Language of document : ECLI:EU:C:2020:352

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 7ης Μαΐου 2020(1)

Υπόθεση C594/18 P

Δημοκρατία της Αυστρίας

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση που το Ηνωμένο Βασίλειο σχεδιάζει να χορηγήσει υπέρ του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C – Σύμβαση επί διαφοράς, συμφωνία με τον Υπουργό και εγγύηση πιστώσεων – Απόφαση που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Σκοπός δημοσίου συμφέροντος – Επενδυτική ενίσχυση – Λειτουργική ενίσχυση – Άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ – Άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ – Προώθηση της πυρηνικής ενέργειας – Ανακοίνωση για τις εγγυήσεις»






I.      Εισαγωγή

1.        Η παρούσα υπόθεση μπορεί να περιγραφεί ως η νομική πλευρά μιας διαφοράς μεταξύ κρατών μελών που είναι υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και κρατών μελών που είναι κατά. Και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν ότι ενεργούν με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος (2). Στο επίκεντρο του ζητήματος βρίσκεται το θεμελιώδες ερώτημα αν η κατασκευή νέου πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εγκρίσεως κρατικής ενισχύσεως από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο ερώτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2018, Αυστρία κατά Επιτροπής (3) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

2.        Με την εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε ασκήσει για την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2015/658 της Επιτροπής, της 8ης Οκτωβρίου 2014 (4) (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Η απόφαση αυτή αφορά την παροχή οικονομικής στηρίξεως από το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C στη νοτιοδυτική ακτή της Αγγλίας. Όπως είναι αναμενόμενο, τα λεπτομερή στοιχεία τόσο της επίμαχης αποφάσεως όσο και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι περίπλοκα: το γεγονός ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αναπτύσσεται σε 736 σκέψεις μιλάει από μόνο του.

3.        Ωστόσο, όπως ήδη ανέφερα, στο επίκεντρο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως που κατέθεσε η Δημοκρατία της Αυστρίας βρίσκεται ο ισχυρισμός της ότι, επειδή το εν λόγω κράτος μέλος (και, συναφώς, διάφορα άλλα κράτη μέλη) είναι κατηγορηματικά αντίθετο στην κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, η χορήγηση ενισχύσεως για τέτοιου είδους έργα από άλλα κράτη μέλη τα οποία τάσσονται υπέρ της πυρηνικής ενέργειας απαγορεύεται ρητώς ή σιωπηρώς από τις διάφορες Συνθήκες που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση (συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης Ευρατόμ). Από την πλευρά του, το Ηνωμένο Βασίλειο (το οποίο παρενέβη υπέρ της επίμαχης αποφάσεως) προέβαλε ότι έχει το δικαίωμα να επιλέγει τη δική του ενεργειακή πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επιλογής «μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη[ς] γενική[ς] διάρθρωση[ς] του ενεργειακού του εφοδιασμού» κατά τον τρόπο που αναγνωρίζεται στο άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

4.        Το Δικαστήριο σπανίως είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί της ορθής εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, διατάξεως σχετικά με την οποία το Γενικό Δικαστήριο διαμόρφωσε με την πάροδο των ετών τη δική του νομολογία. Μεταξύ των ζητημάτων που εγείρονται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ως προς το αν οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να υπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς προκειμένου να είναι συμβατές με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να προσδιορίσει ποιοι είναι οι εν λόγω σκοποί. Περαιτέρω, θα έχει την ευκαιρία να εξετάσει αν, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως μιας κρατικής ενισχύσεως η οποία αφορά δραστηριότητα που διέπεται από τη Συνθήκη Ευρατόμ, πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλοι στόχοι της Ένωσης που προβλέπονται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ –εν προκειμένω, η προστασία του περιβάλλοντος.

II.    Το νομικό πλαίσιο

5.        Τα άρθρα 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, 192, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθώς και τα άρθρα 1, 2, 106α, παράγραφος 3, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ είναι οι διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου οι οποίες αποτελούν το νομικό υπόβαθρο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

6.        Το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5), περιέχει τον ακόλουθο ορισμό:

«“νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι μεμονωμένες ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων».

7.        Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (6), έχει ως εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του άρθρου 1, στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, νοείται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης κάθε αλλαγή, πλην των τροποποιήσεων καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, που δεν είναι ικανή να επηρεάσει την εκτίμηση του συμβιβάσιμου του εκάστοτε μέτρου ενίσχυσης με την κοινή αγορά, ωστόσο, η αύξηση του αρχικού προϋπολογισμού ενός υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων κατά ποσοστό έως 20 % δεν λογίζεται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης.

2.      Οι ακόλουθες μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων κοινοποιούνται με το έντυπο απλουστευμένης κοινοποίησης που παρατίθεται στο παράρτημα II:

(α)      αυξήσεις του προϋπολογισμού εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων οι οποίες υπερβαίνουν το 20 %·

(β)      παράταση της ισχύος υφιστάμενου και εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων για χρονικό διάστημα έως έξι έτη, με ή χωρίς αύξηση του προϋπολογισμού·

(γ)      τροποποίηση επί το αυστηρότερο των προϋποθέσεων εφαρμογής εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, μείωση της έντασης της ενίσχυσης ή μείωση των επιλέξιμων δαπανών·

[…]

3.      Η διαδικασία απλουστευμένης κοινοποίησης δεν χρησιμοποιείται για την κοινοποίηση μεταβολών καθεστώτων ενισχύσεων σε σχέση με τα οποία τα κράτη μέλη δεν έχουν υποβάλει ετήσιες εκθέσεις […]».

8.        Το σημείο 3.2 της ανακοινώσεως της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (7) (στο εξής: ανακοίνωση για τις εγγυήσεις) έχει ως εξής:

«Όσον αφορά μια μεμονωμένη κρατική εγγύηση, η Επιτροπή θεωρεί ότι αρκεί να πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η απουσία κρατικής ενίσχυσης:

α)      ο δανειολήπτης δεν αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες.

[…]

β)      η εμβέλεια της εγγύησης μπορεί να μετρηθεί ορθά κατά το χρόνο παροχής της. Αυτό σημαίνει ότι η εγγύηση πρέπει να συνδέεται με μια συγκεκριμένη οικονομική συναλλαγή, να αφορά ένα καθορισμένο μέγιστο ποσό και να περιορίζεται χρονικά·

γ)      η εγγύηση δεν καλύπτει ποσοστό μεγαλύτερο του 80 % του οφειλόμενου δανείου ή άλλης οικονομικής υποχρέωσης· ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για εγγυήσεις που καλύπτουν χρεωστικούς τίτλους.

[…]

δ)      καταβάλλεται για την εγγύηση τιμή που καθορίζεται βάσει κριτηρίων αγοράς.

[…]»

9.        Τα σημεία 5.1 και 5.2 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις έχουν ως εξής:

«5.1      Γενικές παρατηρήσεις

Οι κρατικές εγγυήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 [ΕΚ (νυν άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ)] πρέπει να εξετάζονται από την Επιτροπή προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Πριν από την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου χαρακτήρα, πρέπει να προσδιοριστεί ο δικαιούχος της ενίσχυσης.

5.2.      Αξιολόγηση

Το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης αυτής με την κοινή αγορά θα εξετάζεται από την Επιτροπή βάσει των ιδίων κανόνων με αυτούς που εφαρμόζονται σε άλλες μορφές ενισχύσεων. […]»

III. Το ιστορικό της διαφοράς

10.      Στις 22 Οκτωβρίου 2013 το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κοινοποίησε μέτρα στηρίξεως ενός νέου πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής που θα κατασκευαζόταν στο Hinkley Point C, δίπλα σε δύο υφιστάμενους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, γνωστούς ως Hinkley Point A και Hinkley Point B (στο εξής: Hinkley Point C). Ο αποδέκτης των κοινοποιηθέντων μέτρων είναι η εταιρία με την επωνυμία NNB Generation Company Limited (στο εξής: NNBG), η οποία είναι θυγατρική της EDF Energy plc (στο εξής: EDF).

11.      Τα κοινοποιηθέντα μέτρα που περιγράφονται λεπτομερώς στο τμήμα 2 της επίμαχης αποφάσεως είναι τα εξής:

–        Σύμβαση η οποία σκοπεί στη διασφάλιση σταθερότητας τιμών για την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας που θα παράγεται στο Hinkley Point C. Η εν λόγω σύμβαση έχει κατά βάση την εξής έννοια: η NNBG είτε θα λαμβάνει είτε θα υποχρεούται να καταβάλλει τη διαφορά μεταξύ μιας προκαθορισμένης τιμής ασκήσεως, η οποία υπολογίζεται βάσει των εκτιμήσεων του κόστους κατασκευής και λειτουργίας της NNBG, συμπεριλαμβανομένου ενός εύλογου κέρδους (8), και μιας τιμής αναφοράς που το Ηνωμένο Βασίλειο ορίζει για όλες τις επιχειρήσεις παραγωγής ενέργειας στο ίδιο τμήμα της αγοράς (9) που καλύπτονται από το εν λόγω μέτρο (στο εξής: σύμβαση επί διαφοράς). Η σύμβαση προβλέπει περαιτέρω έναν μηχανισμό κατανομής κερδών. Στην εν λόγω σύμβαση αντισυμβαλλόμενοι είναι η NNBG και η Low Carbon Contracts Company Ltd, οντότητα που θα χρηματοδοτείται μέσω της επιβολής μιας εκ του νόμου υποχρεώσεως σε όλους τους αδειοδοτηθέντες προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.

–        Περαιτέρω, η NNBG θα προστατεύεται και θα μπορεί να αποζημιώνεται για ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις, ενώ η NNBG και οι επενδυτές της θα λάβουν αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης παύσεως λειτουργίας για πολιτικούς λόγους (10) ή για λόγους που συνδέονται με τη μη διαθεσιμότητα ασφαλίσεως της πυρηνικής αστικής ευθύνης τρίτων. Στις περιπτώσεις αυτές, προβλέπεται η δυνατότητα μεταβιβάσεως της NNBG στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

–        Το ανωτέρω δικαίωμα των επενδυτών της NNBG σχετικά με τη λήψη αποζημιώσεως σε περίπτωση παύσεως λειτουργίας για πολιτικούς λόγους συνοδεύεται με συμφωνία εγγυήσεως που θα συναφθεί μεταξύ του Υπουργού Εργασίας και Κλιματικής Αλλαγής και των επενδυτών της NNBG, σύμφωνα με την οποία ο Υπουργός θα καταβάλει τη συμφωνηθείσα αποζημίωση σε περίπτωση που η Low Carbon Contracts Company Ltd δεν θα είναι σε θέση να την καταβάλει η ίδια (στο εξής: συμφωνία του Υπουργού).

–        Το Ηνωμένο Βασίλειο θα εγγυηθεί τα ομόλογα που θα εκδώσει η NNBG για τη χρηματοδότηση της επενδύσεως. Η εγγύηση καλύπτει την εμπρόθεσμη καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων των εγκεκριμένων χρεωστικών τίτλων και θα μπορεί να ανέλθει σε 17 δισεκατομμύρια λίρες στερλίνες (GBP) (στο εξής: εγγύηση πιστώσεων).

12.      Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2013 (11), η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με τα κοινοποιηθέντα μέτρα.

13.      Η εν λόγω διαδικασία οδήγησε στην έκδοση της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής στις 8 Οκτωβρίου 2014. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα αποτελούν κρατική ενίσχυση αλλά ότι τα μέτρα είναι συμβατά με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

14.      Το διατακτικό της επίμαχης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Η ενίσχυση υπέρ του Hinkley Point C υπό μορφή σύμβασης επί διαφοράς, της συμφωνίας του Υπουργού και εγγύησης πιστώσεων, καθώς και υπό οιαδήποτε άλλη μορφή, την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο προτίθεται να χορηγήσει, συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) [ΣΛΕΕ].

Κατά συνέπεια, επιτρέπεται η χορήγηση της ενίσχυσης.

[…]»

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

15.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 2015, η Δημοκρατία της Αυστρίας άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 18ης Δεκεμβρίου 2015, επετράπη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να παρέμβει υπέρ της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Με αποφάσεις του προέδρου του τμήματος της 9ης Δεκεμβρίου 2015, της 6ης Ιανουαρίου 2016 και της 11ης Ιανουαρίου 2016, επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία, τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ουγγαρία, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τη Ρουμανία, τη Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.

16.      Προς στήριξη της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Αυστρίας προέβαλε δέκα λόγους ακυρώσεως.

17.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της. Όρισε ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας φέρει τα δικαστικά της έξοδα και την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όρισε ότι οι παρεμβαίνοντες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

V.      Η αίτηση αναιρέσεως

1.      Τα αιτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

18.      Η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της·

–        να κάνει δεκτό στο σύνολό του το πρωτοδίκως υποβληθέν αίτημα ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως·

–        να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

19.      Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζει τα αιτήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

20.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.

21.      Η Τσεχική Δημοκρατία και η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζουν τα αιτήματα της Επιτροπής στο σύνολό τους. Η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν το αίτημα της Επιτροπής να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

22.      Γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως αναιρέσεως υπέβαλαν όλοι όσοι έλαβαν μέρος στη δίκη στον πρώτο βαθμό, πλην της Ρουμανίας. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Ιανουαρίου 2020.

2.      Οι συνέπειες της αποχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρατόμ

23.      Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση τα μεσάνυχτα (ώρα Κεντρικής Ευρώπης) της 31ης Ιανουαρίου 2020. Δεδομένου ότι η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση δεν κινήθηκε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτό καθεαυτό το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει άμεσα, με οποιονδήποτε τρόπο, την παρούσα δίκη. Ωστόσο, μπορεί να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 89 της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (12), η απόφαση του Δικαστηρίου θα εξακολουθήσει να έχει δεσμευτική ισχύ στο σύνολό της ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού, αν εκδοθεί πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.

24.      Εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία της Αυστρίας σαφώς δύναται να ζητήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

3.      Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως

25.      Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε πέντε χωριστούς λόγους αναιρέσεως, μολονότι οι λόγοι αυτοί επαναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τους διάφορους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ορισμένοι εκ των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν από τη Δημοκρατία της Αυστρίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση αναιρέσεως.

26.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η κατασκευή νέου πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής δεν συνιστά θεμιτό σκοπό προς το συμφέρον της Ένωσης ο οποίος μπορεί να επιδιωχθεί με κρατική ενίσχυση. Συναφώς, βάλλει κατά των σκέψεων 79 επ., 97 και 517 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 105, 139, 140, 144, 151 και 240 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα μέτρα είναι συμβατά με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, καθόσον η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα είχε ορισθεί εσφαλμένως, και μη αναγνωρίζοντας ότι η ανεπάρκεια της αγοράς αποτελεί προϋπόθεση της συμβατότητας ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 405, 413, 470, 499, 506, 507 και 515 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι τα μέτρα ενισχύσεως είναι αναλογικά. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η ενίσχυση αποτελεί λειτουργική ενίσχυση η οποία αντίκειται στους κανόνες της Ένωσης περί των κρατικών ενισχύσεων, και επομένως βάλλει κατά των σκέψεων 612 και 613 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας θεωρεί, αφενός, ότι η επίμαχη απόφαση δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία της ενισχύσεως ώστε να είναι δυνατή η διενέργεια ελέγχου αναλογικότητας και, αφετέρου, ότι η επίμαχη απόφαση παρέβη την ανακοίνωση για τις εγγυήσεις. Συναφώς, βάλλει κατά των σκέψεων 251 επ., 279 και 361 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εφαρμογή κατευθυντήριων γραμμών και κανονισμών που δεν τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής κατά την εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, καθώς και κατά των σκέψεων 309 και 338 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την εφαρμογή της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις.

27.      Προχωρώ τώρα στην εξέταση των διαφόρων λόγων αναιρέσεως με τη σειρά τους.

1.      Πρώτος λόγος αναιρέσεως: η κατασκευή νέου πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής δεν συνιστά θεμιτό σκοπό προς το συμφέρον της Ένωσης

1)      Σύνοψη των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας

28.      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει τρία σκέλη. Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 79 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, έκρινε εσφαλμένως ότι, για το ζήτημα αν η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας αποτελεί συμφέρον που μπορεί να επιδιωχθεί με τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως, το κρίσιμο κριτήριο είναι αν το επιδιωκόμενο συμφέρον αποτελεί «δημόσιο συμφέρον» και όχι αν αυτό αποτελεί «κοινό συμφέρον». Βασιζόμενο στην εν λόγω κρίση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά για τον λόγο και μόνον ότι υπηρετεί ένα δημόσιο συμφέρον.

29.      Όσον αφορά την εν λόγω εκτίμηση, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο απέστη από την πρακτική της Επιτροπής καθώς και από πάγια νομολογία κατά την οποία όλες οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να επιδιώκουν ένα «κοινό συμφέρον» της Ένωσης. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει περαιτέρω ότι κοινό συμφέρον της Ένωσης είναι το συμφέρον που είναι κοινό σε όλα τα κράτη μέλη.

30.      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ για να δικαιολογηθεί η χορήγηση κρατικής ενισχύσεως για επένδυση στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Το γράμμα της εν λόγω διατάξεως δεν συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας αλλά αναφέρει μόνον ότι σκοπεί «να διευκολύνει τις επενδύσεις και να εξασφαλίζει […] τη δημιουργία των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας». Ούτε το κεφάλαιο 4 της Συνθήκης Ευρατόμ («Οι επενδύσεις») αναφέρει τις κρατικές ενισχύσεις ως μέτρο που προβλέπεται για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

31.      Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικρίνει το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο κατά την εφαρμογή του άρθρου 107 ΣΛΕΕ παρέπεμψε στο άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ, για τον λόγο ότι η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει κανόνες που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ σε κατάσταση η οποία διέπεται από τη Συνθήκη Ευρατόμ, έπρεπε να λάβει υπόψη επίσης άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης εκτός της Συνθήκης Ευρατόμ. Οι διατάξεις αυτές είναι οι διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος –στην οποία περιλαμβάνεται η προστασία της υγείας– ήτοι το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και το άρθρο 11 ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, «[σ]το πλαίσιο της εγκαθίδρυσης ή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον […] [η προώθηση] τη[ς] ενεργειακή[ς] αποδοτικότητα[ς] και τη[ς] εξοικονόμηση[ς] ενέργειας καθώς και τη[ς] ανάπτυξη[ς] νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», όπως ειδικώς καθορίζονται ως στόχοι της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας στο άρθρο 194, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους εν λόγω στόχους, πράγμα το οποίο υποστηρίζει ότι αντίκειται στην αρχή της προφυλάξεως, στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και στην αρχή της αειφορίας. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας βάλλει κατά της σκέψεως 516 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

2)      Εκτίμηση

32.      Είναι ίσως σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το προκαταρκτικό ζήτημα της γενικότερης σχέσεως της Συνθήκης Ευρατόμ με τη ΣΛΕΕ, η οποία περιέχει τις επίμαχες εν προκειμένω διατάξεις περί των κρατικών ενισχύσεων, καθόσον το εν λόγω ζήτημα ασκεί επιρροή όσον αφορά διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας. Στο πλαίσιο της αναλύσεως αυτής, θα εξετάσω εν μέρει επίσης το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

1)      Η σχέση της Συνθήκης Ευρατόμ με τις διατάξεις της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ

33.      Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, μολονότι η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η εγκατάσταση νέων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής δεν καλύπτεται από το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, δεν φαίνεται να υποστηρίζει ότι αυτή καθεαυτήν η Συνθήκη Ευρατόμ δεν ασκεί καμία επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Αντιθέτως, διατείνεται ότι, επειδή η Συνθήκη Ευρατόμ δεν ασχολείται με τις κρατικές ενισχύσεις για τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, ο εν λόγω τομέας δεν πρέπει –και, για την ακρίβεια, δεν μπορεί– να τύχει στηρίξεως με κρατικές ενισχύσεις. Τούτο καθιστά αναγκαία μια πιο προσεκτική εξέταση της σχέσεως της Συνθήκης Ευρατόμ με τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ και, συγκεκριμένα, της σχέσεως του πεδίου εφαρμογής και του νοήματος του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ με το άρθρο 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

34.      Από το γράμμα του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ προκύπτει σαφώς ότι η Συνθήκη Ευρατόμ είναι ισότιμη με τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, ως πρωτογενές δίκαιο (13). Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι οι διατάξεις της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ δεν μπορούν να εφαρμόζονται στη σφαίρα της Συνθήκης Ευρατόμ, στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ (14). Όπως εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο: «Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ συνιστούν ειδικούς κανόνες σε σχέση με τις διατάξεις της [ΣΛΕΕ] και, επομένως, εισάγουν εξαίρεση από αυτές σε περίπτωση συγκρούσεως» (15).

35.      Τούτο σημαίνει ότι, αν συγκεκριμένο ζήτημα αντιμετωπίζεται ειδικά από διάταξη της Συνθήκης Ευρατόμ, τότε δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής της ΣΕΕ ή της ΣΛΕΕ στο μέτρο που οι εν λόγω Συνθήκες δεν προβλέπουν το αντίθετο.

36.      Το ερώτημα τι συμβαίνει αν ένα ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται από τη Συνθήκη Ευρατόμ μάλλον δεν είναι τόσο απλό. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar στις προτάσεις του στην υπόθεση Kernkraftwerke Lippe-Ems (16), για την εξέταση της σχέσεως μεταξύ των εν λόγω Συνθηκών υπάρχουν δύο προσεγγίσεις. Στο πλαίσιο της πρώτης προσεγγίσεως, θεωρείται ότι η Συνθήκη Ευρατόμ αντιμετωπίζει εξαντλητικά όλα τα ζητήματα που αφορούν τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, χωρίς να αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο για την εφαρμογή είτε της ΣΕΕ είτε της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τη δεύτερη προσέγγιση, η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή σε όλους τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης οι οποίοι δεν ρυθμίζονται στη Συνθήκη Ευρατόμ.

37.      Δεδομένου ότι η Συνθήκη Ευρατόμ αποτελεί μόνον τομεακή Συνθήκη η οποία σκοπεί στην προαγωγή της έρευνας, της αναπτύξεως και των επενδύσεων στην πυρηνική βιομηχανία (17), ενώ οι στόχοι τους οποίους επιδιώκουν η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ είναι πολύ ευρύτεροι και, δεδομένων των εκτεταμένων αρμοδιοτήτων που διαθέτει η Ένωση σε ευρύ φάσμα τομέων και κλάδων, είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται οι κανόνες της ΣΛΕΕ σε όλες τις περιπτώσεις που η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει ειδικότερους κανόνες. Θα ήταν παράδοξο αν, επί παραδείγματι, οι διατάξεις του άρθρου 157, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σχετικά με την ισότητα της αμοιβής δεν είχαν εφαρμογή σε εργαζομένους που απασχολούνται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Αυτή είναι, εν πάση περιπτώσει, η προσέγγιση που αποτυπώνεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου (18).

38.      Επομένως, κατά τη γνώμη μου, οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ πρέπει να θεωρούνται leges speciales σε σχέση με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ οι οποίες δεν αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων της ΣΛΕΕ αν η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει ειδικούς ή συγκεκριμένους κανόνες στον εν λόγω τομέα. Οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα σήμαινε κατ’ ουσίαν ότι η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας δεν θα διεπόταν από κανέναν από τους γενικούς κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά. Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει ειδικούς κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Επομένως, οι διατάξεις των άρθρων 107, 108 και 109 ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή στις ενισχύσεις που χορηγούν τα κράτη μέλη στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

39.      Η Δημοκρατία της Αυστρίας φαίνεται να δέχεται τούτο. Ωστόσο, προβάλλει ότι, αν γίνει δεκτό ότι οι κανόνες περί των κρατικών ενισχύσεων –οι οποίοι επιδιώκουν τον στόχο της ΣΛΕΕ να επιτευχθεί/διατηρηθεί ανόθευτος ανταγωνισμός– έχουν εφαρμογή στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, τότε πρέπει να λαμβάνονται υπόψη επίσης άλλοι στόχοι της Συνθήκης, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και το άρθρο 37 του Χάρτη (σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος).

40.      Ωστόσο, δεν μπορώ να δεχθώ το ανωτέρω επιχείρημα. Κατ’ ουσίαν θα σήμαινε ότι η πυρηνική ενέργεια είναι αυτή καθεαυτήν ασύμβατη με τους περιβαλλοντικούς στόχους της ΣΛΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να είναι επιτρεπτή η χορήγηση καμίας μορφής κρατικής ενισχύσεως για την κατασκευή ή τη λειτουργία τέτοιων σταθμών.

41.      Αληθεύει, ασφαλώς, ότι στο πολιτικό επίπεδο τα πλεονεκτήματα (ή, κατά περίπτωση, τα μειονεκτήματα) της πυρηνικής ενέργειας αποτελούν αντικείμενο έντονης αντιπαραθέσεως σε πολλά κράτη μέλη και πρόκειται για ζήτημα ως προς το οποίο επί του παρόντος δεν υπάρχει πραγματική συναίνεση. Για ορισμένους, η σκιά των ατυχημάτων στο Three Mile Island, στη Φουκοσίμα και, προ πάντων, στο Τσερνομπίλ αιωρείται πάνω από την κατασκευή και την ανάπτυξη κάθε πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής και η εμπειρία αυτή είναι αρκετή για να δείξει την ύπαρξη σοβαρού περιβαλλοντικού κινδύνου, ο οποίος απλά δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί. Κατά άλλους, εφόσον η πυρηνική ενέργεια παρέχει βιώσιμη πηγή ενέργειας χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, πρέπει κατά συνέπεια να αποτελέσει μέρος ενός μείγματος ενεργειακού εφοδιασμού για να παύσει η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα και να επιτευχθούν οι στόχοι κλιματικής αλλαγής.

42.      Είναι προφανέστατο ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει την αρμοδιότητα και, εξίσου σημαντικό, τη δημοκρατική νομιμοποίηση να αποφανθεί επί τέτοιων ζητημάτων. Κατά τη γνώμη μου, αρκεί εν προκειμένω να λεχθεί ότι, αν η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας αποτελεί, όπως αποτυπώνεται στη Συνθήκη Ευρατόμ, σαφώς καθορισμένο στόχο του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, ο εν λόγω στόχος δεν μπορεί να καταστεί από νομικής απόψεως δευτερεύων σε σχέση με άλλους –και, από μια άποψη, πιθανόν συγκρουόμενους– στόχους της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, το σαφές γράμμα του άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αναγνωρίζει πλήρως το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να επιλέγει «μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και [να καθορίζει] τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού» και το δικαίωμα αυτό πρέπει να εκτείνεται, αν αυτή είναι η επιλογή του κράτους μέλους, στο δικαίωμα αναπτύξεως πυρηνικής ενέργειας και πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ως μέρους των πηγών του ενεργειακού του εφοδιασμού.

43.      Οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα σήμαινε κατ’ ουσίαν ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ και του άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ θα καθίστατο κενή περιεχομένου.

2)      Επί του ζητήματος αν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται λυσιτελώς ενώπιον του Δικαστηρίου

44.      Εν συνεχεία, πρέπει να εξετασθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, επικαλείται τη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθώς και το γεγονός ότι το εν λόγω μέρος της αποφάσεως δεν αμφισβητήθηκε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας (19). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ζήτημα αν το μέτρο ενισχύσεως πρέπει να υπηρετεί ένα «κοινό συμφέρον» ή ένα «δημόσιο συμφέρον» είναι άνευ σημασίας, διότι το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω σκέψη επισημαίνει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του σκοπού που επιδιώκεται από το κράτος μέλος, και, αφετέρου, της προϋποθέσεως να μην αλλοιώνει η κρατική ενίσχυση τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Επικαλούμενη την εν λόγω σκέψη, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ότι η ενίσχυση, προκειμένου να είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, πρέπει να επιδιώκει ένα δημόσιο συμφέρον. Συναφώς, αν η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το ορθό κριτήριο ήταν ένα «κοινό συμφέρον» και όχι ένα «γενικό συμφέρον», η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε κανένα από τα ανωτέρω κριτήρια στην απόφασή του.

45.      Η εκτίμηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι «[…] από την έννοια αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος που μπορούν να επιδιώκουν τα κράτη μέλη περιορίζονται σε αυτούς που είναι κοινοί στο σύνολο ή στην πλειονότητα των κρατών μελών» (20). Επομένως, εννοεί ότι εξετάζει τον σκοπό ενός μέτρου ενισχύσεως, ο οποίος, κατά τη γνώμη του, πρέπει να είναι η επιδίωξη ενός δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να «επαναχαρακτηρίσει» τον όρο «γενικό συμφέρον» που χρησιμοποιείται στην απόφασή του στην υπόθεση Mediaset κατά Επιτροπής (21) ώστε να σημαίνει «δημόσιο συμφέρον» σε αντιδιαστολή με το «ιδιωτικό συμφέρον» (22), αν δεν θεωρούσε κρίσιμο το εν λόγω κριτήριο (23).

46.      Επιπλέον, δεν συμφωνώ ούτε με την αιτίαση της Επιτροπής ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε σε χωριστό κριτήριο κατά το οποίο η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να προάγει ένα «δημόσιο συμφέρον», διότι η προώθηση της αναπτύξεως «ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων» –η απαίτηση που ρητώς προβλέπεται στο γράμμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ– συνιστά, αυτή καθεαυτήν, «δημόσιο συμφέρον», ή όντως ότι οι όροι «κοινό συμφέρον» και «δημόσιο συμφέρον» είναι συνώνυμοι. Τρία παραδείγματα που μπορούν να δοθούν είναι τα ακόλουθα. Πρώτον, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, «για να κηρυχθεί συμβατή προς την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, μια ενίσχυση πρέπει να κατατείνει στην ανάπτυξη δραστηριότητας που συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος» (24). Δεύτερον, στην επόμενη σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξετασθεί, κατ’ αρχάς, ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος τον οποίο επικαλέστηκε το Ηνωμένο Βασίλειο.

47.      Τρίτον, παραπέμποντας στην απόφασή του στην υπόθεση Mediaset κατά Επιτροπής (25), το Γενικό Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι όντως ανέφερε την απαίτηση αυτή αλλά μόνο για να αποκλείσει «ιδιωτικά συμφέροντα» (26). Μόνο στις σκέψεις 79 έως 128 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες περιλαμβάνονται στο τμήμα της αποφάσεως αυτής το οποίο φέρει τον τίτλο «Επί των επιχειρημάτων που προβάλλονται προς αμφισβήτηση του συμπεράσματος της Επιτροπής, ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά σκοπό “κοινού” συμφέροντος», ο όρος «σκοπός δημοσίου συμφέροντος» χρησιμοποιήθηκε 16 φορές –περιέργως πως, ακόμη και όταν γινόταν αναφορά στην επίμαχη απόφαση όπου η Επιτροπή αναφέρεται σε «σκοπό κοινού συμφέροντος» (27). Στις εν λόγω αναφορές, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν η προαγωγή της πυρηνικής ενέργειας επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και όχι αν το εν λόγω συμφέρον μπορεί να είναι ιδιωτικό και όχι δημόσιο συμφέρον. Μολονότι η Επιτροπή θα μπορούσε ορθώς να υποστηρίζει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν ορίζει ότι μια ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί ένα δημόσιο συμφέρον προκειμένου να είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά, η εν λόγω θέση ρητώς δεν έγινε δεκτή από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

48.      Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι αλυσιτελής για τον λόγο αυτόν. Αντιθέτως πρόκειται για λόγο αναιρέσεως ο οποίος πρέπει να τύχει προσήκουσας εκτιμήσεως από το Δικαστήριο.

3)      Το «δημόσιο συμφέρον» ή το «κοινό συμφέρον» ως απαιτήσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ

49.      Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει κατά βάση ότι, για να έχει εφαρμογή το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ένα μέτρο ενισχύσεως πρέπει να επιδιώκει ένα «κοινό συμφέρον» και ότι τούτο συμβαίνει μόνον αν το εν λόγω συμφέρον υποστηρίζεται από όλα τα κράτη μέλη. Το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 79 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως υιοθέτησε την αντίθετη άποψη. Το ζήτημα αυτό έχει δύο πτυχές. Πρώτον, αν το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ προβλέπει μια πρόσθετη απαίτηση η οποία δεν διατυπώνεται στο γράμμα του, ήτοι ότι η ενίσχυση πρέπει να επιδιώκει ένα «κοινό συμφέρον» και, σε καταφατική περίπτωση, ποια είναι η έννοια του εν λόγω «κοινού συμφέροντος». Δεύτερον, αν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη της εν λόγω πρόσθετης απαιτήσεως, ανακύπτει το περαιτέρω ζήτημα αν το εν λόγω «κοινό συμφέρον» πρέπει να εκτιμηθεί από τη σκοπιά όλων των κρατών μελών.

50.      Κατά την εξέταση των εν λόγω ζητημάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις εκτιμήσεις που διενεργούνται βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ σχετικά με το αν η επίμαχη κρατική ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά. Η άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας η οποία συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται σε κοινοτικό πλαίσιο (28). Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεως της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας περιορίζεται στον έλεγχο της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθώς και στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη και της ελλείψεως πλάνης περί το δίκαιο, πρόδηλης πλάνης περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή καταχρήσεως εξουσίας (29).

51.      Όσον αφορά την εν λόγω ευρεία διακριτική ευχέρεια, θα εξετάσω πρώτα το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι το Γενικό Δικαστήριο, απαιτώντας μόνον ότι ένα μέτρο που στηρίζεται με κρατική ενίσχυση πρέπει να προωθεί ένα «δημόσιο συμφέρον» και όχι ένα «κοινό συμφέρον», απέστη από την πρακτική της Επιτροπής καθώς και από το μεγαλύτερο μέρος της νομολογίας. Προς στήριξη της πρώτης αιτιάσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραθέτει ορισμένες πράξεις ήπιου δικαίου, εκ των οποίων, ωστόσο, ουδεμία έχει εφαρμογή εν προκειμένω (30). Επιπλέον παραπέμπει στην επίμαχη απόφαση, η οποία πράγματι ασχολείται, στο κεφάλαιό της 9.2, με το ζήτημα αν η ενίσχυση προάγει ένα «κοινό συμφέρον» (31). Προς στήριξη της δεύτερης αιτιάσεως παραπέμπει στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (32), Deufil κατά Επιτροπής (33)και Ισπανία κατά Επιτροπής (34).

52.      Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να νομοθετεί στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, είναι προφανές ότι τυχόν ανακοινώσεις, κατευθυντήριες γραμμές και πλαίσια δεν μπορούν να είναι αφ’ εαυτών δεσμευτικά. Αν οι ανακοινώσεις και οι κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες αναφέρεται η Δημοκρατία της Αυστρίας είχαν εφαρμογή στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, τότε όντως θα μπορούσαν να επιβάλλουν όρια στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής (35). Ωστόσο, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή θα δεσμεύεται μόνον στο μέτρο που τα εν λόγω κείμενα δεν αφίστανται από τους κανόνες που προβλέπονται στη ΣΛΕΕ, καθόσον οι κατευθυντήριες γραμμές και οι ανακοινώσεις της Επιτροπής προφανώς δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης (36).

53.      Όλα τα ανωτέρω σημαίνουν ότι ακόμη και μια πάγια θέση της Επιτροπής επί του ζητήματος τι συνιστά σκοπό «κοινού συμφέροντος» δεν θα μπορούσε να εμποδίσει το Γενικό Δικαστήριο (ή, κατά περίπτωση, το Δικαστήριο) να κρίνει ότι αυτό δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση κατά την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η Δημοκρατία της Αυστρίας, θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα αν οποιαδήποτε απαίτηση να υπηρετεί η ενίσχυση έναν σκοπό «κοινού συμφέροντος» συνιστά απόκλιση από την προγενέστερη νομολογία σε συνδυασμό με το ζήτημα αν, για να θεωρείται ότι ένα συμφέρον συνιστά «κοινό συμφέρον», πρέπει να συμφωνούν επ’ αυτού όλα τα κράτη μέλη σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο (37).

54.      Όσον αφορά την ορθή εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι κρατική ενίσχυση μπορεί να είναι συμβατή με την κοινή αγορά αν: i) προωθεί ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες και ii) η εν λόγω ενίσχυση δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Το ίδιο το γράμμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν περιέχει κάποιο στοιχείο σχετικά με τυχόν περαιτέρω απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι εν λόγω «οικονομικές δραστηριότητες». Η διάταξη αυτή έχει εμφανή αναντιστοιχία με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, κατά το ότι στην τελευταία διάταξη ορίζεται σαφώς ότι η ενίσχυση πρέπει να έχει χορηγηθεί «για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος» (38).

55.      Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει σε διάφορες αποφάσεις, τις οποίες επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας, ότι «[η] ενίσχυση, για να είναι συμβατή με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του [άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ], πρέπει να κατατείνει στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος και να είναι απαραίτητη και σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τον σκοπό αυτόν» (39). Όσον αφορά την Επιτροπή, στην απόφασή της για την κίνηση διαδικασίας έρευνας αφιέρωσε 31 σημεία στην εξέταση του ζητήματος αν η ενίσχυση επιδίωκε έναν κοινό σκοπό, στη δε επίμαχη απόφαση ασχολήθηκε στο τμήμα 9.2 με το εν λόγω ζήτημα καταλήγοντας στην εκτίμηση ότι «τα μέτρα ενίσχυσης που αποσκοπούν στην προώθηση της πυρηνικής ενέργειας εξυπηρετούν στόχο κοινού συμφέροντος […]» (40).

56.      Το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ περιλαμβάνεται στον τίτλο VII, κεφάλαιο 1, της εν λόγω Συνθήκης, το οποίο επιγράφεται «Κανόνες ανταγωνισμού». Ως μέρος του κεφαλαίου για τον ανταγωνισμό, η εν λόγω διάταξη σκοπεί στην αποτροπή της νοθεύσεως του ανταγωνισμού και των επιπτώσεων στο εμπόριο. Η θέση της εν λόγω διατάξεως στη Συνθήκη δεν δείχνει ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό την παροχή στην Επιτροπή πρόσθετων αρμοδιοτήτων, επί παραδείγματι, μιας οιονεί ελεγκτικής εξουσίας ώστε να διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν τους δημόσιους πόρους με αποδοτικό και όχι δαπανηρό τρόπο.

57.      Επομένως, δεν υφίσταται απαίτηση κατά την οποία η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί σκοπούς πέραν εκείνων που εκτίθενται ειδικά στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής και τη θέση της στη ΣΛΕΕ, για να είναι συμβατή με τη Συνθήκη μια ενίσχυση αυτού του είδους δεν χρειάζεται να επιδιώκει «σκοπό κοινού συμφέροντος» ούτε «σκοπό δημοσίου συμφέροντος». Πρέπει μόνο να έχει ως σκοπό «την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων» και να μην «αλλοιών[ει] τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον». Αυτή καθεαυτή, η αιτίαση της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί μόνον ένα «δημόσιο» και όχι ένα «κοινό» συμφέρον δεν μπορεί να ευδοκιμήσει διότι, κατά την γνώμη μου, και σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κανένα από τα εν λόγω δύο κριτήρια δεν χρειάζεται να πληρούται.

58.      Στο σημείο αυτό, είναι ίσως σκόπιμο να προστεθεί ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που ευθυγραμμίζονται με τη νομολογία που διαμορφώθηκε αρχής γενομένης με την απόφαση Mediaset κατά Επιτροπής (41), ως προς το ότι οι ενισχύσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ πρέπει να υπηρετούν έναν σκοπό «κοινού συμφέροντος», με όλο τον σεβασμό, δεν είναι ορθές από νομικής απόψεως. Όπως μόλις επισήμανα, το κείμενο του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν περιέχει καμία τέτοια απαίτηση, σε αντίθεση με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ («οι ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος […]»), το οποίο περιέχει τέτοια απαίτηση.

59.      Όλα όσα απαιτούνται, αντιθέτως, από το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ είναι η ενίσχυση να έχει ως σκοπό «την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών». Είναι αλήθεια ότι ο όρος «κοινό συμφέρον» περιέχεται επίσης στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Η εν λόγω διάταξη περιέχει επίσης μια αρνητική προϋπόθεση, ήτοι ότι οι ενισχύσεις δεν πρέπει να «αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον». Στο σημείο αυτό, ο όρος «κοινό συμφέρον» χρησιμοποιείται σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Με την ως άνω αρνητική προϋπόθεση εισάγονται στο καθεστώς εγκρίσεων των ενισχύσεων απαιτήσεις όπως η αναλογικότητα και η αναγκαιότητα: από το γράμμα και τη διάρθρωση της όλης παραγράφου είναι σαφές ότι αυτό δεν σημαίνει ότι για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ ο ίδιος ο σκοπός της ενισχύσεως πρέπει να υπηρετεί ένα κοινό συμφέρον. Αν επιδίωκαν κάτι τέτοιο οι συντάκτες του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, εύκολα θα μπορούσαν να το έχουν πει, ακριβώς όπως έκαναν όσον αφορά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ.

60.      Αν το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με το συμπέρασμα ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν περιέχει μια τέτοια περαιτέρω απαίτηση, φρονώ ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι όντως πληρούται οποιαδήποτε ενδεχόμενη απαίτηση ότι η ενίσχυση για το έργο Hinkley Point C πρέπει πράγματι να υπηρετεί έναν σκοπό «κοινού συμφέροντος». Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω κριτήριο ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να πρόκειται για σκοπό που επιδιώκεται από όλα τα κράτη μέλη.

61.      Στο σημείο αυτό, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επίσης δεχθεί τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ και δεσμεύονται από αυτές. Ακόμη και αν τα κράτη μέλη μπορεί τώρα να μην συμφωνούν επί του ζητήματος της πυρηνικής ενέργειας, και, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, να έχει αποδειχθεί αδύνατη η ενσωμάτωση της Ευρατόμ στην Ένωση (42), παραμένει το γεγονός ότι η Συνθήκη Ευρατόμ έχει μείνει ουσιαστικά αμετάβλητη από τη θέση της σε ισχύ, ενώ οι Συνθήκες που διέπουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν, βεβαίως, μεταβληθεί ουσιωδώς.

62.      Όπως διευκρίνισα σε άλλο σημείο των παρουσών προτάσεων (43), η ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής –τόσο τώρα όσο και κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της Συνθήκης Ευρατόμ– αποτελεί πράγματι βασικό στόχο της Συνθήκης Ευρατόμ, η οποία, φυσικά, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. Επομένως, ένας σαφώς διατυπωμένος στόχος των Συνθηκών, ανεξαρτήτως σε ποια από τις ιδρυτικές Συνθήκες, πρέπει, σχεδόν εξ ορισμού, να μπορεί να αποτελεί σκοπό κοινού συμφέροντος όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων.

63.      Λέγοντας τούτο, δεν παραβλέπω όσα προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας ως προς το ότι, αν είχε αντιληφθεί ότι η σύγχρονη εξέλιξη των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής μπορούσε να βοηθηθεί με κρατικές ενισχύσεις, ουδέποτε θα είχε δεχθεί τη Συνθήκη Ευρατόμ. Εντούτοις, ο εν λόγω ισχυρισμός, με όλο τον σεβασμό, είναι εντελώς εξωπραγματικός, καθόσον, από κάθε άποψη, δύσκολα θα μπορούσε να δοθεί διαφορετική ερμηνεία στο άρθρο 1 ή στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ (διατάξεις τις οποίες θα εξετάσω λεπτομερέστερα στη συνέχεια) σε συνδυασμό με το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της ίδιας Συνθήκης.

64.      Είναι ασφαλώς αληθές ότι κάθε κράτος μέλος δεν είναι υποχρεωμένο ούτε να επιτρέπει τη λειτουργία πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ούτε να παρέχει οικονομική στήριξη στους εν λόγω σταθμούς αν ήδη υφίστανται στο έδαφός του. Ωστόσο, αυτό δεν είναι η ουσία του ζητήματος. Αν κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα για να συμβάλει «στην […] ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών» (44) κατασκευάζοντας πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, ενεργεί σύμφωνα με ρητή διάταξη (το άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 192 της Συνθήκης Ευρατόμ) του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, πράγμα το οποίο, πάλι σχεδόν εξ ορισμού, κατ’ ανάγκη αποτελεί ζήτημα «κοινού συμφέροντος» κατά την έννοια των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων. Εντούτοις, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η νομολογία σχετικά με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ στηρίζεται σε ένα κοινό, συλλογικό συμφέρον των κρατών μελών ή της Ένωσης, αντιστοίχως, το οποίο, υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, οπωσδήποτε δεν υπάρχει λόγω της δικής της αντιθέσεως προς τη σύγχρονη ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας. Συναφώς, επικαλείται τρεις αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες, κατά αυτό το κράτος μέλος, στηρίζουν την εν λόγω θέση. Επειδή η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται τα ίδια χωρία των ίδιων αποφάσεων επίσης προς στήριξη της θέσεώς της ότι τυχόν μη εφαρμογή από το Δικαστήριο του κριτηρίου ότι η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί ένα κοινό συμφέρον θα συνιστούσε απόκλιση από την προηγούμενη νομολογία, θα εξετάσω συγχρόνως το ζήτημα αυτό.

65.      Όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω αποφάσεις, την απόφαση Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (45), η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται το ακόλουθο απόσπασμα (από τις σκέψεις 24 έως 26 της εν λόγω αποφάσεως):

«Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία, της οποίας η άσκηση προϋποθέτει εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο.

[…]

[…] Η εκτίμηση της Επιτροπής στηρίζεται κατά μέγα μέρος στη διαπίστωση ότι η προβλεπόμενη επιπλέον παραγωγή τσιγάρων θα εξαγόταν στα άλλα κράτη μέλη […] πράγμα που δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι μια τέτοια ενίσχυση δεν θα αλλοίωνε τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.»

66.      Το ανωτέρω απόσπασμα αφορά την εφαρμογή της αρνητικής προϋποθέσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΟΚ (νυν άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ). Το ζήτημα που τέθηκε στη εν λόγω απόφαση είναι αν η επίμαχη ενίσχυση επηρεάζει το εμπόριο σε βαθμό μη αποδεκτό και, στο πλαίσιο αυτό, αν πρέπει να εξετασθεί ο αντίκτυπος στην ενιαία αγορά συνολικά. Εντούτοις, το ζήτημα το οποίο καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση –ήτοι αν η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί έναν σκοπό κοινού συμφέροντος– οπωσδήποτε προηγείται του εν λόγω συγκεκριμένου ζητήματος. Ακόμη και αν ακολουθηθεί διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά τον καθορισμό του κοινού συμφέροντος, από κανένα στοιχείο της εν λόγω αποφάσεως δεν προκύπτει ότι πρέπει να εξετασθούν οι επιμέρους στόχοι της πολιτικής κάθε κράτους μέλους.

67.      Το ίδιο μπορεί να λεχθεί όσον αφορά τη δεύτερη απόφαση της οποίας έγινε επίκληση, την απόφαση Deufil κατά Επιτροπής (46). Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή είχε απορρίψει πρόταση περιφερειακής ενισχύσεως για την ανάπτυξη συγκεκριμένου οικονομικού τομέα στη Γερμανία. Το Δικαστήριο, κατ’ αρχάς, επανέλαβε (στη σκέψη 18 της εν λόγω αποφάσεως) την εκτίμηση που διαλαμβάνεται στη σκέψη 24 της αποφάσεως Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (47). Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επισήμανε:

«Κρίνοντας ότι η χορήγηση μιας επενδυτικής ενίσχυσης η οποία αυξάνει τις ικανότητες παραγωγής σε έναν τομέα ήδη πλεονασματικό είναι αντίθετη προς το κοινό συμφέρον […], η Επιτροπή δεν υπερέβη, με κανένα τρόπο, τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως [που διαθέτει]» (48).

68.      Εντούτοις, τα ανωτέρω αποσπάσματα δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή διότι η επανάληψη της διατυπώσεως που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (49) αφορά πάλι την εφαρμογή της αρνητικής προϋποθέσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΟΚ (νυν άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ), η οποία διακρίνεται από το διαφορετικό ζήτημα του «κοινού συμφέροντος», το οποίο αποτελεί θετική προϋπόθεση που αφορά το ζήτημα αν η ενίσχυση υπηρετεί έναν σκοπό κοινού συμφέροντος. Μολονότι το Δικαστήριο όντως επισήμανε ότι η ενίσχυση «είναι αντίθετη προς το κοινό συμφέρον», τούτο πρέπει να ιδωθεί στο ειδικό πλαίσιο ενός άλλου ρητού κριτηρίου το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΟΚ (νυν άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ). Με άλλα λόγια, η επίμαχη ενίσχυση που είχε τότε προταθεί ήδη δεν πληρούσε το κρίσιμο κριτήριο, διότι η χορήγηση ενισχύσεως σε τομέα ήδη πλεονασματικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «προωθεί την ανάπτυξη ορισμένου οικονομικού τομέα». Εν πάση περιπτώσει, από κανένα στοιχείο του εν λόγω αποσπάσματος δεν προκύπτει ότι για να είναι κοινό το συμφέρον πρέπει να συμφωνούν επ’ αυτού όλα τα άλλα κράτη μέλη.

69.      Η τρίτη απόφαση, η απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (50) αφορούσε ένα ισπανικό καθεστώς ενισχύσεως για γεωργούς της αυτόνομης κοινότητας της Extremadura. Η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται ιδίως τη σκέψη 67 της εν λόγω αποφάσεως, η οποία πάλι παραπέμπει στη σκέψη 24 της αποφάσεως Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (51). Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (52) είναι το εξής:

«Πάντως, η διαφορά διατυπώσεως των στοιχείων α και γ του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ δεν άγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή οφείλει, οσάκις εφαρμόζει την πρώτη από τις δύο αυτές διατάξεις, να αγνοεί παντελώς το κοινοτικό συμφέρον και να περιορίζεται στην εξακρίβωση του ειδικού περιφερειακού σκοπού των οικείων μέτρων, χωρίς να αξιολογεί την επίπτωσή τους στην οικεία αγορά ή στις οικείες αγορές ολόκληρης της Κοινότητας. Αντιθέτως, σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή υποχρεούται όχι μόνον να εξακριβώνει ότι τα μέτρα αυτά είναι ικανά να συμβάλουν αποτελεσματικά στην οικονομική ανάπτυξη των ενδιαφερομένων περιοχών, αλλά και να αξιολογεί την επίπτωση των ενισχύσεων αυτών επί των μεταξύ κρατών μελών συναλλαγών και ειδικότερα να εκτιμά τον τομεακό αντίκτυπο που ενδέχεται να προκαλέσουν σε κοινοτικό επίπεδο. Όπως έχει ήδη επισημάνει το Δικαστήριο, το άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ απονέμει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να πραγματοποιούνται σε κοινοτικό πλαίσιο.»

70.      Εντούτοις, είναι σαφές ότι το ανωτέρω απόσπασμα αφορά πάλι το εντελώς διαφορετικό ζήτημα που ανακύπτει υπό την αρνητική προϋπόθεση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΚ), ήτοι ότι δεν πρέπει να υπάρχει αντίκτυπος της επίμαχης ενισχύσεως στη σχετική αγορά ή αγορές στην Κοινότητα (νυν Ένωση) συνολικά, κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό ουδεμία επιρροή ασκεί επί του διακριτού ζητήματος αν η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί έναν σκοπό κοινού συμφέροντος ή αν πρέπει να υποστηρίζεται από όλα τα κράτη μέλη για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντικείμενο κοινού συμφέροντος.

71.      Επομένως ουδεμία από τις ανωτέρω τρεις αποφάσεις αποτελεί νομολογιακό προηγούμενο που στηρίζει τη θέση της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ αναγκαία προϋπόθεση είναι να επιδιώκει η ενίσχυση έναν σκοπό κοινού συμφέροντος. Ούτε δέχονται οι αποφάσεις αυτές ότι ένα κοινό συμφέρον είναι συμφέρον το οποίο συμμερίζονται όλα τα κράτη μέλη.

72.      Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν υπογράψει, επικυρώσει και προσχωρήσει στη Συνθήκη Ευρατόμ. Επομένως, από νομικής απόψεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν δώσει τη γενική συγκατάθεσή τους για την ανάπτυξη νέων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν κράτη μέλη –όπως η Δημοκρατία της Αυστρίας– τα οποία έχουν αποφασίσει ότι δεν θα προωθήσουν ούτε καν θα επιτρέψουν την ανάπτυξη νέων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στην επικράτειά τους. Ωστόσο, δεχόμενα τους στόχους της Συνθήκης αυτής έχουν δεχθεί ανεπιφύλακτα –τουλάχιστον κατ’ αρχήν– το δικαίωμα των άλλων κρατών μελών να αναπτύσσουν πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής στις δικές τους επικράτειες, εφόσον το επιθυμούν.

73.      Κατά συνέπεια, με όποιον τρόπο δει κανείς τα συγκεκριμένα νομικά ζητήματα, η ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής αποτελεί σκοπό κοινού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ως προς τον οποίο, πράγματι, όλα τα κράτη μέλη έχουν –απλώς και μόνον λόγω της εκ μέρους τους αποδοχής της Συνθήκης Ευρατόμ– δώσει τη συγκατάθεσή τους. Επομένως, ακόμη και αν γινόταν δεκτό (σε αντίθεση με την άποψή μου) ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον αν κρατική ενίσχυση επιδιώκει σκοπό κοινού συμφέροντος, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε πλάνη περί το δίκαιο. Προσθέτω επίσης –για λόγους πληρότητας και μόνον– ότι η ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής συνιστά επίσης σκοπό δημοσίου συμφέροντος, σε αντιδιαστολή με τους σκοπούς ιδιωτικού συμφέροντος.

3)      Η κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής δεν συνιστά προώθηση πυρηνικής ενέργειας καλυπτόμενη από τη Συνθήκη Ευρατόμ

74.      Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Αυστρίας βάλλει κατά της κρίσεως του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 1, δεύτερο εδάφιο, και 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε δικαίωμα να δημιουργήσει κίνητρα για τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Αντιθέτως, η Δημοκρατία της Αυστρίας, επικαλούμενη το γράμμα του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, υποστηρίζει ότι η εν λόγω Συνθήκη δεν καλύπτει την προώθηση της κατασκευής περαιτέρω πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ή την αντικατάσταση υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με πιο σύγχρονες, ήδη ανεπτυγμένες, τεχνολογίες. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 1 της Συνθήκης Ευρατόμ αναφέρει ότι το κύριο αντικείμενο της Συνθήκης αυτής είναι να συμβάλει «διά της δημιουργίας των αναγκαίων προϋποθέσεων στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών». Εν συνεχεία, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, ορίζει ότι «[γ]ια την εκπλήρωση της αποστολής της» η Ευρατόμ «διευκολύνει τις επενδύσεις και […] εξασφαλίζει, ιδίως διά της ενθαρρύνσεως της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων, τη δημιουργία των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας». Πέραν τούτων, τα άρθρα 40 και 41 της Συνθήκης Ευρατόμ, σε συνδυασμό με το σημείο 11 του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω Συνθήκης, υπογραμμίζουν επίσης το γεγονός ότι η Συνθήκη αυτή προβλέπει την επένδυση σε πυρηνικούς αντιδραστήρες. Τέλος, κατά το άρθρο 192 της Συνθήκης Ευρατόμ, τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της.

75.      Η πρώτη επισήμανση που θα μπορούσε να γίνει σχετικά με τις ανωτέρω γενικές διατάξεις είναι ότι κατ’ ανάγκη προϋποθέτουν την ύπαρξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής τουλάχιστον σε κάποια κράτη μέλη, καθόσον χωρίς πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής δεν μπορεί να υπάρχει πυρηνική ενέργεια, και χωρίς πυρηνική ενέργεια δεν θα υπήρχε λόγος υπάρξεως ούτε της Ευρατόμ ούτε, κατ’ επέκταση, της Συνθήκης Ευρατόμ.

76.      Δεύτερον, τα κράτη μέλη προφανώς είχαν σκοπό να αποτελεί η Συνθήκη Ευρατόμ ένα συνεχώς εξελισσόμενο κείμενο, δεκτικό οργανικής αναπτύξεως και ικανό να προσαρμόζεται στις εκάστοτε ισχύουσες συνθήκες, φυσικά εντός των ορίων της εν λόγω Συνθήκης. Φρονώ ότι το γεγονός αυτό και μόνον είναι αρκετό για την απόρριψη του επιχειρήματος της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι οι ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ δεν καλύπτουν ούτε την κατασκευή περαιτέρω πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ούτε την αντικατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων σταθμών με πιο σύγχρονες, ήδη ανεπτυγμένες, τεχνολογίες.

77.      Αν το εν λόγω επιχείρημα ήταν ορθό, αυτό θα σήμαινε, επί παραδείγματι, ότι η Συνθήκη Ευρατόμ θα είχε εφαρμογή μόνον κατά το πρώτο στάδιο της κατασκευής των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Θα προέκυπτε επίσης ότι η Σύμβαση Ευρατόμ δεν έχει εφαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες, καθόσον αυτή η πρώτη σειρά πυρηνικών σταθμών θα είχε σταδιακά παροπλισθεί, εκσυγχρονισθεί και αντικατασταθεί. Εντούτοις, οι συντάκτες της Συνθήκης Ευρατόμ προφανώς επιθυμούσαν την επ’ αόριστον εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η εν λόγω Συνθήκη προοριζόταν να έχει πεπερασμένο πεδίο εφαρμογής, περιοριζόμενο, κατ’ ουσίαν, στην πρώτη σειρά της κατασκευής πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

78.      Τρίτον, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν στηρίζεται από το ίδιο το γράμμα της Συνθήκης Ευρατόμ. Άλλωστε, το άρθρο 1 ορίζει ότι ένας εκ των στόχων της Συνθήκης είναι να συμβάλει με τη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων «στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών». Στο ίδιο πνεύμα, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω Συνθήκης ορίζει ότι στην αποστολή της Ευρατόμ περιλαμβάνεται η εξασφάλιση, «ιδίως διά της ενθαρρύνσεως της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων, τη[ς] δημιουργία[ς] των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας». Οι εν λόγω διατάξεις σαφέστατα προβλέπουν την ανάπτυξη και την εξέλιξη της πυρηνικής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένης –όπως καθιστά σαφές το άρθρο 2, στοιχείο γʹ– της συμμετοχής ιδιωτικών επιχειρήσεων. Η αντίθετη θέση που διατύπωσε η Δημοκρατία της Αυστρίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Ιανουαρίου 2020, ότι το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ δεν έχει αυτή την έννοια, αλλά αντιθέτως αφορά την πιθανή ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, είναι, με όλο τον σεβασμό, εντελώς εξωπραγματική.

79.      Τέλος, πρέπει για μία ακόμη φορά να επανέλθω στο άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σε αυτό το πλαίσιο. Η εν λόγω διάταξη, ασφαλώς, πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη Συνθήκη Ευρατόμ. Όπως προανέφερα, το άρθρο 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η γενική αρμοδιότητα της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας δεν επηρεάζει το δικαίωμα κράτους μέλους «να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού».

80.      Από την εν λόγω διάταξη είναι σαφέστατο ότι, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να επιλέγει το δικό του ενεργειακό μείγμα –είτε πρόκειται για ορυκτά καύσιμα είτε για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, είτε, όπως εν προκειμένω, για πυρηνική ενέργεια– είναι, από κάθε άποψη, απαραβίαστο. Όπως προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο με τις παρατηρήσεις του, το εν λόγω κράτος μέλος έχει επιλέξει να στηρίζει την πυρηνική ενέργεια ως «αξιόπιστο και χαμηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα στοιχείο εντός του ευρύτερου ενεργειακού του μείγματος».

81.      Όλα αυτά ενισχύουν το συμπέρασμα ότι οι στόχοι και οι αρμοδιότητες της Συνθήκης Ευρατόμ κάλλιστα μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι καταλαμβάνουν την κατασκευή από τα κράτη μέλη σύγχρονων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, και όχι μόνον εκείνων των σταθμών που είχαν σχεδιασθεί ή προβλεφθεί κατά την εποχή της δημοσιεύσεως της Συνθήκης Ευρατόμ. Το γενικό πνεύμα και η προσέγγιση που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνάδουν πλήρως με αυτή την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων.

4)      Το ζήτημα αν, κατά τη διαπίστωση αν τα μέτρα ενισχύσεως προωθούν έναν σκοπό κοινού συμφέροντος, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε επίσης να λάβει υπόψη άλλους στόχους της ΣΛΕΕ

82.      Στη σκέψη 517 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά της οποίας βάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω αρχές έπρεπε να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή, δεν συνάδει με το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ ερμηνεία της αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος, της αρχής της προφυλάξεως, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αρχής της αειφορίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε να απαγορεύεται η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων για την κατασκευή ή τη λειτουργία πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής.

83.      Αντιθέτως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, αν –παρά το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ– εφαρμοστεί το άρθρο 107 ΣΛΕΕ στην πυρηνική ενέργεια, θα πρέπει επίσης να εφαρμοστούν άλλες αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας, που εμπεριέχουν την προστασία της υγείας, κατά το άρθρο 37 του Χάρτη και το άρθρο 11 ΣΛΕΕ. Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να γίνεται επίκληση του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ για τη δικαιολόγηση κρατικής ενισχύσεως επειδή η εν λόγω διάταξη αφορά κυρίως συγκρούσεις σχετικά με τη νομική βάση της νομοθετικής δράσεως, ενώ εν προκειμένω δεν υφίσταται τέτοια σύγκρουση. Στα εν λόγω επιχειρήματα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση.

84.      Πρώτον, σε αντίθεση με όσα ισχύουν στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Συνθήκη Ευρατόμ ασχολείται με περιβαλλοντικά ζητήματα στο κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙ, το οποίο επιγράφεται «Η Προστασία της Υγείας» (53). Οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ και δεν αφήνουν περιθώριο για την εφαρμογή άλλων αρχών του δικαίου της Ένωσης στον εν λόγω τομέα (54).

85.      Δεύτερον, το γεγονός ότι μια διάταξη μπορεί να σκοπεί κυρίως στην αντιμετώπιση των συγκρούσεων όσον αφορά τη νομική βάση των μέτρων δεν αποκλείει την εφαρμογή της σε άλλα ζητήματα. Τούτο ισχύει ιδίως καθόσον ούτε από το γράμμα του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ ούτε από το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το εν λόγω άρθρο –το άρθρο αυτό μεταφέρθηκε από το έκτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο αφορούσε γενικές και τελικές διατάξεις, στο κεφάλαιο της Συνθήκης Ευρατόμ το οποίο επιγράφεται «Εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης»– μπορεί να συναχθεί ο εν λόγω περιορισμός στην εφαρμογή του.

86.      Τρίτον, το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ δεν είναι η μοναδική διάταξη που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό των κρατών μελών. Αν στην Επιτροπή παρεχόταν ευρύτερη αρμοδιότητα αξιολογήσεως των αποφάσεων των κρατών μελών περί κρατικών ενισχύσεων βάσει αρχών άλλων από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 107 ΣΛΕΕ, το γεγονός αυτό σαφώς θα περιόριζε την αυτονομία των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είναι αν κάτι τέτοιο όντως προβλέπεται από τις Συνθήκες. Ο τομέας της «Ενέργειας» ρυθμίζεται στον τίτλο XXI της ΣΛΕΕ. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο θʹ, ΣΛΕΕ, πρόκειται για τομέα συντρέχουσας αρμοδιότητας μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών. Το άρθρο 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 194, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ επιβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να θεσπίζουν τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη ορισμένων στόχων που αφορούν τον τομέα της ενέργειας «[σ]το πλαίσιο της εγκαθίδρυσης ή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον». Όπως ήδη επισήμανα, το άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ επίσης ορίζει σαφώς ότι «[τ]α μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να καθορίζει […] την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών […]» (55).

87.      Εκείνο που προκύπτει από αυτό είναι ότι το περιθώριο χειρισμών των κρατών μελών όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό τους πρέπει να διαφυλάσσεται και να αναγνωρίζεται. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβαίνει σε σημαντική επανεξισορρόπηση του ρόλου που διαδραματίζουν τα επιμέρους κράτη μέλη έναντι της Ένωσης στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής. Επομένως, για τους λόγους αυτούς και μόνον δεν φαίνεται σκόπιμο να επιτρέπεται στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη στόχους της Ένωσης πέραν της προστασίας της κοινής αγοράς ειδικά κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ κατά την αξιολόγηση κρατικής ενισχύσεως στον ενεργειακό τομέα (56).

88.      Εξάλλου, ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, ακόμη και σε τομείς πέρα από τον ενεργειακό τομέα, απαιτεί από την Επιτροπή ή της παρέχει την εξουσία να το πράττει.

89.      Οι συγκεκριμένες αρχές τις οποίες επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι οποίες, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη ήδη κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως όσον αφορά το αν με το μέτρο ενισχύσεως επιδιωκόταν σκοπός κοινού συμφέροντος, είναι η προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή της προφυλάξεως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και η αρχή της αειφορίας. Εντούτοις, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 515 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τις εν λόγω αρχές μόνον αν το Ηνωμένο Βασίλειο με το μέτρο του ενισχύσεως επιδίωκε πράγματι την υλοποίηση των αρχών αυτών (57). Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα μπορούσε να τις εξετάσει στο πλαίσιο της διαπιστώσεως αν τα μέτρα ήταν κατάλληλα για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού (58). Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, ο σκοπός που επιδιωκόταν ήταν η προώθηση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, η δε Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, έπρεπε μόνο να εκτιμήσει αν το μέτρο αλλοίωνε τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον (59).

90.      Το ανωτέρω συμπέρασμα ουδόλως μεταβάλλεται από την ακόλουθη νομολογία: το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν η Επιτροπή εφαρμόζει τη διαδικασία των κρατικών ενισχύσεων, οφείλει, σύμφωνα με την όλη οικονομία της Συνθήκης, να σέβεται τη συνοχή μεταξύ των διατάξεων περί των κρατικών ενισχύσεων και των ειδικών διατάξεων που δεν αφορούν τον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, να εκτιμά τη συμβατότητα της επίμαχης ενισχύσεως με τις εν λόγω ειδικές διατάξεις, όταν οι πτυχές της ενισχύσεως συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενο της ενισχύσεως ώστε να μην μπορούν να εκτιμηθούν χωριστά (60). Εν προκειμένω, η ύπαρξη τέτοιου άρρηκτου συνδέσμου, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δεν προβλήθηκε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας· ούτε και υπάρχει. Οι αρχές τις οποίες προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας, ήτοι η προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή της προφυλάξεως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και η αρχή της αειφορίας, μπορούν να εκτιμηθούν χωριστά και, αν αποδειχθεί αναγκαίο, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών (61). Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το σημείο 150 του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προσέβαλε την περαιτέρω απόφαση σχετικά με τη μέθοδο τιμολογήσεως για τις συμβάσεις μεταφοράς πυρηνικών αποβλήτων οι οποίες επίσης θεωρήθηκαν κρατικές ενισχύσεις και κηρύχθηκαν συμβατές με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (62).

91.      Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη άλλους στόχους των Συνθηκών κατά τη διαπίστωση αν τα μέτρα ενισχύσεως προωθούν έναν σκοπό κοινού συμφέροντος.

2.      Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ εφαρμόσθηκε εσφαλμένως διότι ο κρίσιμος τομέας της οικονομίας δεν ορίσθηκε ορθώς και δεν εφαρμόσθηκε η απαίτηση ανεπάρκειας της αγοράς

1)      Σύνοψη των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας

92.      Στις σκέψεις 105, 139, 140 και 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας αποτελούσε την κρίσιμη οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και ότι η ανάπτυξη του Hinkley Point C συνιστά τέτοια προώθηση πυρηνικής ενέργειας. Στις σκέψεις 151 και 240 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ανεπάρκεια της αγοράς μπορεί να συνιστά κρίσιμο στοιχείο για τη διαπίστωση της συμβατότητας κρατικής ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, αλλά ότι η επάρκεια της αγοράς δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και ότι, ακόμη και αν δεν υπήρχε ανεπάρκεια της αγοράς, η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν όντως αναγκαία για να επιτευχθεί η ανάπτυξη του Hinkley Point C.

93.      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο από τις ακόλουθες τρεις απόψεις. Πρώτον, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι η επίμαχη απόφαση δεν προσδιορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, την επίμαχη οικονομική δραστηριότητα. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ για την προσήκουσα παράθεση των πραγματικών και νομικών λόγων όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα που προωθείται με την ενίσχυση για το Hinkley Point C. Δεύτερον, το εν λόγω κράτος μέλος διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε εσφαλμένα την κρίσιμη οικονομική δραστηριότητα, καθόσον η περί ης πρόκειται οικονομική δραστηριότητα είναι η παραγωγή ενέργειας και όχι η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Τρίτον, το εν λόγω κράτος μέλος διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι η ανεπάρκεια της αγοράς αποτελεί νομικό προαπαιτούμενο κάθε διαπιστώσεως αναγκαιότητας βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

2)      Εκτίμηση

94.      Όσον αφορά το ζήτημα του μη προσδιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκεται με την ενίσχυση, το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνον απέρριψε τον ισχυρισμό περί μη προσήκουσας αιτιολογίας (63), αλλά και ολόκληρη η επίμαχη απόφαση στηρίζεται στο ότι κρίσιμη εν προκειμένω είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση πυρηνικής ενέργειας και μάλιστα βρίθει σχετικών αναφορών. Πολλά παραδείγματα θα μπορούσαν να αναφερθούν συναφώς, αλλά μάλλον είναι αρκετό να παρατεθεί η αιτιολογική σκέψη 358 της επίμαχης αποφάσεως, η οποία αναφέρει ότι, «[ω]ς εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η [σύμβαση επί διαφοράς] για τον [Hinkley Point] καθορίζει τις προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση πυρηνικής τεχνολογίας […]».

95.      Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας στη σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι «πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε ποια οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ υποτίθεται ότι προωθήθηκε από τα επίμαχα μέτρα». Στην εν λόγω σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στην αιτιολογική σκέψη 392 της επίμαχης αποφάσεως, η οποία συνιστά ένα άλλο παράδειγμα όπου προσδιοριζόταν με σαφήνεια η οικονομική δραστηριότητα. Στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει το εν λόγω επιχείρημα με σκοπό την επανεξέταση της αποφάσεως της Επιτροπής, είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι επιτρεπτό (64).

96.      Επιπλέον, η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου δεν είναι ανεπαρκής. Πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ είναι εσφαλμένη. Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 53 σε συνδυασμό με το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και του άρθρου 117, στοιχείο ιγʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, δεν επιβάλλει σε αυτό να παραθέτει αιτιολογία ακολουθούσα αναλυτικά έναν προς έναν όλους τους λόγους που προέβαλαν οι διάδικοι. Συνεπώς, η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την εκ μέρους του άσκηση δικαστικού ελέγχου (65).

97.      Στις σκέψεις 155 και 156 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε την αιτιολογία που παρέθεσε η Επιτροπή για την εκτίμησή της, από την οποία προκύπτει ο σαφής χαρακτήρας της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας ως οικονομικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο σαφώς ανταποκρίθηκε στην απαίτηση που προαναφέρθηκε.

98.      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ότι η κρίσιμη οικονομική δραστηριότητα ήταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και όχι η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων, κρίσιμο είναι το τελικό προϊόν –ήτοι η ηλεκτρική ενέργεια.

99.      Δεν μπορώ να δεχθώ το ανωτέρω επιχείρημα. Όλο το ζήτημα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων είναι ο ορισμός της κρίσιμης οικονομικής δραστηριότητας προκειμένου να εκτιμηθεί αν η επίμαχη ενίσχυση είναι αναγκαία για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως. Επομένως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κρατική ενίσχυση θα προωθήσει την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, η οποία διακρίνεται από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εν γένει. Η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της πλήθος αποδεικτικών στοιχείων –όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο (66)– ως προς το ότι η αγορά ήταν απρόθυμη –ή ακόμη και ανίκανη– να χρηματοδοτήσει το έργο Hinkley Point C χωρίς τις προβλεπόμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο εγγυήσεις και άλλες μορφές ενισχύσεως. Για τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεως δεν ασκεί επιρροή το ότι ενδεχομένως δεν υπήρχε επάρκεια της αγοράς όσον αφορά άλλες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να επιλέγει το δικό του ενεργειακό μείγμα σύμφωνα με το άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

100. Στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται τις σκέψεις 54 επ. της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Greenpeace Energy κ.λπ. κατά Επιτροπής (67), πρέπει να τονισθεί ότι στην εν λόγω απόφαση το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το δικαίωμα των διαδίκων να ασκήσουν προσφυγή κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο δικαίωμα πρέπει να κρίνεται βάσει των κριτηρίων που εκτίθενται στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (68). Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν υφίστατο κατάσταση ανταγωνιστικής αγοράς μεταξύ των αποδεκτών της ενισχύσεως και των προσφευγουσών. Η εκτίμηση αυτή σκοπό είχε να καθορισθεί αν οι προσφεύγουσες επηρεάζονταν αρνητικά από την ενίσχυση. Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, είναι ελαφρώς διαφορετικό από τον καθορισμό του τι συνιστά «οικονομική δραστηριότητα» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Η οικονομική δραστηριότητα προσδιορίζεται προκειμένου να υπάρξει ένα σημείο αναφοράς για τον έλεγχο της αναλογικότητας, όταν έχει εξακριβωθεί η αναγκαιότητα της ενισχύσεως για τη διευκόλυνση της οικονομικής δραστηριότητας, και, στην περίπτωση που η εν λόγω ενίσχυση είναι αναγκαία, αν αυτή έχει χαρακτήρα κινήτρου για τον σκοπό αυτόν. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση ανταγωνιστικής αγοράς ασκεί επιρροή μόνον όταν εξετάζεται το περαιτέρω κριτήριο του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ σχετικά με το αν η ενίσχυση αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον (69). Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο όντως παρέπεμψε σε ολόκληρη την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και όχι στην απλώς και μόνο «οικονομική δραστηριότητα», η οποία είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση πυρηνικής ενέργειας (70).

101. Για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας αποτελεί την κρίσιμη οικονομική δραστηριότητα για τους σκοπούς του θετικού κριτηρίου που περιλαμβάνεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ήτοι του αν η ενίσχυση προωθεί την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων.

102. Το τρίτο επιχείρημα που εξετάζεται στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως είναι ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ότι η ανεπάρκεια της αγοράς αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Σε αντίθεση με τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ανεπάρκεια της αγοράς, μολονότι, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η εν λόγω διαπίστωση είναι εσφαλμένη, λόγω του εσφαλμένου προσδιορισμού της αγοράς.

103. Κατά τη γνώμη μου, ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να γίνει δεκτό. Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή έκρινε ότι υπήρχε ανεπάρκεια της αγοράς διότι έλαβε ως προκείμενη το ότι οι κανονικά λειτουργούσες κεφαλαιαγορές δεν θα χρηματοδοτήσουν την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, δεδομένων των υπερβολικά μεγάλων χρονοδιαγραμμάτων που αυτή συνεπάγεται και του αναμενόμενου πολιτικού κινδύνου που συνδέεται με ένα τέτοιο έργο (71).

104. Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο μέχρι σήμερα απορρίπτει –ορθώς, κατά τη γνώμη μου– τη θέση ότι η διαπίστωση ανεπάρκειας της αγοράς αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (72). Δεν θέλω να υπάρξει παρανόηση εν προκειμένω: η ανεπάρκεια της αγοράς μπορεί, φυσικά, να αποτελεί συχνά την πλέον πειστική απόδειξη της αναγκαιότητας της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Εντούτοις, εκείνο που είναι κρίσιμο για την παρούσα ανάλυση δεν είναι η ανεπάρκεια της αγοράς αυτή καθεαυτήν (73), αλλά το αν η επίμαχη κρατική ενίσχυση θα διευκόλυνε ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες (74).

3.      Τρίτος λόγος αναιρέσεως: αν ο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου έλεγχος της εφαρμογής του κριτηρίου της αναλογικότητας είναι εσφαλμένος

1)      Σύνοψη των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας

105. Στις σκέψεις 405 και 413 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε τα αποτελέσματα του μέτρου ενισχύσεως, ήτοι το ότι δύναται να κατασκευασθεί το Hinkley Point C, σε συνδυασμό με τις συνέπειές του, επί του εφοδιασμού με βασική ηλεκτρική ενέργεια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έκρινε επίσης ότι δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται ότι η αιολική ενέργεια είναι ικανή να επιτύχει την αναγκαία παραγωγή ενέργειας. Στη σκέψη 507 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε δικαίωμα να διατηρεί την πυρηνική ενέργεια στο δικό του ενεργειακό μείγμα. Στη σκέψη 506, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσει τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι ο κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ήταν περιορισμένος. Στις σκέψεις 470 και 499, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα ενισχύσεως δεν οδηγούν σε υπέρμετρες διακρίσεις σε βάρος άλλων τεχνολογιών. Τέλος, στις σκέψεις 515 επ., το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τις αρχές που μνημονεύονται στο σημείο 82 των παρουσών προτάσεων. Η Δημοκρατία της Αυστρίας βάλλει κατά των ανωτέρω κρίσεων.

106. Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε όσον αφορά τον τρόπο εκτιμήσεως της αναλογικότητας του μέτρου. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εκτιμήσει την αναλογικότητα του εν λόγω μέτρου σε σχέση με την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συνολικά. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η δίκη ενώπιόν του αφορούσε μια κατ’ ουσίαν «αντιπροσωπευτική» υπόθεση όσον αφορά την αναλογικότητα των νέων πυρηνικών έργων εν γένει. Επομένως η όποια πιθανή στρέβλωση του ανταγωνισμού έπρεπε να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με την ανωτέρω διαπίστωση. Τρίτον, μία εκ των συνεπειών της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου είναι η παροχή στους παραγωγούς πυρηνικής ενέργειας διαρκούς πλεονεκτήματος εις βάρος των άλλων παραγωγών ενέργειας. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε στάθμιση των αρνητικών συνεπειών της πυρηνικής ενέργειας (συμπεριλαμβανομένου του μακροπρόθεσμου κόστους που αφορά τη διάθεση των αποβλήτων) με τα πιθανά οφέλη από αυτήν.

2)      Εκτίμηση

107. Ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως αφορά το κριτήριο της αναλογικότητας το οποίο αποτελεί την αρνητική προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο ένα μέτρο ενισχύσεως δεν πρέπει μόνο να είναι αναγκαίο για την προώθηση της αναπτύξεως μιας οικονομικής δραστηριότητας, αλλά επιπλέον πρέπει να μην αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.

108. Όσον αφορά το επιχείρημα περί της αναλογικότητας σε σχέση με την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συνολικά, αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί παραλλαγή του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ήτοι ότι η σχετική αγορά είναι η ευρύτερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας η οποία είναι χωριστή από την αγορά παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό δεν ασκεί επιρροή το ότι η ηλεκτρική ενέργεια μπορούσε να παραχθεί με άλλους τρόπους.

109. Τα ανωτέρω οδηγούν πάλι στη θεμελιώδη παραδοχή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε δικαίωμα επιλογής των διαφόρων ενεργειακών πηγών του και ότι επέλεξε να συμπεριλάβει την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό αυτό μείγμα. Επομένως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, λόγω του άρθρου 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να λάβει υπόψη την αναλογικότητα του επίμαχου μέτρου το οποίο σκοπούσε στην υλοποίηση της εν λόγω πολιτικής επιλογής, ήτοι στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας στο Hinkley Point C. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η εκτίμηση της αναλογικότητας που πραγματοποίησε η Επιτροπή υπήρξε ανεπίτρεπτα στενή ή ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο.

110. Όσον αφορά το επιχείρημα περί «αντιπροσωπευτικής» υποθέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται το τμήμα 6 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (75). Ομολογώ ότι η ανωτέρω παραπομπή μού δημιουργεί κάποια σύγχυση, διότι κανένα σημείο του τμήματος 6 (ή, γενικότερα, κανένα σημείο) της ανακοινώσεως της Επιτροπής δεν ασχολείται με την έννοια των «αντιπροσωπευτικών» υποθέσεων. Η ανακοίνωση της Επιτροπής ασχολείται μόνο με το ζήτημα αν ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά την αιτιολογική της σκέψη 2, «[δ]εν αφορά τη συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η αξιολόγηση της οποίας εναπόκειται στην Επιτροπή». Αυτή καθεαυτή, η ανακοίνωση της Επιτροπής δεν ασκεί καμία επιρροή όσον αφορά την εκτίμηση της αναλογικότητας ενός μέτρου για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η ανακοίνωση αυτή παρέχει οποιαδήποτε πραγματική καθοδήγηση όσον αφορά τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκτιμήσεως.

111. Ομοίως, φρονώ ότι δεν είναι πειστική η εκ μέρους της Δημοκρατίας της Αυστρίας επίκληση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Eventech (76). Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε το ζήτημα αν μπορούσε να αποτελεί κρατική ενίσχυση μια κανονιστική απόφαση με την οποία επιτρεπόταν σε ορισμένα οχήματα δημόσιας μεταφοράς που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά επιβατών η χρήση των λεωφορειοδρόμων του οδικού δικτύου του Λονδίνου, ενώ η εν λόγω χρήση απαγορευόταν σε άλλα. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τον σκοπό αυτόν «δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η επίμαχη ενίσχυση είχε πράγματι επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή ότι υπήρξε όντως στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά πρέπει απλώς να εξεταστεί αν ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στις συναλλαγές αυτές ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό» (77).

112. Έχω την εντύπωση ότι εν προκειμένω είναι υπερβολικό να γίνεται επίκληση αυτής της ομολογουμένως πολύ σημαντικής αποφάσεως, η οποία αφορά τον πιθανό αντίκτυπο της τότε επίμαχης κρατικής ενισχύσεως. Ειδικότερα, από κανένα απολύτως σημείο της εν λόγω αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η εκτίμηση αν κρατική ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά πρέπει να γίνεται χωρίς αναφορά στη συγκεκριμένη ενίσχυση που αφορούσε το προσβαλλόμενο μέτρο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι κανένα σημείο της αποφάσεως Eventech (78) δεν στηρίζει τον ευρύτερο ισχυρισμό ότι η Επιτροπή έπρεπε να συνεκτιμήσει το ζήτημα αν η χορήγηση ενισχύσεως ή ενισχύσεων αυτού του είδους μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό εν γένει.

113. Περαιτέρω, δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα ότι η εν λόγω απόφαση θα ευνοήσει τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας εις βάρος των άλλων μορφών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (79). Πρέπει να υπομνησθεί ότι κάθε κοινοποίηση για τη χορήγηση ή τη μεταβολή κρατικής ενισχύσεως πρέπει να κρίνεται βάσει των δικών της ιδιαίτερων στοιχείων με γνώμονα το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.

114. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανέστατο ότι τα εμπόδια που τίθενται όσον αφορά την είσοδο στην αγορά πυρηνικής ενέργειας διαφέρουν εντελώς από εκείνα των άλλων μορφών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας: τα συγκεκριμένα εμπόδια περιλαμβάνουν τον πολιτικό κίνδυνο που συνδέεται με την αντίθεση στην πυρηνική ενέργεια, το τεράστιο κεφαλαιακό κόστος που συνεπάγεται η κατασκευή των εν λόγω σταθμών και το ειδικότερο κόστος που συνδέεται με την ασφαλή αποθήκευση των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων. Όπως ήδη σημείωσα, το αμφισβητούμενο μέτρο ενισχύσεως στην παρούσα υπόθεση επιδιώκει την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων αυτών δυσκολιών, επί παραδείγματι, με ειδικές ρυθμίσεις οι οποίες σκοπούν στην αντιμετώπιση των ειδικών και ιδιαίτερων πολιτικών κινδύνων που συνδέονται με το έργο. Ακριβώς επειδή οι εν λόγω διατάξεις σκοπούν στην αντιμετώπιση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, η θέση ότι η επίμαχη απόφαση ενέχει κατά κάποιον τρόπο μια μορφή διακρίσεως εις βάρος των άλλων μορφών ηλεκτρικής παραγωγής είναι, με όλο τον σεβασμό, τεχνητή και εξωπραγματική.

115. Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του ότι δεν χρειαζόταν να ληφθεί υπόψη ο βαθμός στον οποίο τα επίμαχα μέτρα είναι επιβλαβή όσον αφορά βασικές περιβαλλοντικές αρχές, όπως η αρχή της προφυλάξεως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και η αρχή της αειφορίας (80). Πέραν του ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας προέβαλε απλώς έναν ισχυρισμό περί φερόμενης περιβαλλοντικής ζημίας δίχως περαιτέρω τεκμηρίωση, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ εντάσσεται στον τίτλο VII, ο οποίος προβλέπει κοινούς κανόνες για τον ανταγωνισμό, τη φορολογία και την προσέγγιση των νομοθεσιών. Επομένως, η αποστολή της Επιτροπής, όπως καθίσταται σαφές από το άρθρο 107, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, είναι απλώς η εκτίμηση του αν το επίμαχο μέτρο ενισχύσεως μπορεί να «θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά».

116. Η εσωτερική αγορά ορίζεται στο άρθρο 26, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ως χώρος «χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών». Μολονότι αληθεύει ότι, όπως παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση Castelnou Energía κατά Επιτροπής (81), οι περιβαλλοντικές πολιτικές πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και στην εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης, εντούτοις, όπως επίσης παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο στην ίδια απόφαση, «η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της [εσωτερικής] αγοράς».

117. Επομένως, είναι σαφές ότι η αποστολή που το άρθρο 107 ΣΛΕΕ αναθέτει στην Επιτροπή είναι πιο περιορισμένη από εκείνη που προβάλλεται επιμόνως από τη Δημοκρατία της Αυστρίας. Η εν λόγω αποστολή συνίσταται κατ’ ουσίαν στην εκτίμηση της συμβατότητας της επίμαχης ενισχύσεως με τους κανόνες για τον ανταγωνισμό και την εσωτερική αγορά. Ωστόσο, δεν έχει ανατεθεί στην Επιτροπή η αποστολή να εκτιμά στο πλαίσιο αυτό αν το συγκεκριμένο μέτρο ενισχύσεως συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης εν γένει, πέρα και πάνω από τις ειδικές απαιτήσεις που θέτουν οι κανόνες που αφορούν την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό.

118. Τούτο ίσως αληθεύει ειδικά στο πλαίσιο ζητημάτων όπως η συμμόρφωση με περιβαλλοντικούς κανόνες, δεδομένου ότι πρόκειται για έργο το οποίο, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο, υπάγεται στις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους οι οποίες έχουν την ευθύνη να αποφασίζουν αν το επίμαχο έργο πρέπει να λάβει την προσήκουσα άδεια από απόψεως σχεδιασμού και περιβάλλοντος. Συναφώς, συμφωνώ με την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφαση BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής (82) ότι η Επιτροπή «υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη της διατάξεις που δεν σχετίζονται αυστηρά με το δίκαιο των ενισχύσεων μόνον εφόσον ορισμένες πτυχές της επίμαχης ενισχύσεως συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενό της, ώστε, σε περίπτωση μη συμβατότητάς τους με τις διατάξεις αυτές, θίγεται η συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά».

119. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν έσφαλε κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τον πιθανό περιβαλλοντικό αντίκτυπο του Hinkley Point C στην εκτίμησή της ως προς το αν η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

4.      Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: αν η ενίσχυση αποτελεί λειτουργική ενίσχυση και αν η εν λόγω λειτουργική ενίσχυση είναι ανεπίτρεπτη

1)      Σύνοψη των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας

120. Στις σκέψεις 612 και 613 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι σε περίπτωση κατά την οποία είχε εφαρμογή το κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος (83), θα επιβαλλόταν ο χαρακτηρισμός της επίμαχης ενισχύσεως ανάλογα με το αν επρόκειτο για επενδυτική ή για λειτουργική ενίσχυση. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο εν προκειμένω.

121. Η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβητεί τις εν λόγω κρίσεις και προβάλλει ότι μέρη των μέτρων ενισχύσεως αποτελούν λειτουργική ενίσχυση η οποία δεν σκοπεί στην παροχή κινήτρων για την πραγματοποίηση επενδύσεων στον εν λόγω σταθμό, αλλά αντιθέτως αποτελούσε μια μορφή ενισχύσεως η οποία σκοπούσε κατ’ ουσίαν στην παροχή επιχορηγήσεως για τη λειτουργία του σταθμού. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι λειτουργικές ενισχύσεις, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι συμβατές με την κοινή αγορά. Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι, σε μια λειτουργούσα αγορά προϊόντων η οποία παρέχει το προϊόν «ηλεκτρική ενέργεια» στις αναγκαίες ποσότητες, οι λειτουργικές ενισχύσεις είναι ανεπίτρεπτες διότι στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό κατά τρόπο που αντίκειται στο κοινό συμφέρον.

122. Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο συμφώνησε με την Επιτροπή ότι η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμη με επενδυτική ενίσχυση, εφόσον παρέσχε στην NNBG τη δυνατότητα να δεσμευθεί να επενδύσει για την κατασκευή του Hinkley Point C. Ειδικότερα, συνήγαγε ότι, υπό το πρίσμα ενός χρηματοοικονομικού μοντέλου, η καθαρή παρούσα αξία των πληρωμών της «τιμής ασκήσεως» μπορούσε να θεωρηθεί ως το ισοδύναμο μιας κατ’ αποκοπή πληρωμής που παρέχει στην NNBG τη δυνατότητα να καλύψει το κόστος κατασκευής.

2)      Εκτίμηση

123. Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 583 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως παρατήρησε ότι:

«[…] Πράγματι, ουδόλως απαγορεύεται να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ένα μέτρο ενισχύσεως που επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον και πληροί, επομένως, τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του αν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως επενδυτική ή ως λειτουργική ενίσχυση. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι ακόμη και μια λειτουργική ενίσχυση μπορεί να κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Magic Mountain Kletterhallen κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑162/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:341, σκέψεις 116 και 117).»

124. Παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω κρίση δεν προσβλήθηκε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως αλυσιτελή, ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι τα μέτρα επιδίωκαν έναν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ήτοι τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, ο οποίος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς κρατική παρέμβαση. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω μέτρα «δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις που περιορίζονται στη διατήρηση του status quo» και ότι, αντιθέτως, «κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, χωρίς τα μέτρα αυτά δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εγκαίρως καμία επένδυση σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας» (84). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης –ορθώς, κατά τη γνώμη μου– ότι η σύμβαση επί διαφοράς αποτελούσε, κατ’ ουσίαν, μηχανισμό σταθεροποιήσεως των τιμών ο οποίος σκοπούσε «στην εξασφάλιση σταθερών εσόδων επί αρκετά μακρά περίοδο για να λειτουργήσει ως κίνητρο για την οικεία επιχείρηση ώστε να επενδύσει τα αναγκαία κεφάλαια για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας». Επιπλέον, δεν ήταν αντίστοιχη με την παραδοσιακή μορφή ενισχύσεως, η οποία λειτουργούσε ως μη επιστρεπτέα επιχορήγηση. Αντιθέτως, λειτουργούσε ως κίνητρο για επενδύσεις, διασφαλίζοντας αξιόπιστη και σταθερή τιμή (85).

125. Θα μπορούσε να προστεθεί ότι η διαδικασία της συμβάσεως επί διαφοράς είναι εγγενώς αναλογική στο μέτρο που προβλέπει έναν μηχανισμό που θα μπορούσε να αποκληθεί μηχανισμός «ανακτήσεως» («clawback») καθόσον καθιστά δυνατή την ανάκτηση («clawback») κεφαλαίων αν η τιμή αναφοράς υπερβαίνει την τιμή ασκήσεως. Όλα αυτά ενισχύουν τη θέση ότι η σύμβαση επί διαφοράς σκοπεί στη διασφάλιση σταθερής τιμής αποδόσεως για τους επενδυτές. Η τιμή αυτή ανέρχεται σε επίπεδο που διασφαλίζει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από την πλευρά των επενδυτών ως προς το ότι με την πάροδο του χρόνου θα μπορέσουν να επιτύχουν την επιδιωκόμενη απόδοση της επενδύσεώς τους. Ενώ η τιμή ασκήσεως προορίζεται να επιτρέψει ένα δίκαιο περιθώριο κέρδους για τους εν λόγω επενδυτές, ο μηχανισμός ανακτήσεως («clawback») διασφαλίζει επίσης ότι οι επενδυτές δεν θα έχουν κάποιο έκτακτο κέρδος σε περίπτωση που η τιμή αναφοράς υπερβεί την τιμή ασκήσεως.

126. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης –πάλι, κατά τη γνώμη μου, ορθώς– ότι η Επιτροπή, υπό τις παρούσες συνθήκες, είχε δικαίωμα να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι για την τιμή ασκήσεως ελήφθη υπόψη όχι μόνον το κόστος κατασκευής του Hinkley Point C, αλλά και το κόστος λειτουργίας. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε –πάλι ορθώς κατά τη γνώμη μου– ότι το εν λόγω κόστος επηρέασε «την αποδοτικότητα του σχεδίου και [είχε], επομένως, αντίκτυπο στο ύψος το οποίο πρέπει να φτάσει η τιμή ασκήσεως για να προκαλέσει τη λήψη αποφάσεως επενδύσεως σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας» (86).

127. Όπως προανέφερα, η ανωτέρω ανάλυση με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Για να κινδυνεύσω να επαναλάβω κάτι που έχω ήδη πει, το βασικό σημείο όσον αφορά τη συμβατότητα οποιασδήποτε ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ είναι, κατ’ ουσίαν, το αν η εν λόγω ενίσχυση προωθεί την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων οι οποίες διαφορετικά δεν θα πραγματοποιούνταν. Φρονώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποια εκ των προτέρων διάκριση μεταξύ, αφενός, επενδυτικής ενισχύσεως και, αφετέρου, λειτουργικής ενισχύσεως. Μια τέτοια διάκριση όχι μόνο δεν προκύπτει από την εξέταση του ίδιου του γράμματος του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αλλά επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν απλουστευτική και θα επέτρεπε πρακτικές καταστρατηγήσεως με τη χρήση λογιστικών τεχνασμάτων.

128. Θα μπορούσε φυσικά να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο μέτρο ισοδυναμεί με λειτουργική ενίσχυση μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να είναι ενδεικτικό του γεγονότος ότι η ενίσχυση σκοπεί απλώς στη διατήρηση του status quo. Όπως επισημαίνει το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, οι ενισχύσεις αυτού του είδους, φυσικά, δεν μπορούν «να ικανοποιήσουν τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ» επειδή δεν είναι ικανές «να διευκολύνουν την ανάπτυξη, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως» (87).

129. Εντούτοις, η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση είναι εντελώς διαφορετική και –ίσως θα ήταν ακόμη πιο ακριβές να λεχθεί– είναι, από ορισμένες απόψεις, ασυνήθης. Πράγματι, όπως παρατήρησε η Δημοκρατία της Αυστρίας, ορισμένα στοιχεία της τιμής ασκήσεως δεν περιορίζονται μόνο στο κόστος κατασκευής αυτό καθεαυτό, αλλά επίσης περιλαμβάνουν συγκεκριμένες δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του κόστους διαχειρίσεως των αναλωμένων καυσίμων. Εντούτοις, οι εν λόγω δαπάνες αποτελούν, επενδυτικές δαπάνες, τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιήσει η NNBG για να εξασφαλισθεί η λειτουργικότητα του σταθμού.

130. Επιπλέον, η κατάσταση αυτή δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο μηχανισμός της τιμής ασκήσεως προβλέπει επανεξέταση των σχετικών υπολογισμών μετά 15 και 25 έτη, αντιστοίχως. Πρέπει να υπομνησθεί ότι –όπως παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο– το κόστος λειτουργίας βάσει του οποίου υπολογίσθηκε αρχικά η τιμή ασκήσεως πρέπει να εκτιμάται εκ των προτέρων και ότι, εξ ορισμού, η διάρκεια λειτουργίας του Hinkley Point C θα είναι πολύ μεγάλη –ίσως θα φθάσει τα 60 έτη (88). Ως εκ τούτου, ο μηχανισμός επανεξετάσεως σκοπεί στην άμβλυνση των κινδύνων που είναι σύμφυτοι με μια τόσο μακράς διάρκειας σύμβαση για αμφότερους τους συμβαλλομένους, σε περίπτωση επελεύσεως ουσιώδους διαφοράς (αυξήσεως ή μειώσεως) μεταξύ της τιμής ασκήσεως και της τιμής αναφοράς. Τίποτα από αυτά δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο εν λόγω μηχανισμός καθορισμού των τιμών είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ίδια την επενδυτική απόφαση σχετικά με το Hinkley Point C.

131. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (89) ή, ομοίως, Freistaat Sachsen und Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (90) δεν ενισχύεται το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Η πρώτη απόφαση αφορούσε τη χορήγηση ενισχύσεως σε ορισμένους παραγωγούς που προοριζόταν για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου ορισμένων οίνων. Το Δικαστήριο απλώς επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής κατά την οποία δεν υπήρχε σκοπός δημοσίου συμφέροντος που να στηρίζει τη χορήγηση ενισχύσεως κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

132. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την απόφαση στην υπόθεση Freistaat Sachsen und Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (91), όπου η επίμαχη ενίσχυση σκοπούσε στην προώθηση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπαλλήλων σε νέο κέντρο παραδόσεως επιστολών ή πακέτων ταχυμεταφοράς στο αεροδρόμιο Leipzig-Halle. Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ότι η επαγγελματική εκπαίδευση θα είχε πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως, οπότε η ενίσχυση με κανέναν τρόπο δεν ήταν ζωτικής σημασίας για τη στήριξη του οικείου οικονομικού τομέα. Ουδεμία έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο τελικά επικύρωσε την εν λόγω απόφαση.

133. Το Γενικό Δικαστήριο αντιστοίχως συνήγαγε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η απόφαση της Επιτροπής να εγκρίνει την επίμαχη ενίσχυση, επειδή στήριζε μια επένδυση σε έργο στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, το οποίο διαφορετικά δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, ενέπιπτε στη διακριτική της ευχέρεια σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα μολονότι ένα μέρος της ενισχύσεως αφορούσε τα λειτουργικά έξοδα, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ότι η ασφάλεια των τιμών όσον αφορά τα εν λόγω λειτουργικά έξοδα αποτελούσε βασικό μέρος των κινήτρων για την πραγματοποίηση επενδύσεως για το εν λόγω έργο. Κατά τη γνώμη μου, αρκεί η διαπίστωση ότι στην αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τον υπό εξέταση λόγο αναιρέσεως δεν έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί το δίκαιο.

5.      Πέμπτος λόγος αναιρέσεως: αν υπήρξαν ανεπαρκής προσδιορισμός των στοιχείων της ενισχύσεως και παράβαση της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις

1)      Σύνοψη των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας

134. Στις σκέψεις 251 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 23 και 25 και από τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 651/2014 δεν μπορεί να συναχθεί ότι μόνον μέτρα ενισχύσεως των οποίων το ισοδύναμο επιχορηγήσεως έχει προσδιοριστεί ποσοτικά μπορούν να κηρυχθούν συμβατά με την εσωτερική αγορά. Επίσης, δεν μπορεί να συναχθεί από άλλες διατάξεις του παράγωγου δικαίου ότι τα μέτρα ενισχύσεως πρέπει να προσδιορίζουν με ακρίβεια το ισοδύναμο επιχορηγήσεως που απορρέει από τα μέτρα αυτά. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω, στη σκέψη 309 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, ανεξάρτητα από το αν η ανακοίνωση για τις εγγυήσεις έχει εφαρμογή, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας όσον αφορά τη διάρκεια της εγγυήσεως δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Στη σκέψη 338 της εν λόγω αποφάσεως, έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν απέδειξαν ότι η EDF αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες.

135. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει δύο αιτιάσεις. Πρώτον, το εν λόγω κράτος μέλος προβάλλει ότι τα στοιχεία της ενισχύσεως «δεν προσδιορίστηκαν επαρκώς» στην επίμαχη απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η εν λόγω παράλειψη συνιστά παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής και των κανονισμών σχετικά με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που έπρεπε να εφαρμοσθούν στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ανεπαρκής προσδιορισμός των στοιχείων της ενισχύσεως καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση ορθού ελέγχου της αναλογικότητας και ότι οι ενισχύσεις σε περίπτωση παύσεως της λειτουργίας θα προκαλούσαν οπωσδήποτε υπεραντιστάθμιση, από τη στιγμή που θα υπερέβαιναν το καταβλητέο ποσό σε περίπτωση απαλλοτριώσεως.

136. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος προβάλλει ένα άλλο γενικό επιχείρημα το οποίο αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2015/1589 σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων προϋποθέτει ότι ο αρχικός προϋπολογισμός της ενισχύσεως μπορεί να προσδιορισθεί διότι μια κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004 εξαρτάται από το αν ο αρχικός προϋπολογισμός έχει σημειώσει αύξηση μεγαλύτερη του 20 %, υπολογισμός ο οποίος δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αν δεν έχει γίνει προσδιορισμός του αρχικού προϋπολογισμού.

137. Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας θεωρεί ότι η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει την ανακοίνωση για τις εγγυήσεις. Η εν λόγω παράλειψη, κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν είναι επιτρεπτή, διότι η Επιτροπή δεσμεύεται από τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές και ανακοινώσεις και, ως εκ τούτου, όφειλε να προβεί σε όλους τους προσδιορισμούς που προβλέπονται στην εν λόγω ανακοίνωση. Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει σε τι συνίσταται, κατ’ αυτήν, ο ανεπαρκής προσδιορισμός της διάρκειας της εγγυήσεως, προβάλλοντας συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το σημείο 4.2 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις μην υπολογίζοντας το «ισοδύναμο επιχορήγησης» των εγγυήσεων.

138. Σύμφωνα με τα σημεία 3.2.α και 4.1.α της εν λόγω ανακοινώσεως, η Επιτροπή έπρεπε περαιτέρω να ελέγξει –με δική της πρωτοβουλία– αν ο δανειολήπτης αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες. Αυτό είναι σημαντικό, καθόσον η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις είναι εν γένει ανεπίτρεπετη. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε το εν λόγω σφάλμα συνιστά μία ακόμη πλάνη περί το δίκαιο.

2)      Εκτίμηση

139. Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι τα στοιχεία της ενισχύσεως δεν έχουν προσδιορισθεί ορθώς και ότι αυτό συνιστά παράβαση σειράς κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής και κανονισμών που αφορούν τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις οι οποίοι έπρεπε να εφαρμοσθούν στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 248 και 249 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, εξέθεσε τις απαιτήσεις για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορούσε να αξιολογήσει την ενίσχυση βάσει των εν λόγω απαιτήσεων χωρίς να προσδιορίσει περαιτέρω τα στοιχεία της ενισχύσεως, η Επιτροπή δεν έσφαλε, όπως δεν έσφαλε το Γενικό Δικαστήριο δεχόμενο τα ανωτέρω (92). Όπως καθίσταται σαφές από τις λεπτομερείς αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 251 έως 255 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές και στους ανωτέρω κανονισμούς υπάρχουν ειδικοί λόγοι για τους οποίους πρέπει να προσδιορίζονται τα ποσά των ενισχύσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό οφείλεται σε μια τυποποιημένη προσέγγιση, η οποία δεν είναι ούτε πρόσφορη ούτε αναγκαία όταν το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ έχει άμεση εφαρμογή.

140. Στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι λόγω του μη προσδιορισμού των στοιχείων της ενισχύσεως στάθηκε αδύνατη η ορθή πραγματοποίηση του ελέγχου της αναλογικότητας, η Δημοκρατία της Αυστρίας κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επαναλάβει τα επιχειρήματα που ήδη προέβαλε στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Όπως ήδη επισήμανα, το κριτήριο της αναλογικότητας βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ χρησιμεύει μόνο για τη διαπίστωση αν η ενίσχυση αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει καν ότι τα στοιχεία της ενισχύσεως που θεωρεί ότι δεν έχουν προσδιοριστεί, όπως το κόστος της διαθέσεως των αποβλήτων και της τελικής αποθηκεύσεως ή οι ακριβείς όροι της συμφωνίας του Υπουργού, έχουν το ανωτέρω αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτόν το σχετικό επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

141. Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας σχετικά με τα πιθανά προβλήματα κατά την εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2015/1589 σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004, δεν είναι σαφές ποιο μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως βάλλεται (93). Πέραν του ανωτέρω ελαττώματος, δεν ενισχύει την επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεως μπορούν να συμβιβαστούν με τις ανωτέρω διατάξεις. Ωστόσο, δεν πρέπει να συμβιβαστούν με αυτές. Το άρθρο 4 του κανονισμού 794/2004 αφορά μόνον εξαιρέσεις/απλοποιήσεις στη διαδικασία κοινοποιήσεως. Αν οι προϋποθέσεις αυτές –επί παραδείγματι ότι η αύξηση του προϋπολογισμού εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων δεν υπερβαίνει το 20 %– δεν μπορούν να αποδειχθούν, τότε το μέτρο απλώς θα θεωρηθεί «νέα ενίσχυση» και θα πρέπει να κοινοποιηθεί με το συνηθισμένο έντυπο κοινοποιήσεως, και όχι με το έντυπο της απλουστευμένης διαδικασίας κοινοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 2 και το παράρτημα Ι του κανονισμού 2015/1589 (94). Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, ακόμη και αν ο μη προσδιορισμός του αρχικού προϋπολογισμού μπορεί να μην επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να κοινοποιήσει την αύξηση με το έντυπο της απλοποιημένης κοινοποιήσεως, το γεγονός αυτό ασφαλώς δεν απαλλάσσει ούτε εμποδίζει το Ηνωμένο Βασίλειο να κοινοποιήσει μια «αύξηση του προϋπολογισμού» ως «νέα ενίσχυση».

142. Το γεγονός ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση των μέτρων πρέπει να κοινοποιείται αποτυπώνεται επίσης στη σκέψη 266 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η εγκριτική απόφαση της Επιτροπής καλύπτει μόνον το σχέδιο που της είχε κοινοποιηθεί. Η κρίση αυτή δεν προσβλήθηκε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν δύνανται να ευδοκιμήσουν.

143. Για όλους αυτούς τους λόγους, το πρώτο σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να απορριφθεί.

144. Όσον αφορά την ανακοίνωση για τις εγγυήσεις, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθώς επισήμανε η Γαλλική Δημοκρατία, η ανακοίνωση για τις εγγυήσεις αφορά το ζήτημα αν μια εγγύηση συνιστά κρατική ενίσχυση, και όχι την εκτίμηση αν αυτή είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Τούτο καθίσταται σαφές από το σημείο 5 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή της δεν έχει αντίκτυπο στο αν η εγγύηση πιστώσεων είναι συμβατή με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά το σημείο 3.2, στοιχείο δʹ, της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, το γεγονός ότι «καταβάλλεται για την εγγύηση τιμή που καθορίζεται βάσει κριτηρίων αγοράς» αποτελεί ένα από τα τέσσερα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά ώστε να αποκλείεται η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως σε περίπτωση μεμονωμένης κρατικής εγγυήσεως. Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των διαδίκων αμφισβήτησε ότι η εγγύηση πιστώσεων αποτελούσε κρατική ενίσχυση, ακριβώς για τον λόγο ότι η τιμή που καταβλήθηκε από την NNBG για την εν λόγω εγγύηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί τιμή της αγοράς. Τούτο, για τον απλό λόγο ότι οι σχετικές κεφαλαιαγορές δεν παρείχαν τέτοια δυνατότητα (95). Ως εκ τούτου, η εγγύηση πιστώσεων αναμφισβήτητα δεν πληρούσε τα κριτήρια ώστε να αποκλεισθεί ως κρατική ενίσχυση σύμφωνα με την ανακοίνωση για τις εγγυήσεις. Για τον ίδιο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα αν «ο δανειολήπτης δεν αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες». Πρόκειται για ένα ακόμη από τα τέσσερα κριτήρια που έχουν θεσπισθεί για τον σκοπό αυτόν (96).

145. Δεν είναι ορθό ούτε το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι, ούτως ή άλλως, σύμφωνα με το σημείο 4.2 της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, έπρεπε να υπολογισθεί το ισοδύναμο επιχορηγήσεως της εγγυήσεως. Δεδομένου ότι η εγγύηση πιστώσεων, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα ενισχύσεως, χαρακτηρίσθηκε –αναμφισβήτητα– ως κρατική ενίσχυση, δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω έρευνα.

146. Για τους λόγους αυτούς, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας που στηρίζεται στην ανακοίνωση για τις εγγυήσεις είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελές και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

147. Πράγματι, η Επιτροπή είχε διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς το ότι το αρχικό κόστος που το Ηνωμένο Βασίλειο είχε υποδείξει όσον αφορά την εγγύηση πιστώσεων είχε υποτιμήσει τον σχετικό κίνδυνο. Το Ηνωμένο Βασίλειο εν συνεχεία προσάρμοσε το κόστος προμήθειας για την εγγύηση στις 295 μονάδες βάσης (το οποίο αποτύπωνε κατά προσέγγιση πιστωτικό κίνδυνο BB), η δε Επιτροπή συνήγαγε ότι το προσαρμοσμένο κόστος παρείχε μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του θεωρητικού επιτοκίου της αγοράς για μια διευκόλυνση η οποία, πράγματι, δεν προσφερόταν από την αγορά (97). Με την εν λόγω μεταβολή στη διάρθρωση του προσαρμοσμένου κόστους αντιμετωπίσθηκαν επίσης οι αντιρρήσεις που η Επιτροπή είχε διατυπώσει όσον αφορά την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια των ομολόγων που επρόκειτο να εκδοθούν (98).

148. Επομένως, το ζήτημα περιορίζεται ως εξής: μπορεί να λεχθεί ότι υφίσταται πραγματική αβεβαιότητα όσον αφορά τη διάρκεια της εγγυήσεως, το ποσό του δανείου ή τον τρόπο με τον οποίο υπολογίσθηκε το κόστος προμήθειας για την εγγύηση; Προσωπικά, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς (99).

149. Στο σημείο αυτό, είναι ίσως αρκετό να λεχθεί ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της αποδεικτικά στοιχεία που της επέτρεπαν να καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα ότι η εγγύηση δεν ήταν απεριόριστης διάρκειας, αλλά αντιθέτως αφορούσε την εμπρόθεσμη καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων, ενώ τα ομόλογα είχαν σταθμισμένη μέση διάρκεια ζωής 27,4 έτη (100). Μπορεί ομοίως να λεχθεί ότι η Επιτροπή διέθετε τα κατάλληλα στοιχεία για να αιτιολογήσει το συμπέρασμά της ότι το προσαρμοσμένο κόστος της προμήθειας για την εγγύηση πιστώσεων έπρεπε να ανέρχεται σε 295 μονάδες βάσης, αποτυπώνοντας τόσο την πιστοληπτική διαβάθμιση BB όσο και την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια των επίμαχων ομολόγων (101).

150. Υπό τις συνθήκες αυτές, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας όσον αφορά τις προβαλλόμενες αβεβαιότητες της εκτάσεως της ενισχύσεως απλώς δεν είναι βάσιμα.

VI.    Σύνοψη

151. Κατά συνέπεια, συνοπτικά, τα κύρια συμπεράσματά μου είναι τα εξής:

1)      Το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ καθιστά σαφές ότι η Συνθήκη Ευρατόμ είναι ισότιμη με τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ όσον αφορά το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

2)      Το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ ορίζει περαιτέρω ότι ούτε οι διατάξεις της ΣΕΕ ούτε αυτές της ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή στη σφαίρα της Συνθήκης Ευρατόμ, στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ. Επομένως, αν συγκεκριμένο ζήτημα αντιμετωπίζεται εξαντλητικά ή ειδικά από τη Συνθήκη Ευρατόμ, τότε δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής της ΣΕΕ ή της ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή σε όλους τους τομείς του δικαίου της Ένωσης οι οποίοι δεν διέπονται από τη Συνθήκη Ευρατόμ.

3)      Κανένα σημείο της Συνθήκης Ευρατόμ δεν ρυθμίζει το ζήτημα των κρατικών ενισχύσεων. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Συνθήκη Ευρατόμ, αφενός, αποτελεί ειδική Συνθήκη που διέπει συγκεκριμένο τομέα και δεδομένου ότι, αφετέρου, οι στόχοι της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ είναι πολύ ευρύτεροι (ιδίως η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς), είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας οι διατάξεις της ΣΛΕΕ που αφορούν τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις όταν η Συνθήκη Ευρατόμ δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες. Για τους λόγους αυτούς, το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στο επίμαχο μέτρο κρατικής ενισχύσεως.

4)      Οι διατάξεις του άρθρου 1 και του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ αφορούν κατ’ ανάγκη την ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Τα κράτη μέλη σαφώς είχαν σκοπό η Συνθήκη Ευρατόμ να αποτελεί ένα συνεχώς εξελισσόμενο κείμενο, δεκτικό οργανικής αναπτύξεως και ικανό να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Επομένως, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι οι εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ δεν καλύπτουν ούτε την κατασκευή περαιτέρω πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ούτε την αντικατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων σταθμών με πιο σύγχρονες, ήδη ανεπτυγμένες, τεχνολογίες δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

5)      Ενώ αληθεύει ότι τα πλεονεκτήματα της πυρηνικής ενέργειας αποτελούν αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων σε πολλά κράτη μέλη, το Δικαστήριο δεν έχει ούτε την αρμοδιότητα ούτε τη δημοκρατική νομιμοποίηση να αποφαίνεται επί τέτοιων ζητημάτων. Ωστόσο, δεδομένου ότι είναι σαφές ότι η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, όπως αποτυπώνεται στη Συνθήκη Ευρατόμ, αποτελεί σαφώς καθορισμένο στόχο του δικαίου της Ένωσης, ο εν λόγω στόχος δεν μπορεί να καταστεί δευτερεύων σε σχέση με άλλους (και, από μια άποψη, πιθανόν συγκρουόμενους) στόχους του δικαίου της Ένωσης, όπως η προστασία του περιβάλλοντος που προβλέπεται στο κεφάλαιο ΧΧ της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, το σαφές γράμμα του άρθρου 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αναγνωρίζει πλήρως το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να επιλέγει μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και «τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού», και το δικαίωμα αυτό καταλαμβάνει κατ’ ανάγκη το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να αναπτύσσει πυρηνική ενέργεια ως μέρος των πηγών του ενεργειακού εφοδιασμού του.

6)      Σε αντίθεση με την άποψη που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων αρχής γενομένης από την απόφαση Mediaset κατά Επιτροπής (102) ότι οι κρατικές ενισχύσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ πρέπει να υπηρετούν ένα «κοινό συμφέρον», η εν λόγω απαίτηση δεν αναγράφεται στο ίδιο το κείμενο του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, έστω και αν στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ («[…] σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος[…]») αναγράφεται.

7)      Επομένως, δεν υφίσταται απαίτηση ότι η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί σκοπούς πέραν εκείνων που εκτίθενται ειδικά στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής και τη θέση της στη ΣΛΕΕ, μια ενίσχυση, για να είναι συμβατή με τη Συνθήκη, δεν χρειάζεται να επιδιώκει έναν «σκοπό κοινού συμφέροντος» ούτε έναν «σκοπό δημοσίου συμφέροντος». Πρέπει απλώς να έχει ως σκοπό «την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων» και να μην «[αλλοιώνει] τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον». Επομένως, η αιτίαση της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η ενίσχυση πρέπει να υπηρετεί μόνον ένα «δημόσιο» και όχι ένα «κοινό» συμφέρον δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, διότι, κατά την γνώμη μου, και σε αντίθεση με τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν χρειάζεται να πληρούται κανένα από τα δύο εν λόγω κριτήρια.

8)      Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η ανωτέρω εκτίμηση του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ είναι εσφαλμένη, η κατασκευή του Hinkley Point C υπηρετεί ένα «κοινό συμφέρον» (ή επίσης έναν «δημόσιο σκοπό») κατά την έννοια αυτή, επειδή η ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στόχο της Συνθήκης Ευρατόμ, ακόμη και αν επιμέρους κράτη μέλη, όπως η Δημοκρατία της Αυστρίας, εναντιώνονται στην πυρηνική ενέργεια. Δεχόμενα τους στόχους της Συνθήκης Ευρατόμ, όλα τα κράτη μέλη έχουν δηλώσει σαφώς την κατ’ αρχήν ανεπιφύλακτη αποδοχή τους όσον αφορά το δικαίωμα των άλλων κρατών μελών να αναπτύσσουν σταθμούς πυρηνικής ενέργειας στις δικές τους επικράτειες, εφόσον το επιθυμούν. Ένας σαφώς διατυπωμένος στόχος της Συνθήκης πρέπει, σχεδόν εξ ορισμού, να μπορεί να αποτελεί σκοπό κοινού συμφέροντος κατά την έννοια των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων.

9)      Το Γενικό Δικαστήριο είχε κάθε δικαίωμα να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της πλήθος αποδεικτικών στοιχείων ως προς το ότι η αγορά ήταν απρόθυμη ή ακόμη και ανίκανη να χρηματοδοτήσει το Hinkley Point C χωρίς τις παρεχόμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο εγγυήσεις και άλλες μορφές ενισχύσεως. Για τους σκοπούς την παρούσας αναλύσεως δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ενδεχομένως δεν υπήρχε επάρκεια της αγοράς σε σχέση με άλλες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συνάγοντας ότι η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας αποτελούσε την κρίσιμη οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

10)      Η αποστολή της Επιτροπής στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, όπως καθίσταται σαφές από το άρθρο 107, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, συνίσταται απλώς στην εκτίμηση αν το επίμαχο μέτρο ενισχύσεως μπορεί να «θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά». Η εν λόγω αποστολή αφορά κατ’ ουσίαν την εκτίμηση της συμβατότητας της επίμαχης ενισχύσεως με τους κανόνες για τον ανταγωνισμό και την εσωτερική αγορά, και όχι με τους κανόνες που αφορούν το περιβάλλον. Αντιθέτως, κατ’ αρχήν, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εναπόκειται να αποφασίζουν αν συγκεκριμένο έργο πρέπει να λάβει την αντίστοιχη άδεια όσον αφορά τον σχεδιασμό και το περιβάλλον, και όχι στην Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων.

11)      Το βασικό σημείο όσον αφορά την εξέταση της συμβατότητας οποιασδήποτε ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι αν η εν λόγω ενίσχυση οδηγεί ή ενθαρρύνει τις επενδύσεις για την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων οι οποίες δεν θα πραγματοποιούνταν διαφορετικά. Δεν υφίσταται κάποια εκ των προτέρων διάκριση μεταξύ, αφενός, επενδυτικής ενισχύσεως και, αφετέρου, λειτουργικής ενισχύσεως. Τέτοια διάκριση όχι μόνον δεν προκύπτει από την εξέταση του ίδιου του κειμένου του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αλλά και θα ήταν απλουστευτική και θα καθιστούσε δυνατή την ανάπτυξη πρακτικών καταστρατηγήσεως με τη χρήση λογιστικών τεχνασμάτων.

12)      Τα επίμαχα εν προκειμένω μέτρα ενισχύσεως δεν περιορίζονται μόνο στο κόστος κατασκευής αυτό καθεαυτό, αλλά επίσης περιλαμβάνουν συγκεκριμένες δαπάνες που συνδέονται με την παροχή πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου των δαπανών για τη διαχείριση των αναλωμένων καυσίμων. Εντούτοις, οι εν λόγω δαπάνες αποτελούν επενδυτικές δαπάνες, οι οποίες πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθούν για να εξασφαλισθεί η λειτουργικότητα του σταθμού.

13)      Υπό τις παρούσες συνθήκες, το Γενικό Δικαστήριο κάλλιστα μπορούσε να απορρίψει την προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία ενέκρινε τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεως που χορηγήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά την κατασκευή του Hinkley Point C.

VII. Πρόταση

152. Κατά συνέπεια, υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που η Δημοκρατία της Αυστρίας κατέθεσε κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Βλ., επίσης, διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 2017, Greenpeace Energy κατά Επιτροπής (C‑640/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:752), και ανακοίνωση ACCC/C/2015/128 ενώπιον της επιτροπής συμμορφώσεως με τη Σύμβαση του Aarhus, η οποία επιτροπή εξετάζει την πρόσβαση σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες για την προσβολή, από ιδιώτες και δημόσιες αρχές, πράξεων και παραλείψεων οι οποίες συνιστούν παράβαση διατάξεων του εθνικού της δικαίου σχετικά με το περιβάλλον (άρθρο 9, παράγραφος 3, της Συμβάσεως για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, η οποία υπεγράφη στο Aarhus, Δανία, στις 25 Ιουνίου 1998). Οι εν λόγω δύο διαδικασίες αφορούν αμφότερες την κρατική ενίσχυση υπέρ του έργου Hinkley Point C και κάθε μία από αυτές δείχνει, με τον δικό της τρόπο, την έντονη εναντίωση που αντιμετωπίζει το εν λόγω έργο.


3      Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018 (T‑356/15, EU:T:2018:439).


4      Απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης SA.34947 (2013/C) (πρώην 2013/N) που προτίθεται να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό τη στήριξη του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C (ΕΕ 2015, L 109, σ. 44).


5      ΕΕ 2015, L 248, σ. 9. Πρώην κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1).


6      ΕΕ 2004, L 140, σ. 1.


7      ΕΕ 2008, C 155, σ. 10.


8      Η εν λόγω τιμή θα συνδέεται πλήρως με τον δείκτη τιμών καταναλωτή και η προσαρμογή της θα είναι δυνατή 15 χρόνια μετά την ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας του πρώτου αντιδραστήρα καθώς και 25 χρόνια μετά την ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας του πρώτου αντιδραστήρα βάσει των γνωστών πραγματικών δαπανών και των αναθεωρημένων προβλέψεων των μελλοντικών δαπανών.


9      Εν προκειμένω, στον τομέα φορτίου βάσης.


10      Ήτοι για λόγους που δεν συνδέονται με την υγεία, την πυρηνική ασφάλεια, την εν γένει ασφάλεια, το περιβάλλον, τη μεταφορά πυρηνικών ή τις πυρηνικές διασφαλίσεις.


11      Κρατική ενίσχυση SA.34947 (2013/C) (πρώην 2013/N) – Επενδυτική σύμβαση (αρχικά σύμβαση επί διαφοράς) για τον νέο πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C – Πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, C 69, σ. 60) (στο εξής: απόφαση για την κίνηση διαδικασίας έρευνας).


12      Απόφαση (ΕΕ) 2019/274 του Συμβουλίου, της 11ης Ιανουαρίου 2019, για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2019, LI 47, σ. 1), και απόφαση (ΕΕ) 2020/48 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2020, για την τροποποίηση της απόφασης (ΕΕ) 2019/274 για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, LI 16, σ. 1).


13      Τούτο επιβεβαιώθηκε από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία δεν μετέβαλε σχεδόν καθόλου τη Συνθήκη Ευρατόμ· βλ. τις αιτιολογικές σκέψεις του προσαρτημένου στη Συνθήκη της Λισσαβώνας πρωτοκόλλου αριθ. 2 για την τροποποίηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2007, C 306, σ. 199). Αυτό επιβεβαιώνεται από τη δήλωση αριθ. 54 ορισμένων κρατών μελών που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διασκέψεως η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ΕΕ 2010, C 83, σ. 356).


14      Το άρθρο 106α, παράγραφος 1, της Συνθήκης Ευρατόμ καθιστά ορισμένες θεσμικές διατάξεις της ΣΛΕΕ άμεσα εφαρμοστέες στη Συνθήκη Ευρατόμ, ενώ το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ καθιστά σαφές ότι οι διατάξεις της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ δεν παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ. Παρόμοιες διατάξεις υπήρχαν πριν από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ περιλαμβανόταν στη Συνθήκη ΕΚ, και συγκεκριμένα στο άρθρο της 305, παράγραφος 2.


15      Σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


16      C‑5/14 (EU:C:2015:51, σημεία 31 έως 34).


17      Βλ. προοίμιο και άρθρο 2 της Συνθήκης Ευρατόμ.


18      Βλ., εμμέσως, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2018:972, σημείο 42), καθώς και τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι τις αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 1990, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (C‑62/88, EU:C:1990:153, σκέψη 17), και της 12ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑61/03, EU:C:2005:210, σκέψη 44), καθώς και τη γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη Συμφωνία ΠΟΕ) της 15ης Νοεμβρίου 1994 (EU:C:1994:384, σκέψη 24).


19      Δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας αναφέρει τις σκέψεις 79 επ. ως τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που βάλλονται, είναι κάπως ασαφές αν βάλλεται αυτό το μέρος της αποφάσεως.


20      Η υπογράμμιση δική μου.


21      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010 (T‑177/07, EU:T:2010:233, σκέψη 125).


22      Σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


23      Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε επικαλεστεί την εν λόγω απόφαση προς στήριξη της θέσεως ότι το μέτρο ενισχύσεως πρέπει να επιδιώκει έναν σαφώς καθορισμένο σκοπό κοινού συμφέροντος.


24      Η υπογράμμιση δική μου.


25      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010 (T‑177/07, EU:T:2010:233, σκέψη 125).


26      Σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


27      Σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στην οποία γίνεται παραπομπή στην αιτιολογική σκέψη 374 της επίμαχης αποφάσεως.


28      Αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (730/79, EU:C:1980:209, σκέψη 24), και της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deufil κατά Επιτροπής (310/85, EU:C:1987:96, σκέψη 18).


29      Αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑351/98, EU:C:2002:530, σκέψη 74), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance (C‑75/05 P και C‑80/05 P, EU:C:2008:482, σκέψη 59).


30      Η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται τις αρχές που αφορούν την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 3 της ανακοινώσεως της Επιτροπής – Πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία (ΕΕ 2014, C 198, σ. 1· σημείο 35)· στο κεφάλαιο 3.1 της ανακοινώσεως της Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020) (ΕΕ 2014, C 200, σ. 1· σημεία 26 επ.)· στο σημείο 33 της ανακοινώσεως της Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ για την εφαρμογή των κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων όσον αφορά την ταχεία ανάπτυξη των ευρυζωνικών δικτύων (ΕΕ 2013, C 25, σ. 1)· και στο σημείο 26 των κατευθυντήριων γραμμών για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2014-2020 (ΕΕ 2013, C 209, σ. 1), που όλα αναφέρουν τη συμβολή για την επίτευξη «ενός στόχου κοινού συμφέροντος» ως κριτήριο αξιολογήσεως.


31      Αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της επίμαχης αποφάσεως. Η απόφαση για την κίνηση διαδικασίας έρευνας (ΕΕ 2014, C 69, σ. 60· σημεία 237 έως 267) ήταν ακόμη πιο λεπτομερειακή επί του ζητήματος αυτού.


32      Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 (730/79, EU:C:1980:209, σκέψη 26).


33      Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 (310/85, EU:C:1987:96, σκέψη 18).


34      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002 (C‑113/00, EU:C:2002:507, σκέψη 67).


35      Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance (C‑75/05 P και C‑80/05 P, EU:C:2008:482, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑57/00 P και C‑61/00 P, EU:C:2003:510, σκέψη 53), και της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψη 38).


36      Αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance (C‑75/05 P και C‑80/05 P, EU:C:2008:482, σκέψη 65), και της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψη 38), όπου το Δικαστήριο επισημαίνει σαφώς ότι το κύρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να εξετάζεται μόνο στο πλαίσιο της εξαιρέσεως που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη (εν προκειμένω, στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ) και όχι με αναφορά σε φερόμενη προγενέστερη πρακτική.


37      Σημεία 65 επ. των παρουσών προτάσεων.


38      Η υπογράμμιση δική μου.


39      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, Mediaset κατά Επιτροπής (T‑177/07, EU:T:2010:233, σκέψη 125), η υπογράμμιση δική μου. Στις αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2009, Kronoply κατά Επιτροπής (T‑162/06, EU:T:2009:2, σκέψη 74), και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Αυστρία κατά Επιτροπής (T‑251/11, EU:T:2014:1060, σκέψη 208), τις οποίες επικαλέστηκε η Δημοκρατία της Αυστρίας, το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τις αποφάσεις της Επιτροπής οι οποίες είχαν αξιολογήσει αν η ενίσχυση είχε σκοπό κοινού συμφέροντος ή είχε συμβάλει σε σκοπό κοινού συμφέροντος χωρίς να χρειαστεί να εξετάσει το ζήτημα αν η ενίσχυση στη συγκεκριμένη υπόθεση υπηρετούσε η ίδια ένα κοινό συμφέρον.


40      Αιτιολογικές σκέψεις 237 έως 267.


41      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010 (T‑177/07, EU:T:2010:233).


42      Βλ. Kahl W., «Die Kompetenzen der EU in der Energiepolitik nach Lissabon», Europarecht, αριθ. 5, 2009, σ. 601 έως 621. Ο Kahl επισημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του στο Laeken το 2001 είχε ήδη ταχθεί κατά της ενσωματώσεως της Ευρατόμ στην Ένωση λόγω των αναμενόμενων πολιτικών διαφορών. Τούτο οδήγησε στο να περιληφθεί μόνο μία παράγραφος στην ενότητα «Διάφορες αποφάσεις», που έκανε μνεία της σημασίας που έχει η ασφάλεια στον πυρηνικό τομέα, στα συμπεράσματα της προεδρίας, συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Laeken, στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 2001, CONV 621/03, σ. 1. Βλ., επίσης, τμήμα ΙΙΙ, σημείο 11, των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Βρυξέλλες, της 8ης/9ης Μαρτίου 2007, 7224/1/07 REV 1, το οποίο αναφέρει τις αντιτιθέμενες απόψεις.


43      Σημείο 42.


44      Βλ. άρθρο 1 της Συνθήκης Ευρατόμ.


45      Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 (730/79, EU:C:1980:209).


46      Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 (310/85, EU:C:1987:96).


47      Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 (730/79, EU:C:1980:209).


48      Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deufil κατά Επιτροπής (310/85, EU:C:1987:96, σκέψη 18).


49      Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 (730/79, EU:C:1980:209, σκέψη 24).


50      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002 (C 113/00, EU:C:2002:507).


51      Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 (730/79, EU:C:1980:209).


52      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002  (C‑113/00, EU:C:2002:507, σκέψη 67).


53      Βλ., επίσης, τη φράση, στο προοίμιο, «ΕNΔIΑΦΕΡΟΜΕNΟI να δημιουργήσουν συνθήκες ασφαλείας που αποκλείουν τους κινδύνους για τη ζωή και την υγεία των λαών», καθώς και το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ.


54      Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα της αποφάσεως της 12ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑61/03, EU:C:2005:210), όπου η Επιτροπή θέλησε να επικαλεστεί διάταξη της Συνθήκης Ευρατόμ στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης Ευρατόμ. Το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο αυτό, στη σκέψη 44, ότι, «[κ]αθόσον η [Συνθήκη Ευρατόμ] δεν παρέχει στην Κοινότητα ένα ειδικό μέσο για την επίτευξη [του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος έναντι των κινδύνων από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποιήσεώς της για στρατιωτικούς σκοπούς], δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να ληφθούν κατάλληλα μέτρα βάσει των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ». Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως είναι εντελώς διαφορετικά επίσης από εκείνα της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2009, ČEZ (C‑115/08, EU:C:2009:660), η οποία αφορά την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σχετικά με την οποία η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει συγκεκριμένους κανόνες (βλ. σκέψεις 87 έως 91 της εν λόγω αποφάσεως) και η εφαρμογή της οποίας –όπως επισημαίνει στην υπό κρίση υπόθεση η Σλοβακική Δημοκρατία– δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τους στόχους της Συνθήκης Ευρατόμ.


55      Βλ., επίσης, τον διαδικαστικό κανόνα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 192, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ για την περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύξει δραστηριότητες στον εν λόγω τομέα, καθώς και τη δήλωση αριθ. 35 που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διασκέψεως η οποία υιοθέτησε την υπογραφείσα στις 13 Δεκεμβρίου 2007 Συνθήκη της Λισσαβώνας.


56      Για τους λόγους αυτούς, η Αυστρία δεν μπορεί να επικαλεστεί νομολογία πέραν αυτής που αφορά τον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.


57      Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Castelnou Energía κατά Επιτροπής (T‑57/11, EU:T:2014:1021, σκέψη 189).


58      Μολονότι η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι οι εν λόγω αρχές έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη ήδη όταν κρίθηκε αν τα μέτρα ενισχύσεως επιδίωκαν σκοπό κοινού συμφέροντος, εντούτοις το εν λόγω κράτος μέλος βάλλει κατά της σκέψεως 517 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία αφορά το ζήτημα της αναλογικότητας του μέτρου με γνώμονα την αρνητική προϋπόθεση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στο εν λόγω μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αφορούν ζητήματα αναλογικότητας.


59      Σχετικά με την εν λόγω εκτίμηση, βλ. σημεία 115 επ. των παρουσών προτάσεων.


60      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, Matra κατά Επιτροπής (C‑225/91, EU:C:1993:239, σκέψη 41). Βλ., επίσης, τη σχετική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στις αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2004, Thermenhotel Stoiser Franz κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑158/99, EU:T:2004:2, σκέψη 159), της 12ης Φεβρουαρίου 2008, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑289/03, EU:T:2008:29, σκέψη 315), και της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Castelnou Energía κατά Επιτροπής (T‑57/11, EU:T:2014:1021, σκέψεις 185 και 190).


61      Επομένως, επί παραδείγματι, για την κατασκευή και τη λειτουργία πυρηνικών σταθμών στο Ηνωμένο Βασίλειο απαιτούνται διαφόρων ειδών άδειες στις οποίες μπορεί να αντιμετωπίζονται τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήματα. Η χορήγηση των εν λόγω αδειών μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί ενώπιον των δικαστηρίων. Επιπλέον η Επιτροπή ενημερώνεται, επί παραδείγματι, όσον αφορά τα σχέδια απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων σύμφωνα με το άρθρο 37 της Συνθήκης Ευρατόμ και διατυπώνει τη γνώμη της επί των εν λόγω σχεδίων. Βλ., επί παραδείγματι, γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων προερχόμενων από τους δύο αντιδραστήρες EPR στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C, που βρίσκεται στο Somerset, στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΕΕ 2012, C 33, σ. 1).


62      Σκέψη 359 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2015 στην υπόθεση SA.34962, Waste Contract for New Nuclear Power Stations (ΕΕ 2016, C 161, σ. 1).


63      Βλ. σκέψεις 155 έως 157 καθώς και σκέψη 405 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις ιδιαιτερότητες της πυρηνικής ενέργειας (ιδίως όσον αφορά τη χρηματοδότηση για σταθμούς πυρηνικής ενέργειας).


64      Κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αιτήσεις αναιρέσεως μπορούν να στηρίζονται μόνο σε πλάνη περί το δίκαιο της Ένωσης στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο.


65      Πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ(C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


66      Βλ., επί παραδείγματι, σκέψεις 165, 168, 171 και 174 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


67      Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2016 (T‑382/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:589). Στην εν λόγω δίκη, η Greenpeace Energy eG και άλλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και στην προμήθεια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές προσέβαλαν την επίμαχη απόφαση. Βλ. υποσημείωση 2. Στην εν λόγω διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 55 επ., ότι η φύση της ηλεκτρικής ενέργειας είναι τέτοια που, από τη στιγμή που η ηλεκτρική ενέργεια τίθεται σε δίκτυο μεταφοράς ή διανομής, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η προέλευσή της, και ειδικότερα η ενεργειακή πηγή από την οποία παρήχθη και, για τον λόγο αυτόν, οι διάφορες αγορές δεν μπορούν να ορισθούν βάσει της ενεργειακής πηγής.


68      Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963 (25/62, EU:C:1963:17).


69      Αναφέρεται ως «η αρνητική προϋπόθεση» του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Βλ. σημείο 59 των παρουσών προτάσεων.


70      Σκέψεις 231 και 232 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


71      Αιτιολογικές σκέψεις 382 έως 385 της επίμαχης αποφάσεως.


72      Σκέψεις 150 και 151 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


73      Ως ανεπάρκεια της αγοράς νοείται η κατάσταση στην οποία η αγορά δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιδιώκουν τους σκοπούς που εκτίθενται στο άρθρο 107, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, ακόμη και αν η ζήτηση για αυτούς στην αγορά είναι ανεπαρκής.


74      Στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Magic Mountain Kletterhallen κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑162/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:341, σκέψη 81), όσον αφορά το επιχείρημά της ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε εντούτοις στην ανεπάρκεια της αγοράς, είναι σαφέστατο ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στην εν λόγω απόφαση μόνον ως πρόσθετο επιχείρημα στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά τούτο δεν θέτει όρια στην κρίση του ότι η ανεπάρκεια της αγοράς ούτως ή άλλως δεν αποτελούσε αναγκαίο κριτήριο.


75      ΕΕ 2016, C 262, σ. 1.


76      Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2015 (C‑518/13, EU:C:2015:9).


77      Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2015, Eventech (C‑518/13, EU:C:2015:9, σκέψη 65).


78      Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2015 (C‑518/13, EU:C:2015:9).


79      Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι συμβάσεις επί διαφοράς προσφέρονται επίσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με ειδικούς όρους οι οποίοι απευθύνονται στις οικείες βιομηχανίες.


80      Βλ. σκέψη 516 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


81      Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014 (T‑57/11, EU:T:2014:1021, σκέψη 189).


82      Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008 (T‑289/03, EU:T:2008:29 σκέψη 314).


83      ΕΕ 1994, C 72, σ. 3.


84      Σκέψη 584 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


85      Σκέψη 589 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


86      Σκέψη 593 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


87      Σκέψη 580 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


88      Σκέψεις 424 και 594 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


89      Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990 (C‑86/89, EU:C:1990:373).


90      Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011 (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515).


91      Όπ.π.


92      Στα σημεία 72 έως 74 της αιτήσεως αναιρέσεως καθίσταται σαφές ότι, μολονότι η Δημοκρατία της Αυστρίας το αρνείται στο σημείο 70 της αιτήσεως αναιρέσεως, με την αναφορά της στον ανεπαρκή προσδιορισμό των στοιχείων της ενισχύσεως, στην πραγματικότητα εννοεί ότι η ενίσχυση δεν είχε προσδιορισθεί ποσοτικά.


93      Τούτο δεν προκαλεί έκπληξη· το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό, καθόσον δεν είχε προβληθεί από τη Δημοκρατία της Αυστρίας.


94      Μάλιστα, η Δημοκρατία της Αυστρίας συμφωνεί με αυτό στο σημείο 73 της αιτήσεώς της αναιρέσεως.


95      Αιτιολογικές σκέψεις 336 έως 339 της επίμαχης αποφάσεως.


96      Σημείο 3.2, στοιχείο αʹ, της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις.


97      Αιτιολογικές σκέψεις 463 έως 477 της επίμαχης αποφάσεως· σκέψεις 304 και 305 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


98      Αιτιολογική σκέψη 472 της επίμαχης αποφάσεως.


99      Βλ., γενικώς, σκέψεις 302 έως 322 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.


100      Αιτιολογική σκέψη 432 της επίμαχης αποφάσεως.


101      Αιτιολογική σκέψη 472 της επίμαχης αποφάσεως.


102      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010 (T‑177/07, EU:T:2010:233).