Language of document : ECLI:EU:T:2021:574

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 15ης Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Αποδοχές – Επίδομα αποδημίας – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Άρνηση καταβολής επιδόματος αποδημίας – Συνήθης διαμονή – Άσκηση καθηκόντων σε διεθνή οργανισμό εγκατεστημένο στο κράτος υπηρεσίας»

Στην υπόθεση T‑466/20,

LF, εκπροσωπούμενος από τον S. Orlandi, δικηγόρο,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον T. Bohr και την A.‑C. Simon,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Γραφείου «Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων» (PMO) της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος περί χορηγήσεως επιδόματος αποδημίας,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, P. Nihoul (εισηγητή) και R. Frendo, δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Απριλίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Νομικό πλαίσιο

1        Το άρθρο 69 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν επί των συμβασιούχων υπαλλήλων δυνάμει των άρθρων 20, παράγραφος 2, και 92 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), προβλέπει τα εξής:

«Το επίδομα αποδημίας είναι ίσο με το 16 % του συνολικού ποσού του βασικού μισθού, καθώς και του επιδόματος στέγης και του επιδόματος συντηρούμενων τέκνων τα οποία δικαιούται ο υπάλληλος. Το επίδομα αποδημίας ανέρχεται σε τουλάχιστον 538,87 ευρώ μηνιαίως.»

2        Το άρθρο 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, που εφαρμόζεται επίσης κατ’ αναλογίαν επί των συμβασιούχων υπαλλήλων δυνάμει των άρθρων 21 και 92 του ΚΛΠ, έχει ως εξής:

«1. Το επίδομα αποδημίας, ίσο με το 16 % του συνολικού ποσού του βασικού μισθού, καθώς και του επιδόματος στέγης και του επιδόματος συντηρούμενων τέκνων, καταβαλλόμενα στον υπάλληλο, χορηγείται:

α)      Στον υπάλληλο:

–        ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί ο ενδιαφερόμενος, και

–        ο οποίος δεν είχε μόνιμη διαμονή ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους. Για την εφαρμογή της παρούσης διατάξεως δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό.

β)      στον υπάλληλο, ο οποίος, παρόλο που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί είχε τη μόνιμη διαμονή του, κατά συνήθη τρόπο, επί δέκα έτη λήγοντα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του κράτους αυτού για άλλους λόγους εκτός από την άσκηση καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό.

[…]»

 Ιστορικό της διαφοράς

3        Ο προσφεύγων, LF, είναι Βέλγος υπήκοος και γεννήθηκε στο Βέλγιο.

4        Το 1982, σε ηλικία τεσσάρων ετών, μετακόμισε με την οικογένειά του στη Γαλλία, όπου φοίτησε και εργάστηκε έως τις 31 Μαρτίου 2013, εξαιρουμένης της περιόδου μεταξύ της 1ης Ιουνίου 2002 και της 31ης Μαΐου 2003, κατά την οποία εργάστηκε στο Περού για το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας.

5        Από την 1η Απριλίου 2009 έως τις 30 Μαρτίου 2013, εργάστηκε στο Υπουργείο Οικολογίας, Βιώσιμης Ανάπτυξης και Ενέργειας της Γαλλίας στο Παρίσι (Γαλλία) και, από την 1η έως τις 30 Απριλίου 2013, ήταν εγγεγραμμένος ως αναζητών εργασία στη Γαλλία.

6        Την 1η Μαΐου 2013, ανέλαβε καθήκοντα συμβασιούχου υπαλλήλου της ομάδας καθηκόντων IV στη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Έρευνας και καινοτομίας» και, στη συνέχεια, στη ΓΔ «Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) με σύμβαση ορισμένου χρόνου που ανανεώθηκε επανειλημμένως χωρίς διακοπή. Η εν λόγω σύμβαση έληξε στις 30 Απριλίου 2019.

7        Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, ο προσφεύγων λάμβανε το επίδομα αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ως Βέλγος υπήκοος που απουσίαζε από το βελγικό έδαφος για διάστημα δέκα ετών πριν από την πρόσληψή του στην Επιτροπή.

8        Το 2014, ο προσφεύγων σύναψε γάμο στο Βέλγιο με Γαλλίδα υπήκοο με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τα οποία γεννήθηκαν στις Βρυξέλλες το 2015 και το 2017 αντιστοίχως. Η σύζυγός του, η οποία ήταν αυτοαπασχολούμενη στη Γαλλία, εργάστηκε στο Βέλγιο με σύμβαση αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και οι οποίες περιλήφθηκαν στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η σύζυγός του έχει τη φορολογική κατοικία της στο Βέλγιο.

9        Στις 20 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή δημοσίευσε την προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού υπ’ αριθ. COM/03/AD/18, ο οποίος ήταν ανοικτός σε συμβασιούχους υπαλλήλους και είχε ως αντικείμενο την πρόσληψη υπαλλήλων σε βαθμό AD 6. Ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στον διαγωνισμό αυτόν και το όνομά του περιλήφθηκε στον κατάλογο των επιτυχόντων στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

10      Επιπλέον, κατόπιν της δημοσίευσης της υπ’ αριθ. REA/INTER-CA/2018/PA/A-B/FGIV/09 διοργανικής προκήρυξης, στις 7 Ιανουαρίου 2019, σχετικά με την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων IV στον Ευρωπαϊκό Εκτελεστικό Οργανισμό Έρευνας (στο εξής: REA), ο προσφεύγων υπέβαλε την υποψηφιότητά του στον διαγωνισμό αυτόν στις 25 Ιανουαρίου 2019. Σύμφωνα με την εν λόγω προκήρυξη, μόνον οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που εργάζονταν σε θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυτή.

11      Τον Μάιο του 2019, ο προσφεύγων υπέβαλε ερώτημα στον REA σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας προσλήψεως. Στις 16 Μαΐου 2019, ο REA απάντησε στον προσφεύγοντα ότι η απόφαση σχετικά με τη διαδικασία αυτή δεν είχε ληφθεί ακόμη και του ζήτησε να παραμείνει «υπομονετικός και διαθέσιμος να αναλάβει καθήκοντα».

12      Με επιστολή της 7ης Ιουνίου 2019, ο REA απηύθυνε στον προσφεύγοντα προσφορά προσλήψεως σε θέση συμβασιούχου υπαλλήλου από 1ης Σεπτεμβρίου 2019 για διάρκεια ενός έτους με δυνατότητα ανανεώσεως. Ο προσφεύγων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή στις 11 Ιουνίου 2019.

13      Κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Μαΐου και 31ης Αυγούστου 2019, ο προσφεύγων ήταν εγγεγραμμένος ως αναζητών εργασία στο Βέλγιο και τα σχετικά επιδόματα του καταβάλλονταν από την Ένωση. Επιπλέον, ο προσφεύγων εξακολουθούσε να υπάγεται στο σύστημα ασφάλισης ασθένειας της Ένωσης.

14      Την 1η Σεπτεμβρίου 2019, ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα στον REA.

15      Στις 11 Σεπτεμβρίου 2019, το Γραφείο «Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων» (PMO) της Επιτροπής αποφάσισε ότι ο προσφεύγων δεν είχε δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αποδημίας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

16      Στις 9 Δεκεμβρίου 2019, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση ενώπιον της Επιτροπής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η διοικητική ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 7ης Απριλίου 2020, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα την επομένη, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

17      Βασιζόμενη στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να μην προσμετρηθεί η περίοδος μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 30ής Απριλίου 2019 κατά την οποία ο προσφεύγων εργάστηκε στην Επιτροπή, αλλά ότι, αντιθέτως, το χρονικό διάστημα αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του υπαλλήλου, καθόσον τεκμαίρεται ότι κατά την εν λόγω περίοδο εμποδίζεται η δημιουργία μόνιμων δεσμών μεταξύ αυτού και της χώρας υπηρεσίας. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών με τη συνήθη διαμονή νομολογιακών κριτηρίων, ήτοι αυτών που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα και τους προσωπικούς δεσμούς του προσφεύγοντος, οι προβαλλόμενοι από τον προσφεύγοντα δεσμοί με τη Γαλλία δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το υποστατό της συνήθους διαμονής του στο Βέλγιο.

18      Ως προς την περίοδο των τεσσάρων μηνών μεταξύ της 30ής Απριλίου 2019, ημερομηνία λήξης της συμβάσεως που ο προσφεύγων είχε συνάψει με την Επιτροπή, και της 1ης Σεπτεμβρίου 2019, ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα στον REA, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο προσφεύγων διέμεινε κατά το διάστημα αυτό στο Βέλγιο μαζί με τη σύζυγό του και τα τέκνα του και, συγκεκριμένα, στην ίδια κατοικία στην οποία διέμενε προηγουμένως με την πρόθεση να παραμείνει εκεί.

19      Στις 17 Μαρτίου 2020, κατόπιν της επιτυχίας του στον υπ’ αριθ. COM/03/AD/18 εσωτερικό διαγωνισμό που διοργάνωσε η Επιτροπή, ο προσφεύγων διορίστηκε υπάλληλος στο εν λόγω θεσμικό όργανο από 16ης Απριλίου 2020. Η Επιτροπή αρνήθηκε επίσης να χορηγήσει στον προσφεύγοντα το επίδομα αποδημίας. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο προσφεύγων άσκησε άλλη προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑178/21.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

20      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 2020, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 23 Οκτωβρίου 2020. Με έγγραφο της 25ης Νοεμβρίου 2020, ο προσφεύγων παραιτήθηκε από την κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως.

21      Με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 2020, ο προσφεύγων ζήτησε την τήρηση της ανωνυμίας βάσει του άρθρου 66 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Με απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε το αίτημα αυτό.

22      Κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

23      Με έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2021, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους, βάσει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, ερωτήσεις σχετικά, ιδίως, με τη νομολογία που, κατά την άποψή τους, έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση. Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις αυτές εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

24      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά, ιδίως, με τη νομολογία που θεωρούν ότι έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Απριλίου 2021.

25      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

26      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Εισαγωγική παρατήρηση

27      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ένα ή περισσότερα όργανα μπορούν να αναθέτουν σε ένα από αυτά τα ίδια ή σε διοργανικό οργανισμό την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), πλην αποφάσεων που αφορούν διορισμούς, προαγωγές ή μεταθέσεις υπαλλήλων. Επιπλέον, κατά το άρθρο 91α του ΚΥΚ, στους τομείς για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2, παράγραφος 2, οι προσφυγές στρέφονται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται η εξουσιοδοτημένη ΑΔΑ.

28      Δυνάμει των άρθρων 6 και 117 του ΚΛΠ, το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 91α του ΚΥΚ εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν στις αρχές οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες να συνάπτουν συμβάσεις προσλήψεως.

29      Με την υπ’ αριθ. 2003/522/ΕΚ απόφαση, της 6ης Νοεμβρίου 2002 (ΕΕ 2003, L 183, σ. 30), η Επιτροπή ίδρυσε το PMO.

30      Στις 12 Δεκεμβρίου 2018, ο REA συνήψε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και των άρθρων 6 και 117 του ΚΛΠ, συμφωνία παροχής υπηρεσιών με το PMO, βάσει της οποίας ανατέθηκε στο PMO η άσκηση της αρμοδιότητας καθορισμού των ατομικών δικαιωμάτων των συμβασιούχων υπαλλήλων του REA και, ειδικότερα, εκείνων που απορρέουν από το άρθρο 69 του ΚΥΚ και από το παράρτημα VII του ΚΥΚ (τμήμα E του μέρους II B της εν λόγω συμφωνίας παροχής υπηρεσιών). Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του μέρους II A της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, δεδομένου ότι ο REA ανέθεσε στο PMO την άσκηση των καθηκόντων που έχουν απονεμηθεί στην ΑΔΑ ή στην εξουσιοδοτημένη για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή, οι προσφυγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 91 του ΚΥΚ πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 91α του ΚΥΚ, να στρέφονται κατά της Επιτροπής.

31      Επομένως, η προσφυγή ασκήθηκε, εν προκειμένω, παραδεκτώς κατά της Επιτροπής.

 Επί του μοναδικού λόγου ακυρώσεωςμε τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ

32      Ο προσφεύγων εκτιμά ότι το PMO, αρνούμενο να του χορηγήσει το επίδομα αποδημίας, παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

33      Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτόν.

34      Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αποδημίας ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν επί των συμβασιούχων υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, και των άρθρων 21 και 92 του ΚΛΠ.

35      Η διάταξη αυτή διακρίνει μεταξύ δύο περιπτώσεων με βάση την υπηκοότητα του υπαλλήλου.

36      Η πρώτη περίπτωση, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο υπάλληλος «δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί ο ενδιαφερόμενος». Στην περίπτωση αυτή, για να μπορέσει να λάβει το επίδομα αποδημίας, απαιτείται από τον υπάλληλο ή από το μέλος του λοιπού προσωπικού να μην έχει διαμονή ή να μην άσκησε, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, κατά συνήθη τρόπο την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του κράτους υπηρεσίας.

37      Η δεύτερη περίπτωση, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αφορά τον υπάλληλο «που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί». Στην περίπτωση αυτή, η χορήγηση του επιδόματος αποδημίας υπόκειται σε προϋποθέσεις οι οποίες είναι για δύο λόγους αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

38      Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες.

39      Αφενός, η περίοδος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για τους υπαλλήλους που είναι υπήκοοι του κράτους όπου υπηρετούν είναι δεκαετής, ενώ η εν λόγω περίοδος για τους υπαλλήλους που δεν είναι υπήκοοι του κράτους υπηρεσίας είναι πενταετής (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, B κατά Επιτροπής, F‑7/06, EU:F:2007:129, σκέψη 37).

40      Αφετέρου, η διατήρηση της συνήθους διαμονής τους στη χώρα υπηρεσίας, ακόμη και για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη δεκαετή περίοδο αναφοράς, αρκεί για να επιφέρει την απώλεια του επιδόματος αποδημίας ή τη μη χορήγησή του (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1976, Delvaux κατά Επιτροπής, 42/75, EU:C:1976:21, σκέψεις 6 έως 11, της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής, T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψη 47, και της 5ης Οκτωβρίου 2020, Brown κατά Επιτροπής, T-18/19, απόφαση κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2020:465, σκέψη 112), ενώ για τους υπαλλήλους που δεν έχουν την ιθαγένεια της χώρας υπηρεσίας, η απώλεια του επιδόματος αποδημίας ή η μη χορήγησή του επέρχεται μόνο στην περίπτωση που η συνήθης διαμονή του ενδιαφερομένου στη χώρα όπου θα υπηρετεί μελλοντικώς διήρκεσε καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου αναφοράς (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, Διαμαντάρας κατά Επιτροπής, T-72/94, EU:T:1995:212, σκέψη 48, και της 27ης Φεβρουαρίου 2015, CESE κατά Achab, T-430/13 P, EU:T:2015:122, σκέψη 54).

41      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων, έχοντας την ιθαγένεια του κράτους όπου υπηρετεί (ήτοι του Βελγίου), εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση και, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων υπόκειται στις αυστηρές προϋποθέσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως.

42      Κατά πάγια νομολογία, στον υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού που ζητεί τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας εναπόκειται να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αυτού, προβάλλοντας τεκμηριωμένα ότι διατήρησε τη συνήθη διαμονή του εκτός του κράτους υπηρεσίας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2000, Lemaître κατά Επιτροπής, T-317/99, EU:T:2000:218, σκέψη 50).

 Επί της οριοθετήσεως της περιόδου αναφοράς

43      Η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως με την οποία το PMO αρνήθηκε να χορηγήσει επίδομα αποδημίας στον προσφεύγοντα με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος δεν απέδειξε ότι είχε τη συνήθη διαμονή του εκτός Βελγίου καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς, αντιθέτως προς όσα επιτάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ για τους υπαλλήλους που έχουν ή είχαν την υπηκοότητα του κράτους όπου υπηρετούν.

44      Χρειάζεται να προσδιοριστεί ποια είναι η περίοδος αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

45      Κατά την εν λόγω διάταξη, η περίοδος αναφοράς λήγει κατά το χρονικό σημείο της ανάληψης των καθηκόντων από τον υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού στο οικείο όργανο ή οργανισμό.

46      Εν προκειμένω, ο προσφεύγων ανέλαβε υπηρεσία στον REA την 1η Σεπτεμβρίου 2019, οπότε η δεκαετής περίοδος αναφοράς έληξε στις 31 Αυγούστου 2019.

47      Επομένως, ως σημείο αφετηρίας της περιόδου αναφοράς θα έπρεπε κατ’ αρχήν να θεωρηθεί η 1η Σεπτεμβρίου 2009.

48      Εντούτοις, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ αποκλείει τον συνυπολογισμό των χρονικών διαστημάτων κατά τα οποία ο υπάλληλος είχε τη μόνιμη διαμονή του, κατά συνήθη τρόπο, εκτός του κράτους υπηρεσίας για να ασκήσει καθήκοντα στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό (βλ. σκέψη 2 της παρούσας αποφάσεως).

49      Επομένως, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, για τον καθορισμό του χρονικού σημείου έναρξης της περιόδου αναφοράς, θα πρέπει να «μη συνυπολογίζονται» οι περίοδοι κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος άσκησε καθήκοντα σε κρατική υπηρεσία ή σε διεθνή οργανισμό, με αποτέλεσμα την ανάλογη επιμήκυνση της περιόδου αναφοράς (πρβλ. απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Grazyte κατά Επιτροπής, T-86/13 P, EU:T:2014:815, σκέψη 51).

50      Εν προκειμένω, από την 1η Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 30 Μαρτίου 2013, ήτοι για τρία έτη και επτά μήνες, ο προσφεύγων εργάστηκε στη Γαλλία για το Υπουργείο Οικολογίας, Βιώσιμης Ανάπτυξης και Ενέργειας της Γαλλίας.

51      Δεδομένου ότι η δραστηριότητα αυτή ασκήθηκε για κράτος που ευρίσκεται εκτός του εδάφους του κράτους υπηρεσίας, η περίοδος αναφοράς πρέπει να παραταθεί μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2006, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

52      Εξάλλου, ο προσφεύγων εργάστηκε ως συμβασιούχος υπάλληλος στην Επιτροπή μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 30ής Απριλίου 2019.

53      Εντούτοις, η περίοδος αναφοράς δεν δύναται να επιμηκυνθεί, διότι, αντιθέτως προς όσα διαπιστώθηκαν ως προς τις περιόδους κατά τις οποίες παρέχονται υπηρεσίες εκτός του κράτους υπηρεσίας, στην προαναφερθείσα διάταξη δεν προβλέπεται αντίστοιχη «μη προσμέτρηση» των χρονικών διαστημάτων κατά τα οποία ο υπάλληλος άσκησε καθήκοντα σε κρατική υπηρεσία ή σε διεθνή οργανισμό που ευρίσκεται στο κράτος υπηρεσίας (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής, T‑273/17, EU:T:2018:480, σκέψεις 60 και 62).

54      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, η περίοδος αναφοράς άρχισε την 1η Φεβρουαρίου 2006 και έληξε στις 31 Αυγούστου 2019.

 Επί του προσδιορισμού της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Μαΐου 2013 και 31ης Αυγούστου 2019

55      Δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων, από 1ης Φεβρουαρίου 2006 έως τις 30 Απριλίου 2013, παραμονή της ημέρας κατά την οποία άρχισε να εργάζεται στην Επιτροπή ως συμβασιούχος υπάλληλος, είχε τη συνήθη διαμονή του στη Γαλλία και, επομένως, εκτός του κράτους υπηρεσίας.

56      Ωστόσο, για την επίλυση της διαφοράς απαιτείται να καθοριστεί αν η διαμονή του προσφεύγοντος μεταφέρθηκε στο Βέλγιο μετά την 1η Μαΐου 2013.

57      Κατά την επ’ αυτών συζήτηση, οι διάδικοι διαίρεσαν την περίοδο αναφοράς σε δύο μέρη που αντιστοιχούν:

–        αφενός, στην περίοδο κατά την οποία ο προσφεύγων εργάστηκε στην Επιτροπή βάσει συμβάσεως (ήτοι από την 1η Μαΐου 2013 έως την 30ή Απριλίου 2019)·

–        αφετέρου, στην περίοδο από τη λήξη της συμβάσεως που είχε συνάψει ο προσφεύγων με την Επιτροπή έως την ανάληψη των καθηκόντων του στον REA (ήτοι από την 1η Μαΐου 2019 έως την 31η Αυγούστου 2019).

58      Στα υπομνήματά τους, οι διάδικοι επικέντρωσαν την προσοχή τους στη δεύτερη αυτή περίοδο, επιχειρώντας να προσδιορίσουν ποιο είναι το κράτος στο οποίο ο προσφεύγων είχε τότε τη συνήθη διαμονή του. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι, όπως είχε επισημάνει στο κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η συνήθης διαμονή του προσφεύγοντος ήταν κατά την περίοδο εκείνη στο Βέλγιο, δεδομένου ότι ο προσφεύγων συνέχισε να ζει στις Βρυξέλλες στο διαμέρισμα όπου διέμενε μέχρι τότε με τη σύζυγό του και τα τέκνα του και ότι εγγράφηκε εκεί ως αναζητών εργασία. Από την πλευρά του, ο προσφεύγων προέβαλε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε μετακομίσει στη Γαλλία ήταν διότι ανέμενε το αποτέλεσμα σχετικά με τις υποψηφιότητες που είχε υποβάλει στον REA και την Επιτροπή ενώ εργαζόταν ως συμβασιούχος υπάλληλος στην Επιτροπή.

59      Τα εν λόγω επιχειρήματα στηρίζονται σε στοιχεία όπως το γεγονός ότι ο προσφεύγων διατήρησε τη συνήθη διαμονή του στον ίδιο τόπο μετά τη λήξη της συμβατικής του σχέσεως με την Επιτροπή, όπερ σημαίνει ότι δεν πρέπει να εξεταστούν μεμονωμένα τα δύο χρονικά διαστήματα που περιγράφονται στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως.

60      Οι διάδικοι προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι από τη νομολογία προκύπτει, ωστόσο, ότι οι εν λόγω περίοδοι πρέπει να εξεταστούν μεμονωμένα. Συναφώς, ο προσφεύγων ανέφερε στο σημείο 31 του δικογράφου της προσφυγής του ότι το γεγονός ότι παρείχε υπηρεσίες στην Επιτροπή κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 30ής Απριλίου 2019 τεκμαίρεται ότι εμπόδισε τη δημιουργία μόνιμων δεσμών μεταξύ αυτού και του Βελγίου. Στο επόμενο σημείο του δικογράφου της προσφυγής του, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι, καθ’ όλη την περίοδο εκείνη, η παρουσία του στο Βέλγιο συνδεόταν αποκλειστικά με την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Ο ισχυρισμός του αυτός επιβεβαιώνεται, κατά την άποψή του, από την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480).

61      Προς αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού, η Επιτροπή, στηριζόμενη στην ίδια νομολογία, διατείνεται, στο σημείο 21 του υπομνήματος αντικρούσεως, ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια της εξαετίας κατά την οποία ο τελευταίος εργάστηκε στην Επιτροπή.

62      Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει, με την απάντησή της σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το τεκμήριο ότι η παροχή υπηρεσιών σε διεθνή οργανισμό εμποδίζει τη δημιουργία μόνιμων δεσμών μεταξύ του ενδιαφερομένου και του κράτους υπηρεσίας, το οποίο απορρέει από την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψη 63), ανατρέπεται στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος σταματά να παρέχει τις υπηρεσίες του στον διεθνή οργανισμό, με αποτέλεσμα, από το χρονικό σημείο εκείνο, να μην μπορούν πλέον να αγνοηθούν οι δεσμοί του τελευταίου με το κράτος υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του.

63      Λαμβανομένων υπόψη των αποκλινόντων και αντιφατικών θέσεων των διαδίκων, πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσον οι υπηρεσίες που παρέχονται σε διεθνή οργανισμό εντός του κράτους υπηρεσίας μπορούν να συνυπολογιστούν για τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής κατά την περίοδο αναφοράς στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο όπως ο προσφεύγων παρέχει υπηρεσίες σε θεσμικό όργανο ή οργανισμό που ευρίσκεται στο κράτος του οποίου είναι υπήκοος.

–       Επί των συνεπειών που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών σε διεθνή οργανισμό εντός του κράτους υπηρεσίας από πρόσωπο που είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους

64      Προκειμένου να εξεταστεί το δύσκολο ζήτημα που αναδείχθηκε από τους διαδίκους, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προβλέπει ότι η περίοδος κατά την οποία υπάλληλοι ή μέλη του λοιπού προσωπικού που έχουν ή είχαν την ιθαγένεια του κράτους υπηρεσίας άσκησαν καθήκοντα σε κρατική υπηρεσία ή διεθνή οργανισμό που ευρίσκεται εκτός του κράτους υπηρεσίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της περιόδου αναφοράς και πρέπει να μη συνυπολογισθεί συναφώς (βλ. σκέψεις 48 και 49 της παρούσας αποφάσεως).

65      Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, η προαναφερθείσα διάταξη δεν περιέχει παρόμοια πρόβλεψη σχετικά με την άσκηση καθηκόντων σε διεθνή οργανισμό που ευρίσκεται εντός του κράτους υπηρεσίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υπό κρίση υπόθεσης.

66      Εντούτοις, όπως κρίθηκε με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψη 63), η άσκηση καθηκόντων σε διεθνή οργανισμό πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος, καθόσον τεκμαίρεται ότι το γεγονός αυτό εμποδίζει τη δημιουργία μόνιμων δεσμών μεταξύ αυτού και της χώρας υπηρεσίας.

67      Είναι δυνατόν, βεβαίως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η άσκηση καθηκόντων σε διεθνή οργανισμό να μη διευκολύνει ή ακόμη και να μην επιτρέπει την οικοδόμηση τέτοιων δεσμών.

68      Ωστόσο, για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με την ίδια απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψεις 84 έως 93), ότι ο τελευταίος διέμενε στο κράτος όπου υπηρετούσε με την οικογένειά του κατά την περίοδο αναφοράς, ήτοι όταν ασκούσε τα καθήκοντά του σε θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης και, συγκεκριμένα, σε έναν διεθνή οργανισμό.

69      Κατά την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών της ίδιας υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ανατρέποντας το τεκμήριο που εκτίθεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, ότι, στην υπόθεση εκείνη, ορθώς η Επιτροπή είχε αποφασίσει ότι ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο κράτος όπου υπηρετούσε κατά την περίοδο αναφοράς.

70      Πράγματι, για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής απαιτείται η διενέργεια ανάλυσης των πραγματικών περιστατικών, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εξετάζονται οι προσωπικοί και επαγγελματικοί δεσμοί που οικοδόμησε ο οικείος υπάλληλος ή το οικείο μέλος του λοιπού προσωπικού.

71      Στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το τεκμήριο στο οποίο στηρίζεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VIΙ του ΚΥΚ, κατά το οποίο η ιθαγένεια ενός προσώπου συνιστά σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη πολλαπλών και στενών δεσμών μεταξύ του κατόχου της ιθαγένειας και της χώρας της ιθαγένειάς του (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2020, Brown κατά Επιτροπής, T-18/19, απόφαση κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2020:465, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72      Σε τελική ανάλυση, η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, υπό την έννοια ότι η άσκηση δραστηριοτήτων σε διεθνή οργανισμό που ευρίσκεται εντός του κράτους υπηρεσίας μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού που έχει ή είχε την ιθαγένεια της χώρας υπηρεσίας κατά την περίοδο αναφοράς δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, μολονότι η απόφαση αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη την υποχρέωση για τον εν λόγω υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού να οικοδομήσει δεσμούς με το εν λόγω κράτος.

73      Επιπλέον, δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα ως προς τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος στην υπό κρίση υπόθεση από την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Grazyte κατά Επιτροπής (T-86/13 P, EU:T:2014:815), η οποία αφορούσε Λιθουανή υπήκοο που είχε αποκτήσει την ιταλική ιθαγένεια και είχε προσληφθεί από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), οργανισμό με έδρα το Βίλνιους (Λιθουανία).

74      Πράγματι, οι επίμαχες καταστάσεις είναι διαφορετικές, δεδομένου ότι η υπάλληλος την οποία αφορούσε η υπόθεση εκείνη ασκούσε δραστηριότητα σε διεθνή οργανισμό ευρισκόμενο εκτός του κράτους υπηρεσίας, ενώ, στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων άσκησε δραστηριότητα σε διεθνή οργανισμό ευρισκόμενο εντός του κράτους υπηρεσίας. Η σημασία της διαφοράς αυτής δεν μπορεί να υποτιμηθεί, διότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ σκοπεί να διασφαλίσει δυνατότητα πρόσληψης στα θεσμικά, λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης όσο το δυνατόν πιο διευρυμένη από άποψη προέλευσης και ιθαγένειας των υποψηφίων.

–       Επί των σχετικών με τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος κατά την περίοδο αναφοράς πραγματικών περιστατικών

75      Αφού διευκρινίστηκε ποιοι είναι οι εφαρμοστέοι κανόνες στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως προβάλλει ο προσφεύγων, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτός μετέφερε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

76      Προς τούτο, πρέπει να εφαρμοστεί ο κανόνας αποδείξεως που υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, κατά τον οποίο στον υπάλληλο ή στο μέλος του λοιπού προσωπικού που ζητεί επίδομα αποδημίας εναπόκειται να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

77      Για την εφαρμογή της δεύτερης περίπτωσης που περιγράφεται στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ καθιερώνει την υποχρέωση για τον οικείο υπάλληλο να αποδείξει ότι καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς που προβλέπει η εν λόγω διάταξη και χωρίς καμία διακοπή είχε τη συνήθη διαμονή του εκτός του κράτους υπηρεσίας του οποίου είναι υπήκοος.

78      Κατά τη νομολογία, η συνήθης διαμονή είναι ο τόπος όπου ο ενδιαφερόμενος όρισε το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του με τη βούληση να του προσδώσει σταθερό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η έννοια της διαμονής περιλαμβάνει, εκτός του φυσικού γεγονότος της παραμονής σε κάποιον τόπο, την πρόθεση να δοθεί στο γεγονός αυτό συνέχεια ως απόρροια μιας βιοτικής συνήθειας και της ανάπτυξης φυσιολογικών κοινωνικών σχέσεων (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2007, F κατά Επιτροπής, T‑324/04, EU:T:2007:140, σκέψη 48).

79      Για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής, λαμβάνονται υπόψη αντικειμενικά πραγματικά στοιχεία της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής του ενδιαφερομένου (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής, T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψεις 87 και 88).

80      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 31ης Αυγούστου 2019:

–        ο προσφεύγων διέμενε αδιαλείπτως στο Βέλγιο·

–        η σύζυγός του μετέβη στο Βέλγιο το 2014 και εγκαταστάθηκε εκεί μαζί του·

–        ο προσφεύγων και η σύζυγός του σύναψαν γάμο στο Βέλγιο·

–        η σύζυγός του εργάστηκε στο Βέλγιο βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου·

–        ο προσφεύγων και η σύζυγός του απέκτησαν δύο τέκνα στο Βέλγιο·

–        ένα εκ των τέκνων αυτών φοίτησε σε σχολείο, ενώ το άλλο σε βρεφονηπιακό σταθμό του Βελγίου.

81      Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, με την απάντησή της επί της διοικητικής ένστασης του προσφεύγοντος, υποστήριξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των νομολογιακών κριτηρίων και, ιδίως, αυτών που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα και τους προσωπικούς δεσμούς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συνήθης διαμονή του προσφεύγοντος ήταν στο Βέλγιο.

82      Από την πλευρά του, ο προσφεύγων προβάλλει τα ακόλουθα στοιχεία για να αποδείξει ότι, παρά την ύπαρξη των στοιχείων που επισημάνθηκαν συναφώς, η συνήθης διαμονή του παρέμεινε στη Γαλλία και δεν μετακινήθηκε στο Βέλγιο καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς:

–        διέμεινε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας του, φοίτησε και, εν συνεχεία, εργάστηκε στο κράτος αυτό με την πρόθεση να συμμετάσχει σε διαδικασία μονιμοποιήσεως στη δημόσια διοίκηση της Γαλλίας·

–        οι γονείς του καθώς και τα αδέλφια του κατοικούσαν στη Γαλλία και εκεί συνάντησε τη γαλλικής ιθαγενείας σύζυγό του·

–        αγόρασε ακίνητο στη Γαλλία πριν από την αναχώρησή του στο Βέλγιο και το διατήρησε κατά την περίοδο κατά την οποία εργαζόταν στην Επιτροπή χωρίς να το εκμισθώσει· διατήρησε επίσης στη Γαλλία έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου και έναν τραπεζικό λογαριασμό·

–        κατά την περίοδο κατά την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του στην Επιτροπή, εργαζόταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου με δυνατότητα ανανέωσης και συνολική διάρκεια έως έξι έτη η οποία τον περιήγαγε, επομένως, σε κατάσταση επαγγελματικής αβεβαιότητας· επιπλέον, κατά την ίδια περίοδο, λάμβανε το επίδομα αποδημίας.

83      Συναφώς, επισημαίνεται ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων προκύπτει ότι, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, οικοδόμησε στενούς δεσμούς με τη Γαλλία.

84      Εντούτοις, η οικοδόμηση των εν λόγω δεσμών δεν συνεπάγεται αυτή καθεαυτήν ότι ο προσφεύγων διατήρησε πράγματι τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό κατά την περίοδο αναφοράς.

85      Συγκεκριμένα, το γεγονός, πρώτον, ότι ο προσφεύγων έζησε, σπούδασε και εργάστηκε στη Γαλλία κατά το ξεκίνημα της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του και πριν από το χρονικό σημείο της έναρξης της περιόδου αναφοράς δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η συνήθης διαμονή του είναι στη Γαλλία. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων έζησε σε ορισμένο κράτος και ότι άσκησε εκεί ανάλογες προς την ηλικία του δραστηριότητες αποτελεί μέρος της προσωπικής ιστορίας του, αλλά δεν συνεπάγεται αυτό καθεαυτό ότι ο τελευταίος διατήρησε εκεί τη συνήθη διαμονή του.

86      Δεύτερον, το ίδιο ισχύει και ως προς το γεγονός ότι οι συγγενείς του προσφεύγοντος κατοικούν στη Γαλλία. Πράγματι, το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο τελευταίος δεν οικοδόμησε διαρκείς δεσμούς εκτός του εν λόγω κράτους. Συναφώς, παρατηρείται ότι η σχέση πατέρα-υιού δεν είναι κατ’ ανάγκην καθοριστική για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής ενός προσώπου που έχει δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Χωρίς να αμφισβητείται η σημασία της εν λόγω σχέσεως, το γεγονός ότι ένας υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού διαμένει σε συγκεκριμένο κράτος με τη σύζυγό του και τα τέκνα του, τα οποία ασκούν εκεί δραστηριότητες ανάλογες προς το στάδιο της ζωής τους (ήτοι εργασία ή φοίτηση σε σχολείο ή σε βρεφονηπιακό σταθμό), μπορεί να θεωρηθεί σημαντική ένδειξη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, [του παραρτήματος VII] του ΚΥΚ.

87      Βεβαίως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι συνάντησε τη σύζυγό του στη Γαλλία. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν την εμπόδισε να μεταβεί στις Βρυξέλλες και να εγκατασταθεί εκεί μαζί του στις 25 Αυγούστου 2014, όπως επισήμανε και ο ίδιος, προκειμένου να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του, ενώ παράλληλα εργαζόταν στο Βέλγιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και διατηρούσε τη φορολογική κατοικία της στο κράτος αυτό. Σε χώρο όπου οι πολίτες της Ένωσης μπορούν να μετακινούνται κατά τη βούλησή τους και όπου απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, η συνήθης διαμονή υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού δεν μπορεί να καθορίζεται βάσει της ιθαγένειας της συζύγου του.

88      Απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων προσέθεσε επ’ αυτού ότι το γεγονός ότι η σύζυγός του μετέβη στις Βρυξέλλες και εγκαταστάθηκε εκεί μαζί του το 2014, δηλαδή περισσότερο από ένα έτος πριν από το χρονικό σημείο της ανάληψης των καθηκόντων του στην Επιτροπή, δεν οφειλόταν στο ότι αποφάσισαν να εγκαταστήσουν στο Βέλγιο το κύριο κέντρο των συμφερόντων τους, αλλά στο ότι η σύζυγος του ήταν έγκυος τριών μηνών και επιθυμούσε να διανύσει την περίοδο της εγκυμοσύνης της κοντά στον σύζυγό της. Εξάλλου, η σύζυγός του διατηρούσε εταιρία στη Γαλλία η οποία βρισκόταν σε αδράνεια καθ’ όλη την υπόλοιπη περίοδο αναφοράς.

89      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, επικαλούμενος το στοιχείο αυτό, ο προσφεύγων διευκρινίζει τους προσωπικούς λόγους που οδήγησαν τη σύζυγό του να μεταβεί στις Βρυξέλλες το 2014 και να εγκατασταθεί εκεί μαζί του. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας, τέτοια στοιχεία δεν μπορούν να συνεκτιμηθούν για τον καθορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί επί των υποκειμενικών λόγων που οδήγησαν ένα πρόσωπο να εγκατασταθεί με την οικογένειά του σε ορισμένη χώρα (πρβλ. απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Grazyte κατά Επιτροπής, T-86/13 P, EU:T:2014:815, σκέψεις 56 και 57).

90      Τρίτον, ούτε από τα πραγματικά στοιχεία που προέβαλε ο προσφεύγων μπορεί να συναχθεί ότι η συνήθης διαμονή του παρέμεινε στη Γαλλία καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο προσφεύγων διατήρησε ακίνητο στο κράτος αυτό δεν αποδεικνύει την πρόθεσή του να εγκαταστήσει εκεί το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του. Ο προσφεύγων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το εν λόγω ακίνητο, το οποίο ευρίσκεται σε κοντινή απόσταση από την οικία των γονέων του και των αδελφών του, για επενδυτικούς σκοπούς ή ως δευτερεύουσα κατοικία για διαμονή με την οικογένειά του τα Σαββατοκύριακα και τις περιόδους των διακοπών. Συναφώς, είναι ενδεικτικό ότι ο προσφεύγων δεν δήλωσε το εν λόγω ακίνητο που ευρίσκεται στην Compiègne (Γαλλία) ως τόπο κατοικίας του κατά την ανάληψη των καθηκόντων του στην Επιτροπή το 2013.

91      Ομοίως, η κατοχή αριθμού κινητού τηλεφώνου και τραπεζικού λογαριασμού στη Γαλλία δεν αποτελούν ενδείξεις (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2019, Wywiał-Prząda κατά Επιτροπής, T-592/18, EU:T:2019:820, σκέψη 65). Ο προσφεύγων θα μπορούσε επίσης να αποκτήσει έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου στο Βέλγιο ή να θεωρήσει ότι, μετά την κατάργηση των εξόδων διεθνούς συνδέσεως, θα ήταν οικονομικώς πιο συμφέρουσα η διατήρηση συνδρομής με γαλλικό πάροχο. Εξάλλου, ο προσφεύγων διέθετε τραπεζικό λογαριασμό στο Βέλγιο. Συναφώς, παρατηρείται ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων προς απόδειξη της πληρωμής των διοδίων στους αυτοκινητοδρόμους της Γαλλίας κατά την κρίσιμη περίοδο αποκτήθηκαν μέσω κάρτας συνδεδεμένης με λογαριασμό που είχε ανοιχθεί σε βελγική τράπεζα.

92      Τέταρτον, το γεγονός ότι ο προσφεύγων εργάστηκε στην Επιτροπή με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να εγκαταστάθηκε εκείνος στις Βρυξέλλες με την πρόθεση να παραμείνει εκεί, παρ’ όλο που η σύμβασή του δεν μπορούσε να ανανεωθεί πέραν της εξαετίας. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, μετά τη λήξη της σύμβασής του, ο προσφεύγων αναζήτησε εργασία στα ευρισκόμενα στο Βέλγιο θεσμικά όργανα της Ένωσης και όχι στη Γαλλία, καθώς και από το γεγονός ότι εγγράφηκε στο Βέλγιο ως αναζητών εργασία.

93      Επιπλέον, το γεγονός ότι ο προσφεύγων λάμβανε επίδομα αποδημίας κατά την περίοδο της εργασίας του στην Επιτροπή είναι αδιάφορο για την εκτίμηση του αν αυτός δικαιούται να λάβει το επίδομα αποδημίας κατά το χρονικό σημείο της πρόσληψής του στον REA. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προκύπτει ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να διενεργείται κατά το χρονικό σημείο της ανάληψης καθηκόντων. Δεδομένου ότι μεσολάβησε διάστημα τεσσάρων μηνών μεταξύ του χρονικού σημείου της λήξης της συμβάσεως που ο προσφεύγων είχε συνάψει με την Επιτροπή και του χρονικού σημείου της ανάληψης των καθηκόντων του στον REA, το ζήτημα αν ο προσφεύγων δικαιούται να λάβει το επίδομα αποδημίας έπρεπε να επανεξεταστεί κατά το χρονικό σημείο της εκ μέρους του ανάληψης καθηκόντων στον εν λόγω οργανισμό (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής, T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψη 112).

94      Σχετικά με την περίοδο μετά την 30ή Απριλίου 2019, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι το γεγονός ότι παρέμεινε στο Βέλγιο έως τις 31 Αυγούστου 2019 οφείλεται στο ότι ολοκλήρωνε την εκτέλεση της συμβάσεως που είχε συνάψει με την Επιτροπή και ανέμενε τα αποτελέσματα των διαδικασιών προσλήψεως που είχαν διοργανώσει η Επιτροπή και ο REA και στις οποίες είχε συμμετάσχει ενώ εκτελούσε τη σύμβασή του με την Επιτροπή.

95      Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, ο προσφεύγων προβάλλει ότι ήδη στις 16 Μαΐου 2019, ήτοι δεκαπέντε περίπου ημέρες μετά τη λήξη της συμβάσεως που είχε συνάψει με την Επιτροπή, έλαβε ενθαρρυντικό μήνυμα από τον REA, που δημιουργούσε προοπτική πρόσληψής του στον οργανισμό αυτόν, και ότι του υποβλήθηκε προσφορά προσλήψεως από τον εν λόγω οργανισμό στις 7 Ιουνίου 2019, ήτοι σε διάστημα μικρότερο των έξι εβδομάδων από τη λήξη της σύμβασής του με την Επιτροπή. Επομένως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από το χρονικό σημείο της λήξης της σύμβασής του με την Επιτροπή ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την επαγγελματική δραστηριότητά του σε οργανισμό της Ένωσης.

96      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο προσφεύγων διατείνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της συντομίας του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ του χρονικού σημείου της λήξης της σύμβασής του με την Επιτροπή και του χρονικού σημείου της ανάληψης των καθηκόντων του στον REA, διάστημα το οποίο συνέπιπτε επίσης κατά μεγάλο μέρος με την περίοδο των θερινών διακοπών, έκρινε ανώφελο να μετακομίσει με την οικογένειά του στη Γαλλία, μολονότι διατηρούσε εκεί τη συνήθη διαμονή του.

97      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, φρονεί ότι, κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών μεταξύ της 1ης Μαΐου και της 31ης Αυγούστου 2019, ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι, κατά την εν λόγω περίοδο, η συνήθης διαμονή του ήταν εκτός της χώρας αυτής. Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο προσφεύγων εκδήλωσε την πρόθεσή του να δοθεί στη διαμονή του συνέχεια ως απόρροια βιοτικής συνήθειας, με την παραμονή του στο ίδιο διαμέρισμα μαζί με τη σύζυγό του, η οποία επίσης εργαζόταν στο Βέλγιο, και τα τέκνα του, τα οποία φοιτούσαν σε σχολείο και βρεφονηπιακό σταθμό αντιστοίχως. Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο προσφεύγων επέλεξε να εγγραφεί ως άνεργος στο Βέλγιο και να αναζητήσει εκεί εργασία.

98      Συναφώς, παρατηρείται ότι τα στοιχεία που προέβαλε ο προσφεύγων σχετικά με την περίοδο που έπεται του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο άσκησε τα καθήκοντά του στην Επιτροπή δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανάλυση που εκτέθηκε στις σκέψεις 80 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, η οποία κατέληξε στη διαπίστωση ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η οποία περιλαμβάνει εκείνη κατά την οποία ο προσφεύγων άσκησε τα καθήκοντά του στην Επιτροπή, ο τελευταίος είχε τη συνήθη διαμονή του κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ στο Βέλγιο, ήτοι στο κράτος υπηρεσίας του οποίου είχε επίσης την υπηκοότητα.

99      Η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 31ης Αυγούστου 2019 όχι μόνο δεν αναιρείται, αλλά, αντιθέτως, επιρρωννύεται από τα στοιχεία αυτά, τα οποία αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων δεν αναζήτησε εργασία στη Γαλλία, αλλά στο Βέλγιο και, επομένως, καταδεικνύουν την πρόθεσή του να παραμείνει στο κράτος αυτό.

100    Από την ανωτέρω ανάλυση των πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι τα στοιχεία που προέβαλε ο προσφεύγων, ανεξαρτήτως του αν θεωρηθούν συνολικά ή μεμονωμένα, δεν ασκούν καμία επιρροή επί του βασίμου της εκτίμησης της Επιτροπής σχετικά με τον τόπο της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος κατά την περίοδο αναφοράς: το γεγονός ότι ο προσφεύγων διέμενε στο Βέλγιο με τη σύζυγό του και τα τέκνα του που ασκούσαν εκεί ανάλογες προς το στάδιο της ζωής τους δραστηριότητες αποδεικνύει, όπως επισήμανε η Επιτροπή, ότι ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό.

101    Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου θα παρέμενε ίδια αν, όπως υποστήριξε ο προσφεύγων, έπρεπε να γίνει κατά τεκμήριο δεκτό ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Μαΐου 2013 και της 30ής Απριλίου 2019 δεν επέφεραν την οικοδόμηση μόνιμων δεσμών μεταξύ του προσφεύγοντος και του Βελγίου.

102    Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε πράγματι να γίνει δεκτό ότι, όπως ορθώς θεώρησε η Επιτροπή, το γεγονός ότι ο προσφεύγων παρέμεινε, ακόμη και για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, στο Βέλγιο με τη σύζυγό του και τα τέκνα του μετά τη λήξη της συμβάσεως που είχε συνάψει με το εν λόγω θεσμικό όργανο και εγγράφηκε εκεί ως αναζητών εργασία, αρκεί για να αποδείξει ότι η συνήθης διαμονή του ήταν στο κράτος αυτό.

103    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι ο προσφεύγων διατήρησε τη διαμονή του στη χώρα υπηρεσίας, ακόμη και για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της δεκαετούς περιόδου αναφοράς, αρκεί για να επιφέρει την απώλεια του επιδόματος αποδημίας ή τη μη χορήγησή του (βλ. σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως).

104    Επομένως, ακόμη και αν συνέτρεχε το τεκμήριο το οποίο επικαλείται ο προσφεύγων, θα αποδεικνυόταν αλυσιτελές, δεδομένου ότι δεν θα μετέβαλλε την κρίση στην οποία κατέληξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι τα στοιχεία που προέβαλε ο προσφεύγων αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η συνήθης διαμονή του ήταν στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια ενός μέρους της περιόδου αναφοράς.

105    Συμπερασματικά, δεδομένου ότι το βάρος αποδείξεως της απουσίας μόνιμων δεσμών με τη χώρα υπηρεσίας φέρει εκείνος που ζητεί τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας (βλ. σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως), πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η συνήθης διαμονή του ήταν εκτός Βελγίου καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς.

–       Επί της σύγκρισης της κατάστασης του προσφεύγοντος της υπό κρίση υπόθεσης με εκείνη του προσφεύγοντος της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17)

106    Ο προσφεύγων προβάλλει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η κατάστασή του διαφέρει από εκείνη του προσφεύγοντος της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), περί της οποίας γίνεται λόγος στο κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων διατείνεται ότι, αντιθέτως προς τον ίδιο, ο προσφεύγων της υπόθεσης εκείνης τέλεσε γάμο με Βελγίδα υπήκοο, σπούδασε, διέμεινε και εργάστηκε στο Βέλγιο καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς, εργάστηκε κατά την εν λόγω περίοδο στην Επιτροπή με σύμβαση προσωρινής απασχολήσεως και, επομένως, για λογαριασμό βελγικής εταιρίας και ότι είχε παρανόμως λάβει προηγουμένως το επίδομα αποδημίας.

107    Η Επιτροπή αμφισβητεί τους ισχυρισμούς αυτούς.

108    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480, σκέψη 91), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως περί άρνησης χορηγήσεως στον προσφεύγοντα του επιδόματος αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ κατά την ανάληψη των καθηκόντων του σε οργανισμό της Ένωσης στις Βρυξέλλες.

109    Η απόφαση αυτή ελήφθη, διότι, στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης, ο προσφεύγων είχε τη βελγική ιθαγένεια, διέμενε στις Βρυξέλλες καθ’ όλη τη δεκαετή περίοδο αναφοράς αδιαλείπτως, σύναψε γάμο στο Βέλγιο με Βελγίδα υπήκοο, απέκτησε εκεί τρία τέκνα που γεννήθηκαν στις Βρυξέλλες και άσκησε εκεί ιδιωτική επαγγελματική δραστηριότητα κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο συμβάσεων που είχε συνάψει με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

110    Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, η κατάστασή του είναι παρόμοια με εκείνη του προσφεύγοντος της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), καθόσον αμφότεροι είναι Βέλγοι υπήκοοι, διέμειναν στις Βρυξέλλες καθ’ όλη τη διάρκεια ή για ένα μέρος της περιόδου αναφοράς, σύναψαν εκεί γάμο, απέκτησαν εκεί τέκνα, σύναψαν εκεί προσωρινές συμβάσεις εργασίας με θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και παρέμειναν εκεί για το διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο αυτών συμβάσεων εργασίας.

111    Είναι αληθές ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), ο προσφεύγων συνάντησε τη βελγικής υπηκοότητας σύζυγό του στο Βέλγιο, ενώ, στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων συνάντησε τη γαλλικής υπηκοότητας σύζυγό του στη Γαλλία προτού αναχωρήσει για να εργαστεί στην Επιτροπή. Εντούτοις, και στις δύο περιπτώσεις, οι ενδιαφερόμενοι διέμειναν, καθ’ όλη τη διάρκεια ή για ένα σημαντικό μέρος της περιόδου αναφοράς, στη χώρα υπηρεσίας με τη σύζυγό τους και τα τέκνα τους.

112    Είναι επίσης ακριβές ότι, ενώ στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), ο προσφεύγων εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο συμβάσεων που είχε συνάψει με την Ένωση για βελγικές εταιρίες δυνάμει προσωρινών συμβάσεων απασχόλησης, ο προσφεύγων της υπό κρίση υπόθεσης εγγράφηκε στο μητρώο ανεργίας του Βελγίου ως αναζητών εργασία. Εντούτοις, η διαφορά αυτή δεν είναι κρίσιμη για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να προσδώσει έννομες συνέπειες, προκειμένου να αποφανθεί επί του δικαιώματος λήψεως του επιδόματος αποδημίας, στην επιλογή ενός υπαλλήλου να εγγραφεί στο ίδιο κράτος όπου εργαζόταν ως αναζητών εργασία (όπως ο προσφεύγων της υπό κρίση υπόθεσης) ή να εργαστεί για θεσμικό όργανο της Ένωσης μέσω ενδιάμεσης εταιρίας, δεδομένου ότι η επιλογή αυτή μπορεί να οφείλεται σε υποκειμενικούς λόγους που αφορούν την ιδιωτική ζωή και οι οποίοι δεν μπορούν να ληφθούν, επομένως, υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, [του παραρτήματος VII] του ΚΥΚ (βλ. σκέψη 89 της παρούσας αποφάσεως).

113    Ομοίως, δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Quadri di Cardano κατά Επιτροπής (T-273/17, EU:T:2018:480), το επίδομα αποδημίας είχε παρανόμως χορηγηθεί προηγουμένως στον προσφεύγοντα της υπόθεσης εκείνης. Πράγματι, όπως κρίθηκε στη σκέψη 112 της παρούσας αποφάσεως, ελλείψει συνέχειας των διαφόρων συμβάσεων μεταξύ του προσφεύγοντος και των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αποδημίας πρέπει να εκτιμάται εκ νέου, κάθε φορά που ο ενδιαφερόμενος αναλαμβάνει και πάλι καθήκοντα. Επομένως, το γεγονός ότι παρανόμως χορηγήθηκε προηγουμένως επίδομα αποδημίας δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή επί των αποφάσεων που λαμβάνονται ακολούθως ως προς το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού να λάβει το εν λόγω επίδομα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πώς το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για την εκτίμηση την οποία πρέπει να πραγματοποιήσει η αρχή σε μια άλλη περίπτωση.

114    Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί των συνεπειών που θα είχε, κατά τον προσφεύγοντα, η θέση της Επιτροπής

115    Κατά τον προσφεύγοντα, η θέση της Επιτροπής, η οποία συνίσταται στην άρνηση να του χορηγήσει το επίδομα αποδημίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε όχι ιδιαιτέρως ικανοποιητικά αποτελέσματα για την Ένωση και τους υπαλλήλους ή τα μέλη του λοιπού προσωπικού της. Προς στήριξη της άποψής του αυτής, ο προσφεύγων προβάλλει τα ακόλουθα τέσσερα επιχειρήματα:

–        η Επιτροπή θα μπορούσε να αναβάλει, κατά τη βούλησή της, το χρονικό σημείο της ανάληψης καθηκόντων υπαλλήλου που λάμβανε νομίμως το επίδομα αποδημίας στο πλαίσιο προγενέστερης συμβάσεως προκειμένου να στερήσει από αυτόν το δικαίωμα να λάβει το εν λόγω επίδομα·

–        οι υπάλληλοι θα ενθαρρύνονταν να υποβάλλονται σε έξοδα μετακομίσεως προς άλλο κράτος προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν το επίδομα αποδημίας το οποίο δικαιούνταν να λαμβάνουν στο πλαίσιο προγενέστερης συμβάσεως πρόσληψης, ενώ είχαν αποδεχθεί προσφορά εργασίας σε οργανισμό εγκατεστημένο στην ίδια περιοχή η οποία άρχισε να ισχύει μερικούς μήνες αργότερα·

–        θα στοιχειοθετούνταν παράβαση του άρθρου 27 του ΚΥΚ, κατά το οποίο οι υπάλληλοι πρέπει να επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση, καθόσον θα υπήρχε ο κίνδυνος οι συμβασιούχοι υπάλληλοι με εμπειρία στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να αποφασίσουν να διακόψουν τη σταδιοδρομία τους στο πλαίσιο των οργάνων αυτών για να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους·

–        το πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκε το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ έχει μεταβληθεί ουσιωδώς με την πάροδο του χρόνου· επί του παρόντος, είναι σπανιότερη η απευθείας ενσωμάτωση ενός προσώπου στα θεσμικά όργανα της Ένωσης ως υπαλλήλου.

116    Η Επιτροπή αμφισβητεί την ως άνω επιχειρηματολογία.

117    Ως προς τα ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο καλείται να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις.

118    Τα δύο πρώτα επιχειρήματα στηρίζονται στην παραδοχή ότι ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να οικοδομήσει διαρκείς δεσμούς με τη χώρα υπηρεσίας κατά την περίοδο κατά την οποία εργάστηκε ως συμβασιούχος υπάλληλος για την Επιτροπή.

119    Από τις σκέψεις 75 έως 93 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων, σε ορισμένο χρονικό σημείο κατά την περίοδο κατά την οποία εργάστηκε για την Επιτροπή, μετέφερε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο.

120    Εφόσον πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων είχε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο κατά την περίοδο κατά την οποία παρέσχε τις υπηρεσίες του στην Επιτροπή, ο τελευταίος δεν θα δικαιούταν να λάβει το επίδομα αποδημίας, ακόμη και αν είχε επανεγκατασταθεί στη Γαλλία μεταξύ 1ης Μαΐου και 31ης Αυγούστου 2019.

121    Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης δεν μπορεί να παρακινηθεί, σε παρόμοιες περιπτώσεις, να αναβάλει το χρονικό σημείο ανάληψης καθηκόντων υπαλλήλου στον οποίο είχε νομίμως χορηγηθεί προηγουμένως το επίδομα αποδημίας στο πλαίσιο προγενέστερης συμβάσεως προκειμένου να στερήσει από τον τελευταίο το δικαίωμα να λάβει το εν λόγω επίδομα.

122    Εν πάση περιπτώσει, ένα θεσμικό όργανο ή οργανισμός που θα ενεργούσε κατά τον τρόπο αυτόν για τον προαναφερθέντα σκοπό θα παρέβαινε το καθήκον αρωγής με γνώμονα το οποίο οφείλει να ορίζει τις επιλογές του. Το καθήκον αυτό έχει κυρίως ως συνέπεια ότι, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, η Διοίκηση λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να καθορίσουν την απόφασή της και ότι, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτόν, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνον της υπηρεσίας αλλά και του οικείου υπαλλήλου (πρβλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 1980, Kuhner κατά Επιτροπής, 33/79 και 75/79, EU:C:1980:139, σκέψη 22, και της 29ης Ιουνίου 1994, Klinke κατά Δικαστηρίου, C-298/93 P, EU:C:1994:273, σκέψη 38).

123    Ομοίως, θα ήταν ανώφελο για τον εν λόγω υπάλληλο να υποβληθεί σε έξοδα μετακομίσεως προς άλλο κράτος προκειμένου να συνεχίσει να λαμβάνει το επίδομα το οποίο δικαιούταν στο πλαίσιο προηγούμενης συμβάσεως πρόσληψης.

124    Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα που προέβαλε ο προσφεύγων, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν σχετικά με τα δύο πρώτα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, δεν υφίσταται ο κίνδυνος υπάλληλοι με εμπειρία στα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς να διακόψουν τη σταδιοδρομία τους μετά τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ δύο συμβάσεων για τον μοναδικό λόγο ότι, στο πλαίσιο της νέας συμβάσεως πρόσληψης, χάνουν το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αποδημίας. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ σκοπεί να διασφαλίσει τον πολυεθνικό χαρακτήρα των θεσμικών οργάνων. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

125    Το ίδιο ισχύει και για το τέταρτο επιχείρημα που προέβαλε ο προσφεύγων. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι αλλαγές στη σταδιοδρομία των υπαλλήλων που παρατήρησε ο προσφεύγων μπορούν να αποδειχθούν, οι αλλαγές αυτές δεν μπορούν να έχουν καμία επίπτωση επί της εφαρμογής κανόνων των οποίων η νομιμότητα δεν αμφισβητείται, δεδομένου ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να τροποποιήσει με δική του πρωτοβουλία τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγείται το επίδομα αποδημίας.

126    Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος που εκτίθενται στη σκέψη 115 της παρούσας αποφάσεως.

127    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να κριθεί ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι είχε τη συνήθη διαμονή του εκτός της χώρας υπηρεσίας καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

128    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

129    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

130    Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, συμφώνως προς το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

Για τους λόγους αυτούς,

Το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει τον LF στα δικαστικά έξοδά του, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Gervasoni

Nihoul

Frendo

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Σεπτεμβρίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.