Language of document : ECLI:EU:C:2019:724

Υπόθεση C-104/18 P

Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret AŞ

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 12ης Σεπτεμβρίου 2019

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (EK) 207/2009 – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ – Κακή πίστη κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης σήματος»

1.        Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Αιτών την καταχώριση ο οποίος είναι κακόπιστος κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος – Έννοια της κακής πίστης – Περιεχόμενο

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρο 52 § 1, στοιχείο βʹ)

(βλ. σκέψεις 45, 46)

2.        Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Αιτών την καταχώριση ο οποίος είναι κακόπιστος κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος – Κριτήρια εκτιμήσεως – Αναγκαιότητα αποδείξεως της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων – Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρα 8 §§ 1, στοιχεία αʹ και βʹ, 2 και 5, 52 § 1, στοιχείο βʹ, και 53 § 1, στοιχείο αʹ)

(βλ. σκέψεις 51-54, 56)

Περίληψη

Με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret κατά EUIPO (C-104/18 P), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (1) και διευκρίνισε την έννοια της «κακής πίστεως» κατά την κατάθεση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο J. Nadal Esteban και η Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret, επιχείρηση η οποία είναι δικαιούχος των εικονιστικών σημάτων KOTON, διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις μέχρι το 2004. Στις 25 Απριλίου 2011, ο J. Nadal Esteban κατέθεσε αίτηση καταχώρισης του εικονιστικού σημείου STYLO & KOTON ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 11, 25, 35 και 39, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας (2). Μετά την εν μέρει ευδοκίμηση της ανακοπής που άσκησε η Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret βάσει των σημάτων της KOTON που είχαν καταχωριστεί για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 18, 25 και 35, το σήμα STYLO & KOTON καταχωρίστηκε για τις υπηρεσίες της κλάσης 39. Η Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret υπέβαλε τότε αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (3), δυνάμει του οποίου η κακή πίστη του αιτούντος κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος αποτελεί απόλυτο λόγο ακυρότητας.

Το Γενικό Δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) περί απορρίψεως της αιτήσεως κηρύξεως ακυρότητας, έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να συντρέχει κακή πίστη εφόσον δεν υπήρχε ούτε ταυτότητα ούτε ομοιότητα που να μπορεί να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία είχαν καταχωρισθεί τα σήματα. Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει την έννοια της «κακής πίστεως».

Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η έννοια της «κακής πίστεως», που σύμφωνα με το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα προϋποθέτει την ύπαρξη κακόβουλης σκέψης ή πρόθεσης , πρέπει επίσης να ερμηνευθεί στο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων, που είναι το πλαίσιο των συναλλαγών. Οι κανόνες για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποβλέπουν, ειδικότερα, στο να συμβάλουν στο σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της Ένωσης, στο πλαίσιο του οποίου οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν, για να προσελκύσουν την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους, να καταχωρίζουν ως σήματα σημεία που παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς τον κίνδυνο σύγχυσης, τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες από εκείνα που έχουν άλλη προέλευση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να ακυρωθεί ένα σήμα λόγω κακής πίστεως όταν από συναφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος δεν υπέβαλε την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος αυτού με σκοπό να συμμετάσχει καλόπιστα στον ανταγωνισμό, αλλά με την πρόθεση να θίξει, κατά τρόπο που δεν συνάδει προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, τα συμφέροντα τρίτων ή με την πρόθεση να αποκτήσει, χωρίς καν να στρέφεται κατά κάποιου συγκεκριμένου τρίτου, αποκλειστικό δικαίωμα για σκοπούς άλλους από εκείνους που εμπίπτουν στις λειτουργίες του σήματος, και ιδίως στην ουσιώδη λειτουργία της ενδείξεως προελεύσεως.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (C-529/07, EU:C:2009:361), δεν προκύπτει ότι η ύπαρξη κακής πίστεως μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει χρήση στην εσωτερική αγορά, για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα, πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση. Πράγματι, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι η αίτηση καταχωρίσεως σήματος υποβλήθηκε κακόπιστα παρά την έλλειψη, κατά τον χρόνο της κατάθεσης εν λόγω αιτήσεως, της εκ μέρους τρίτου χρήσης, στην εσωτερική αγορά, πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα. Στην περίπτωση αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, ουδόλως απαιτείται ο αιτών την καταχώριση να είναι δικαιούχος προγενέστερου σήματος για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Εξάλλου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, ένας τρίτος χρησιμοποιούσε, σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα αυτό, δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να αποδειχθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των σημείων αυτών στην αντίληψη του κοινού. Ελλείψει κινδύνου συγχύσεως μεταξύ του σημείου που χρησιμοποιεί τρίτος και του επίμαχου σήματος, ή σε περίπτωση μη χρήσεως, εκ μέρους τρίτου, σημείου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το επίμαχο σήμα, άλλα πραγματικά περιστατικά μπορούν, ενδεχομένως, να αποτελέσουν συναφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις που στοιχειοθετούν την κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση.

Τέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεώς του, το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά είχαν κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης, ενώ το χρονικό αυτό σημείο ήταν καθοριστικής σημασίας. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ζητήθηκε η κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος στο σύνολό του, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την αίτηση εκτιμώντας την πρόθεση του J. Nadal Esteban κατά τον χρόνο που ζήτησε την καταχώριση του εν λόγω σήματος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.


1      Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 2017, Koton Mağazacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret κατά EUIPO – Nadal Esteban (STYLO & KOTON) (T‑687/16, EU:T:2017:853).


2      Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.


3      Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της ΕΕ (EE 2009, L 78, σ. 1).