Language of document : ECLI:EU:C:2016:560

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 14ης Ιουλίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 22, σημείο 4 – Διεθνής δικαιοδοσία επί διαφορών σχετικών με τη διανοητική ιδιοκτησία – Άρθρο 71 – Συμβάσεις συναφθείσες από τα κράτη μέλη επί ειδικών θεμάτων – Σύμβαση Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας – Διεθνής δικαιοδοσία επί διαφορών σχετικών με σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ – Άρθρο 350 ΣΛΕΕ»

Στην υπόθεση C‑230/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαΐου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

Brite Strike Technologies Inc.

κατά

Brite Strike Technologies SA,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Toader, A. Rosas, A. Prechal και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλε:

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Wilderspin και R. Troosters,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 4, και του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Brite Strike Technologies Inc, εταιρίας εδρεύουσας στο Πλύμουθ, Πολιτεία της Μασσαχουσέτης (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής), και της Brite Strike Technologies SA, εταιρίας εδρεύουσας στην Πόλη του Λουξεμβούργου (Λουξεμβούργο), σχετικά με αίτημα της Brite Strike Technologies Inc περί κηρύξεως της ακυρότητας σήματος του οποίου δικαιούχος είναι η Brite Strike Technologies SA.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 44/2001 αναφέρονται τα ακόλουθα:

«(11) Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. [...]

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.»

4        Κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός αυτός «εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις».

5        Το άρθρο 22, σημείο 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβανόταν στο τμήμα 6, του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, υπό τον τίτλο «Αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία», όριζε τα εξής:

«Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:

[...]

4)      σε θέματα καταχώρισης ή κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή η καταχώριση ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με κοινοτικό νομοθέτημα ή με διεθνή σύμβαση.

[...]»

6        Το άρθρο 67 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβανόταν στο κεφάλαιο VII, υπό τον τίτλο «Σχέσεις με άλλα κείμενα», όριζε τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός δεν προδικάζει την εφαρμογή των διατάξεων οι οποίες, σε ειδικά θέματα, διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων και οι οποίες περιλαμβάνονται στα κοινοτικά νομοθετήματα [...]».

7        Το άρθρο 69 του εν λόγω κανονισμού περιλάμβανε κατάλογο συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ ορισμένων κρατών μελών πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 44/2001, όριζε δε ότι ο εν λόγω κανονισμός αντικαθιστούσε τις συμβάσεις αυτές, καθόσον αφορούν ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

8        Το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβανόταν επίσης στο κεφάλαιο VII, όριζε τα εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.

2.      Προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας της, [η πρώτη παράγραφος] εφαρμόζεται με τον ακόλουθο τρόπο:

α)      ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου κράτους μέλους, που είναι μέρος σύμβασης σχετικής με ειδικό θέμα, να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε μια τέτοια σύμβαση, ακόμα και αν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους που δεν είναι μέρος της συγκεκριμένης σύμβασης. [...]

[...]»

9        Δυνάμει του άρθρου 76, ο κανονισμός 44/2001 τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002.

10      Ο κανονισμός 44/2001 καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 10 Ιανουαρίου 2015.

11      Οι κανόνες του άρθρου 22, σημείο 4, του άρθρου 67 και του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνονται εκ νέου στο άρθρο 24, σημείο 4, το άρθρο 67 και το άρθρο 71 του κανονισμού 1215/2012.

12      Το άρθρο 69 του κανονισμού 1215/2012 ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 70 και 71, ο παρών κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ κρατών μελών τις συμβάσεις οι οποίες καλύπτουν τα ίδια θέματα τα οποία καλύπτει και ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, αντικαθίστανται οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 76 παράγραφος 2.»

13      Δεδομένου ότι η διαφορά της κύριας δίκης ήχθη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, το ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας που εγείρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα εξεταστεί με γνώμονα τον κανονισμό 44/2001.

 Η Σύμβαση Μπενελούξ

14      Η Σύμβαση Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (εμπορικά σήματα και σχέδια ή υποδείγματα), της 25ης Φεβρουαρίου 2005, την οποία υπέγραψαν στη Χάγη το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (στο εξής: Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ), τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2006.

15      Η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ αντικατέστησε τον ομοιόμορφο νόμο Μπενελούξ περί σημάτων (στο εξής: ΟΝΜΣ) και τον ομοιόμορφο νόμο Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων (στο εξής: ΟΝΜΣΥ).

16      Ο ΟΝΜΣ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1971 και προσαρτήθηκε στη Σύμβαση Μπενελούξ περί σημάτων προϊόντων της 19ης Μαρτίου 1962, η οποία είχε τεθεί σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1969. Η Σύμβαση αυτή καταργήθηκε με την Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ.

17      Το άρθρο 37, παράγραφος A, του ΟΝΜΣ όριζε τα εξής:

«Με την επιφύλαξη ρητής παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας μέσω συμβατικής ρήτρας, η διεθνής δικαιοδοσία και η κατά τόπον αρμοδιότητα επί ζητημάτων σχετικών με σήματα καθορίζεται βάσει του τόπου κατοικίας του εναγομένου ή του τόπου στον οποίο γεννήθηκε, εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η επίμαχη παροχή. Ο τόπος καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως ή ο τόπος καταχωρίσεως του σήματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία.

Σε περίπτωση κατά την οποία τα ανωτέρω καθοριζόμενα κριτήρια αποδεικνύονται ανεπαρκή για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας και της κατά τόπον αρμοδιότητας, ο ενάγων δύναται να ασκήσει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ή, εφόσον δεν κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος της Μπενελούξ, ενώπιον του δικαστηρίου της επιλογής του, συγκεκριμένα δε είτε στις Βρυξέλλες είτε στη Χάγη είτε στην Πόλη του Λουξεμβούργου.»

18      Ο ΟΝΜΣΥ τέθηκε σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 1975 και προσαρτήθηκε στη Σύμβαση Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων, της 25ης Οκτωβρίου 1966, η οποία είχε τεθεί σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 1974. Και αυτή η Σύμβαση καταργήθηκε με τη Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ.

19      Η διατύπωση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΟΝΜΣΥ ήταν ανάλογη εκείνης του άρθρου 37, παράγραφος A, του ΟΝΜΣ.

20      Η Σύμβαση Μπενελούξ περί σημάτων προϊόντων και η Σύμβαση Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο του άρθρου 69 του κανονισμού 44/2001.

21      Κατά το προοίμιό της, η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να «αντικαταστήσει τις Συμβάσεις, τους ομοιόμορφους νόμους και τα τροποποιητικά πρωτόκολλα περί σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων της Μπενελούξ με μία μόνο Σύμβαση, η οποία θα διέπει συγχρόνως το δίκαιο των σημάτων και το δίκαιο των σχεδίων και υποδειγμάτων με τρόπο συστηματικό και διαφανή», και να «αντικαταστήσει το Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ και το Γραφείο Σχεδίων και Υποδειγμάτων της Μπενελούξ με τον Οργανισμό Μπενελούξ για τη Διανοητική Ιδιοκτησία (σήματα, σχέδια και υποδείγματα), ο οποίος θα επιτελεί το έργο του μέσω οργάνων λήψεως αποφάσεων και εκτελεστικών οργάνων που θα διαθέτουν αυτοτελείς και συμπληρωματικές αρμοδιότητες».

22      Το άρθρο 1.2 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Συγκροτείται Οργανισμός Μπενελούξ για τη Διανοητική Ιδιοκτησία (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) [...]·

2.      Ο Οργανισμός αποτελείται από τα εξής όργανα:

a.      την Επιτροπή των Υπουργών [...]·

b.      το Διοικητικό Συμβούλιο· [...]·

c.      το Γραφείο Μπενελούξ για τη Διανοητική Ιδιοκτησία (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) [...].»

23      Με το άρθρο 1.5 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ διευκρινίζεται ότι:

«1.      Έδρα του Οργανισμού είναι η Χάγη.

2.      Το Γραφείο εδρεύει στη Χάγη.

3.      Είναι δυνατό να ιδρυθούν και αλλού παραρτήματα του Γραφείου.»

24      Το άρθρο 2.2 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ ορίζει τα εξής:

«[...] [Τ]ο αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως σήματος αποκτάται διά της καταχωρίσεως του σήματος, του οποίου η κατάθεση πραγματοποιείται εντός της Μπενελούξ (κατάθεση Μπενελούξ) ή στο Διεθνές Γραφείο Σημάτων (διεθνής κατάθεση).»

25      Το άρθρο 2.4, αρχή και στοιχείο f, της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ προβλέπει τα ακόλουθα:

«Δικαίωμα επί σήματος δεν παρέχει:

[...]

f.      η καταχώριση σήματος σε περίπτωση κακόπιστης καταθέσεώς του, ιδίως δε:

1.      καταθέσεως στην οποία προέβη ο αιτών την καταχώριση ενώ γνώριζε ή αγνοούσε ασυγγνώστως την καλόπιστη συνήθη χρήση εντός της Μπενελούξ, επί τα τρία τελευταία έτη, παρόμοιου σήματος για παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες εκ μέρους τρίτου ο οποίος δεν έχει συγκατατεθεί στην κατάθεση αυτή·

2.      καταθέσεως στην οποία προέβη ο αιτών την καταχώριση ενώ γνώριζε, λόγω απευθείας σχέσεων, την εκ μέρους τρίτου καλόπιστη συνήθη χρήση εκτός Μπενελούξ, επί τα τρία τελευταία έτη, παρόμοιου σήματος για παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες, εκτός αν αυτός ο τρίτος έδωσε τη συγκατάθεσή του ή αν η γνώση αυτή ήταν μεταγενέστερη της ενάρξεως της χρήσεως του σήματος εντός της Μπενελούξ από τον δικαιούχο που προέβη στην κατάθεση.»

26      Το άρθρο 2.5 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ ορίζει τα εξής:

«1.      Η κατάθεση Μπενελούξ σήματος πραγματοποιείται είτε ενώπιον των εθνικών διοικητικών αρχών είτε ενώπιον του Γραφείου, με τον τρόπο που καθορίζει η εκτελεστική κανονιστική απόφαση [...].

[...]

4.      Σε περίπτωση καταθέσεως ενώπιον εθνικής διοικητικής αρχής, η αρχή αυτή διαβιβάζει την κατάθεση Μπενελούξ στο Γραφείο, είτε αμέσως μετά την παραλαβή της αιτήσεως καταχωρίσεως είτε αφού διαπιστώσει ότι η κατάθεση πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

[...]»

27      Το άρθρο 2.8 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ έχει ως εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων [περί των λόγων απαραδέκτου που δύναται να εφαρμόσει το Γραφείο και περί της ανακοπής που δύναται να ασκηθεί ενώπιον του Γραφείου], το κατατεθέν σήμα καταχωρίζεται, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται βάσει των διατάξεων της εκτελεστικής κανονιστικής αποφάσεως, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που μνημονεύει ο αιτών που προέβη στην κατάθεση. [...]

2.      Ο αιτών που προέβη στην κατάθεση δύναται, εφόσον πληροί όλες τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2.5 προϋποθέσεις, να ζητήσει από το Γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκτελεστικής κανονιστικής αποφάσεως, να προβεί αμελλητί στην καταχώριση του κατατεθειμένου σήματος. Τα άρθρα [περί των λόγων απαραδέκτου που δύναται να εφαρμόσει το Γραφείο και περί της ανακοπής που δύναται να ασκηθεί ενώπιον του Γραφείου] τυγχάνουν εφαρμογής επί των σημάτων τα οποία καταχωρίζονται ως άνω, εννοουμένου ότι το Γραφείο δύναται να αποφασίσει τη διαγραφή της καταχωρίσεως, ο δε δικαιούχος του σήματος δύναται να προσβάλει την απόφαση αυτή ζητώντας τη διατήρηση της καταχωρίσεως σε ισχύ.»

28      Στο άρθρο 2.10, παράγραφος 2, της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ επισημαίνεται επιπλέον ότι «το Γραφείο προβαίνει στην καταχώριση των διεθνών σημάτων για τα οποία ζητήθηκε η διεύρυνση της προστασίας της οποίας απολαύουν έτσι ώστε να περιλαμβάνεται και το έδαφος της Μπενελούξ».

29      Το άρθρο 2.28, παράγραφος 3, της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ ορίζει τα εξής:

«Εφόσον ο δικαιούχος προγενέστερα καταχωρισθέντος σήματος ή ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 2.4, στοιχείο [...] f, τρίτος μετέχει στη δίκη, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να επικαλεστεί την ακυρότητα:

[...]

b.      της καταχωρίσεως βάσει της οποίας δεν παρέχεται δικαίωμα επί σήματος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2.4, στοιχείο [...] f· [...] η ακυρότητα βάσει του άρθρου 2.4, στοιχείο [...] f, πρέπει να προβληθεί εντός προθεσμίας πέντε ετών από της ημερομηνίας καταχωρίσεως. [...]»

30      Το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία και κατά τόπον αρμοδιότητα», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Με την επιφύλαξη ρητής παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας μέσω συμβατικής ρήτρας, η διεθνής δικαιοδοσία και η συνακόλουθη κατά τόπον αρμοδιότητα επί ζητημάτων σχετικών με σήματα, σχέδια ή υποδείγματα καθορίζεται βάσει του τόπου κατοικίας του εναγομένου ή του τόπου στον οποίο γεννήθηκε, εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η επίμαχη παροχή. Ο τόπος καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως ή ο τόπος καταχωρίσεως σήματος, σχεδίου ή υποδείγματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει αφεαυτού τη διεθνή δικαιοδοσία.

2.      Σε περίπτωση κατά την οποία τα ανωτέρω καθοριζόμενα κριτήρια αποδεικνύονται ανεπαρκή για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας και της κατά τόπον αρμοδιότητας, ο ενάγων δύναται να ασκήσει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ή, εφόσον δεν κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος της Μπενελούξ, ενώπιον του δικαστηρίου της επιλογής του, συγκεκριμένα δε είτε στις Βρυξέλλες είτε στη Χάγη είτε στην Πόλη του Λουξεμβούργου.

3.      Τα δικαστήρια εφαρμόζουν αυτεπαγγέλτως τους κανόνες των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και διαπιστώνουν ρητώς τη διεθνή δικαιοδοσία τους.

[...]»

31      Η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ δεν μνημονεύεται στον κατάλογο στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 69 του κανονισμού 1215/2012.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

32      Η Brite Strike Technologies SA είναι εταιρία εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο και η οποία ανήκει στο δίκτυο διανομής προϊόντων φωτισμού στρατιωτικής χρήσεως τα οποία έχει αναπτύξει η αμερικανική εταιρία Brite Strike Technologies Inc.

33      Στις 4 Φεβρουαρίου 2010, η Brite Strike Technologies SA κατέθεσε αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «Brite Strike» ως σήματος Μπενελούξ.

34      Το Γραφείο Μπενελούξ για τη Διανοητική Ιδιοκτησία (σήματα, σχέδια και υποδείγματα), το οποίο εδρεύει στη Χάγη (Κάτω Χώρες), προέβη στην καταχώριση αυτή.

35      Στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, η Brite Strike Technologies Inc. άσκησε αγωγή ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης) κατά της Brite Strike Technologies SA, με αίτημα την κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω σήματος κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2.4 και 2.28 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ.

36      Κατά την ενάγουσα, η Brite Strike Technologies SA, ζητώντας και επιτυγχάνοντας την καταχώριση του επίμαχου σήματος, ενήργησε κακόπιστα. Ενώ γνώριζε ότι η Brite Strike Technologies Inc. χρησιμοποιούσε το λεκτικό σημείο «Brite Strike» στα κράτη της Μπενελούξ, η Brite Strike Technologies SA προέβη στην καταχώριση του σημείου αυτού ως σήματος Μπενελούξ με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σημείου αυτού και να στερήσει, επομένως, από την Brite Strike Technologies Inc. τη δυνατότητα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί η ίδια το εν λόγω σημείο εντός της Μπενελούξ.

37      Η Brite Strike Technologies SA προέβαλε ένσταση περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας και κατά τόπον αρμοδιότητας. Κατά την εναγομένη, η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί στο Λουξεμβούργο και όχι στη Χάγη.

38      Το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) διαπιστώνει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και κατά τόπον αρμοδιότητας του άρθρου 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας προκειμένου να επιληφθεί της διαφοράς αυτής. Εάν, αντιθέτως, κατισχύσει ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, τότε το αιτούν δικαστήριο διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία προς τούτο.

39      Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί η σχέση μεταξύ του κανονισμού 44/2001 και της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ.

40      Συναφώς, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) μνημονεύει απόφαση του Gerechtshof Den Haag (εφετείου Χάγης) της 26ης Νοεμβρίου 2013. Στις σκέψεις 28 έως 34 της αποφάσεως αυτής, το δεύτερο αυτό δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ συνάφθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 44/2001, κατισχύει ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 22, σημείο 4, του εν λόγω κανονισμού.

41      Το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) εκτιμά, ωστόσο, ότι το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ του κανονισμού 44/2001 και της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ πρέπει να υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου.

42      Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ [για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 28 έως 34 της αποφάσεως του Gerechtshof Den Haag (εφετείου Χάγης) της 26ης Νοεμβρίου 2013 ή για άλλους λόγους] να θεωρηθεί μεταγενέστερη σύμβαση, οπότε το άρθρο της 4.6 δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικός κανόνας κατά την έννοια του άρθρου 71 του [κανονισμού 44/2001];

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:

2)      Προκύπτει από το άρθρο 22, σημείο 4, του [κανονισμού 44/2001] ότι τόσο τα βελγικά δικαστήρια όσο και τα ολλανδικά και τα λουξεμβουργιανά έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να επιληφθούν της συγκεκριμένης διαφοράς;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως [στο δεύτερο ερώτημα], κατά ποίον τρόπο πρέπει, σε υπόθεση όπως η υπό κρίση, να προσδιοριστεί αν διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα βελγικά, τα ολλανδικά ή τα λουξεμβουργιανά δικαστήρια; Προκειμένου κατά τα ανωτέρω να καθοριστεί (ακριβέστερα) η διεθνής δικαιοδοσία, είναι δυνατό να εφαρμοστεί (παρά ταύτα) το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

43      Διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι διαφορά όπως η μεταξύ της Brite Strike Technologies Inc. και της Brite Strike Technologies SA δύναται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τόσο της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ όσο και του κανονισμού 44/2001.

44      Πράγματι, αφενός, η διαφορά αυτή έχει ως αντικείμενο το κύρος της καταχωρίσεως σήματος Μπενελούξ και πρέπει, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, να επιλυθεί βάσει των άρθρων 2.4 και 2.28 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ.

45      Αφετέρου, από το γεγονός ότι τα «θέματα καταχώρισης ή κύρους [...] σημάτων, σχεδίων και προτύπων […]» περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο II, τμήμα 6, του κανονισμού 44/2001, συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι το κύρος της καταχωρίσεως σημάτων καταλέγεται μεταξύ των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.

46      Δεδομένου ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 είναι ασυμβίβαστος με τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ για τις διαφορές που άπτονται σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων Μπενελούξ, πρέπει να καθοριστεί ποια εκ των δύο διατάξεων είναι εφαρμοστέα.

47      Εντός αυτού ακριβώς του πλαισίου, το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημά του, ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι αντιβαίνει στη διάταξη αυτή το ενδεχόμενο εφαρμογής του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών σχετικά με σήματα, σχέδια ή υποδείγματα Μπενελούξ, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, στις διαφορές αυτές.

48      Το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 περιλαμβανόταν στο κεφάλαιο VII του κανονισμού αυτού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Σχέσεις με άλλα κείμενα», και όριζε, στην παράγραφο 1, ότι ο κανονισμός αυτός «δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες, σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων».

49      Παρά τη χρήση της φράσεως «συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη», η οποία υποδηλώνει ότι μόνον οι συναφθείσες από το σύνολο των κρατών μελών συμβάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 71, από το γράμμα της παραγράφου 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού συνάγεται άνευ αμφισημίας ότι οι συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη περιλαμβάνουν και εκείνες που έχουν συναφθεί από ορισμένα μόνο κράτη μέλη.

50      Εξάλλου, από την ερμηνεία του άρθρου 69 του κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι το δεύτερο αυτό άρθρο, του οποίου η διατύπωση είναι ιδιαιτέρως γενική, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση συμβάσεων μεταξύ πλειόνων κρατών μελών μόνον εφόσον μία ή περισσότερες τρίτες χώρες είναι επίσης συμβαλλόμενα μέρη στις συμβάσεις αυτές.

51      Μολονότι από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η σχέση μεταξύ των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας του κανονισμού 44/2001 και των κανόνων που περιλαμβάνονται σε ορισμένες συμβάσεις ρυθμιζόταν, υπέρ των συμβάσεων αυτών, βάσει του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001, εντούτοις η διάταξη αυτή δεν παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εισάγουν, με τη σύναψη νέων ειδικών συμβάσεων ή την τροποποίηση ήδη ισχυουσών, κανόνες οι οποίοι θα κατίσχυαν εκείνων του κανονισμού αυτού (απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 38).

52      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 αντικατέστησε το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις επί ειδικών θεμάτων, μνημόνευε τις συμβάσεις στις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη «είναι ή θα γίνουν» μέρη. Με τη χρήση της φράσεως «ή θα γίνουν», διευκρινιζόταν στο εν λόγω άρθρο 57 ότι οι κανόνες που περιλαμβάνονταν στη Σύμβαση των Βρυξελλών δεν απέκλειαν την εφαρμογή διαφορετικών κανόνων τους οποίους θα υιοθετούσαν τα συμβαλλόμενα κράτη, στο μέλλον, με τη σύναψη ειδικών συμβάσεων. Η φράση αυτή δεν περιελήφθη εκ νέου στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 (απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 37 και 38).

53      Ο υπομνησθείς στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 αντικατοπτρίζει πάγια νομολογία κατά την οποία, μετά τη σταδιακή θέσπιση κοινών κανόνων, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες που θίγουν τους κανόνες αυτούς (απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 38).

54      Ο περιορισμός αυτός ισχύει και όσον αφορά την εκ μέρους των κρατών μελών σύναψη συμφωνιών μεταξύ τους. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της υπεροχής της οποίας απολαύει, κατά κανόνα, το δίκαιο της Ένωσης έναντι των συναπτομένων μεταξύ των κρατών μελών συμβάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Matteucci, 235/87, EU:C:1988:460, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), η σύναψη μεταξύ των κρατών μελών συμβάσεων που θίγουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης καταρχήν απαγορεύεται.

55      Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περιορισμού αυτού, ενδεχόμενο το οποίο θα συνεπαγόταν ότι βάσει του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 δεν επιτρέπεται η εφαρμογή του άρθρου 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ αντί του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού αυτού.

56      Κατά την εξέταση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Σύμβαση Μπενελούξ ΔΙ είναι συμφωνία συναφθείσα μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο της περιφερειακής ενώσεώς τους, της Μπενελούξ. Ως εκ τούτου, το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το άρθρο 350 ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν παρακωλύει την ύπαρξη και την ολοκλήρωση της περιφερειακής ενώσεως αυτής, εφόσον οι στόχοι σκοποί που επιδιώκονται με την εν λόγω περιφερειακή ένωση δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

57      Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, η διάταξη αυτή επιτρέπει στο Βασίλειο του Βελγίου, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να διατηρούν σε ισχύ, κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Ένωσης, τους κανόνες οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής στο πλαίσιο της περιφερειακής ενώσεώς τους, κατά το μέτρο που η περιφερειακή αυτή ένωση βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο ως προς την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (βλ., όσον αφορά το άρθρο 233 ΕΟΚ, του οποίου το γράμμα είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 306 ΕΚ και, εν συνεχεία, του άρθρου 350 ΣΛΕΕ, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1984, Pakvries, 105/83, EU:C:1984:178, σκέψη 11, και της 2ας Ιουλίου 1996, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C‑473/93, EU:C:1996:263, σκέψη 42). Για να θεωρείται δικαιολογημένη, μια τέτοια παρέκκλιση πρέπει, επιπλέον, να είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του καθεστώτος της Μπενελούξ (απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, Roders κ.λπ., C‑367/93 έως C‑377/93, EU:C:1995:261, σκέψεις 25 και 40).

58      Όσον αφορά την πρώτη εκ των απαιτήσεων αυτών, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων περιλαμβάνει, παράλληλα με το καθεστώς των τίτλων ενιαίας ισχύος της Ένωσης, το οποίο διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), και από τον κανονισμό (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 2002, L 3, σ. 1), τη μερική εναρμόνιση των κανόνων περί σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων των κρατών μελών με την οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25), και με την οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ 1998, L 289, σ. 28).

59      Στο πλαίσιο της Μπενελούξ, τα σήματα, σχέδια και υποδείγματα των τριών αυτών κρατών μελών αντικαταστάθηκαν από τίτλους ενιαίας ισχύος. Το καθεστώς αυτό, το οποίο ισχύει εκ παραλλήλου με εκείνο των τίτλων ενιαίας ισχύος της Ένωσης, βρίσκεται, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα τη μερική εναρμόνιση που έχει συντελεστεί βάσει της οδηγίας 2008/95 και της οδηγίας 98/71, σε πιο προχωρημένο στάδιο από το καθεστώς της Ένωσης. Πράγματι, τα σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ διέπονται από εντελώς ομοιόμορφη νομοθεσία, η οποία συνοδεύεται από κοινούς θεσμικούς και δικονομικούς κανόνες. Μεταξύ αυτών καταλέγεται και το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ.

60      Όσον αφορά τη δεύτερη απαίτηση που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, η όποια παρέκκλιση πρέπει, προκειμένου να δικαιολογείται βάσει του άρθρου 350 ΣΛΕΕ, να είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του επίμαχου καθεστώτος Μπενελούξ, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 350 ΣΛΕΕ, ο οποίος έγκειται στην αποτροπή του ενδεχομένου η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να έχει ως αποτέλεσμα τη διάσπαση της Μπενελούξ ή την παρακώλυση της αναπτύξεώς της (αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1984, Pakvries, 105/83, EU:C:1984:178, σκέψη 11, και της 2ας Ιουλίου 1996, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C‑473/93, EU:C:1996:263, σκέψη 42).

61      Όσον αφορά το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, επισημαίνεται ότι ο κανόνας του δικαίου της Ένωσης από τον οποίο παρεκκλίνει η διάταξη αυτή είναι εκείνος περί διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών σχετικών με σήματα, σχέδια και υποδείγματα, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 και, από τις 10 Ιανουαρίου 2012, στο άρθρο 24, σημείο 4, του κανονισμού 1215/2012. Ο κανόνας αυτός του δικαίου της Ένωσης προβλέπει ως κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας τον τόπο τηρήσεως του μητρώου (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, GAT, C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψη 22).

62      Επισημαίνεται συναφώς ότι, όσον αφορά τις διαφορές σχετικά με τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ο νομοθέτης της Ένωσης εισήγαγε, σύμφωνα με το άρθρο 67 του κανονισμού 44/2001, παρέκκλιση από τον ίδιο αυτό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας, προβλέποντας, στο άρθρο 97 του κανονισμού 207/2009, διαφορετικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας, ο οποίος στηρίζεται στην κατοικία του εναγομένου και διασφαλίζει, επομένως, ότι, σε κάθε κράτος μέλος, υπάρχουν δικαστήρια δυνάμενα να επιληφθούν διαφορών σχετικών με τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κανόνας αυτός αποτρέπει το ενδεχόμενο συγκεντρώσεως των διαφορών αυτών ενώπιον των δικαστηρίων του Βασιλείου της Ισπανίας, δηλαδή του κράτους μέλους εντός του οποίου, κατά τρόπο συγκεντρωτικό, υποβάλλονται οι αιτήσεις, πραγματοποιούνται οι καταχωρίσεις και τηρείται το μητρώο.

63      Λαμβανομένου υπόψη ότι τα σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ διέπονται από προχωρημένο καθεστώς εντός των τριών συγκεκριμένων κρατών μελών, το οποίο διαθέτει δικαιοδοτική δομή θεσπισθείσα από τη Μπενελούξ και στηρίζεται σε αποκεντρωμένο σύστημα συνοδευόμενο από μηχανισμό προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Μπενελούξ, και του πολυγλωσσικού χαρακτήρα της περιφερειακής αυτής ενώσεως, ο κανόνας που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, ο οποίος στηρίζεται ιδίως στην κατοικία του εναγομένου και διασφαλίζει, επομένως, ότι οι διαφορές εκ σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων Μπενελούξ μπορούν να εκδικάζονται, κατά περίπτωση, από βελγικά, λουξεμβουργιανά ή ολλανδικά δικαστήρια και δεν σωρρεύονται, βάσει του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 και, εν συνεχεία, του άρθρου 24, σημείο 4, του κανονισμού 2015/2012, ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων του τόπου στον οποίο, κατά τρόπο συγκεντρωτικό, υποβάλλονται οι αιτήσεις, πραγματοποιούνται οι καταχωρίσεις και τηρείται το μητρώο, δύναται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 41 των προτάσεών του και κατ’ αναλογία προς ό,τι διαπίστωσε ο νομοθέτης της Ένωσης όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία επί διαφορών σχετικών με τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να χαρακτηριστεί απαραίτητος για την εύρυθμη λειτουργία του καθεστώτος των σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων Μπενελούξ.

64      Επομένως, το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 350 ΣΛΕΕ, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του Βασιλείου του Βελγίου, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών να διατηρήσουν σε ισχύ, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 και από το άρθρο 24, σημείο 4, του κανονισμού 1215/2012, τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών σχετικών με σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ, τον οποίο θέσπισαν με το άρθρο 37, παράγραφος A, του ΟΝΜΣ και το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΟΝΜΣΥ, εν συνεχεία δε επικύρωσαν με το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ.

65      Όσον αφορά, τέλος, τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η εφαρμογή συμβάσεως κατά παρέκκλιση από κανόνα που έχει θεσπίσει η Ένωση στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας και της αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων δεν μπορεί να θίγει τις αρχές οι οποίες διέπουν την εντός της Ένωσης δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως είναι οι, διαλαμβανόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 44/2001, αρχές της ασφάλειας δικαίου για τους ιδιώτες και της προσήκουσας απονομής της δικαιοσύνης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 49, και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Nipponkoa Insurance, C‑452/12, EU:C:2013:858, σκέψη 36), πρέπει να γίνει δεκτό ότι διάταξη όπως αυτή του άρθρου 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ, η οποία έχει ως βάση την αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου που συμπληρώνεται από άλλες βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας στενά συνδεόμενες με το αντικείμενο της διαφοράς, είναι σύμφωνη με τις αρχές που διατυπώνονται στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12.

66      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001, ερμηνευόμενο με γνώμονα το άρθρο 350 ΣΛΕΕ, η εφαρμογή του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών σχετικών με σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ τον οποίο προβλέπει το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ ΔΙ στις διαφορές αυτές.

 Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

67      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα και της συνακόλουθης μη εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

68      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ερμηνευόμενο με γνώμονα το άρθρο 350 ΣΛΕΕ, η εφαρμογή του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών σχετικών με σήματα, σχέδια και υποδείγματα Μπενελούξ τον οποίο προβλέπει το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (εμπορικά σήματα και σχέδια ή υποδείγματα), της 25ης Φεβρουαρίου 2005, την οποία υπέγραψαν στη Χάγη το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στις διαφορές αυτές.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.