περιγράφεται στο υπ' αριθ. EP 0 026 847 κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

11.
    Στις 3 Μαρτίου 1997, η BASF υπέβαλε ενώπιον του Γραφείου αίτηση χορηγήσεως ΣΠΠ για το chloridazon ως φυτοπροστατευτικό προϊόν.

12.
    Το Γραφείο απέρριψε την ανωτέρω αίτηση με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1997. Η διοικητική ένσταση που άσκησε η BASF κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από το Γραφείο στις 19 Φεβρουαρίου 1998 ως αβάσιμη. Ως εκ τούτου, η BASF άσκησε στις 31 Μαρτίου 1998 προσφυγή ενώπιον του Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική ένστασή της.

13.
    Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Γραφείο απέρριψε την αίτηση της BASF λόγω του ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ´, του κανονισμού 1610/96. Κατά την άποψη του Γραφείου, η υπ' αριθ. 9582 Ν ΑΚΑ, την οποία επικαλείται η BASF, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτη ΑΚΑ κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δεδομένου ότι τόσο η ανωτέρω ΑΚΑ όσο και η υπ' αριθ. 3594 Ν ΑΚΑ χορηγήθηκαν για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν το chloridazon ως μοναδική δραστική ουσία. Συγκεκριμένα, εφόσον τα κατάλοιπα που μνημονεύονται στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως δεν εμπίπτουν στην έννοια του«προϊόντος», όπως η έννοια αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 8, του κανονισμού 1610/96, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι δύο αυτές ΑΚΑ αφορούν το ίδιο προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού αυτού.

14.
    Η BASF υποστηρίζει ότι το πιο συμπυκνωμένο chloridazon, που παρασκευάζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο υπ' αριθ. EP 0 026 847 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του 1982 και πωλείται με την ονομασία «Pyramin DF», είναι διαφορετικό προϊόν από το chloridazon που παρασκευαζόταν στο παρελθόν και επωλείτο με το όνομα «Pyramin». Η ΑΚΑ που χορηγήθηκε το 1987 για το Pyramin DF έπρεπε συνεπώς να θεωρηθεί ως πρώτη ΑΚΑ κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ´, του κανονισμού 1610/96.

15.
    Συναφώς, η BASF υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι ένα προϊόν κατά την έννοια του κανονισμού 1610/96 περιλαμβάνει τη δραστική ουσία και τα κατάλοιπα. Συνεπώς, υπάρχει διαφορετικό προϊόν εφόσον η αναλογία μεταξύ δραστικής ουσίας και καταλοίπων μεταβάλλεται ουσιωδώς. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι μια νέα ΑΚΑ χορηγήθηκε για το chloridazon που παρασκευάζεται βάσει της μεθόδου που αποτελεί αντικείμενο του νέου διπλώματος ευρεσιτεχνίας και είναι γνωστό με την ονομασία «Pyramin DF» αποδεικνύει ότι αποτελεί νέο προϊόν κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Επιπλέον, η BASF προβάλλει ότι, αν το ΣΠΠ δεν μπορούσε να χορηγηθεί παρά μόνο για τα προϊόντα που περιέχουν μια διαφορετική ή μια νέα δραστική ουσία, όπως κατ' ουσίαν υποστηρίζει το Γραφείο, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που αφορούν επινόηση μεθόδου δεν θα προστατεύονταν επαρκώς και ο κανονισμός 1610/96 δεν θα εκπληρούσε τον σκοπό του. Συγκεκριμένα, αυτά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αφορούν κατά κανόνα όχι εντελώς νέα προϊόντα, αλλά υπάρχοντα, η σύνθεση των οποίων είναι διαφορετική λόγω της επινοήσεως νέων μεθόδων.

16.
    Το Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage φρονεί ότι από τον κανονισμό 1610/96 προκύπτει ότι σκοπός της εκδόσεώς του ήταν να διασφαλιστεί, μέσω του ΣΠΠ, η επαρκής προστασία των φυτοπροστατευτικών ερευνών και ότι, προς τούτο, ουδεμία διάκριση γίνεται μεταξύ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που αφορούν προϊόν και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που αφορούν μέθοδο. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία του ανωτέρω κανονισμού από το Γραφείο, ένα ΣΠΠ δεν θα μπορεί σχεδόν ποτέ να χορηγηθεί για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά μέθοδο εφόσον η χρήση της μεθόδου αυτού δεν παρέχει τη δυνατότητα παρασκευής ενός εντελώς νέου προϊόντος, που να περιέχει νέες δραστικές ουσίες, αλλά μόνον τη δυνατότητα τροποποιήσεως της συνθέσεως υπάρχοντος προϊόντος. Συγκεκριμένα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτών, θα έχει ήδη χορηγηθεί ΑΚΑ για το υπάρχον προϊόν και επομένως η ΑΚΑ που θα χορηγείται στη συνέχεια δεν θα μπορεί να προβάλλεται ως πρώτη ΑΚΑ κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ´, του κανονισμού 1610/96 για το τροποποιηθέν προϊόν που παρασκευάζεται με την κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μέθοδο.

17.
    Το αιτούν δικαστήριο έχει επιφυλάξεις ως προς το αν η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με το αντικείμενο και τον σκοπό του κανονισμού 1610/96 και ειδικότερα ανη χορήγηση ΣΠΠ για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά μέθοδο μπορεί να εξαρτάται από το κατά το μάλλον ή ήττον τυχαίο γεγονός ότι δεν έχει εισέτι χορηγηθεί ΑΚΑ για το υπάρχον προϊόν, η σύνθεση του οποίου τροποποιείται μέσω της κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου.

18.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)    α)    Πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των παρατιθεμένων στο άρθρο 1, σημεία 2, 3 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 1610/96 (στο εξής: κανονισμός) ορισμών, να νοηθεί ως ”προϊόν” κατά το άρθρο 3 του κανονισμού: μια δραστική ουσία ή ο συνδυασμός δραστικών ουσιών - ως περιγράφονται λεπτομερέστερα στο άρθρο 1, σημείο 3 - όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα κατά τη διαδικασία παρασκευής;

    β)    Πρόκειται για ένα και το αυτό προϊόν κατά την έννοια του κανονισμού, όταν μέσω μιας νέας μεθόδου παρασκευάζεται ένα προϊόν ως φυτοπροστατευτικό προϊόν το οποίο περιέχει μικρότερη ποσότητα αναποφεύκτως προκυπτόντων καταλοίπων απ' ό,τι ένα υφιστάμενο φυτοπροστατευτικό προϊόν με το ίδιο δραστικό συστατικό;

    γ)    Διαφέρει η απάντηση στο ερώτημα 1β αν για το νέο αυτό φυτοπροστατευτικό προϊόν πρέπει να ληφθεί νέα άδεια κυκλοφορίας και, αν ναι, σε ποια έκταση;

2)    Πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, στοιχεία α´ και δ´, του κανονισμού, όταν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν παρασκευάζεται μέσω κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου, συνεπεία της οποίας το προϊόν περιέχει μικρότερη ποσότητα αναποφεύκτως προκυπτόντων καταλοίπων απ' ό,τι ένα υπάρχον φυτοπροστατευτικό προϊόν με την ίδια δραστική ουσία, όταν για το νέο αυτό φυτοπροστατευτικό προϊόν έχει ληφθεί νέα άδεια κυκλοφορίας και όταν το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μέθοδο χαρακτηρίζεται ως κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, αρχή και στοιχείο α´;»

Επί του πρώτου ερωτήματος

Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος

19.
    Με το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να διευκρινιστεί η έννοια του προϊόντος κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1610/96.

20.
    Πρέπει να διευκρινιστεί ότι, κατά το άρθρο 1, σημείο 8, του κανονισμού 1610/96, ως προϊόν νοείται η δραστική ουσία όπως ορίζεται στο σημείο 3 του ιδίου αυτού άρθρου ή η σύνθεση δραστικών ουσιών ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος.

21.
    Κατά το άρθρο 1, σημείο 3, του ανωτέρω κανονισμού, στις δραστικές ουσίες συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων οι ουσίες που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση επί επιβλαβών οργανισμών ή επί φυτών, μερών φυτών ή φυτικών προϊόντων.

22.
    Βάσει του άρθρου 1, σημείο 2, του ιδίου κανονισμού, ως ουσίες ορίζονται τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα από τη μέθοδο παρασκευής.

23.
    Από τον συνδυασμό των σημείων 2, 3 και 8 του άρθρου 1 του κανονισμού 1610/96 προκύπτει ότι η έννοια του προϊόντος περιλαμβάνει τα χημικά στοιχεία και τις ενώσεις τους, όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα από τη μέθοδο παρασκευής, που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση επί επιβλαβών οργανισμών ή επί φυτών, μερών φυτών ή φυτικών προϊόντων.

24.
    Το άρθρο 3 του κανονισμού 1610/96, που διέπει τους όρους χορηγήσεως του ΣΠΠ, στηρίζεται στην έννοια του προϊόντος. Τίποτε όμως δεν δείχνει ότι η έννοια αυτή διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια του προϊόντος που ορίζει το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού για τους σκοπούς του ιδίου αυτού κανονισμού.

25.
    Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια του προϊόντος κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1610/96 περιλαμβάνει τα χημικά στοιχεία και τις ενώσεις τους, όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα από τη μέθοδο παρασκευής, που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση εναντίον επιβλαβών οργανισμών ή επί φυτών, μερών φυτών ή φυτικών προϊόντων.

Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος

26.
    Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν δύο προϊόντα τα οποία δεν διαφέρουν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχουν, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του ενός προϊόντος ως προς αυτή τη δραστική χημική ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, πρέπει να θεωρηθούν ως ένα και το αυτό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1610/96.

27.
    Από την απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος προκύπτει ότι δύο προϊόντα που αποτελούνται από την ίδια χημική ένωση που έχει την ίδια γενική ή ειδική δράση επί επιβλαβών οργανισμών ή επί φυτών, μερών φυτών ή φυτικών προϊόντων, και περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα από τη μέθοδο παρασκευής, πρέπει να θεωρούνται πανομοιότυπα.

28.
    Επομένως, είναι φανερό ότι υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού ενός προϊόντος μέσω της χημικής ενώσεως και της δράσεώς της επί των στόχων που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη ανεξαρτήτως των καταλοίπων που περιέχει. Κατά μείζονα λόγο, η φύση ενός προϊόντος δεν μεταβάλλεται εκ του λόγου και μόνον ότι αλλάζει η περιεκτικότητα ανά μονάδα των καταλοίπων του, εφόσον παραμένουν αμετάβλητα τόσο η χημική ένωση που περιέχει όσο και η δράση της επί των εν λόγω στόχων.

29.
    Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δύο προϊόντα που δεν διαφέρουν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχουν, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του ενός προϊόντος ως προς τη δραστική χημική ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, πρέπει να θεωρούνται ως ένα και το αυτό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1610/96.

Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος

30.
    Με το τρίτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνονται ΑΚΑ για το νέο φυτοπροστατευτικό προϊόν, στο οποίο η αναλογία μεταξύ δραστικής χημικής ενώσεως και καταλοίπων διαφέρει από αυτήν του παλαιού φυτοπροστατευτικού προϊόντος, είναι κρίσιμο προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει ή όχι ταυτότητα μεταξύ των συστατικών προϊόντων αυτών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

31.
    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ΑΚΑ δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο κανονισμός 1610/96 για τον ορισμό της έννοιας του προϊόντος.

32.
    Συνεπώς, στο τρίτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνεται ΑΚΑ για το νέο φυτοπροστατευτικό προϊόν, στο οποίο η αναλογία μεταξύ δραστικής χημικής ενώσεως και καταλοίπων διαφέρει από αυτήν του παλαιού φυτοπροστατευτικού προϊόντος, δεν είναι κρίσιμο προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει ή όχι ταυτότητα μεταξύ των συστατικών προϊόντων αυτών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

33.
    Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α´ και δ´, του κανονισμού 1610/96 πληρούνται όταν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν, που παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου και δεδομένου ότι έχει αποτελέσει αντικείμενο ΑΚΑ, δεν διαφέρει από φυτοπροστατευτικό προϊόν που έτυχε ΑΚΑ κατά το παρελθόν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχει, καθώς η περιεκτικότητα του πρώτου προϊόντος ως προς αυτή τη δραστική χημική ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, και όταν αυτότο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά μέθοδο έχει χαρακτηριστεί ως κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

34.
    Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, όταν δύο προϊόντα δεν διαφέρουν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχουν, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του ενός προϊόντος ως προς αυτή τη δραστική χημική ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, πρέπει να θεωρούνται ως ένα και το αυτό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1610/96.

35.
    Ως εκ τούτου, όταν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν, που παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου και το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο ΑΚΑ, δεν διαφέρει από φυτοπροστατευτικό προϊόν που έτυχε άδειας κυκλοφορίας κατά το παρελθόν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχει, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του πρώτου προϊόντος ως προς αυτή την ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα δύο αυτά φυτοπροστατευτικά προϊόντα περιέχουν το ίδιο προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1610/96.

36.
    Η ΑΚΑ όμως αυτού του φυτοπροστατευτικού προϊόντος, που παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη ΑΚΑ που χορηγείται για το προϊόν αυτό, δεδομένου ότι το προϊόν αυτό έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο προγενέστερης αδείας κυκλοφορίας στην αγορά ως φυτοπροστατευτικό προϊόν.

37.
    Συνεπώς, όσον αφορά το φυτοπροστατευτικό προϊόν που παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου, η προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ´, του κανονισμού 1610/96 δεν πληρούται.

38.
    Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αν η προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α´, του κανονισμού 1610/96 πληρούται, ενώ στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α´ και δ´, του κανονισμού 1610/96 δεν πληρούνται, εν πάση περιπτώσει, στο σύνολό τους όταν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν, το οποίο παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου και το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο ΑΚΑ, δεν διαφέρει από φυτοπροστατευτικό προϊόν που έτυχε άδειας κυκλοφορίας στην αγορά κατά το παρελθόν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχει, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του πρώτου προϊόντος ως προς αυτή την ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, και όταν αυτό το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά μέθοδο έχει χαρακτηριστεί ως κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

39.
    Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Ιουλίου 1999 το Arrondissementsrechtbank 's-Gravenhage, αποφαίνεται:

1)    Η έννοια του προϊόντος κατά το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1610/96 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, περιλαμβάνει τα χημικά στοιχεία και τις ενώσεις τους, όπως απαντούν στη φύση ή παρασκευάζονται από τη βιομηχανία, περιλαμβανομένων των τυχόν καταλοίπων που προκύπτουν αναπόφευκτα από τη μέθοδο παρασκευής, που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση επί επιβλαβών οργανισμών ή επί φυτών, μερών φυτών ή φυτικών προϊόντων.

2)    Δύο προϊόντα που δεν διαφέρουν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικής χημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχουν, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του ενός προϊόντος ως προς τη δραστική χημική ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, πρέπει να θεωρούνται ως ένα και το αυτό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1610/96.

3)    Το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνεται άδεια κυκλοφορίας στην αγορά για το νέο φυτοπροστατευτικό προϊόν, στο οποίο η αναλογία μεταξύ δραστικής χημικής ενώσεως και καταλοίπων διαφέρει από αυτήν του παλαιού φυτοπροστατευτικού προϊόντος, δεν είναι κρίσιμο προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει ή όχι ταυτότητα μεταξύ των συστατικών προϊόντων αυτών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

4)    Οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α´ και δ´, του κανονισμού 1610/96 δεν πληρούνται, εν πάση περιπτώσει, στο σύνολό τους όταν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν, το οποίο παρασκευάζεται βάσει κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεθόδου και το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο άδειας κυκλοφορίας στην αγορά, δεν διαφέρει από φυτοπροστατευτικό προϊόν που έτυχε άδειας κυκλοφορίας στην αγορά κατά το παρελθόν παρά μόνον ως προς την αναλογία μεταξύ της δραστικήςχημικής ενώσεως και των καταλοίπων που περιέχει, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του πρώτου προϊόντος ως προς αυτή την ένωση είναι υψηλότερη από αυτήν του ετέρου, και όταν αυτό το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που αφορά μέθοδο έχει χαρακτηριστεί ως κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Gulmann

Σκουρής
Puissochet

Schintgen

Macken

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Μαΐου 2001.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος

R. Grass

C. Gulmann


1: Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.